Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα

Αυτό το πελώριο τριαξονικό θηρίο που είναι παρκαρισμένο έξω από το σπίτι μου δεν είναι νταλίκα, ο κόκορας είναι. Αυτός που του τα φορτώνω όλα. Κανονικά λοιπόν θα έπρεπε να δουλεύω. Αλλά δε γίνεται.

Ι.



Πρώτα-πρώτα, ένα κείμενο σαν κι αυτό δεν μπορώ να το αφήσω ασχολίαστο. Έτρωγα το βραδυνό μου βλέποντας κάτι ανθρώπους στην τηλεόραση τόσο φτωχούς, ώστε να είναι δυστυχισμένοι. Έχω ξαναπεί ότι έχω υπάρξει φτωχός -- όχι όμως τόσο πολύ.

Με αφορμή το θέαμα της φτώχειας σκεφτόμουν τέλος πάντων ότι δεν κατάλαβα ποτέ τη λογική της χλιδής. Μου προκαλεί κάποια αμηχανία και ίσως και νευρικότητα η επικάλυψη μιας ζωής με απολύτως πανάκριβα (συνήθως υπερτιμολογημένα) πράγματα. Δεν είμαι χίππης ούτε ασκητικός χαρακτήρας. Ίσα-ίσα: υπάρχει λόγος που ο πολιτισμός ξεκίνησε στις πόλεις και, εν πάση περιπτώσει, δεν θέλω να σφάζω εγώ τις κότες που θα μαγειρέψω με κάρυ. Επιπλέον, απολαμβάνω τα εκλεκτά πράγματα: μου αρέσουν τα ακριβά ρούχα, αλλά να έχω ένα ή δύο ανά είδος. Μου αρέσουν οι BMW (κι εμένα) αλλά πάντα με κάνουν να αναρωτιέμαι "και γιατί όχι Toyota". Μου αρέσουν τα ακριβά μαγαζιά αλλά για μια ειδική περίσταση. Τρελαίνομαι για σαμπάνια αλλά όχι κάθε βδομάδα -- γιατί άλλωστε; Η σκέψη ότι όλα μου τα σώβρακα θα κοστίζουν από €30 και πάνω το ένα, ότι όλα μου τα πουκάμισα θα είναι από €200 και πάνω, ότι δε θα έχω παπούτσια κάτω των €70 κτλ. με φρικάρει: για ποιον λόγο; Ακόμα και τα βιβλία (που είναι η ζωή μου) τα αγοράζω αφού σκεφτώ και ξανασκεφτώ αν πράγματι τα χρειάζομαι.

Ανοίγω μετά τον υπολογιστή και διαβάζω το κείμενο του Ξυδάκη λοιπόν και αυτές οι ασυνάρτητες διαθέσεις και τάσεις μπήκανε σε μια ευρύτερη προοπτική.

ΙΙ.



Άλλο σημαντικό κείμενο σήμερα, αυτό του Πετεφρή. Ούτε που θα προσπαθήσω να καταπιαστώ με όσα επώδυνα κι οξυδερκή λέει για τα πολιτικά μας πράγματα. Απλώς πιάνομαι από αυτό που λέει για την "προσήλωση κάθε γενιάς Ελλήνων στην παιδική της ηλικία και στα πρότυπα που διέθετε έως την εφηβεία". Αυτή η προσήλωση είναι ο διάολός μου. Ίσως γιατί μεγάλωσα ανάμεσα σε ανθρώπους (οικογένεια αλλά και φίλους) για τους οποίους αυτή η πανίερη παιδική ηλικία ήταν ή δύσκολη, ή γκροτέσκα ή αποκαρδιωτικά ασυνάρτητη. Προσωπικά αισθάνομαι ότι έγινα άνθρωπος στα 23 μου, όταν πάτησα στο Λονδίνο (καλά, εννοείται ότι δεν πιστώνεται το Λονδίνο με το κατόρθωμα του ότι με έκανε άνθρωπο -- αλίμονο). Μέχρι τότε ήμουνα προνύμφη, ζαγάρι, ούφο -- δεν ξέρω.

Δεν καταλαβαίνω πάντως πώς γίνεται άνθρωποι να θεωρούν την εισαγωγή της όπερας της ζωής τους πιο σημαντική ή όμορφη ή δεν ξέρω τι από το ίδιο το έργο. Ίσως φταίει που παντρεύονται και σταφιδιάζουν ψυχολογικά. Ή που δεν παντρεύονται και τους ζουπάνε στο πατητήρι. Ξέρω γω;

Να το σκεφτώ λίγο. Τι είχε η δική μου παιδική ηλικία; Ντυσίματα εβδομηνταρέικα. Θειες και θειάδες, επισκέψεις, σοκολατάκια, πτιφούρ,κρυστάλινα τασάκια, καναπέδες με κρόσια. ΥΕΝΕΔ. Λάσυ. ΠΑΣΟΚ, ΠΑΣΟΚ, ΠΑΣΟΚ. Σχολείο. Χωριό. Ραδιόφωνο. Ζέστη. Δυναστεία. Μηχανάκια. Ζούμπερι-Αυλάκι-Μουλα Μπραΐμ-κατασκηνώσεις. Στερεοφωνικό. Χάρυ Κλυν. Γιαγιά Ελένη. Πάρκο-Ζάππειο-Εθνικός Κήπος. Παππούς-παστουρμάς με αυγά-εφημερίδες-εφημερίδες-εφημερίδες. Σάββατο στη δουλειά του μπαμπά-κεμπάπ στην Αθηνάς. Σπασμένο χέρι.

Ωραία πράματα. Τα έκανε ωραία η αγάπη (τη γονική αγάπη και τα συναφή μόνον αναδρομικά την αισθάνεσαι). Αλλά πώς να μείνεις εκεί;

ΙΙΙ.



Έχω την εντύπωση, και με τρώει, ότι η προσήλωση στην παιδική ηλικία, στη "γενιά", στην "εποχή της αθωότητός" μας, που έλεγε και ο μιαρός Μαστοράκης, μαρτυρεί πολύ περισσότερα από μια απλή κατάφαση της γονικής αγάπης, της προστασίας με την οποία μας περιέβαλλαν όταν τη χρειαζόμασταν -- κι όχι λ.χ. στα 30 μας, σε αντάλλαγμα δανεικών και σιδερωμένων ρούχων. Νομίζω ότι η προσήλωση αυτή αποτελεί συνέπεια του πώς λειτουργεί η οικογένεια στην ελληνική κοινωνία. Αλλά βαριέμαι να επαναλαμβάνομαι, και σίγουρα το βαριέστε κι εσείς.

(Η τελευταία φωτογραφία από εδώ.)

GatheRate

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου