Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2010

Εποχές



Παρακολουθώ τις συζητήσεις για το κάπνισμα σε κλειστούς δημόσιους χώρους και νομίζω ότι ξανακούω συζητήσεις του παρελθόντος για όχι και τόσο συναφή θέματα. Στα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται (γιατί στην Ελλάδα τα επιχειρήματα συνήθως χρησιμοποιούνται, όπως χρησιμοποιείς έναν δυνατό φακό για να στραβώσεις προσωρινά τον άλλο στο σκοτάδι -- ποτέ για να του δείξεις κάτι) αναδύονται σαν παλιές οσμές μια σειρά από γνωστά θέματα:

α. Απομόνωση κι εγκλεισμός. Η αίσθηση ότι δεν υπάρχει κόσμος γύρω μας, ότι όλα τα θέματα εδώ πρωτοτέθηκαν κι εδώ θα λυθούν, χωρίς παρατήρηση, χωρίς να βασανίσουμε τη σκέψη μας, χωρίς κάποιες κοινά αποδεκτές αρχές. Ότι, επίσης, όλα εδώ θα λυθούν οριστικά. Είτε είναι ο τρίτος δρόμος για τον σοσιαλισμό, είτε πολιτειακά θέματα, είτε η αντιμετώπιση των σεισμών. Ίσως αυτό να ίσχυε στην Αθήνα του 432 π.Χ. (ίσως), αλλά όχι πια.

β. Επαρχιώτικη εσωστρέφεια και παραισθήσεις μεγαλείου. Είτε αγνοούμε θεαματικά τι κάνει ο υπόλοιπος κόσμος, είτε το περιφρονούμε. Πολλές φορές ξέρουμε καλά τι κάνουν οι άλλοι όμως είμαστε πεπεισμένοι ότι το vécu τους (ναι, φίλοι, η λέξη για το νεορθόδοξο 'βίωμα' είναι κι αυτή μεταφραστικό δάνειο) δεν μπορεί καμμία να έχει σχέση με την νεοελληνική εμπειρία μας. Και από αυτήν την άποψη είμαστε μια ανιστόρητη και προγραμματικά αντιστορική κοινωνία.

γ. Καζουισμός και στρεψοδικία. Ε, πάλι να τα λέω;

Περιμένω να βγει ένας χριστιανός (ή ό,τι άλλο) και να πει: έτσι η απαγόρευση του καπνίσματος στην Ιταλία (βούρδουλας), έτσι στη Γαλλία (δημιουργία από τα μαγαζιά ημιυπαίθριων χώρων καπνιστών στο πεζοδρόμιο), έτσι στην Αμερική (πλήρης απαγόρευση και εξοστρακισμός) -- τι θα προτιμούσατε; Τι θα ήτανε καταλληλότερο στην περίπτωσή μας; Ίσως κάτι άλλο, αλλά με αφετηρία αυτά: τι έχει εφαρμοστεί κτλ. Όχι με αφετηρία "τι είναι ο άνθρωπος; τι θα πει ελευθερία; τι λέει ο Ντεμπόρ για το θέμα; εμένα ο μπάρμπας μου ο Μάντακας κάπνιζε τρία πακέτα σαντέ την ημέρα και πέθανε 96, εμένα ο ξάδερφός μου ο Τζίμης πέθανε στα 42 από καρκίνο του πνεύμονα αλλά τσιγάρο δεν έπινε..."

Καταλαβαίνω ότι οι καταβολές μας είναι φτωχού και περήφανου λαού (η ίδια μου η μητέρα δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές της διότι ο παππούς θεωρούσε ότι κανείς δε δίνει υποτροφίες τζάμπα, χωρις να θέλει να μαρκαλέψει τα κορίτσια κτλ...), καταλαβαίνω ότι κάποτε η ημιμάθεια, η καζαντζακική θυμοσοφία και η καζαντζίδικη κλάψα ήταν όλα όσα είχαμε αλλά, ε, πέρασε ο καιρός: ούτε ο υλικός μας ούτε ο πνευματικός μας κόσμος έχει καμμιά σχέση με αυτόν του Καπετάν Μιχάλη, της Μαντουμπάλας και της γιαγιάς που γνέθει και κεντάει γρύπες όταν δε βόσκει πρόβατα.

GatheRate

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου