Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Καθαρά Δευτέρα


Βγήκα από το μετρό, με πλησίασε ένα παιδί γύρω στα είκοσι "Μπορείτε να μου πάρετε κάτι να φάω γιατί πεινάω;". Το αγνόησα γιατί βιαζόμουν, είχα αργήσει.

Φτάνοντας στην ψαροταβέρνα, είδα ότι οι γονείς μου δεν είχαν ακόμα καταφθάσει. Η ψαροταβέρνα δεν είχε ταμπέλα, είχα τον νου μου λοιπόν. Βλέπω μέσα από την τζαμαρία ότι σταματάει ένα ταξί, βγαίνουν οι δικοί μου από μέσα, αποπροσανατολισμένοι ως συνήθως. Σηκώνομαι από την καρέκλα και βγαίνω έξω να τους προϋπαντήσω.

Με το που τους ξαναβλέπω, συνειδητοποιώ ότι πηγαίνουν αντίθετα, προς τα Γκούντυς. Συνοδεύονται από έναν τύπο που δεν ξέρω.

"Μπαμπά!", φωνάζω. Καμμία απάντηση. "Μπαμπά!", ξαναφωνάζω. Οι τρεις τους, οι γονείς μου και ο άγνωστος τύπος, κατευθύνονται προς τα Γκούντυς. Δεν τρέχω να τους προφτάσω γιατί νομίζω ότι καταλαβαίνω τι γίνεται.

Τον φωνάζω με το επώνυμό του. Γυρίζει, με κοιτάζει και με χαιρετάει, μετά στρέφεται πάλι προς την άλλη και συνεχίζει προς Γκούντυς. Αμέσως μετά στέκεται και μου κάνει νόημα. Του δείχνω την ταβέρνα και αυτός ο πάντα δυσνόητος και συνήθως απρόβλεπτος άνθρωπος μου κάνει νόημα να πάω πίσω, "έρχομαι σε λίγο", προσθέτει.

Οι τρεις τους κατηφορίζουνε προς Γκούντυς, εγώ επιστρέφω στην καρέκλα μου.

Σε λίγο έρχονται και οι γονείς μου. Ξέρω τι έκαναν. Ο πατέρας μου, ήδη από τον καιρό που δούλευε στην Καθημερινή στη Σωκράτους, όταν τα πρεζάκια της Ομόνοιας ήτανε τα εξής δεκαπέντε μετρημένα, όποτε του ζητάνε χρήματα "για να φάω κάτι", πάει μαζί τους στο κοντινότερο Γκούντυς ή τυροπιτάδικο ή σαντουιτσερί, και απλώς πληρώνει την παραγγελία κι εξαφανίζεται (μη δώσει λάθος εντύπωση -- όπως πάντα). Δε μιλάει ποτέ γι' αυτά αλλά τον έχω δει 2-3 φορές. Κατάλαβα ότι πάλι αυτό έγινε.

Κάθησε δίπλα μου μάλλον αναστατωμένος, όσο αφήνει να φανεί. Από κάτι μισόλογα, σχεδόν παραμίλαγε, κατάλαβα ότι τον ενόχλησε που ο τύπος ο οποίος πείναγε ήταν ένας "κανονικός" άνθρωπος, "ούτε περιθωριακός, ούτε άστεγος". Δεν είχε καν όρεξη να πολυφάει. Υπενθυμίζω ότι κατάγεται από σόι Πολιτών στο οποίο τρώμε τον αγλέουρα στην καθησιά μας, συνήθως βογκώντας ελαφρά κι επιφωνώντας, κομψά μεν ευδιάκριτα δε.

Τον ρώτησα τι τον "τσάντισε": δεν αναστατώνεται, δεν θλίβεται, δεν μελαγχολεί, δεν πικραίνεται, δεν αποκαρδιώνεται, δεν στενοχωριέται, δεν φοβάται -- μόνο τσαντίζεται. Του είπα ότι κι εμένα με πλησίασε ένα παιδί ζητώντας να του πάρω κάτι να φάει, όχι ο τύπος που πλησίασε εκείνον.

"Με τσάντισε ο κερατάς ο Σαμαράς, το καθήκι, που άφησε τόσο κόσμο να πεινάει."

Μετά κοίταξε από την αλλη.

GatheRate

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου