Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Μένω μέσα


Τίποτα δε με βοηθάει σε αυτή τη χώρα που γεννήθηκα και ζω και από την οποία ποτέ δε θα φύγω. Τίποτα δε με βοηθάει. Είναι ένας τόπος που έχει πείσει τον εαυτό του εδώ κι εξήντα χρόνια ότι είναι παράδεισος διακοπών και ότι δεν είναι τίποτε άλλο. Ζει κι αναπνέει μόνο στη στενή παραθαλάσσια λωρίδα του, εκεί υπάρχει κι εκεί καθρεφτίζεται. Στο μεταξύ, ηλιοφάνεια κι αιθρία. Ηλιοφάνεια κι αιθρία. Κι εγώ απεχθάνομαι τον ήλιο, αυτό το μοχθηρό θηρίο το κυκλοδίωκτο που καίει τους ουρανούς, το ανελέητο τέρας που ξεφτίζει τα χρώματα. Δεν αντέχω το φως. Αλλά ζω σε λάθος χώρα. Μα κάνω ό,τι μπορώ. Λίγα, δηλαδή.

Έχω κλειστά τα παντζούρια τη μέρα. Χαρακιές-χαρακιές το φως δραπετεύει και μολύνει το σκοτάδι μέσα στο διαμέρισμα, πολλές φορές διαχέεται και μου στερεί και τον ύπνο. Πήγα κι αγόρασα βαρειές κουρτίνες αλλά το φως το γαμημένο, το φως που προσκυνάτε, είναι ανίκητο -- τις διαπερνάει. Τρυπώνει παντού σαν θάνατος. Θολώνει το σκοτάδι πίσω από τα κλειστά μου βλέφαρα. Για καμμιά βδομάδα, δέκα μέρες ίσως, σκεφτόμουν συνεχώς να κολλήσω χαρτόνια πίσω από τις γρίλιες των πατζουριών. Και έτσι να πετύχω πλήρη συσκότιση. Μετά σκέφτηκα ότι η διαφορά μεταξύ εγκλεισμού και φρενοβλάβειας, μεταξύ διαμερίσματος και κελλιού, είναι αυτή: αν έχεις κολλήσει χαρτόνια πάνω στα πατζούρια ή όχι. Αν κρέμονται μυγοπαγίδες από το ταβάνι ή όχι. Αν έχεις κάνει βιβλιοθήκη την μπανιέρα σου ή όχι.

Μερικές φορές φοβάμαι μήπως το σπίτι μυρίζει άσχημα, μήπως μυρίζει κλεισούρα και μπαγιατίλα. Μήπως μυρίζει ατελέσφορη βαρβατίλα. Οι άντρες εύκολα μυρίζουμε άσχημα. Πλένομαι λοιπόν ψυχαναγκαστικά, κι ας μην έχω το κουράγιο να βγω έξω. Ή μάλλον: κι ας μην έχω τη διάθεση να βγω έξω.

Μέσα μένω. Μέσα. Τα πρωινά, άμα έχει ωραία συννεφιά τον χειμώνα ή άμα έχει φύγει προς την άλλη μεριά ο ήλιος το καλοκαίρι, αφήνω ορθάνοιχτες όλες τις μπαλκονόπορτες: υπνοδωμάτιο, σαλόνι, γραφείο. Μένω μέσα αλλά κάθομαι στο πιο σκιερό σημείο του σαλονιού πότε τουρτουρίζοντας και πότε ιδρώνοντας, αναλόγως. Σχεδόν πάντα ημίγυμνος: δε χρειάζεται να ντύνεσαι άμα ζεις μόνος στο σπίτι. Κι ας με βλέπουν από το γραφείο απέναντι. Παρακολουθώ κι εγώ τα διαμερίσματα απέναντι από εμένα, σαν να είναι πολλές σκηνές του Δημήτρη Παπαϊωάννου ταυτόχρονα. Ακριβώς απεναντί μου, λίγο πιο χαμηλά από το μπαλκόνι μου είναι το μπαλκόνι μιας κοπέλας. Δεν έχει κουρτίνες το διαμέρισμά της (πώς το μπορεί το φως;) και βλέπω σχεδόν το μισό σαλόνι της. Παρκέ γδαρμένο κι ένας καναπές. Αναρωτιέμαι αν εκείνη έχει ποτέ σηκώσει το βλέμμα προς τη δική μου μπαλκονόπορτα και, αν ναι, αν με έχει δει. Χαίρομαι πάντως που είναι εκεί, φοιτήτρια πρέπει να είναι: την έχω δει στον καναπέ με ένα σωρό χαρτιά σαν σημειώσεις να βαυκαλίζεται, την έχω δει να κυλιέται πάνω του μαζί με έναν που είναι σαν πίθηκας. Ναι, ζηλεύω. Είναι πολύ όμορφη. Δεν ξέρω αν έχω δει τόσο όμορφη γυναίκα στη ζωή μου αλλά ίσως να είναι η ιδέα μου, που κλεισμένος μέσα σε αυτό το σπίτι περνάω τη ζωή μου. Πάντως με παρηγορεί να την κοιτάζω. Χαρά μού δίνει.

Απεναντίας, προσπαθώ να μην έχω καμμία απολύτως επαφή με τους γείτονες. Στον όροφο μένει μια μισότρελη γριά που κυκλοφορεί μόνο με ρόμπα, ένας που έχει το διαμέρισμα για γκαρσονιέρα, μια οικογένεια με έναν γιο στην εφηβεία που ακούει δυνατά μουσική όταν λείπουν οι γονείς του. Στους άλλους ορόφους, δεν ξέρω ποιος σε ποιον, μένουν άλλοι. Όχι πολλοί: έχει γεμίσει άδεια διαμερίσματα η γειτονιά. Στον ακάλυπτό μου π.χ. βλέπω τα διαμερίσματα άλλης πολυκατοικίας, στην κάθετο του δρόμου που μένω: δύο μπαλκόνια καταχεσμένα από περιστέρια, με παράλυτα κλιματιστικά, πίσω από τα κατασκονισμένα τζάμια τους διακρίνονται υπολείμματα υπνοδωματίων, χωρίς κουρτίνες κι αυτά, όπου μάλλον κάποιοι πέθαναν και τα άφησαν άδεια. Η ακακία στον δικό μας ακάλυπτό κάθε άνοιξη τα κρύβει αυτά τα δωμάτια με τα φύλλα της.

Δε με πειράζει που ζω μόνος. Κι ας νιώθω πως σπαταλιέμαι αργός. Με πειράζει που δεν έμαθα να ζω μόνος νωρίτερα. Με πειράζει το φως, κυρίως. Εδώ έχει πάντα ήλιο, κάνει πάντα την εποχή του φωτός, του Αιγαίου και της τυφλότητας που σου δίνει η αντηλιά: όλα στο φως, όλα προσφέρονται για αυτοψία κι εξέταση, όλα ανοιχτά για ερμηνεία. Όλα στο φως. Κάθε τι θα ερμηνευτεί και θα αναλυθεί και θα εξηγηθεί, με μπόλικο αναγωγισμό πάντα. Βιολογικοί παράγοντες, ψυχολογικοί παράγοντες. Και όταν λέω "όλα", ε ναι, μιλάω για τη ζωή μας. Η ζωή στο φως. Αφού τελικά, η ζωή είναι όλα.

Όμως η ζωή είναι κάτι εντελώς ακατανόητο κι ανερμήνευτο, μέχρι κι απερινόητο θα έλεγα. Αυτό που είναι η χαρά και η παρηγοριά μου μοιάζει παραλογισμός και βρωμιά για άλλους. Αυτό που ξέρω ότι είναι ισορροπημένο μέσα μου, αποτέλεσμα δοκιμής και πλάνης και βαθειάς καλοσύνης, φαντάζει στους άλλους αδιαφορία και απάθεια. Ό,τι μου δίνει χάρη και χαρά μπορεί και να μοιάζει με προϊόν παθολογίας σε άλλους. Kαι όχι μόνον στους άλλους, αλλά και σε εμάς τους ίδιους. Έτσι κατασπατάλησα τα νιάτα μου: έξω και αναμεσα στους άλλους, προσπαθώντας να ερμηνεύσω τη ζωή μου. Ήμουνα νέος, έτσι κάνουν οι νέοι: αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορείς παρά ελάχιστα πράγματα να καταλάβεις και ορμούν να καταλάβουνε τουλάχιστον τη ζωή τους -- νομίζουνε πως είναι το πιο εύκολο. Πάσχιζα λοιπόν κι εγώ να κατανοήσω όσα ζούσα, ώσπου στο τέλος ήρθε η στιγμή και γίνανε ζωή, άχαρη ζωή, και αυτά: η υπερανάλυση και ο αγώνας να κατανοήσω όσα δεν κατανοούνται, τα γιατί και τα "ναι μεν αλλά" και τα "κατά βάθος" και τα "δεν είσαι εσύ αλλά η κοινωνία μέσα σου". Έτσι απαιτεί ο κόσμος: όλα να τα χτυπήσει η αντηλιά ώστε να ιριδίσουν, να μοιάσουν καθάρια και πρισματικά. Αλλά μόνον τα διαμάντια ιριδίζουν πραγματικά. Και τι είναι τα διαμάντια; άβιο κάρβουνο σκέτο.

Ξέρω τι σκέφτεστε. Κι αν είμαι κατά συρροή δολοφόνος; παιδεραστής; σχιζοφρενής; Δεν είμαι. Και τελικά η ηθική είναι πολύ απλή και μάλλον επιφανειακή υπόθεση, κοντός ψαλμός αλληλουια είναι: ενσυναίσθηση κι ένας χρυσός κανόνας. Όμως εμείς θέλουμε ντε και καλά να βάλουμε τον ήλιο να τα υπερφωτίσει όλα. Μόνο που ο ήλιος στεγνώνει κι αποξηραίνει κι αφυδατώνει. Η ζωή που μπαίνει κάτω από τον ήλιο δε φωτίζεται απλώς: σιγά σιγά μαραίνεται, στεγνώνει, μαραγκιάζει, αφυδατώνεται, πεθαίνει -- ώσπου μένει στο τέλος λείψανο, ζαρωμένο και καμένο. Η ζωή υπάρχει και ζει στη σκιά, στη δροσιά, στο φως που διαχέει η νέφωση. Η ζωή διψάει για το νερό και για το χρώμα.

Μένω μέσα. Πίνω κρασί. Ανοίγω τα παράθυρα και τις νύχτες σηκώνω την τέντα. Βλέπω μακρινές σιλουέτες στα παράθυρα γύρω από την πλατεία, φιγούρες να διαγράφονται κόντρα σε υποφωτισμένα δωμάτια πάνω σε τραβηγμένες κουρτίνες. Άλλες λαγνεύονται, άλλες τσακώνονται, άλλες στέκονται αφηρημένα κοιτάζοντας έξω ή κοιτώντας μέσα -- δεν είναι εύκολο να ξέρεις προς τα πού είναι γυρισμένος ένας ίσκιος. Βάζω απαλή μουσική. Μια μέρα θα πλυθώ, θα ντυθώ, βα βγω έξω και πάλι. Θα δω πάνω από το τέλος του δρόμου το φάσμα του γκρεμισμένου δημόσιου έργου που μας στεφανώνει αιώνες. Θα πάω σε ένα μπαρ. Θα παραγγείλω τζιν. Και ίσως μιλήσω ξανά, αυτή τη φορά σε κάποιον άγνωστο. Ή στο κορίτσι που δούλευε στο μπαρ. Αν δουλεύει ακόμα εκεί. Θα βγω έξω. Θα είναι νύχτα. Η νύχτα με σκεπάζει και με ντύνει, η νύχτα με ξέρει. Η νύχτα ξέρει. Ξέρει και ότι τη ζωή τη ζεις και ότι δεν την ερμηνεύεις.

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Το Παράθυρο.

GatheRate

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Μισογυνισμός

Στη χριστιανική ασκητική, όπως καταγράφεται στη γραμματεία της και στην προφορική παράδοσή της, το γυναικείο σώμα γίνεται αντιληπτό ως υποψήφια σκόνη, στάχτη και σποδός, ως όργανο εκπειρασμού των ανδρών και ως ένα ξενοδοχείο έτοιμο να ανοίξει για να υποδεχθεί σκουλήκια την ώρα του θανάτου. Τα αντρικά σώματα πάσχουν, αμαρτάνουν, θα τρωθούν και θα ασθενήσουν, θα γίνουνε κι αυτά σκόνη καθαρή -- όμως τελικά θα αναστηθούν.

Το γυναικείο σώμα στους καθόλου ασκητικούς αλλά εντελώς πουριτανικούς καιρούς μας, που θεωρούνε το στριπτίζ μετωνυμία του σεξ και τα σεισοπυγικά βίντεο κλιπ συνεκδοχή της ερωτοπραξίας, αποτελεί πάντοτε σκεύος -- συνήθως όμως όχι ηδονής. Αλλά και για ηδονή μιλώντας, δεν θες, λέει, να περάσεις από γυναικείο σώμα από το οποίο πέρασαν άλλοι πρόσφατα και, αν τελικά έτσι προκύψει, δικαιούσαι να το περιφρονείς. Άλλωστε, οι άντρες περνουν, μαμά. Ο κόλπος είναι αποστειρωμένο δοχείο για εξέταση, άπαξ και έχει ανοιχτεί, ε. Και είμαι βέβαιος ότι μερικοί αναγνώστες διαθέτουν και κάποιου είδους επιχείρημα, μάλλον εξελικτικής ή βιολογικής φύσεως, για να δικαιολογήσουν αυτή την αντίληψη.

Εγώ λέω πάλι ότι όλα αυτά, οι παραβατολογίες και οι ασκητισμοί και οι επιστημονισμοί και οι υγιεινισμοί, είναι προφάσεις μισογυνισμού. Η γυναίκα δεν πρέπει, δεν μπορεί, να αυτενεργεί και να επιθυμεί και να αποφασίζει. Ούτε καν να συναινεί ρητά δεν χρειάζεται -- σιωπή γυναικί κόσμον φέρει. Τη γυναίκα τη διακόπτεις όταν μιλάει, της εξηγείς γιατί αισθάνεται έτσι (οι γυναίκες αισθάνονται μόνο, δεν φρονούν), την ερμηνεύεις. Έτσι πρέπει. Άλλωστε, η γυναίκα παρασέρνεται κι υστεριάζει, άντε να απολαμβάνει στην καλύτερη περίπτωση. Επίσης, όσο αυξάνεται η αυτενέργειά της, είτε τόσο πιο πολύ αντρίζει, είτε τόσο πιο πολύ πουτάνα είναι. Ή άρπυια, σκύλα κι ευνουχίστρια. Μην πάτε μακριά: οι άντρες ολοκληρώνονται μέσα από το ξεδίπλωμα του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς τους, οι γυναίκες από τη χθόνια διακόρευση και από τη μητρότητα, αλλά κι αυτή ως χθόνιο γεγονός και ως διαδικασία -- ενώ είναι το μόνο μυστικό κι αλλόκοτο θαύμα που υπάρχει έξω από τη ντίσνεϋλαντ των θρησκειών.

Κοινοτοπία: μισούμε με πάθος και εμμονικά ό,τι ποθούμε ανεξέλεγκτα, ό,τι ξέρουμε πως θα μας απορροφήσει, θα μας εξουθενώσει και ίσως θα μας αφανίσει εάν του αφεθούμε. Παρ' όλα αυτά, μισούμε όχι τόσο γιατί φοβόμαστε αλλά γιατί φθονούμε. Το έχω δει στους αντιδιανοούμενους, που φθονούν το διανοητικό κεφάλαιο, το μόνο που δεν μπορείς να κλέψεις. Το έχω δει στους πουριτανούς και στους εθελούσια στερημένους που φθονούν την ελευθεριότητα και την ανέμελη χαρά της. Το έχω δει στους ομοφοβικούς, που δεν φοβούνται παρά μισούνε και φθονούν. Το βλέπω στους μισογύνηδες που φθονούν τις γυναίκες επειδή δεν θέλουν να τους αφεθούν. Ή κι επειδή δεν τους θέλουν οι γυναίκες.

Αλλά κι αυτή η κοινοτοπία όζει ψυχολογισμό και ίσως μερική εξιλέωση. Το ζήτημα δεν είναι γιατί κάποιος είναι μισογύνης, όπως το πρόβλημα δεν είναι γιατί κάποιος έχει ρατσιστικά αντανακλαστικά. Το πρόβλημα ξεκινάει όταν μεταφράζεις τον μισογυνισμό σε πεποιθήσεις, σε αξιολογικές κρίσεις και σε ιδεολογία. Πολύ περισσότερο, όταν τον αφήνεις να καθοδηγεί τη συμπεριφορά σου και να διαμορφώνεται τελικα σε πολιτική.

Η φωτογραφία είναι του Bernard Boujot.

GatheRate

Ψυχάκηδες

Θέλεις ο πιλότος να είναι ψυχολογικά αλφαδιασμένος, να έχει τέλεια όραση χωρίς γυαλιά και χαμηλές πιθανότητες να πάθει έμφραγμα. Όπως επίσης θες να είναι νηφάλιος και ξεκούραστος.

Βεβαίως, κανονικά θες και ο μηχανοδηγός ή ο οδηγός λεωφορείου να είναι ξεκούραστος και ψυχολογικώς αλφαδιασμένος, άλλωστε οδηγοί και μηχανοδηγοί έχουνε πάρει περισσότερο κόσμο στον λαιμό τους απ' ό,τι μοιραίοι πιλότοι κι αεροπειρατές μαζί. Φυσικά, όσοι ταξιδεύουμε με τραίνο ή λεωφορείο έχουμε την αυταπάτη ότι μπορούμε ανά πάσα στιγμή να πεταχτούμε έξω, δυστυχώς είμαι σε θέση να ξέρω ότι πρόκειται ακριβώς για αυταπάτη.

Ταυτόχρονα, για άλλη μια φορά παρακολουθούμε μαζικό κυνήγι μαγισσών, μόνο που στο τέλος τις κανιβαλίζουμε κιόλας. Όπως οι "μάγισσες", που κυνηγούσαν οι κανονικοί ανθρώποι στην αυγή και σε όλο το πρωινό των Νεώτερν Χρόνων, ήτανε συνήθως γυναίκες απλώς που κάποιον ενοχλούσαν, έτσι και η αυτοκόλλητη ετικέτα της ψυχικής νόσου κολλάει πάνω σε πάρα πολλά κούτελα.

Η ψυχική νόσος δικαιολογεί την αυτοχειρία των θυμάτων του Μνημονίου. Η ψυχική νόσος, και μάλιστα σε έναν ολοένα και πιο κλινικοποιούμενο κόσμο, απαλλάσσει την πατριαρχία: η "γυναικεία ψυχρότητα" είναι ψυχοσωματική νόσος και όταν το ρημάδι το FDA εγκρίνει το φαρμακάκι το σχετικό, θα θεραπεύεται. Η ψυχική νόσος, ως μομφή και απόδοση του ακαταλόγιστου στον άλλο ("δεν σε θήλασε η μάνα σου", "έχεις απωθημένα", "είσαι κατάθλα(ς)", "είσαι ψυ(χ)", "είσαι τρελός") διευκολύνει τους πατερναλιστές, τις αυθεντίες, την εξουσία -- υπενθυμίζω ότι ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος παρουσίαζε "αποκλίνουσα συμπεριφορά", πράγματι: τι είναι η εφηβεία παρά μια ψύχωση με ημερομηνία λήξης (;). Αν ο άλλος είναι ανώμαλος και ψυχάκιας, παραμερίζεται και στιγματίζεται εύκολα. Και ούτω καθεξής.

Ταυτόχρονα, ο ευτελισμός, ο στιγματισμός και η εργαλειακή χρήση της ψυχικής νόσου διαιωνίζουν το ότι οι άνθρωποι που έχουν ψυχολογικά θέματα δεν θα ζητήσουν βοήθεια ειδικού. Θα μεταφράσουν την κατάθλιψη ως "υπαρξιακά" ή "μελαγχολία" ή "αγαμίες" -- αν δεν φροντίσουν καλοθελητές να τους τη μεταφράσουν εκείνοι κάπως έτσι. Όσοι υποφέρουν ψυχικά θα σιωπήσουν ενώ θα τους παραλύουν ιδεοψυχαναγκασμοί, ψυχοσωματικά, διπολικές καταστάσεις και θα προσπαθήσουν να "φανούν δυνατοί" και να "αποδεχτούν τα σκαμπανεβάσματα" -- αν δεν αλυσοδεθούν μπροστά στο ελώδες αχνό φως της τηλεόρασης ή δεν κλειστούνε μέσα σε μια κουζίνα παραδομένοι σε αυτό που νομίζουνε θλίψη και στο αναπόδραστο του θανάτου. Κι ας είναι η ψυχική νόσος αρρώστεια, όπως η καρδιοπάθεια ή ο υπερθυροειδισμός.

GatheRate

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Πατερναλισμός


Ένα είναι το χούι που όλους μάς ενώνει,
...

Όχι. Ο πατερναλισμός είναι.

Και όλους μας ενώνει.

Σε άλλες κοινωνίες ο πατερναλισμός είναι συνήθως ταξική συμπεριφορά. Στην Αγγλία γίνεται τεράστια συζήτηση σχετικά με τον πατερναλισμό (στα όρια του ρατσισμού) της μεσαίας τάξης απέναντι στην εργατική. Στη Γαλλία, ο πατερναλισμός του κοσμικού λευκού παριζιάνου αστού είναι πια κοινός τόπος, αφού μάλιστα τροφοδοτείται από την ουνιβερσαλιστική ιδεολογία του γαλλικού κράτους: οι αξίες της Γαλλίας είναι οι πανανθρώπινες αξίες και όλοι οι ελεύθεροι άνθρωποι έχουμε δύο πατρίδες με δεύτερη τη Γαλλία, τελεία και παύλα.

Στην ελληνική κοινωνία, όπως τρικυμιωδώς εκφράζεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χωρίς τη διαμεσολάβηση του τύπου, των ραδιοσταθμών ή των καναλιών πια, ο πατερναλισμός εκπορεύεται από όλους και καταπέμπεται προς όλους.

Όλοι λοιπόν μπορούμε να διακρίνουμε με μοναδική διαύγεια τις προθέσεις όλων, ατόμων και ομάδων: κουκιά μετρημένα είναι οι άλλοι, είτε διάφανοι και απλοϊκά οργανωμένοι είτε δεκτικοί άμεσης ετικετοκόλλησης. Ακόμα και αν παραιτηθούμε από την απόλαυση μιας δίκης χαρακτήρα, που μας χαρίζει την αίσθηση ηθικής ανωτερότητας την οποία τόσο στερούμαστε και λαχταράμε, προχωράμε στην ντετερμινιστική ερμηνεία των πράξεων του άλλου: τέτοια είναι, τέτοια κάνει· από το σινάφι του τι να περιμένει κανείς· ο λύκος κι αν εγέρασε κτλ.

Στην κατάσταση γενικευμένου πατερναλισμού που ζούμε, θα πίστευε κανείς ότι δεν υπάρχουνε περιθώρια αυτενέργειας, απόφασης κι ελευθερίας. Όλοι μυγαράκια, σβουρίζουμε γύρω από τη φλόγα του υπερπατερναλιστή Γκυ Ντεμπόρ, έρμαια της "νοοτροπίας", του Zeitgeist. Τις περισσότερες φορές, απλώς είμαστε παίγνια αυτού που είμαστε -- το οποίο βεβαίως αντιλαμβάνεται και κατανοεί ο άλλος πολύ καλύτερα από εμάς τους ίδιους. Η ζωή ολωνών είναι μελωδία μηχανικού πιάνου που οι άλλοι γνωρίζουνε τάχα εκ των προτέρων, αφού βλέπουν καθαρά τα σημαδάκια στον περιστρεφόμενο κύλινδρο. Αίτιο, αποτέλεσμα. Οι πατερναλιστές, όλοι μας, γνωρίζουμε το πρώτο. Το δεύτερο μηχανικά αναπόφευκτο: ο άλλος, ο απέναντι.

Και ναι, όλοι είμαστε πατερναλιστές, έστω κι αν μας έχει δοθεί μισό κλικ αυθεντίας πάνω από τον απέναντί μας: σοφοί γονείς, διορατικοί δάσκαλοι, ώριμοι ενήλικες, θυμόσοφοι δεξιοί, πεφωτισμένοι αριστεροί, πιο πεφωτισμένοι αναρχικοί, αδιάφθοροι έφηβοι, ώριμοι γκόμενοι, ψαγμένες γκόμενες, υψιπετείς θεωρητικολόγοι, προσγειωμένοι πραγματιστές, ψημένοι άνθρωποι των πόλεων, γνήσιοι άνθρωποι της επαρχίας, ακομπλεξάριστοι στρέιτ, μεταρσιωμένοι γκέι, ευλογημένοι χριστιανοί, ήμεροι αγνωστικιστές, απελευθερωμένοι άθεοι, σοβαροί μονογαμικοί, υγιείς πολυγαμικοί, βαθιά μορφωμένοι, αγνοί ολιγογράμματοι, περήφανα νιάτα, τιμημένα γερατειά. Ο Γιανναράς και ο Γεωργελές. Η Διβάνη κι ο Ζουράρις. Ο Αποστολίδης, ο Ραφαηλίδης κι ο Σαββόπουλος. Η Μαλβίνα κι η Αρβελέρ. Ο Πάσχος και η Κανέλλη. Το ΚΚΕ κι οι δεσποτάδες. Όλοι αυτοί θεωρούμε όλους τους άλλους κατ' αρχήν βλάκες. Ή ανήθικους. Ή μπανάλ. Ή αφελείς. Ή πλανημένους. Κι έτσι αδυνατούμε να ξεχωρίσουμε και τους γνήσια κακόβουλους στο τέλος.

Μετά από τόσα χρόνια που είμαι Έλληνας δεν έχει πάψει να με κουφαίνει η ευκολία και η αυτοπεποίθηση με την οποία οποιοσδήποτε από εμάς είναι έτοιμος να πατρονάρει οποιονδήποτε άλλο. Δεν έχει πάψει να με τρελαίνει σαν πονόδοντος το πόσο λαγνευόμαστε τον ετεροκαθορισμό, πόσο γουστάρουμε να καμωνόμαστε ότι ξέρουμε ποιος είναι ο άλλος, πόσο καυλώνουμε να του πούμε για τη ζωή του, πόσο ποθούμε να του επιβάλουμε αυτό που ξέρουμε γι' αυτόν. Για το καλό του, τελικά.

Ένας είναι ο εχθρός, ειν' ο πατερναλισμός.

GatheRate

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2015

Ένδον σκάπτε

Ελάτε, φίλοι, να μιλήσουμε για εθνοτικά στερεότυπα, ελάτε να πούμε για τον χαρακτήρα των λαών, να επιχειρηματολογήσουμε πάνω στο δυτικό ratio και την βορειοευρωπαϊκή απονία απέναντι στον ελληνικό Λόγο (του Ζουράρεως;) και τη μεσογειακή φιλαλληλία. Ελάτε να μιλήσουμε για λαούς ολόκληρους που έχουνε τον σταχανοβισμό, την κρυοκωλιά ή τη σκληρότητα στο αίμα τους.

Χτες ξαφνικά άρχισε να πονάει ένα δόντι στο οποίο είχα εδώ και μια βδόμαδα ευαισθησία. Με σκότωνε κάθε φορά που το πίεζα. Σήμερα το πρωί μάλιστα ένιωθα πόνο οπουδήποτε και να άγγιζα το ούλο πάνω από τη ρίζα του. Θα έβλεπα τον οδοντίατρό μου τη Δευτέρα, αλλά μόλις τέλειωσα τη δουλειά σήμερα έψαξα και τοπικό οδοντίατρο να με συμβουλέψει ή και να μου δώσει τίποτα.

Με πήγαν κάτι παιδιά εδώ σε μια κλινική του τοπικού πανεπιστημίου. Αυτοί όμως ήθελαν καπάρο 150 ευρώ, γιατί η ασφάλεια η δική μου δεν καλύπτει οδοντιατρικές εργασίες. Θα μου επέστρεφαν το υπόλοιπο. Αρνήθηκα κοφτά κι απότομα. Οπότε με πήγανε μετά σε ένα κοντινό οδοντιατρείο, υπερκυριλέ, με έξι οδοντιάτρους μέσα. Πήχτρα ήταν. Μου είπανε να περιμένω μία ώρα, που τελικά έγιναν τρεις. Στο μεταξύ διάβασα το μισό 'Μάρτυς μου ο Θεός' (μα τι βιβλίο!), μπινελίκωσα τους καριοληδες εδώ και ένα τρίωρο που δεν κάνουνε μια εξαίρεση για τον πόνο του ανθρώπου, έψεγα την πανέμορφη ρεσεψιονίστα του οδοντιατρείου που δεν άφησε το παιδάκι να περιμένει για να με δουν εμένα σφήνα -- άλλωστε συμβουλή και κανα φάρμακο ήθελα μόνο, τη Δευτέρα θα πήγαινα στον οδοντίατρό μου.

Τελικά με δέχτηκε ένας φανερά καταπονημένος οδοντίατρος στην ηλικία μου. Διά χειραψίας. Μου ζήτησε συγγνώμη που περίμενα. Μιλήσαμε. Μου έβγαλε ακτίνες. Χρειαζόμουν απονεύρωση. Ναι, το είχα χαμπαριάσει αυτό. Όχι, χρειαζόμουν επιτόπου απονεύρωση. Του είπα ότι μπορεί να με διώξει με κάποια αντιβίωση ή και παυσίπονα και αντιφλεγμονώδη. Όχι, επέμενε, πάτε για απόστημα, έχει γαμηθεί ο Δίας στη φλεγμονή, πάτε για απόστημα. Πόσο θα κοστίσει; 350, μου λέει. Πόνεσε, αλλά τόσο πάει το μαλλί κι εκεί που μένω. Πάμε, του λέω.

Όσο με έσκαβε μου εξηγούσε τι και πώς, μετά όταν πήγε να χτίσει την κουφάλα μού ζήτησε συγγνώμη γιατί μούγκρισα. Με έκλεισε. Μου έδωσε παυσίπονα και τις καλύτερες ευχές. Το οδοντιατρείο είχε ήδη κλείσει, βοηθοί και ρεσεψιονίστες την είχανε κάνει, πήγε ο ίδιος στον γκισέ και μου έβγαλε τον λογαριασμό: 191,27.

Οι κάρτες μου δεν πέρναγαν. Πήγα να δώσω μετρητά, "α, δεν έχω ρέστα", απάντησε. Και τι θα γίνει; Θα σας στείλουμε τον λογαριασμό στην Αθήνα. "Μα τι λέτε;" "Εσείς με εμπιστευτήκατε, σας εμπιστεύομαι, we are on the same side". Επέμενα. Επέμενε. Ήταν κουρασμένος. Εντάξει, να μου στείλετε τον λογαριασμό στην Αθήνα. Τον χαιρέτησα με χειραψία, ευχήθηκα Auf wiedersehen κι έφυγα κατάπληκτος.

GatheRate

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2015

Επικαιρικά, Μάρτιος του '15


Το θέμα, βεβαίως, δεν είναι οι αποζημιώσεις. Και αν είναι θέμα, δεν αποτελεί προτεραιότητα.

Προτεραιότητα, μετά την τετράμηνη αναστολή εκτέλεσης που πέτχυε ο Βαρουφάκης, είναι:

α. Μέτρα και νόμοι που δεν κοστίζουν λεφτά και θα ανακόψουν την επέλαση θανάτων, την υλική καταστροφή, τον εκβαρβαρισμό και την ανέλκυσή μας από το βάραθρο του ολοκληρωτισμού που μας κατακρήμνισε η πενταετία. Ιθαγένεια. Σύμφωνο συμβίωσης για όλους. Κάτι για τα σώματα ασφαλείας. Τέτοια πράγματα.

β. Σύγκρουση με εργολάβους, καναλάρχες και εφοπλιστές και τέτοιους, τους οποίους ο ξένος τύπος ανοιχτά αποκαλεί ολιγάρχες και λαμόγια.

γ. Μονομερή μέτρα ανθρωπιστικού χαρακτήρα, κατά της λιτότητας, που θα κοστίσουνε λεφτά.

Αυτά ή θα ρίξουν την κυβέρνηση ή δε θα τη ρίξουν.

Αν την ρίξουν, ο ΣΥΡΙΖΑ θα επανέρθει αυτοδύναμος. Μετά έπονται και άλλα, όπως οι πραγματικά αναγκαίες αναδιαρθρώσεις και μεταρρυθμίσεις (δε γίνεται να σφετερίζονται εσαεί τον όρο οι μισάνθρωποι).

Αν δεν την ρίξουν, θα έρθουν το διευθυντήριο της ΕΕ και η γερμανική κυβέρνηση του CDU μύτη με μύτη με τη χρεωκοπία της Ελλάδας εντός του ευρώ. Αυτό είναι το μόνο σοβαρό διαπραγματευτικό όπλο που έχει η στριμωγμένη Ελλάδα.

Και μια σημείωση για τον Βαρουφάκη. Ο Βαρουφάκης μιλάει δημοσία όπως μιλούν οι καλοί εκλαϊκευτές πανεπιστημιακοί του αγγλοσαξωνικού κόσμου: ούτε σαν να απευθύνεται σε μεταπτυχιακούς φοιτητές (όπως ο Κ. Τσουκαλάς, που σέβομαι βαθιά), ούτε με τα μπούλσιτ και τις φιοριτούρες των πολιτικών. Η ελληνική κοινή γνώμη, εθισμένη να ακούει πασοκικό μπούλσιτ, κνίτικη συνθηματολογία ή δεξιοφιλελεύθερες εκθέσεις ιδεών και κηρύγματα, ξενίζεται. Δεν πειράζει.

GatheRate

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Μανχάτταν


Γεννήθηκα στο Μανχάτταν, στον Νέο Κόσμο.

Γεννήθηκα στην οδό Λέκκα. Γεννήθηκα στον Πειραιά και στο Κερατσίνι. Γεννήθηκα στο Gin Joint. Γεννήθηκα βεβαίως στο Λονδίνο. Γεννήθηκα στην Αιόλου, στην Κυψέλη, στην Ασκληπιού και στη Συγγρού. Παραλίγο να γεννηθώ στο Βερολίνο, αλλά δεν ήτανε γραφτό. Γεννήθηκα στην Αθήνα ξανά και ξανά. Και πάλι και πολλάκις.

Υπάρχουνε λοιπόν πόλεις που διαβάζω τους χάρτες τους σαν γενέθλιους χάρτες: τραβάω γραμμές μεταξύ σημείων πάνω τους και μαθαίνω κάτι για μένα, για το παρόν και για το παρελθόν και ίσως για το μέλλον. Ακολουθώ πορείες μέσα τους που στροβιλίζονται γύρω από παράξενους ελκυστές και λέω ότι κάπου οδηγούν, εκεί όπου τέμνεται το δικό μου και το συλλογικό, ο έρωτας και η γνώση, η αποδοχή και η ακοίμητη φλόγα, η μουσική και οι μεταμέλειες, η φιλία και το απρόσμενο, νέοι κόσμοι που αναδύονται μέσα από αυτόν εδώ, με τη ζωή του ο καθένας, και τρόποι για να βλέπεις. Κάθε τομή και σημείο, κάθε σημείο και τόπος: ολόκληρος πλανήτης άλλος γοργός και άλλος ψυχρός. Και γύρω τους ένα δαχτυλίδι με δώδεκα ζώδια, ένα δαχτυλίδι που φοράω στο αριστερό χέρι μου από τότε γεννήθηκα.

Υπάρχουνε λοιπόν, που λέτε, πόλεις των οποίων διαβάζω τους χάρτες σαν βιβλία στα λατινικά: πιάνω μια λέξη εδώ, μια φράση εκεί, κάτι γνώριμο σαν ρητό. Στα περιθώριά τους κρατάω σημειώσεις: Αυτό κάποτε ήξερα τι σημαίνει, τι να θέλει πια να πει. Αυτό δεν ξεχνιέται, το κάνεις και σλόγκαν και το χαράζεις πάνω σου ανεξίτηλα. Εδώ είναι ένα κενό γράμμα, εκεί ένας χρησμός που εξακτινώνεται και σε ερμηνεύει. Αν κοιτάξεις τις σελίδες του από εντελώς λοξά, όπως σε όλα τα βιβλία, βλέπεις χάρτες ξανά, όχι πια λέξεις: νησιά από μελάνι ανάμεσα στα οποία διακλαδίζονται σαν δέλτα ποταμών (ή μονοπάτια) οι λευκές ταινίες τις οποίες φτιάχνουν τα διαστήματα ανάμεσα στις αράδες και τα τυχαία κακοστοιχισμένα κενά ανάμεσα στις λέξεις.

Υπάρχουν χάρτες που φαίνονται απλοί: ένος κάνναβος πάνω σε ένα φαλλόσχημο νησί, ένα δαχτυλίδι που το κόβει ένα ποτάμι σαν κορδέλα, τρίγωνα και παραλληλόγραμμα που περικλείουν ακανόνιστους δρόμους και τέως ρέματα. Μέσα τους κλείνουν αδιανόητα μικροσύμπαντα, ό,τι έχει να πει μια ζωή, όπως και κάθε βιβλίο της προκοπής: ξανά και ξανά.

GatheRate

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015

Κενή ανάρτηση


Κάθομαι μπροστά στην οθόνη εδώ και μία ώρα και προσπαθώ να μη γράψω. Πασχίζω να μη γενικεύσω, να μη γίνω κακός (κι ας μου πάει) και να μη γίνω τρυφερός (όπως θέλω να είμαι, όταν αξίζει). Είπα να δω τον Λεβιάθαν, δυόμιση ώρες με Ρώσους που δεν είναι του Ταρκόφσκι -- όχι απόψε. Είπα να δω το Grand Budapest Hotel, αλλά λέω να το αφήσω για μια μέρα που δεν θα έχω όρεξη να γράψω.

Διαβάζω αποψάρες στο φέισμπουκ για να νυστάξω: κραυγές αιμοδιψείς για τους παιδεραστές, φιλολογικές διαμάχες για την παιδοφιλία. Δεκάδες οικονομολόγους, διεθνολόγους και ιστορικούς να εξηγούν φορτικά πολλά και δυσνόητα. Αφανείς γλωσσολόγους, πολιτικούς επιστήμονες και δικαστές να αγανακτούνε δικαίως. Πολλούς που απλώς και γενικώς ξέρουνε. Παρακολουθώ διακριτικά την καθόλου χαριτωμένη ακαταστασία της κυβέρνησης -- αλλά αν τα πράγματα πήγαιναν καλά, ακόμα Κώστα Καραμανλή θα ψήφιζε ο κόσμος, τι λέμε τώρα: από ιδρύσεως ΕΑΜ, προσπέφτουμε ικέτες στην Αριστερά αφού πρώτα μας πάρει οριστικά ο διάολος τον πατέρα και το σπίτι, όπως καταφεύγει μελλοθάνατος σε αγίους και θεούς.

Διαβάζω αποψάρες και αναλυσάρες, ζαλίζομαι λίγο. Άραγε οι αριστεροί της αυτοπεποίθησης (πολλοί σπουδαγμένοι στους ντετερμινιστικούς δογματισμούς της ΚΝΕ) και οι δεξιοφιλελεύθεροι της νηφάλιας απανθρωπιάς (βουτυροθρεμμένοι με καφρίλες ΔΑΠ-ΝΔΦΚ ή με απολίτικες ευαισθησίες και πολίτικες κουζίνες στο γύρισμα του αιώνα), οι απόστολοι της καλοσύνης και οι θυμόσοφοι ξερόλες, άραγε όλοι αυτοί είναι στ' αλήθεια σοφότεροι, σπουδαγμενότεροι, εξυπνότεροι, διαβασμενότεροι από μένα; Ίσως, γιατί εμένα το μυαλό μου δεν φτάνει εκεί όπου φτάνει το δικό τους και γι' αυτό για πολλά δεν ξέρω τι να πω.

Κάθομαι μπροστά στην οθόνη και καμαρώνω που δεν γράφω τίποτα, που δεν ρίχνω κι εγώ ακόμα μια αποψάρα κι ένα ανάθεμα για να γυρίζει ο μύλος. Που άφησα αυτό το παράθυρο εδώ που λέει "νέα ανάρτηση" κενό. Όμως, δεν έγραψα που δεν έγραψα τίποτα, τουλάχιστον να είχα διαβάσει κανα βιβλίο.

GatheRate

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

Θές με ὡς σφραγῖδα ἐπὶ τὸν βραχίονά σου

Η υπόθεση "έμπνευση" μού είναι ελαφρώς ακατανόητη.

Θέλω να πω, έμπνευση βρίσκεται παντού. Η δουλειά που πρέπει να επακολουθήσει είναι το πρόβλημα. Βεβαίως, μπορεί να τα λέω αυτά γιατί δεν είμαι ιδιαίτερα δημιουργικός άνθρωπος: από μουσική νούλλα, από εικαστικά Α' Γυμνασίου (και έχω χάσει την παιδική αφέλεια και δεν ξέρω να βλέπω) κι ατάλαντος, από πλοκή και ποίηση άχαχαχα. Πάντως την όποια έμπνευση συνήθως την περιμένω ήσυχα να έρθει. Τις περισσότερες φορές όταν ακούω μουσική ζωντανά ή σε δημόσιο χώρο -- και μετά ψάχνω εναγωνίως να σημειώσω ιδέες, συνήθως στο κινητό, άντε σε καμμιά απόδειξη με το στυλό της σερβιτόρας.

Ναι, νομίζω ότι για να έρθει η έμπνευση πρέπει πρώτα να χαλαρώσεις λίγο. Να χαζέψεις και να αφεθείς. Γι' αυτό και οι δημιουργικοί άνθρωποι έχουν ενταγμένους περιπάτους στην καθημερινή τους ρουτίνα. Καμμιά φορά βοηθάει το κρασί. 'Όχι η μπύρα, κατουριέσαι. Όχι το ουίσκι, χαλάει. Όχι το τζιν, ερεθίζει (ναι, λαγνικά).

Μιλώντας για καύλα, συμβαίνει κάτι πολύ ενδιαφέρον. Υπάρχουν φορές που έχεις κάνει έρωτα και περπατάς στον δρόμο, ή είσαι στο ντουζ, ή σε κάποιο ταξί ίσως, και συνειδητοποιείς ότι μόλις άλλαξε η ζωή σου, ότι μόλις άνοιξε μια ζωή μέσα στη ζωή σου, όπως -- λέει -- αναδύονται μικροσύμπαντα σαν αφρός μέσα από το δικό μας σύμπαν, το γνωστό και μη εξαιρετέο. Είναι κάτι φορές που φοράς τα ρούχα σου μετά ή τις μπυτζάμες σου και απλώς δεν πιστεύεις ότι έζησες κάτι τόσο -- πώς να το πω; Δεν θέλω να το πω "θεοτικό" και τέτοια: φτάνει πια με τις εξιδανικεύσεις και τις ερωτικές μεταφυσικές. Δεν πιστεύεις λοιπόν ότι έζησες ό,τι έζησες, ήτανε τρελό γαμήσι αλλά και πέρα και πιο δυνατό και πιο μακριά από τρελό γαμήσι. Είναι κάτι που η ανθρώπινη γλώσσα δεν έχει εξελιχτεί να διατυπώσει χωρίς να καταφεύγεις σε μεταφορές και σε μίζερες περιφράσεις. Κι έτσι στέκεσαι βουβά απέναντί του, αναπολείς τα καθέκαστά του, μισοξανακαυλώνεις. Σκιρτάς και λίγο. Χαμογελάς, επικαλείσαι ονομαστικά εκεί κι έναν όποιο Θεό, όχι από φόβο αλλά από καθαρή ευγνωμοσύνη.

Και σε λίγο αυτή η ζωή που αναδύθηκε αυθόρμητα και δυνατά, η καύλα, ο ίμερος, η ερωτοπραξία, το σκοτεινό κύμα των οργασμών που χτυπάει, η καθαρή χαρά μετά, το ξανά και ξανά, όλα μαζί αναλαμβάνονται στο στερέωμα της νοσταλγίας, αναλαμβάνονται από τη μνήμη. Σε λίγες ώρες, το επόμενο πρωί λόγου χάρη, δεν θα ξέρεις αν έζησες ό,τι έζησες πριν είκοσι, δέκα, πέντε, τρία, δύο χρόνια, πέρυσι, πριν έξι μήνες ή πριν ένα μήνα -- πάντως το προηγούμενο βράδυ, αποκλείεται, με τίποτα. Και θυμάσαι στιγμές στο φως και αφές και μυρωδιές και γεύσεις αλλά πιο πολύ θυμάσαι την ακατάβλητη μακαριότητα και την ανεκλάλητη χαρά, την παρουσία της γυναίκας. Και λες "για να το έζησα αυτό" -- κι ας νομίζεις ότι ήτανε μήνες και χρόνια πριν πια -- "για να το έζησα αυτό, κάτι καλό έφερε σ' εμένα κι η ζωή".

GatheRate

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

Φως ιμερικό


Καθόλου δεν αντέχω την υπερφωτισμένη πορνογραφία, να παρακολουθώ γαμήσια μέσα στην άπλετη φωτοχυσία χειρουργείου που καίει τις σκιές με εκτυφλωτικούς προβολείς στούντιο. Ίσως να ταιριάζει αυτή η φωταψία, τάχα μου ανυπόκριτη και ειλικρινής, στη φάση "όλα στο φως" της αμερικάνικης εποχής μας. Ίσως πάλι το χειρουργικό φως να είναι προϊόν εντελεχών ερευνών αγοράς, ίσως έτσι να καυλώνει το λεγόμενο μέσο αρσενικό, άλλωστε άντρες είμαστε: θέλουμε να βλέπουμε -- και μάλλον στο πόσα και στο πώς να διαφέρουμε τελικά.

Επίσης μου είναι πολύ αντιπαθείς οι ψευδοαισθαντικές λήψεις στην πορνογραφία όπου η βαζελίνη πασαλείβεται στον φακό ώστε να φτιάχνεται το κατάλληλο φλου, ένα φλου που με τη σειρά του γίνεται μεταφορά της ιμερικής μέθης, της καυλωμένης θολούρας, της τυφλοβδομάδας (που λέγαν οι παλιοί). Όπως ο υπερφωτισμός ανήκει στον θάλαμο βασανιστηρίων, η θολούρα ανήκει στην μνήμη και στην ανάμνηση, είναι προνομιακός χώρος της ποίησης. Κι από ποιητισμούς έχουμε χορτάσει.

Τέλος, ίσως χειρότερο από όλα στην τσόντα είναι το κιαροσκούρο της καψούρικης εξιδανίκευσης. Εδώ πάλι έχουμε να κάνουμε με υποκρισία: όχι, δε βλέπεις αυτό που βλέπεις για να καυλώσεις, παρά γιατί είναι κάτι πολύ αχβάχ και βαθύ -- και με τρόπους άλλους από τους πορνογραφικά προφανείς. Αυτές οι τσόντες με το πολύ και δήθεν κιαροσκούρο, όπως και οι φλου σε βαθμό σεβεντίλας, υποτίθεται ότι προορίζονται για γυναίκες. Τι να πω, ενδεχομένως έτσι να λέν οι έρευνες αγοράς.
 
Φυσικά, οι αντιρρήσεις μου δεν είναι αισθητικές, για τσόντα μιλάμε στο κάτω κάτω: από τα ελάχιστα genre με χειροπιαστό σκοπό και αποτέλεσμα (ένα δεύτερο είναι το μελό και ένα τρίτο το genre που περιλαμβάνει το Slumdog Millionaire). Υποθέτω λοιπόν παρακολουθώντας δύο (και τρεις και βάλε) ξένους κι άγνωστους ανθρώπους να λαγνεύονται, έως και να ξεσκίζονται άγρια κάθιδροι και μούσκεμα στα σάλια τους και σε όλα τ' άλλα, ότι τελικά ψάχνω και το φως από δικές μου αναμνήσεις και από δικές μου φαντασιώσεις.

Οι φαντασιώσεις μου πάντως αφορούν γυναίκες που γνωρίζω. Γενικά, δεν ξέρω να πλάθω χαρακτήρες, τουλάχιστον όχι για να πηδηχτώ μαζί τους κατα φαντασία. Επίσης, δεν διαθέτω ούτε πολλή φαντασία ούτε σκηνοθετικές ικανότητες. Όσο για άγνωστες γυναίκες, ω μα θα ήταν απρέπεια και, κυρίως, ματαιοπονία να κάθομαι να φαντάζομαι ότι κάνουμε κάτι μαζί: οι άγνωστες γυναίκες δεν μου λένε πολλά. Όμως, εν πάση περιπτώσει, ποιος νοιάστηκε για τις δικές μου σεμνές φαντασιώσεις; Απλώς λοιπόν λέω ότι και οι φαντασιώσεις μου φωτίζονται με τον τρόπο των αναμνήσεών μου.

Το φως στις ερωτικές αναμνήσεις, εκεί μάλιστα. Σε κάθε δωμάτιο, αυτοκίνητο ή χώρο υπαίθριο το φως είναι βεβαίως διαφορετικό, αν και γενικά προτιμώ να τείνει προς το σκοτάδι. Το φως στις ερωτικές αναμνήσεις μου είναι άλλοτε λοξό από σούρουπο, ή δροσερό και πρωινό. Άλλες φορές μόλις που ξεχειλίζει πίσω από χαραμάδες και αμέσως αραιώνεται μέχρι να γίνει μεσημβρινό ημίφως κλειστού χώρου. Θυμάμαι περιορισμένη φωταγώγηση από φανοστάτες της πόλης ή του χωριού, θυμάμαι και φωτισμό περίκλειστου παραδείσου, άλλοτε το ημίφως που παρέχει κάποιο τάχα ξεχασμένο πορτατίφ. Κάποτε το φως είναι διάχυτο γιατί εκπορεύεται από τους δρόμους της πόλης και τρυπώνει μέσα από ανοιχτές μπαλκονόπορτες, κάποτε γιατί το κόβουν και το φιλτράρουν βαρειές κουρτίνες.

Τα ερώτικα σώματά μας είναι αφή και φως. Η αφή αποχωρεί μαζί με τα σώματα, τη στερούμαστε όταν το ερωτικό σώμα απουσιάζει, η ανάμνησή της ξεθυμαίνει γρήγορα. Το φως που τα φωτίζει όμως μας εντυπώνεται, είναι η συντροφιά μας και η προσμονή μας.

GatheRate