Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

Μελιτζανοσαλάτες

Τα πρωινά επικρατεί ησυχία στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς μου. Κάποια άδεια ράφια ψευτοστοκάρονται με νωχελικη πρόοδο, ενώ οι πελάτες λιγοστοί και με καλάθια, κυρίως συνταξιούχοι ή κόσμος κλεισμένος στα σπίτια του, όπως η κυρία στο ταμείο που έφερε εμφανώς τα εξωτερικά σημεία καρκινοπάθειας. Ακόμα και η μουσική, συνήθως ελληνικά του συρμού, είναι πιο ορχηστρική, πιο χαμηλόφωνη, πιο διακριτική τα πρωινά. Στο υπόγειο, όπου είναι τα τρόφιμα, έχεις την αίσθηση της απόλυτης υγιεινής νεκροθαλάμου του αεροδρομίου του Ντύσσελντορφ, ενώ η λευκότητα διαδρόμων και προθηκών ιδιωτικής μεγαλοπινακοθήκης σχεδόν σε ναρκώνει.

Κοίταζα τα προϊόντα στα ράφια και τα έβλεπα όχι ως τρόφιμα παρά ως αντίτιμα φτώχειας: όχι τι μπορείς να πάρεις για τα λεφτά σου για να φας, αλλά ποικίλως κοστολογημένες υπενθυμίσεις του πόσα λεφτά δεν έχεις. Άνοιξα τη λίστα και άρχισα να γεμίζω το καρότσι. Στοκάρισμα. Φέτα, αυγά, φαρίνα, καφές, και ούτω καθεξής. Από λαιμαργία άφησα για μια στιγμή τη λίστα κατά μέρος και αναζήτησα τυποποιημένη μελιτζανοσαλάτα, μια από τις αδυναμίες μου. Δεν τη βρήκα στο γνωστό σημείο. Δεν πτοήθηκα: τα σούπερ μάρκετ αλλάζουνε τη θέση των προϊόντων για να σε αναγκάζουν να τα ψάχνεις και να πέφτει το μάτι σου και αλλού, για να μπαίνεις για ένα κιλό μήλα και να βγαίνεις με έξι τσάντες -- τα γνωστά. Όσο κι αν έψαξα όμως, μελιτζανοσαλάτες δε βρήκα. Κάθε είδος σχετικής πολυτελείας είχε παραχωρήσει στη θέση του σε περισσότερα βασικά είδη: βούτυρα, μαργαρίνες, τυρί για τοστ. Στο ψυγείο των κατεψυγμένων τα ίδια: τέρμα τα έτοιμα γεύματα με ψαρικά ("για τη σύγχρονη νοικοκυρά", αν θυμάστε), παντού μόνο άκομψά συσκευασμένα ψάρια και θαλασσινά: χοντρά ψάρια και φιλέτα ψαριού τυλιγμένα κατάσαρκα σε πλαστικό, όπως παλιά, και κάτι θαλασσινά σε σάκκους του κιλού γεμάτα πάγο. Κοίταξα και τα ράφια με τα όσπρια: μικροπαραγωγοί και βιολογικά τέλος, τα ζυμαρικά: εξεζητημένα σχήματα κι ονόματα ζυμαρικών απόντα, τα παξιμάδια: εξαφανισμένοι οι κρητικοί και οι μανιάτικοι και οι κυκλαδικοί φουρνιστοί ακκισμοί. Τα βασικά, παντού τα βασικά. Μόνο τα βασικά.

Η γειτονιά μου είναι λαϊκή και όμορφη: ούτε εξαθλίωση, αλλά ούτε και λεφτάδες, πακτωμένοι, μεταρρυθμιστές ή προοδευτικοί. Πολλά κλεισμένα μαγαζιά αλλά και το άρωμα φούρνου το πρωί. Κινήσεις αλληλεγγύης και κινητοποιήσεις σε επίπεδο γειτονιάς, πιτσιρικάδες που κάνουνε κοπάνες, παππούδες στο καφενείο αλλά και στο καφέ, ένα ψιλικατζίδικο που έχει παραμάνες, Tanqueray και όλα τα ενδιάμεσα. Τη νύχτα κάποιος κάγκουρας με 250άρα θα κάνει πού και πού μεγαλοφώνως κήρυγμα για ευθύτητα και ειλικρίνεια σε κάποια κοπελιά, μάλλον πιωμένος, μάλλον θυμωμένη. Λες στον εαυτό σου: "δε χρειαζόταν ίσως κατεψυγμένα μυδοπίλαφα και τυποποιημένη μελιτζανοσαλάτα αυτή η γειτονιά, το μανάβικό της και ο χασάπης της αντέχουν, έχουμε ακόμα ανθοπωλείο." Κάνεις δηλαδή τον δικηγόρο του διαβόλου, κι εσύ όπως τόσοι μα τόσοι, που έχουν αναλάβει εδώ και τριάμισυ χρόνια την υπεράσπιση του Οξαποδώ.

Τακτοποίησα τα ψώνια στο ψυγείο, στα ντουλάπια, έβαλα να μαγειρέψω κάτι. Μετά άνοιξα τηλεόραση. Κάποια κυρία μίλαγε για το δέκατό της μυθιστόρημα, δεν την είχα καν ακουστά, αν και κάθε καλοκαίρι όλο και σε κάποια παραλία θα καταλήξω. Ο κύριος Μπογδάνος της μιλούσε για λογοτεχνία. Σε ένα άλλο κανάλι είχε κάτι άλλο, σαν σήριαλ ήταν. Στο άλλο, τηλεμάρκετιγκ. Τα υπόλοιπα, τα γνωστά μαύρα. Μαζί και τα ξένα κανάλια. Το βράδυ ξανάνοιξα την τηλεόραση: ο κύριος Αναστασιάδης και κάτι κοπέλες που έκαναν στριπτίζ, διαφήμιση για την εκπομπή της κυρίας Στεφανίδου που έδειχνε σκηνές από τη ζωή και τη δράση της κυρίας Μανωλίδου, τούρκικο σήριαλ. Δεν είναι ότι δε μου αρέσουνε τα τούρκικα, μου αρέσουνε πολύ, για να με ξεκουράζουν. Όπως μου αρέσει και η τυποποιημένη μελιτζανοσαλάτα, ιδίως με τσίπουρο. Αλλά δε γίνεται να ζήσουμε μόνο με τηλεοπτική μελιτζανοσαλάτα, χωρίς ψωμάκι, χωρίς ψυχή.
 
Για τη στήλη 'Blogs in print' της Ελευθεροτυπίας της 6.VII.2013 

GatheRate

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου