Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Τρεις άθλιοι καφέδες της ζωής μου


Έκλεισε η καντίνα στη δουλειά λόγω ανακαίνισης. Την καφετιέρα στο γραφείο μου τη χάρισα πριν 3-4 χρόνια σε κάτι παιδιά που χρειάζονται καφέ περισσότερο κι από εμένα, άλλωστε συνήθως σταματάω και παίρνω καφέ από τον δρόμο πηγαίνοντας το πρωί στη δουλειά. Τις προάλλες όμως χρειαζόμουν καφέ κατά τις 11 και, κάτι που συνήθως δεν μου συμβαίνει. Σκέφτηκα ότι η κοντινή καφετέρια, περί τα 6+6 λεπτά περπάτημα αλέ ρετούρ, χρεώνει για καπουτσίνο μια βλακόσουπα με γάλα που φτιάχνει μηχάνημα. Σταμάτησα λοιπόν να πάρω καφέ από το φορτηγάκι που έχει σταθμεύσει δίπλα στην κλειστή καντίνα.

Βεβαιώθηκα ότι δεν θα έπινα ζεστό αχτύπητο νες, που είναι το εθνικό τους αφέψημα εδώ, και έδωσα το 1,60. Έβαλα το χάρτινο ποτήρι κάτω από το στόμιο, πάτησα το κουμπί και το τουρκοζούμι έσταξε. Black coffee, έγραφε δίπλα από το κουμπί.

Ο καφές ήτανε προσβολή, βεβαίως. Όμως αν και ήτανε τραχύς στο στόμα μου, μου ανέβασε μια γλύκα μικρή στην καρδιά. Σε μια στιγμή μαντλέν ανακάλεσα τον καφέ μηχανής στη Ρεν το '95 και τους αμερικάνικους καφέδες του '13.

Όταν αναζητούσα καφέ τον υγρό Σεπτέμβρη του '95 στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών, μας έστελναν στον αυτόματο πωλητή του εντευκτηρίου. Γενικά τρελαίνομαι για αυτόματους πωλητές, ιδίως σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, για να μην πω για εκείνους που πουλάνε θανατηφόρο τηγανητό τζανκ στην Ολλανδία: βάζεις ευρώ, ανοίγεις γυάλινο πορτέλι, τρως λιπαρά. Στη Ρεν λοιπόν έβαζες δίφραγκο (γαλλικό, πριν το ευρώ αυτά, παιδιά μου) έπεφτε πλαστικό (πριν την αειφόρο μας, ναι) ποτηράκι και ακολουθούσε μέσα του μέλαν ζέον νερόπλυμα. Που μύριζε πρωινό ξύπνημα μέσα σε μικροσκοπικό σταγονίδια υγρασίας που αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα μέσα στο χωρίς σκιές πανταχόθεν φως του Βορρά. Που είχε γεύση καβουρντισμένου βακελίτη και εσάνς ξύλου βερνικωμένου που σιγοκαίει στο τζάκι (όπως χρόνια μετά συνειδητοποιήσαμε).

Καμμιά φορά βρίσκαμε και τα 50 centimes εύκαιρα (ρέστα δεν δίνονταν) και έτσι εμπλουτιζόταν το ρόφημα με σοκολάτα (μόκα, και καλά) ή γάλα σκόνη (γάλα ρεζιλέ, γαλλιστί régilait). Είτε σκέτος, είτε με γάλα, είτε μόκα-και-καλά, ο καφές είχε πάντως χαρακτήρα. Καλός δεν ήταν αλλά ήταν χαρακτήρας. Και, δεν κάνω πλάκα, δίπλα στον αυτόματο πωλητή του καφέ υπήρχε άλλος αυτόματος πωλητής-ψυγείο, με βιτρίνα, που πούλαγε ορανζινά, κοκακολά και -- ναι -- μαντλέν σε συσκευασίες των δύο, ιδανικό βούτημα για τον καφέ της διπλανής μηχανής.

Το 2013 πήγα για είκοσι μέρες περίπου στην Αμερική. Δεν ήμουνα και πολύ στα καλά μου εκείνες τις μέρες και αυτό είχε να κάνει και με το γεγονός ότι η δουλειά δεν περπάταγε όπως θα ήθελα πέρα από κάποιες προοπτικές που ανοίχτηκαν και μετά έκλεισαν· εντωμεταξύ έπηζα τόσο πολύ εκεί, που διάβασα μέχρι και τον οκτάτομο Βούδα του Τεζούκα (που δεν μου πολυάρεσε). Ο συνάδερφος που με υποδέχτηκε την πρωτη μέρα με πήγε για φαγητό, εγώ ήμουνα μέσα στη γλυκειά μαστούρα του τζέτλαγκ, μου έδωσε ένα τσαντάκι με κάψουλες Keurig, το αμερικάνικο αντίστοιχο των νεσπρέσσο και των (ανώτερων) Dolce Gusto: "σε ξέρω", μου λέει, "θα τις χρειαστείς". Εγώ ήδη ήξερα ότι έχει στο δωμάτιό μου μηχάνημα και ότι ο καφές στην Αμερική είναι σχεδόν παντού σαν αλογίσιο κάτουρο φιλτραρισμένο μέσα από βαμβακερές κάλτσες πλανόδιου ιεροκήρυκα, ποικιλία robusta γαρ. Δέχτηκα το δώρο με απροσποίητη ευγνωμοσύνη.

Όμως χρειαζόμουν καφέ και εκτός δωματίου κατά τη διάρκεια της μέρας, χρειαζόμουν καφέ και μετά το πρωινό. Δεν πίνω καφέ μόνο για την καφεϊνη, ακόμα και όταν ήμουνα παιδί και σιχαινόμουν τη γεύση του, αγαπούσα το άρωμα του καφέ. Επίσης απαξιώ να δώσω 4 δολάρια και βάλε για κάτι αναίτια περίτεχνο σαν τα κατασκευάσματα των Στάρμπαξ και τα παρόμοια, εκτός αν είναι παγωμένα εκεί γύρω στις 6-7 μμ θερινή και η μόνη εναλλακτική λύση είναι η μπύρα. Για μένα ο καφές πρέπει να είναι κάτι ταπεινό κι αυτονόητο, λαϊκό αλλά υψηλής ποιότητας -- όπως στη Γερμανία και την Ιταλία. Αν θέλω γκουρμεδιές, ασχολούμαι κάλλιστα με τσάγια, όπου η γκουρμεδιά έχει νόημα. Δοκίμαζα λοιπόν διάφορους καφέδες, όλοι ανεξαιρέτως ήταν αλογίσιο κάτουρο φιλτραρισμένο μέσα από βαμβακερές κάλτσες πλανόδιου ιεροκήρυκα, διέφερε μόνον αν το άλογο ήτανε ντοπέ ή και σε οίστρο και ο βαθμός μέριμνας για το σώμα που επιδείκνυε ο ιεροκήρυκας. Τελικά βρήκα έναν καφέ λίγο κυριλέ που λεγότανε Green Mount ή κάτι τέτοιο χωριάτικο, έπαιρνα πάντα την ποικιλία που λεγόταν "ευρωπαϊκό χαρμάνι". Πινόταν.

Και μόλις την προηγούμενη βδομάδα συνειδητοποίησα ότι ο καφές του γαλλικού δίφραγκου και των τριών και πενήντα δολλαρίων δεν διέφερε και τόσο από το ζουμί που προμηθεύεσαι από αυτόματο μηχανάκι μέσα σε ένα φορτηγάκι. Και με αυτό το στιγμιότυπο μαντλέν αποκτάς τρία αυθαίρετα σημεία αναφοράς στη ζωή σου και μεταξύ τους διαγράφεις την αλλαγή και την πρόοδο.

GatheRate

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου