Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Faraway, so close



Διάβασα πριν λίγο αυτό, της Moment in the Wind:
Φωτογραφία: Εδώ με 1-2 παρουσίες, μαζέψαμε μέσα την ορχιδέα μπας και σωθεί από την παγωνιά, ανοίξαμε ένα κόκκινο Βαλτικό να αγκαζάρει ό,τι βρεθεί πιο πρόχειρο, στην μια γραμμή σκαιπ με την μάνα, στην άλλη ανταλλάσσουμε χαμόγελα ανθρωπί με 1-2 απουσίες κι ευχαριστούμε την ελληνική πολιτεία που συνέβαλε τα μέγιστα να βγούμε στην γύρα να μας ψάχνουμε, να μας βρούμε. Ξανά.

Αυτό είναι ξενιτειά σήμερα, τελικά: Να δουλεύεις ατελείωτα, εν μέρει και για να δικαιολογήσεις την απουσία σου, τη ζωή σου που κυλάει παράλληλα με το κάπου αλλού όπου εσύ δεν είσαι. Και μετά να κρέμεσαι στον υπολογιστή μήπως και ανταλλάξεις καμμιά ανθρωπί κουβέντα με καναν άνθρωπο. Ώσπου να αρχίσει κανένας από αυτούς τους ελεεινούς, άφωνους και μογίλαλους καβγάδες, αν και σε ρυθμό προφορικού τσακωμού και με ένταση αφύσικη, της αφωνίας, που δε θα είχε μια κουβέντα πρόσωπο με πρόσωπο. Από αυτούς τους οιονεί: μέσω βάιμπερ, χανγκάουτ, φέισμπουκ. Στο σκάιπ δε βγαίνω: όσοι με έχουνε ζήσει μόνο στην Αθήνα ή εκεί γύρω βλέπουνε τη ματιά μου και νιώθουν αμήχανα. Όπως κι εγώ.

Λείπω από το 1996. Μέχρι το 2001 δεν είχα καμμά όρεξη να γυρίσω στην κωλοελλάδα τους, ήθελα να χαθώ στον πορφυρό λαβύρινθο που λέγεται Λονδίνο (όπως το βλέπει ο Μπόρχες στο Αλέφ). Αντ' αυτού αντάλλασσα στην επαρχία μήλα της μηλιάς μου με σέσκουλα της γειτόνισσας, γιατί εμείς οι Έλληνες τα κάνουμε χορτόπιτα, μέσα σε μια καθόλου μα καθόλου μποέμ φτώχεια. Ύστερα μου έλειψε η Ελλάδα, την ξαναέφτιαξα μέσα μου, ωστόσο μέχρι το 2009 ήθελα να πάω να ζήσω σε καμμιά μεγάλη πόλη: Άμστερνταμ, Βερολίνο, Βαρκελώνη, ίσως Κολωνία, Παρίσι.

Έκτοτε θέλω μόνο να πάω να χωθώ στα 69 τετραγωνικά μου στην Αθήνα και να κοιτάζω τα δέντρα και τα μπαλκόνια να βρέχονται μέσα από το σαλόνι μου ζεσταίνοντας τα χέρια μου γύρω από την κούπα του καφέ -- τέτοια πράματα, μπανάλ και χαμηλόφωνα, σα διαφήμιση γυρισμένη με φίλτρα παλιακά και cosy. Και θέλω να κάθομαι εκεί, στη μέση της πόλης όπου κάθε γωνιά της (πια) σημαίνει κάτι και να ξέρω ότι ανοίγοντας την πόρτα θα έχω δυνατότητα να πάω να βρω κάποιο φιλαράκι και να μιλήσουμε και να φάμε μισό λιγδερό ρεβυθοκεφτέ και λουκάνικο και να πιούμε καμμιά άθλια μπύρα ελληνική, χωρίς να μεσολαβούν καλώδια, σύρματα, σήματα, πληκτρολόγια κι οθόνες γαμημένες, χωρίς τα σκατοεμότικον που αντικαθιστούν τα λοξά βλέμματα και χωρίς τα λολ που εξυπακούουν μειδιάματα. Που θα ακούγεται το γέλιο μου και που θα λοξοκοιτάω όταν ακούω τα χαζά αστεία του άλλου.

Εγώ αυτό λέω ότι είναι η ξενιτειά στην εποχή μας.

GatheRate

3 σχόλια:

  1. Σε διαβάζω και θαυμάζω (δεν είναι ντροπή) καιρό, μου αρέσουν αυτά που γράφεις και όταν διαφωνούμε, καμία φορά περισσότερο τότε. Οπότε είναι χαζό το πρώτο σχόλιό μου να είναι μια μικρή διόρθωση: ο Μπόρχες κάνει λόγο για laberinto roto, δηλαδή σπασμένο, όχι rojo (κόκκινο). Λιγότερο ποιητικό αλλά νομίζω πιο ταιριαστό, για μερικές περιοχές τουλάχιστον. ipchrist

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ για το σχόλιο! Κι εμένα με απασχολεί χρόνια αυτό το σημείο, αλλά αυτή είναι η μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη (δεν ξέρω γιατί), αυτή είχα στον νου μου όταν πρωτοπήγα στο Λονδίνο... Το laberinto roto βγάζει περισσότερο νόημα γιατί, αντίθετα με τον ιπποδάμειο μπακλαβά του Μπουένος Άιρες, το Λονδίνο δεν έχει παράλληλους δρόμους, οικοδομικά τετράγωνα κτλ.

      Διαγραφή
    2. Κι εγώ είχα σκεφτεί να πω μια εξυπνάδα και λέω άστο, δεν ταιριάζει στο κείμενο να κάνω ξανά τον σχολαστικό --αλλά μια και το πιάσατε, ας πω το μακρύ και το κοντό μου: ο Μπόρχες, αν θυμάμαι καλά, δεν επινοεί την έκφραση με το λαβύρινθο για το Λονδίνο, την παίρνει από τον Ντε Κουίνσυ --ή έτσι λέει τουλάχιστον.

      Διαγραφή