Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Στα σκαλιά του Αρσάκειου

Προχτές αργά επέστρεφα σπίτι. Δηλαδή, λάθος, πήγαινα για 24ώρο μπέργκερ και ένα τελευταίο τζιν μετά από νυχτερινή επίσκεψη. Είχα πολλά κέφια και καλή διάθεση.

Ανεβαίνοντας την άδεια σε βαθμό αντισηψίας Πανεπιστημίου, βλέπω μια φιγούρα να στέκεται σαν αγροφύλακας. Μόνο που δεν μπορούσε να ήταν αγροφύλακας, γιατί στεκόταν στο τέταρτο σκαλί μπροστά στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Άχνιζε βαρεμάρα ο άνθρωπος. Τι ώρα να 'ταν, δύο; Εκεί. Φόραγε το τισέρτ της στολής των ειδικών φρουρών, που τόνιζε την καλοσχηματισμένη του μπάκα. "Μπα, φυλάνε τώρα και το Αρσάκειο", πρόλαβα να σκεφτώ.

Μόλις βρέθηκα μπροστά του, με προφορά πέρα από τον Γαλλικό και τον Λουδία μου είπε:
"Με συγχωρείτε, μπορώ να σας ρωτήσω κάτι;"
Κοίταξα τη στολή, το "Ειδικοί Φρουροί" και θυμήθηκα κάτι χαζά έξω από τo Σέρκους. Δε θυμήθηκα κάτι καθήκια Δελτάδες και Δίες που τριγυρνάνε στη γειτονιά μου και νομίζουν ότι είναι οι Άγγελοι της Κολάσεως, και που πιθανόν και να γίνουν, ούτε δυσάρεστα συναπαντήματα με όργανα: ο άνθρωπος ήτανε φανερά ακίνδυνος. Του ένευσα με τη γνωστή γοργόνεια μουτσούνα, χωρίς να τον κοιτάζω στα μάτια.
"Από την Τρικούπη έρχεστε;"
Η ερώτηση ήταν περιττή, ήμουν το μόνο ζωντανό δίποδο πλάσμα που κινούνταν στην Πανεπιστημίου εκείνη την ώρα κι εκείνος από τον διαλογισμό του βιγλίσματος πρέπει να έβλεπε πλέον μέχρι και τις κατσαρίδες να σουλατσάρουν.
"Προς Θεού, κύριε, δε σας ρωτάω για να σας κάνω έλεγχο." Σαδιστικά απόλαυσα ένα όργανο της τάξης να δίνει εξηγήσεις για τη συμπεριφορά του. Και να με λέει 'κύριο', σε αντίθεση λ.χ. με κάτι δημαριστερούς διευθυντές -- αλλά ας το αφήσω αυτό τώρα. "Απλώς έρχεται πολύς κόσμος από εκεί και αναρωτιέμαι αν έχει κανα μπαράκι."
Τον λυπήθηκα αλλά όχι πολύ. Λέω:
"Δεν ξέρω, τι να σας πω, εγώ από Εξάρχεια έρχομαι τώρα."
"Ναι, ναι: δε σας κάνω έλεγχο..."
"Καλά, δεν είπε κανείς ότι μου κάνετε έλεγχο", τον έκοψα. "Πάντως μέσα στη Φειδίου είναι ο Καπετάν Μιχάλης."
"Ο Καπετάν Μιχάλης."
"Ναι. Ωραίο μαγαζί: ρακή, τσίπουρο, μπύρα, μεζές -- τέτοια."
"Κι είναι ανοιχτό τέτοια ώρα;", ρώτησε ντροπαλά. "Στη Φειδίου είπατε;"
"Ναι, στη Φειδίου, το πρώτο αριστερά. Τι να σας πω, δεν ξέρω αν είναι ανοιχτά τώρα, εγώ από Εξάρχεια έρχομαι και πάω προς Καρύτση μεριά."
"Μα δε ρωτάω επειδή..."
"Ναι, ναι: κι εγώ σας λέω. Ωραίο μαγαζί ο Καπετάν Μιχάλης πάντως, να πάτε. Το συνιστώ."
"Αλλά κατεβαίνει πολύς κόσμος και..."
"Λοιπόν, εγώ σας χαιρετώ τώρα, καλή σας νύχτα."
"Ευχαριστώ, καληνύχτα!"

Σαν παιδί ήταν. Μου θύμισε λίγο τον εξ αγχιστείας συγγενή μου, τον Ρ.: ένα φοβισμένο παιδί εξηντατόσο χρονών που άφηνε το περίστροφο στο συρτάρι γιατί το φοβόταν. Βεβαίως, αυτός εκεί τη νύχτα, που έκανε ότι φυλάει το Αρσάκειο, δεν είχε καθόλου οπλισμό πάνω του, έμοιαζε σαν να είχε ξεροσταλιάσει σε ραντεβουδάκι που δε δόθηκε στη Βιβλιοθήκη ή στην Ακαδημία, με τα χέρια σταυρωμένα πίσω, να κοιτάει το στατικό σκηνικό της Πανεπιστημίου ενώ μέσα στο κεφάλι του θα έτρεχαν πολύ ανθρώπινα πράγματα.

GatheRate

2 σχόλια:

  1. Εκτός από τον ιμπεριαλισμό υπάρχει κι η μοναξιά, λέγανε παλιά (και εκτός απ' τη μοναξιά υπάρχει κι ο ιμπεριαλισμός, απαντούσαν οι άλλοι).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. οι ησυχες μερες του Αυγουστου ασκουν πανω μας (σε ολους, ανεξαιρετως) μια γοητεια

    ΑπάντησηΔιαγραφή