Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Επίμετρο στις "Πατρίδες"

Όταν ξαναέπλαθα μέσα μου από την αρχή την Ελλάδα που είχα αφήσει πίσω για πάντα και χωρίς επιστροφή, όπως νόμιζα τότε, στο δωμάτιο 5 επί 4 που ζούσα (συν μία κουζίνα, συν ένα μπάνιο), από τον Μελωδία ονλάιν έπαιζε συνέχεια το 'Όταν χαράζει'. Δε μου άρεσε καθόλου μα καθόλου αυτό το τραγούδι.

Πριν λίγα λεπτά, πάλι από Μελωδία ονλάιν, δέκα χρόνια και βάλε μετά, σε έναν άλλο τόπο, σε ένα άλλο κλίμα, ένας άλλος άνθρωπος ξανάκουσε το τραγούδι να παίζει πολύ σιγά. Πρώτα το αντανακλαστικό της νοσταλγίας, αναιμικό κι ασθενές, πόσο να νοσταλγήσει και πόσο να ωραιοποιήσει πια κανείς τη θλίψη; Μετά ένα κίνημα από εντός: όμορφο τραγούδι είναι αυτό. Και άρχισε να μιλάει το τραγούδι, να ανακεφαλαιώνει συνοπτικά και σχεδόν ιλιγγιωδώς τα χρόνια μεταξύ εκείνων των απρόθυμων ακροάσεων και αυτής.

Και ανοίξαν εντελώς οι κουρτίνες. Το ευγενικό φως από το μέλλον έξω φώτισε για τα καλά το παρελθόν. Πολύ ωραία: αφού ξέρω πια πού είμαι, αφού φάνηκε το δωμάτιο που λέγεται παρελθόν στις περισσότερες από τις λεπτομέρειές του, μέσα στο φως του μέλλοντος, τώρα μπορώ να κοιτάξω έξω από το παράθυρο και να δω πού πραγματικά βρίσκομαι, πού είναι το δωμάτιο, να δω το μέλλον. Και να κινηθώ αναλόγως. Να βγω στο μέλλον.

Ευχαριστώ, Θανάση Παπακωνσταντίνου. Και Γιάννη Αγγελάκα.

GatheRate

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Αναπόδραστη τροπικότητα του ορατού...

Το βλέμμα είναι πανίσχυρο. Λένε ότι δεν είναι τυχαίο που ο κύκλος της ανθρώπινης ίριδας είναι ευδιάκριτος πάνω στο άσπρο του ματιού (για το οποίο στάνταρ θα υπάρχει κάποιος καταπληκτικός ανατομικός όρος, που δεν ξέρω): μπορούμε εξαιτίας αυτού του σχεδιαστικού χαρακτηριστικού να παρακολουθούμε ο ένας τη ματιά του άλλου. Κοινωνικοποιούμαστε και έτσι: παρακολουθώντας ο ένας τη ματιά του άλλου, κουμπώνοντας κάποτε τη ματιά μας με μια άλλη.

Οι καλοί τρόποι και οι θρησκείες μας προτρέπουν να μην καρφώνουμε με το βλέμμα τους άλλους.

Οι μεν καλοί τρόποι κωδικοποιούν αυτό που όλοι λίγο πολύ νιώθουμε: με το να καρφώνεις τον άλλο με το βλέμμα είναι κάπως σαν να πιάνεις το όνομά του στο στόμα σου. Γι' αυτό, όταν σε κοιτάζουν επίμονα, η καλύτερη απάντηση μπορεί και να είναι να ανταποδώσεις το επίμονο κοίταγμα.

Οι θρησκείες πασχίζουν να τιθασέψουν το βλέμμα γιατί ξέρουν ότι η ελευθερία του βλέμματος είναι το αντικλείδι της φυλακής του πνεύματος στην οποία μεθοδικά μετατρέπουν το σώμα. Βεβαίως το επιχείρημα ή πρόσχημα των θρησκειών είναι είτε ότι θέλουν να διαφυλάξουν την ιερότητα του σώματος είτε ότι θέλουνε να στρέψουνε το βλέμμα προς την ενατένιση του αιωνίου. Κι έτσι, η χριστιανική ασκητική έχει μεριμνήσει με επιμονή και επιμέλεια να ρίξει τα βλέμματα στο χώμα και να ποδηγετήσει τις αναπαραστατικές τέχνες, ενώ η ισλαμική να τα κάνει να πεινάσουν περιβάλλοντας το σώμα με μπερντέδες και καταργώντας την αναπαραστατική τέχνη.

Εδώ κολλάει το προφανές τσιτάτο: "Ineluctable modality of the visible: at least that if no more, thought through my eyes. Signatures of all things I am here to read [...]". Δε θα το παραθέσω όμως: θα συνόψιζε ό,τι έχω (και δεν έχω) να πω και θα καθιστούσε όλα τα άλλα λόγια περιττά.

Νομίζω ότι η καταπίεση και η διακριτική βία κατά του βλέμματός μας, η επίμονη και (δυστυχώς) όχι πάντα μάταιη αγωνία μας να το καθυποτάξουμε αποτελεί πηγή βαθειάς και διαρκούς δυστυχίας. Το βλέμμα πρέπει να είναι φιλοπερίεργο και ατίθασο, πρόκειται για μία από τις λίγες εξασκήσεις της ελευθερίας μας που μας παίρνει να είναι αχαλίνωτες. Το ελεύθερο βλέμμα φτιάχνει χαρακτήρα, το ποδηγετημένο και το αλυσοδεμένο είναι παράγοντας μαρασμού του πνεύματος και εξάχνωσης της ψυχής μας, της όποιας φωτιάς κουβαλάει ο καθένας. Αντί να ελέγχουμε το βλέμμα, ίσως πρέπει σιγά σιγά να το αφήνουμε να μας πηγαίνει αυτό και να μας διδάσκει αυτό -- ακόμα κι αν γνωρίζουμε ότι μπορεί οι άλλοι να βλέπουν τι κοιτάμε.

GatheRate

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Η Χούντα του λαού

Είμαι κατά των επετείων και σε επίπεδο αρχής και για λόγους ιδιοσυγκρασίας, αν και αντιλαμβάνομαι την αναγκαιότητά τους. Θα είμαι σύντομος λοιπόν.

Το 30% που, κατά τη δημοσκόπηση, θεωρεί ότι περνάγαμε (ποιοι άραγε; ποιας ηλικίας είναι όσοι φρονούν κάτι τέτοιο;) καλύτερα επί Χούντας δε δημιουργήθηκε πρόπερσι και δεν έχει σχέση με τη ναζιστική συμμορία. Σταματήστε επιτέλους να πέφτετε από τα σύννεφα: ο φασισμός στην Ελλάδα έχει ερείσματα και ρίζες, τέλος. Διαβάστε το Χαστουκόδεντρο, αν τα θέλετε αφηγηματικώς και με πηγές.

Εγώ πάντως, από παιδί τα άκουγα: "με τον Παπαδόπουλο περνάγαμε καλά, είχαμε ησυχία, χάρισε τα δάνεια: δεν είχανε τον νου τους στο πώς να φάνε. Όποιος καθόταν στα αυγά του και δεν ανακατευόταν με τα πολιτικά δεν τον ενοχλούσε κανείς -- τους ιδεολόγους, ε, και πριν τους κυνηγούσαν".

Μεγαλώνοντας, έβλεπα κάθε 21η Απριλίου τα τηλεοπτικά αφιερώματα: και επί πασοκταετίας και μετά παρουσιαζόταν ως μια γκροτέσκα εποχή, οι εκπομπές σοβάρευαν για λίγο με αναφορές σε ήρωες (Γεωργάκη, Καράγιωργα, Παναγούλη), σε βασανισμούς και στο Πολυτεχνείο. Η Χούντα παρουσιαζόταν σαν μια εποχή τόσο μακρινή όσο η Κατοχή ή και ο Εθνικός Διχασμός. Γκροτέσκα εποχή: υλικό για επιθεωρήσεις και τραγουδάκια λογοκριμένα. Γκροτέσκα και σχεδόν τίποτε άλλο.

Πριν πολλά χρόνια, στην κηδεία του παππού μου, στην οποία παρευρέθηκα σχεδόν κατά λάθος μια και ο θάνατός του ήταν μάλλον απροσδόκητος, εμφανίστηκε ο αρχιβασανιστής ξάδερφος της γιαγιάς. Η γιαγιά, ως "κομμουνίστρια" αρνιόταν για χρόνια την ίδια του την ύπαρξή. Αυτή την άρνηση τη διευκόλυνε το ότι με την πτώση της Χούντας ο αρχιβασανιστής (αυτό ήτανε το ανομολόγητο παρατσούκλι του -- μπορεί βεβαίως να ήταν απλός βασανιστής, χοιρινό απλό κι όχι αρχιχοιρινό) έφυγε για την Τζέντα "γιατί θα τον λιανίζανε", από την οποία τελικά επέστρεψε στα μέσα της δεκαετίας του '90. Μετά το ξόδι, στον καφέ, η ξαδέρφη του πατέρα μου με γύριζε γύρω γύρω με ένα ποτήρι κονιάκ στο χέρι και με επιδείκνυε στο σόι. "Κι αυτός είναι ο [αρχιβασανιστής], ήτανε χρόνια στην Τζέντα." Τον κοίταξα καλά, αν και αποφεύγω να κοιτάζω ανθρώπους στα μάτια συνήθως. Ένα σιτεμένο χαμογελαστό γεροντάκι. Μου είπε ότι έχει ακούσει πολλά για μένα, πόσο χαιρόταν που με γνώριζε κτλ. Δεν απάντησα, άλλωστε είχα και το πρόσχημα του πένθους για να παραμείνω αμίλητος -- πρόσχημα όμως. Μου έδωσε το χέρι και μου το έσφιξε. Η αποστροφή που αισθάνθηκα είναι απερίγραπτη, ακόμα και μετά από τόσα χρόνια.

GatheRate

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Πέμπτη; Χα χα χα χααα.

Την Πέμπτη είχα να την ακούσω από 15 χρονών, από τους δίσκους του μπαμπά (έχει την κασετίνα με τις εννιά του θεού, με φον Κάραγιαν και Φιλαρμονική Βερολίνου). Τα μουσικά κλισέ, ως γνωστόν δεν τα ακούς, ξέρεις ότι υπάρχουν, αυτό και τελείωσε. Απέφευγα συστηματικά οποιαδήποτε ακρόασή της όλα αυτά τα χρόνια, μάλιστα το σιντί το πήρα για την Εβδόμη (την οποία μέχρι και 19 με 20 χρονών δεν μπορούσα να ακούσω).

Την ξανάκουσα σήμερα. Κατάλαβα κάτι κορώνες του 19ου αιώνα ότι με τον Μπετόβεν τελείωσε η μουσική, τουλάχιστον η δυτική μουσική όπως πορευόταν από τον Μοντεβέρντι και μετά. Δε θέλω να γράψω ούτε σχόλια, ούτε παρατηρήσεις. Εννοείται ότι δεν 'κατάλαβα' την Πέμπτη, απλώς συναισθάνθηκα πόσο με ξεπερνάει παρακολουθώντας ασθμαίνοντας το έργο και την παμπόνηρη αλλά αδιαφιλονίκητη ομορφιά του. Όταν λοιπόν ο Κωστίνιος μού έλεγε πρόσφατα ότι ο θεός είναι θεός, ε, ήξερε πάρα πολύ καλά τι έλεγε.

Πρωτοάκουσα τα τελευταία κουαρτέτα του θεού όταν ήμουνα τριάντα και τις τελευταίες του σονάτες λίγο πιο μετά. Τώρα ξέρω ότι εκεί λίγο πριν τα ενενήντα, θα έρθω σε επίγνωση του μεγαλείου τους.

GatheRate

Από πού φυσάει ο άνεμος

Μόλις διάβασα για τη βομβιστική επίθεση στον μαραθώνιο της Βοστώνης. Το να μιλήσει κανείς απλώς για φρίκη και καταδίκη είναι ευτελές: κανονικά, όσοι είναι άνθρωποι αηδιάζουν με τέτοιες βαναυσότητες χωρίς να τις εντάσσουν σε κάποιο σχήμα, όπως αηδιάζουν με τις αόρατες σφαγές στη Συρία και στο Ιράκ ή με το να δολοφονείς εκατοντάδες αμάχους ανά έναν ταλιμπάν με μη-επανδρωμένα αεροσκάφη στο Αφγανιστάν και στο Πακιστάν. Ο μάλλον φτωχός Αφγανός ή Πακιστανός που πάει σε γάμο, στο τζαμί ή στην αγορά δεν ευθύνεται περισσότερο για τα εγκλήματα (αν υπάρχουν) άλλων Αφγανών ή Πακιστανών από όσο ευθύνεται για τα εγκλήματα πολέμου των ΗΠΑο όχι τόσο φτωχός Βοστωνέζος που συμμετέχει σε ένα όμορφο αγώνισμα. Οι νεκροί άμαχοι, όπως γράφτηκε στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης στο ίντερνετ, δε συμψηφίζονται, παρά αθροίζονται φρικτά. Αυτονόητα πράγματα που, όσο περνάει ο καιρός, θα πρέπει να επαναλαμβάνουμε όλο και πιο συχνά.

Οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε κάπου αλλού να επαναλαμβάνουμε όσα μας απασχολούν, αυτονόητα ή μη, παρά μόνο στο ίντερνετ. Εκεί υπάρχει επίφαση ελευθερίας, πολυφωνίας και δημοκρατικότητας, εκεί δημιουργούνται κοινότητες. Εκεί κυκλοφορούν μηνύματα, κείμενα, μουσικές, εικόνες και βίντεο. Ένα υπερμέσο, ίσως. Όμως, πιο σημαντικό και από το κατά πόσον το διαδίκτυο θα απορροφήσει την τηλεόραση, τον τύπο και το ραδιόφωνο είναι το εξής: ποιος ελέγχει το ίντερνετ.

Όταν μιλάω για έλεγχο δεν αναφέρομαι ούτε στο να κόψει ένα καθεστώς τα καλώδια, ούτε στο να λογοκρίνει ό,τι δεν εγκρίνει, ούτε στο να επιβάλει νομοθεσίες που περιορίζουν και φιμώνουν, ούτε καν στο σφράγισμα ανεπιθύμητων σέρβερ. Βεβαίως και όλα τα παραπάνω αποτελούν καταστρατηγήσεις της ελευθερίας του λόγου ή απλώς ωμές πράξεις καταστολής της. Αλλά τουλάχιστον δημιουργούν επίγνωση ότι αποτελούν λογοκρισία και καταστολή. Σχετικά με τα νέα μέσα, με το ίντερνετ τέλος πάντων, εμένα με απασχολεί περισσότερο κάτι άλλο: ποιος ελέγχει τις τάσεις και ποιος καθορίζει τι συζητιέται, τι θεωρείται σημαντικό, τι αποτελεί καυτό ζήτημα. Ακριβώς επειδή αγνοεί ο χρήστης των κοινωνικών μέσων ή των ενημερωτικών ιστότοπων ότι σε αυτές τις περιπτώσεις υφίσταται έλεγχος.

Με το τι θα ασχοληθούμε όσοι "ενημερωνόμαστε από το διαδικτυο" δεν προκύπτει ούτε δημοκρατικά και κατά πλειοψηφία, ούτε καν μέσα στις επιμέρους διαδικτυακές κοινότητες κι ομάδες. Σε θέματα ενημέρωσης και γνώμης, λόγου χάρη, την ατζέντα την ορίζουν τα παραδοσιακότερα μέσα και κατά κύριο λόγο η τηλεόραση. Αρκεί να μπει κανείς στο τουίτερ ή στο φέισμπουκ κατά τη διάρκεια ποδοσφαιρικού αγώνα, δημοφιλούς τηλεπαιχνιδιού ή πολιτικής συζήτησης: λίγοι ασχολούνται με κάτι άλλο. Και ας πούμε ότι εν προκειμένω ο κόσμος ακολουθεί την επικαιρότητα: την εξ αντανακλάσεως συγκίνηση του αθλήματος ως θεάματος, την αίσθηση ανωτερότητας που δημιουργούν στον απαθή (αφού απλώς παρακολουθεί) θεατή οι όλο πάθη κι ελαττώματα διαγωνιζόμενοι των ριάλιτυ, τις υλακές νεοναζιστών βουλευτών να συμπλέκονται με τον ίσκιο του πρωθυπουργού ή με τα μανικά και διψώδη ρητορικά σχήματα του κυρίου Βενιζέλου.

Η ατζέντα στο ίντερνετ όμως καθορίζεται και αλλιώς. Ποδηγετείται από την επίμονη προβολή θέσεων και απόψεων που δεν είναι καινούργιες και δεν είναι πρωτότυπες και δεν είναι καθόλου μα καθόλου ορθολογικές (πρέπει γρήγορα κάποιος να αποκαταστήσει τον ορθολογισμό και τον διαφωτισμό στον ελληνικό δημόσιο λόγο, προς το παρόν τον καπηλεύονται κακοί μαθητές του Νίκου Δήμου ή, χειρότερα, καλοί μαθητές της Άυν Ραντ). Η παλιά κακή χρονογραφία του αθηναϊκού τύπου ξαναζεί και παίρνει το αίμα της πίσω τροφοδοτώντας τις διαδικτυακές συζητήσεις: με τις εικοτολογίες της, με τον καζουισμό της, με την ευλογοφάνειά της. Κείμενα που γενικώς στηλιτεύουν και ειδικώς λοιδωρούν, που κατασκευάζουν ιστορίες ("αφηγήματα" λέγονται πια) και μετά τα εγκαταλείπουν, που ανάγουν το 'ναι μεν αλλά' σε επιχείρημα: αυτά συζητιούνται, κοινοποιούνται, ανακυκλώνονται, αναιρούνται, αποδομούνται, αλλά τελικά χρησιμοποιούνται ως πηγές και παρατίθενται.

Τελικά ξεχνιούνται τα κείμενα που λ.χ. συζήταγαν την ακαλαισθησία του δείνα (ενώ ο ανώνυμος τάδε συνθλίβεται) και άλλα παρόμοια κείμενα παίρνουνε τη θέση τους. Η ανατροφοδοτημένη τηλεόραση θα μιλήσει για "σάλο στο ίντερνετ" με αφορμή τα κείμενα αυτά, όμως τα πάθη που εξήψαν θα καταλαγιάσουν. Κάποιοι θα κουνήσουν το κεφάλι, οι περισσότεροι θα πεισθούν ότι τίποτα τελικά δεν έχει νόημα, ότι η πολιτική είναι κάτι που απλώς συμβαίνει, μια θεομηνία. Ο ακατάστατος κι ατελέσφορος θόρυβος που προκλήθηκε θα επιβεβαιώσει αυτό που ξέρουν ήδη, αυτό που πάντοτε μας έλεγαν: ότι 'η αλήθεια είναι πάντοτε κάπου στη μέση', ότι 'όλα εξαρτώνται από το πώς τα βλέπεις' και ότι (βεβαίως) 'αυτό θα φάει τον Έλληνα: ο Έλληνας τον Έλληνα'.

Κι έτσι η κυλάει η ζωή μέσα στο διαδίκτυο, ενώ έξω από αυτό ολοένα λιγοστεύει.

Για τη στήλη 'Blogs in print' της Ελευθεροτυπίας της 20.IV.2013

GatheRate

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Γράμματα

Είμαι τόσο κουρασμένος που δεν μπορώ να δουλέψω άλλο, ούτε την πιο μηχανική δουλειά δεν μπορώ να κάνω. Είμαι τόσο κουρασμένος που δεν έχω να συζητήσω τίποτε. Δεν είμαι όμως τόσο κουρασμένος ώστε να μην μπορώ να μονολογήσω, εδώ.

ѽ

Δεν είναι σκουλήκι, τα σκουλήκια τρώνε πεθαμένους, εσύ ζεις. Δεν είναι νόσος, οι νόσοι καταβάλλουν κι απισχνώνουν και στεγνώνουν και σε ποτίζουνε φόβο, εσύ ζεις απ' αυτό και γι' αυτό. Είναι, όπως σου δίδαξαν, μια φωτιά που καίει σκοτάδια κι άγρια ερέβη παράγοντας θερμότητα. Κάποτε παράγει και φως.

Ϫ

Καμμιά φορά ξαναθυμάμαι απροειδοποίητα πράγματα που χρόνια έχω ξεχασμένα. Τις προάλλες θυμήθηκα τον τεχνικό όρο locus desperatus, τον οποίο ο καθηγητής που μας τον έμαθε αποκαλούσε 'terminus teχnicus'. Έλεγα τότε: 'locus desperatus, απελπισμένος τόπος'. Ο καθηγητής που μας τον έμαθε παντρεύτηκε φοιτήτριά του και, όπως κραύγαζε κάποιος στα αμφιθέατρα, φρόντισε να την κάνει διδάκτορα με "σκουπίδια". Αυτός που κραύγαζε μας έβριζε που δεν ήμασταν αιμοδότες. Locus desperatus, χαμένη υπόθεση: φθαρμένο χωρίο, για πάντα τελειωμένο.

Ѩ

Δεν πρέπει να ασχολείσαι με το μέλλον πάρα πολύ, μόνον ως προς τα βασικά του. Το μέλλον δεν είναι χρονικό διάστημα, παρά ένα μπουκέτο παράλληλοι κόσμοι: κάθε στιγμή, κάθε ώρα, κάθε μέρα που περνάει μαραίνει αναρίθμητους και βάζει καινούργιους να πετάξουνε μπουμπούκι. Ναι, όπως κι αν διανοηθείς το μέλλον, αυτό είναι αδιανόητο κι απρόβλεπτο, κάτι πολύ δύσκολο και στενόχωρο πολλές φορές. Μπορεί όμως να είναι και το πιο απελευθερωτικό πράγμα στις ζωές μας, που τις διαφεντεύουν τα στενόχωρα, τα μέτρια κι οι φόβοι.

۞

(Άμα κοιτάζεις προς το παρελθόν και το παρακολουθείς με προσοχή κι επιμέλεια, τελικά πρόβα μέλλοντος κάνεις. Αλλά χιλιοειπωμένο αυτό, σιγά)

ə

Αετοί και λιοντάρια, βασιλικά αρπακτικά: σκηπτροφόρα, ξιφουλκούντα, κρώζουν και βρυχώνται. Εμένα δώστε μου χελιδόνια και παγόνια, κύκνους και γάτους όλο τσαχπινιά και χάρη. Δράκοντες της φωτιάς ή του νερού; Δελφίνια θέλω. Άστρα και ήλιοι και φεγγάρια, όχι: εμένα δώστε μου σύννεφα και ίριδες. Πουλιά δικέφαλα φερμένα από την Ινδία, μπαϊράκια αυτοκρατόρων; μόνον ο φοίνικας μ' αρέσει, που ξαναζεί γιατί κάηκε, που μάλλον καίγεται συνεχώς -- κι ας τον σφετερίστηκαν τα καθήκια. Από τα τα 23 μου αναρωτιόμουν τι τατουάζ θα χτυπήσω, το ανακάλυψα τον προηγούμενο μήνα: τίποτε από τα παραπάνω, πάντως.

Ϡ

Για όποιον αγαπάει τη μουσική δεν έχουνε χαθεί όλες οι ελπίδες. Και να μην απασχολεί την ψυχή σας ο φασισμός, μόνον τις φωνές και τους σιελογόνους και τις γροθιές σας: αποστολή του είναι να ψοφήσει, αποστολή μας είναι να ψοφήσει ογλήγορα και με όσο λιγότερα θύματα. Σημασία έχει ότι, για τη δική μας γενιά τουλάχιστον, η φενάκη 'των μεν και των δε' μαδήθηκε και τρίφτηκε και πάει. Όπως έλεγε και η Γκορίτσεβα που διάβαζα μικρός: κράτα τον νου σου  στην κόλαση και μην απελπίζεσαι.

Ѯ

Και, ναι, να το κάνεις μεθυσμένος έχει κι αυτό τη χάρη του: δε θυμάσαι καθέκαστα και συμβάντα, παρά τη μέθη μέσα στη μέθη, στιγμές κι αισθήσεις ασύνδετες και λαμπρές που δεν μπορείς να αξιολογήσεις όμως.

GatheRate

Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Arlanda

Αυτές οι μέρες έχουνε πυκνότητα. Δεν οφείλεται αυτό σε πολλά γεγονότα και σε εμπειρίες έντονες και διαφημιστικές, τουναντίον: μέρες άχρωμες και ξεθυμασμένες, είναι γεμάτες δουλειά και όχι από αυτή που λες δημιουργική, γεμάτες οργή και όχι από αυτή που θα νόμιζες γόνιμη, γεμάτες λίγο ύπνο και πολλά ερωτηματικά και κάποιες μικροπρέπειες. Αλλά έχουνε πυκνότητα, οριακά συνθλίβονται κάτω από το ίδιο τους το βάρος και νομίζεις ότι στο τέλος θα σε καθηλώσουνε κι εσένα. Αλλά δεν είναι έτσι, ποτέ δεν είναι έτσι. Ό,τι σε πλακώνει, σε πλακώνει γιατί το αφήνεις. Έτσι, απλά, παολοκοελικά. Κι αν δεν μπορείς να το αποσείσεις από πάνω σου το βάρος, γι' αυτό υπάρχουν οι άλλοι. Αν τολμάς. Γιατί οι άλλοι είναι πάντα ρίσκο, ακόμα και για όσους δεν πέφτουν έξω στους ανθρώπους (αυτό είναι το ένα μου χάρισμα, τίποτε άλλο). Και στο κάτω κάτω, γι' αυτό υπάρχουν οι ειδικοί. Οι ψυχολόγοι, οι ψυχίατροι, οι ψυχαναλυτές. Χρόνια παρακολουθώντας ανθρώπους να μεγαλώνουν, παρατηρώ ότι η αδυναμία της ηλικίας δεν εκδηλώνεται πια τόσο σωματικά, όπως παλιότερα, όσο ψυχικά. Εκεί στα 30 με 50 δεν ασχολήθηκαν οι νυν ηλικιωμένοι με την ψυχική τους υγεία κι αυτό φαίνεται στο πόσο εύθραυστοι γίνονται όταν μεγαλώνουνε πια, γερνούν στην ψυχή. Ίσως θα έπρεπε η ψυχοθεραπεία και η μέριμνα για την ψυχική υγεία να είναι το αντίστοιχο του γυμναστηρίου και της σωστής διατροφής. Μένοντας στους ανθρώπους που παρακολουθώ: αφενός, κοινότοπα μιλώντας, όχι, δεν πρόκειται να εξαφανιστούν τα ζητήματα που έχεις επειδή δεν τα κουβεντιάζεις, επειδή δεν τα αρθρώνεις -- ίσα ίσα, θα περιμένουν να εξασθενήσεις και θα έρθουνε να σε γεράσουν πρόωρα. Αφετέρου, οι φίλοι με τις συμβουλές που σε ακούνε καρτερικά και σου λένε την περιζήτητη γνώμη τους -- ρόλος που επιτελώ επί 25ετία -- θα σε βοηθήσουνε μέχρι το σημείο να σου δώσουνε μια (πολύτιμη ενίοτε) οπτική γωνία διαφορετική από τη δική σου, από τη δική σου της αυτολύπησης, της αυτοδικαίωσης, του ναρκισσισμού, της ανασφάλειας, της αμνησίας και της απώθησης. Μέχρι εκεί. Καθόλου παραπέρα. Οι φιλικές συμβουλές και κάτι ωραίες γενικόλογες ατάκες τύπου ωροσκόπιο απαντούν σε κάθε μας πρόβλημα αλλά με τον ξύλινο τρόπο των πολιτικών: ανώδυνα, ανεύθυνα κι άνευ περιεχομένου.

Αυτές οι μέρες έχουνε πυκνότητα. Βεβαίως, το παρόν έχει εξ ορισμού μεγαλύτερη πυκνότητα από το παρελθόν: τόσο βάρος σε τόσο λίγο χώρο, τον χώρο μιας στιγμής, άλλωστε. Και το μέλλον είναι αυτό που ξέρεις, λες, προς τα πού πάει. Παπάρια που πάει εκεί που λες πώς πάει. Υπάρχει μέλλον απείρως βαρύ αλλά διάρκειας τριών ωρών, υπάρχει μέλλον απείρως βαρύ διάρκειας μιας ζωής, υπάρχει και μέλλον-ακορντεόν που ανοίγει ανασαίνοντας, κλείνει εκπνέοντας νότες μακρόσυρτες ή γρήγορες. Κι εσύ νομίζεις πως κρατάς τη μελωδία. Ύστερα, είναι και το άλλο: το παρόν είναι πυκνό κι ανακατωμένο, ενώ το παρελθόν κροκιδώνεται σιγά σιγά: κάτι καθιζάνει, κάτι ανεβαίνει στον αφρό, διαχωρίζονται το λάδι, το νεράκι, η φωτιά, η σκόνη, κάτι στάχτες. Και το κοιτάς και λες: να το ένα, να το άλλο, να αυτό ήταν εκείνο και το άλλο ήτανε -- βεβαίως -- κάτι άλλο. Και αν είσαι και τέτοιος τύπος, ίσως μπορεί να πεις ότι έχεις την ερμηνεία των αναλογιών, των κράσεων και των μίξεων, της πλησμονής και της κένωσης, πώς αλληλεπίδρασαν και πώς αντέδρασαν οι ουσίες και τα υλικά και πώς κάτι κατέλυσε τις μεταξύ τους αντιδράσεις. Άλλωστε, in hindsight, everything makes sense. Σημασία έχει, όπως κάθε φορά βεβαίως, να μην μπαίνουν οι αφηγήσεις πάνω από την αλήθεια. Άλλωστε η απάντηση του Χριστού στο "τι δ' εστί αλήθεια" είναι η σιωπή. Σιωπή που μπορεί να σημαίνει "you can't handle the truth"· που μπορεί να σημαίνει "τέτοια ώρα, τέτοια λόγια"· που μπορεί να σημαίνει "πόση ώρα έχουμε στη διάθεσή μας;"· που μάλλον σημαίνει "μ' έφερες εδώ να με κρεμάσεις, δεν είμαστε για συζητήσεις περί αλήθειας".

Αυτές οι μέρες έχουνε μια πυκνότητα. Κάπως θα οσμωθεί το περιεχόμενό τους με όσα βρίσκονται πίσω από τη λεπτή μεμβράνη χωρίζει το παρόν από το μέλλον. Η άνοιξη έρχεται όχι σαν κύμα από Νότο προς Βορρά που κάνει κερασιές να ανθίζουν και πόλεις να μυρίζουν αλλόκοτα και μαυλιστικά, παρά σαν κλεφτης μέσα στη νύχτα, για να σου αδειάσει το σπίτι, συνήθως από τη σαβούρα.

Κι όπως όλες οι μοντέρνες ιστορίες, κάθε ιστορία, κι αυτή εδώ, θα κλείσει με μια απογείωση. Στην προσγείωση θα περιμένει την έναρξή της μια καινούργια. Κι ενδιάμεσα υπάρχει η πτήση, ο τάχα μου μετεωρισμός πάνω από μια θάλασσα ωραία κι αφράτα, σχεδόν στέρεα, σύννεφα.

GatheRate

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

Φωτογραφίες

Alice Russell 1

Ξεκίνησε να τραβάει φωτογραφίες με μια Ζενίτ, την έχει ακόμα, κανείς πια δε θυμάται τι είναι η Ζενίτ. Μετά σταμάτησε. Δεν μπορούσε να βρει θέματα, δεν τον άφηνε η λαιμαργία της όρασης να σταθεί πίσω από τον καθρέφτη της ριφλέξ του.

UCL

Μετά από χρόνια ξανάρχισε σιγά σιγά. Δεν ήξερε αν ήθελε να φτιάξει αρχείο ή να αιχμαλωτίσει το φως, που τον παίδευε από παιδί. Δεν ήξερε αν ήθελε να καταστρατηγήσει τη λήθη ή να στήσει κάδρα. Ίσως και αυτά αλλά και άλλα πολλά.

Readiness

Τον προβλημάτιζε ότι οι φωτογραφίες δεν ήτανε πια υλικές. Στο γραφείο του επάνω είχε μία φωτογραφία από δύο σημεία του κόσμου: το ένα μύριζε ξύλο και χαρτί και του υπενθύμιζε να είναι αυτός που είναι και κανένας άλλος. Το άλλο ήταν από μια μέρα που ανακάλυψε την καταγωγή του και την ιστορία του μέσα από την όψη, μέσα από το να ξαναδεί σαν να μην είχε ξαναδεί τις αχανείς γειτονιές της πόλης του.

Bus station morning

Ειδικευόταν στα άδεια τοπία. 'Γεωμετρικά' θα τα έλεγες αν ήθελες να τον κολακέψεις, 'έρημα' αν ήθελες να είσαι ειλικρινέστερος. Δεν υπήρχαν πουθενά άνθρωποι, παρά από μακριά και σαν σκιές μακρινές, σα μέρη του τοπίου, σαν προσχήματα ή σαν πλήθη. Πολλές φορές σε αφύσικες στάσεις τζακομεττικές ή από παραστάσεις του Μπέκετ και νουβέλ βαγκ, σαν εκείνον τον αγκυλωμένο από τους Αστούς του Καλαί.

 To the left, the North

Άλλοτε τράβαγε λεπτομέρειες. Πολύ τον δυσκόλευαν τα πορτραίτα. Τράβαγε ανόργανες και σχηματικές λεπτομέρειες. Φόρμες, μοτίβα, γραμμές, σκιές, ματιέρες. Κυρίως σκιές, θολές κατά προτίμηση. Παιχνίδια με το φως, απατηλά.

 Brussels

Μετά αποφάσισε να τραβήξει ανθρώπινες μορφές. Όχι πορτραίτα, τα πορτραίτα περιέχουνε βλέμματα, τα βλέμματα καίνε το κάδρο και, όταν δεν καίνε, τότε παρασύρουνε το βλέμμα σου σε γραμμές φυγής δικές τους. Απευθύνθηκε σε φίλο καλλιτέχνη, του βρήκε μοντέλο. Το μοντέλο τον τρόμαξε.

At the sign of the pale white disc
Απευθύνθηκε σε φίλη, όμως η φίλη ήθελε να τη βγάλει όμορφη, αλλά αυτός δεν είχε τέτοιους σκοπούς γιατί έψαχνε πάνω στο σώμα λεπτομέρειες: φόρμες, μοτίβα, γραμμές, σκιές, ματιέρες. Κυρίως σκιές, θολές κατά προτίμηση. Παιχνίδια με το φως, απατηλά. Και όσα υπαινίσσονται τα μικροσκοπικά αλλά απέραντα τοπία των σωμάτων: κόπωση, πόθο, ηλικία κι απειρία, γαλήνη, σοφία, πόνο, καρτερία και πλησμονή, φροντίδα, περηφάνεια και το κενό της αναμονής. Ιστορία και βιολογία. Ελευθερία.

New Year at Els Quatre Gats II
Καμμιά φορά θα ήθελε να βλέπει άλλα από εκείνα που βλέπει, όμως όσα αναλώσιμα παγιδεύουν οι πρόθυμοι σένσορες, τώρα που η πιο ακριβή χημεία των φιλμ χάνεται του λένε να κοιτάξει και όσα φωτογραφίζει.

Working
Κι εξακολουθεί να θεωρεί τους ανθρώπους τα πιο ευφρόσυνα τοπία.

 liberty

GatheRate

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Χωρίς φωτό

Τα τοπία εδώ που είμαι είναι σαν την ίδια την άνοιξη: πολύ μα πολύ εφήμερες υποθέσεις, αφού υπάρχουνε για μία με δύο εβδομάδες, μέχρι να επέλθει η Μεγάλη Ζέστη (Μάιο με Οκτώβριο) και να τα κατακάψει όλα, να μαράνει τα πάντα, να ερημώσει το στείρο χώμα από κάθε ίχνος πόας, αναδεικνύοντας τα καύκαλα της γης από κάτω, κάτι ασβεστόλιθους και πωρόλιθους και γρανίτη με εμφυτευμένα δέντρα ασθενικά και ταλαίπωρα. Αν έχει βρέξει, τα τοπία εδώ μπορεί και να ζήσουνε για ένα, ενάμιση μήνα. Μόνον η θάλασσα είναι αμετάβλητη, δηλαδή περιμένει τη Μεγάλη Ζέστη για να δοξαστεί το ηγεμονικό και μεταλλικώς απλοειδές μπλε της, το πράσινό της που παριστάνει τη διαφάνεια. Αλλά τη θάλασσα, την ἀτρύγετο, ποτέ δεν την αγάπησα πολύ.

Κι έτσι ονειρεύομαι την Κρήτη, με τα λουλούδια της και τα Λευκά Όρη. Το Μέτσοβο και το Ανήλιο, ούτε που τολμώ: ό,τι είναι μακρινό μου δεν τολμώ καν να το ποθώ συνήθως.

Κι όμως τα εφήμερα αυτά τοπία, έχουνε τη δική τους δόξα. Όπως οι ελαφρώς λιγότερο εφήμερες ζωές μας. Καμμιά φορά λάμπουν κι αστράφτουν. Κοιτάζεις τον χάρτη και λες "πού είμαι;". Κάπου ανώνυμα, κάπου όπου έχεις ξαναπάει και δε θυμάσαι. Οι χάρτες όλο τέτοια μικρά ψέματα λένε. Οι χάρτες σε κάνουν να πιστεύεις ότι γνωρίζεις κι ότι εποπτεύεις, ενώ αποσιωπούν τα πιο σπουδαία, τα πιο πραγματικά (όσα καρφιτσάκια-πινεζάκια και να τους καρφώσεις) και σίγουρα τα πιο όμορφα: τις στιγμές σου, τις μικρές, τις εφήμερες, ομορφιές που δε βλέπει κανείς χαρτογράφος, κανείς τοπογράφος, κανείς δορυφόρος.

Λόγου χάρη: τον τρελό χορό τρελών χελιδονιών. Τα περιστέρια ας είναι σύμβολα της Θεότητας, του Αγίου Αθανάτου, των μεγάλων και ωραίων ιδανικών: τα χελιδόνια δε θα γίνουνε ποτέ σύμβολα, θα ζούνε πάντα μέσα στον τρελό χορό της χαράς τους, ερωτευμένα και γοργόφτερα, παίζοντας και μεγαλώνοντας μικρά, χτίζοντας και παίζοντας με τον αέρα. Τα χελιδόνια θα είναι άνθρωποι.

Λόγου χάρη: χωράφια από κριθάρι ήδη ώριμο, που σταματούν στη θάλασσα. Μια χαρουπιά στη μέση.

Και μετά, η θάλασσα, αυτή η απεραντοσύνη αλατόνερου, αχανής σα θάνατος, σχεδόν ευγενική.

GatheRate

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Woburn Place

Το 1997 ή το 1998, δε θυμάμαι πια, ο Κινέζος πρόεδρος επισκέπτεται το Λονδίνο. Είναι χειμώνας πάντως. Αρθρώνονται και τυπώνονται κάποιες φωνές διαμαρτυρίας, δεν έχει ξεχαστεί η Τιεν Αν Μεν ακόμα, οι Κινέζοι δεν είναι (ακόμα) φίλοι μας. Για να μην είμαι καλός με τους Άγγλους -- ποτέ δεν είμαι -- είναι και το Χονγκ Κονγκ που έχει αλλάξει χέρια το καλοκαίρι του '97, υπάρχουν ανησυχίες για το μέλλον της δημοκρατίας στην πρώην αποικία. Την ώρα της παράδοσης της πόλης-κράτους στη μητέρα Κίνα τον Ιούλιο του '97, άνοιξε ένα παράθυρο στο Hong Kong House, κάπου προς Σόχο μεριά ήτανε, νομίζω, βγήκε ένα χέρι, άρπαξε την αποικιακή σημαία του Χονγκ Κόνγκ όπως αδράχνεις παντελόνι που στέγνωσε στο πιο μακρινό σκοινί της απλώστρας πάνω από τον ακάλυπτο, μην τυχόν και πέσει, την τράβηξε μέσα και έκλεισε το παράθυρο. Πάντως στην επίσκεψη του Κινέζου προέδρου τα μέτρα ασφαλείας ήταν εκτεταμένα και ζόρικα.

Περιμένανε διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις λοιπόν, τα μέτρα ασφαλείας ήταν αυξημένα. Εγώ είχα πάει να δω τον φίλο μου τον ρεθεμνιώτη κι ανεβαίναμε τo Woburn Place, εκεί μεταξύ Coram St. και Tavistock. Φορούσα το μακρύ μαύρο παλτό που έχω ακόμα (τι χρήση να κάνεις ένα παλτό στη Μέση Ανατολή) και κρατούσα μια καλά τυλιγμένη ομπρέλα, από τις μπαστουνέ με την επικίνδυνα οξυγώνια μύτη. Συζητούσαμε γκομενικά με τον ρεθεμνιώτη (τέλος πάντων, όχι ακριβώς αλλά stet, δε γαμιέτ'). Τότε, αλλά ακόμα και τώρα πολλές φορές, περπάταγα κοιτώντας κάτω, η ξαδέρφη μου με κορόιδευε γι' αυτό.

Σε μια στιγμή αλλόκοτης ησυχίας σηκώνω το βλέμμα, έρημο το Woburn. Κοιτώντας προς τη μεριά του Γιούστον διακρίνω περιπολικά και μοτοσυκλέτες. Πολλά περιπολικά και πολλές μοτοσυκλέτες. Είπαμε, "ζόρικα κι εκτεταμένα" μέτρα. Στεκόμαστε και λέω στον ρεθεμνιώτη: "ο Κινέζος!". Τα περιπολικά και οι μοτοσυκλέτες περνάν από μπροστά μας αλλά Κινέζος πουθενά. Από μακριά βλέπω να έρχεται τώρα ένα μαύρο αυτοκίνητο, χαρακτηριστικά και γνώριμα κακοσχηματισμένο, με το λάβαρο της βασίλισσας πάνω στον ουρανό του. "Όχι, ρε, η Λιζ είναι", λέω, ακολουθώντας το χούι των λονδρέζων αντιμοναρχιστών συμφοιτητών μου που μετέστρεψε στην κληρονομική ελέω Θεού βασιλεία ο θάνατος της Νταϊάνας και οι ασταμάτητοι λαϊκοί θρήνοι και κοπετοί σε δρόμους, πλατείες, κανάλια, εκκλησίες και παμπ. Το μαύρο αυτοκίνητο πλησιάζει. "Πού;", ρωτάει ο ρεθεμνιώτης. "Εκεί ρε μαλάκα", του λέω, σηκώνω την ξιφόμορφη ομπρέλα και δείχνω την Ελισάβετ Ουίνζορ, βασίλισσα και κεφαλή της Κοινοπολιτείας. Φορούσε κάτι σαν άσπρο πουλερικό γύρω της και, έχοντας μας πλησιάσει αρκετά, την είδα να με κοιτάζει καθόλου ατάραχη κατάματα μέσα από το τζάμι να τη σημαδεύω με την ομπρέλα. Δίπλα της καθόταν ο Έλλην πρίγκιψ Μάουντμπάτεν, και αιώνιος σύζυγός της, που δεν είχε πάρει πρέφα τίποτα. Ο ρεθεμνιώτης είδε κι αυτός τη γιαγιά των δύο ενωμένων βασιλείων και απότομα κοίταξε δεξιά "Σραόσα!", φώναξε. Ενστικτωδώς κατέβασα την ομπρέλα, ενώ το κακάσχημο αυτοκίνητο των δύο προνομιούχων ηλικιωμένων μάς είχε ήδη προσπεράσει. Ρώτησα τι έγινε. "Σε αγριοκοίταξαν κάτι αστυνομικοί", μου είπε, "ένας επιβράδυνε κιόλας".

Ήμουνα τυχερός. Απλώς με αγριοκοίταξαν. Δεν έγινε κανένα λάθος. Δεν οπλοφορούσαν. Δεν πανικοβλήθηκαν από τον μελαχρινό μαυροφόρο με τη σχεδόν βουλγάρικη ομπρέλα. Δεν υπήρχε λόγος να φοβηθεί κανείς μια ομπρέλα που σημάδευε τον αρχηγό του κράτους (κι αυτού και άλλων). Δεν είχε έρθει η ώρα που η ασφάλεια υπερκέρασε την ελευθερία. Δεν είχε έρθει η δικαιολογία να υπερτερήσει επιτέλους η υστερία. Δε με λέγανε Ζαν Τσαρλς, εν πάση περιπτώσει. Αυτά ήτανε για τον επόμενο αιώνα.

GatheRate

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Από την Ελλάδα του Χαστουκόδεντρου

Κάθησα να δω το 'Δεμένη κόκκινη κλωστή'. Άντεξα περίπου δέκα λεπτά: το εμφυλιοπολεμικό θέαμα είναι πια υπερβολικά επίκαιρο σε μια χώρα στης οποίας τα σύνορα πεθαίνουν εκατοντάδες άμοιροι άνθρωποι, στους δρόμος της οποίας αλωνίζουνε συμμορίες ναζιστών ενώ η αστυνομία της έχει αφοσιωθεί στη στυγνή καταστολή, που μέσα στις εφημερίδες της πίνουνε καφέ και γράφουν άνθρωποι έτοιμοι για όλα, έτοιμοι να δικαιολογήσουνε τα πάντα προκειμένου να γλυτώσουμε από την ανομία και την "ακροαριστερή βία".

Για μια φορά ακόμα σκέφτηκα το προφανές: δεν υπάρχουνε δύο άκρα. Υπάρχει η πλευρά των λίγων, προνομιούχων και καλά οπλισμένων που επιτίθεται. Υπάρχει και η πλευρά των πολλών που υφίστανται την κατακρεούργηση, την εξαθλίωση, τη σύνθλιψη, την υποδούλωση (το "εξανδραποδισμός" ακούγεται σαν ανεπίτρεπτη καλλιέπεια πια) και την καταπίεση. Κάποιοι από τους πολλούς αμύνονται. Τότε είναι που οι λίγοι επικαλούνται τη μεσότητα, τη σωφροσύνη, την κοσμιότητα, την πραότητα, τη μετριοπάθεια. Συνήθως δι' αντιπροσώπων.

Μετά την αποτυχημένη απόπειρά μου να δω την ταινία, ξαναθυμήθηκα το 'Χαστουκόδεντρο' του Άρη Μαραγκόπουλου. Τελειώνοντας τη δική μου ανάγνωση του βιβλίου πριν λίγο καιρό αποκόμισα έντονα, έκτυπα σχεδόν, δύο συμπεράσματα. Ενδεχομένως 'συμπεράσματα' να είναι ο λάθος όρος: επρόκειτο για κάτι βαθύτερο και σαφέστερο από 'εντυπώσεις', αλλά και πιο υπόρρητο και υπαινικτικό από τα 'συμπεράσματα' στα οποία καταλήγει κανείς μελετώντας π.χ. μια μονογραφία ή μια ιστορική πραγματεία.

Το πρώτο συμπέρασμα το υπαινίχθηκα ήδη: μεγάλωσα σε μια οικογένεια και σε μια κοινωνία στις οποίες οι μακρινές και ξορκισμένες (νομίζαμε) αναμνήσεις του Εμφυλίου και του ζόρικου 1950-1967 αποδίδονταν σε "φαγωμάρες για τα πολιτικά", λες και τα πολιτικά είναι κάποιου είδους βίαιο και υψηλού ρίσκο ποδόσφαιρο, όπου εξ ορισμού κανείς δεν έχει δίκιο ή άδικο. Άκουγα για τη "διχόνοια της φυλής" που γεννάει εμφυλίους και διχασμούς, λες και επρόκειτο για λ.χ. τη βρώση ζωικού λίπους και κατάποση άφθονων ποσοτήτων αλκοόλ που κουτσουρεύουν τα προσδόκιμα ζωής των λαών του ευρωπαϊκού Βορρά: ενός είδους πολιτισμική ιδιορρυθμία. Μιλούσανε για "τους μεν και τους δε", λες και ο θίασος των βλαχοαστών που παρελαύνουν από το Χαστουκόδεντρο (και την Ελλάδα του '50, του '60 και του '70) είναι εξίσου ισχυροί και προνομιούχοι με τον ακτήμονα, τον εργάτη του Μαντζάκου, ή και τον πατέρα μου, γιο τυπογράφου που είχε φάκελο (αν και με περιεχόμενα διόλου ηρωικά ή αγωνιστικά). Με δυο λόγια: η ισότιμη κι ισοβαρής αντιπροσώπευση των δύο "παρατάξεων", "άκρων" αν θέλετε, είναι μαζί μας από τη δεκαετία του '40: ίσα κι όμοια ο κατσαπλιάς κι ο αντάρτης με τον ταγματασφαλίτη και τον χίτη -- με το αόρατο Κέντρο να απαρτίζεται από όσους ήσυχα έκαναν αντίσταση μέσα στη φαντασία τους. Ο νεόπλουτος μαυραγορίτης ή από τα περιουσιακά εξοντωμένων Εβραίων ίσα κι όμοια με τον εξόριστο και βασανισμένο κομμουνιστή κι "ιδεολόγο" -- ενώ το φαντασιακό Κέντρο στελεχώνεται με δηλωσίες, φιλήσυχους νομοταγείς, "οικογενειάρχες". Και πάει λέγοντας. Και εν πάση περιπτώσει, το  Χαστουκόδεντρο τα λέει τάξεις μεγέθους καλύτερα από μένα.

Το δεύτερο συμπέρασμα: το Χαστουκόδεντρο είναι πανοραμικό, πολυφωνικό βιβλίο. Όταν λέω πολυφωνικό εννοώ γνήσια πολυφωνικό, με την μπαχτινική έννοια: οι πολλές φωνές που αρθρώνονται δεν συγκλίνουν προς μία και δεσπόζουσα ερμηνεία είτε της βασικής πλοκής είτε του ελληνικού πανοράματος που πλαισιώνει την πλοκή. Ίσα-ίσα, οι φωνές εξακτινώνονται τελικά, αφού συνδιαλεχθούνε μεταξύ τους, λοξά συνήθως, αφού η μία -- μερικώς και ημιτελώς πολλές φορές -- απαντήσει στην άλλη. Αποτελεί κείμενο γεμάτο τάσεις και εντάσεις μεταξύ όχι αντιθέτων αλλά ανάμεσα σε διακριτές αποχρώσεις, διαθέσεις και (σίγουρα) αρχές: έρωτας και πολιτική, Ελλάδα και αλλού, Ωνάσης και Πάππας, Μπελογιάννης και Λαμπράκης, ελευθεριακότητα και κομματικός αυταρχισμός, αίμα και γέλιο, επαρχία και Αθήνα, εστεμμένοι και σελέμπριτυ, Σπυριδούλα και...  -- και πάει λέγοντας. Μέσα από αυτό το πολυφωνικό και πολυπρισματικό έργο (ασυνήθιστα τεκμηριωμένο σε κάποια σημεία, ανέμελο μυθοπλαστικά σε άλλα) συντίθεται μια εικόνα πολύ ενδιαφέρουσα, όσο και ανησυχητική: αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα μετά το 2008, αυτό που ο Rakasha συζήτησε με όρους της 'κατάστασης εξαίρεσης' του Agamben, δεν είναι καθόλου μα καθόλου κατάσταση εξαίρεσης, παρά το business as usual της εκάστοτε άρχουσας τάξης. Της εκάστοτε άρχουσας τάξης (πείτε τους 'διαπλεκόμενους' ή ό,τι άλλο) που μόνον προσχηματικά ενδιαφέρεται για εργασιακά, πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα, η οποία τιμά τους δημοκρατικούς θεσμούς με τον τρόπο που χειρίζονταν οι παλιοί αγρότες την κρεωφαγία: ως δαπανηρή και ίσως περιττή πολυτέλεια.

GatheRate