Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Τυχεροί πρόσφυγες


Το 2006 έγραψα αυτό με αφορμή τους Αλβανούς που βούλιαζαν μαζί με τα σαπιοκάραβα που βύθιζαν οι ιταλικές αρχές:
Είμαστε όλοι μας δυνάμει εξαθλιωμένοι: τη μια μικρασιάτες γαιοκτήμονες, την άλλη αποπατώντας στην αυλή του Κερατσινίου, τη μια αστοί στη Σμύρνη, στο Βαρώσι, στη Σαλονίκη, στο Σεράγεβο που τρέχουν από χοροεσπερίδα σε τσάι, την άλλη (κρέας στην ξιφολόγχη του κάθε φαντάρου ή, αν είμαστε τυχεροί,) ξεβράκωτοι βρωμιάρηδες, τη μια οικογενειάρχης οδοντίατρος στη Σταυρούπολη, την άλλη αποκλειστική στο Λαϊκό, τη μια αγροτόπαιδο στο Μπεράτι, την άλλη πορτοφολάς στην Τσιμισκή. Και τα λοιπά.
Για το έγκλημα διαρκείας που διαπράττεται χρόνια στην φιλόξενη μα υπερτροφική τάφρο του Φρουρίου Ευρώπη, έξω από τις Τζιμπεράλντες, τις Λαμπεντούζες και τα Φαρμακονήσια, για την εγκληματική αναλγησία των πλειοψηφιών μέσα στις ευρωπαϊκές χώρες, μόνο μια ιστορία έχω να πω. Εύκολη και με καλό τέλος, όμως αληθινή.

Η Οικογένεια είναι μία από τις πολύ μεγάλες οικογένειες του Λιβάνου. Όταν λέω "μεγάλη" εννοώ ότι έχει κυβερνήσει τον τόπο επανειλημμένα, ότι είναι λήμμα εγκυκλοπαιδειών, ότι πάει πίσω τουλάχιστον 500 χρόνια η γενεαλογία της, ότι ισχυρίζονται πως κατάγονται από τον Προφήτη και, όπως οι περισσότεροι Μαρωνίτες ακκίζονται, από τους Φοίνικες. Η Οικογένεια έχει και μουσουλμανικό και χριστιανικό κλάδο. Γόνος του χριστιανικού κλάδου ήταν ο Εμίρης, ένας άνθρωπος ευγενής και γαλαντόμος και, ως χριστιανός λιβανέζος αριστοκράτης, εντελώς γαλλοθρεμμένος. Διπλωμάτης του Λιβάνου, πέρασε από την Αθήνα, γνώρισε ένα κορίτσι, το παντρεύτηκε. Εγκαταστάθηκαν αργότερα στην πατρώα Βυρητό με τα παιδιά τους και ζούσαν την πλούσια ζωή των μεσανατολικών ελίτ της δεκαετίας του '70. Δεν χρειάζεται να δώσω περιττές λεπτομέρειες, για χοροεσπερίδες και δεξιώσεις και ταξίδια αναψυχής και πολυτελή σπίτια, απλώς να πω ένα: αν και δίγλωσσος ο Εμίρης, τα παιδιά του ξέρουν ελάχιστα αραβικά, αφού παντού στη Βυρητό των πολύ πλούσιων πορεύονταν με γαλλικά και τα ελληνικά της maman.

Το 1975 τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά. Ένα μεσημέρι επέστρεφαν οικογενειακώς στο σπίτι με το αυτοκίνητο μετά τα σχολεία. Ο δρούζος κηπουρός τούς σταμάτησε στην είσοδο. Ήταν αλλοπαρμένος και πανικόβλητος. Προσφώνησε τον Εμίρη πατρικά, όπως ποτέ πριν, και είπε: "Φύγετε, πηγαίνετε στο αεροδρόμιο τώρα! Θα σας σκοτώσουν." Ο Εμίρης ήξερε ότι θα ξεκίναγε πόλεμος, του είπε ψύχραιμα να μην ανησυχεί, ότι δεν έχει καμμία ανάμιξη ό ίδιος σε όσα γίνονται -- δεν είναι Τζεμαγιέλ. Ο κηπουρός ύψωσε τη φωνή ότι ξέρει, ότι άκουσε, ότι του είπαν, ότι όλοι οι μεγαλομαρωνίτες είναι στόχοι. Το ξέρει. Να φύγουν. Ο Εμίρης ανησύχησε και τον βεβαίωσε ότι θα μάζευαν τρεις-τέσσερις βαλίτσες και θα πήγαιναν στο αεροδρόμιο το βράδυ. Ο κηπουρός άρχισε να ουρλιάζει να φύγουνε τώρα, ότι έρχονται τώρα. Ο Εμίρης τον άκουσε, άφησε τη μηχανή του αμαξιού αναμμένη, μπήκε στο σπίτι βιαστικά και πήρε μόνο λεφτά και διαβατήρια. Μέχρι να γυρίσει στην πύλη, ο κηπουρός είχε εξαφανιστεί.

"Και αυτός είναι ο λόγος που γλύτωσαν, άλλωστε μετά κόπηκαν οι πτήσεις", μου έλεγε η φίλη μου κόρη του, που εκείνη την εποχή σπούδαζε στην Ελλάδα. "Είχαν απομακρυνθεί μόλις 200 με 300 μέτρα από το σπίτι κι άρχισε να βρέχει οβίδες και να σείεται ο κόσμος από εκρήξεις. Η maman ισχυρίστηκε ότι είδε μερικές να πέφτουνε στο σπίτι μας, ποιος ξέρει."

Έφτασαν στην Ελλάδα χωρίς αποσκευές, με ένα μασούρι δολάρια και δυο διαβατήρια. Στάθηκαν πάρα πολύ τυχεροί που υπήρχε η οικογένεια της maman στην Αθήνα, η οποία άλλωστε είχε ήδη φροντίσει για τη φιλοξενία της φίλης μου, που τότε ήταν φοιτήτρια. Έξω από την οικογένεια της maman, ήτανε για όλους και παντού οι "Λιβανέζοι". Πρόσφυγες.

Τουλάχιστον τους αναγνώριζαν την προσφυγιά. Και βρέθηκε και μια άκρη για τον Λιβανέζο, ξέρουνε καλά γαλλικά αυτοί.

GatheRate

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου