Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

Στο χαλί

Απόψε αισθάνομαι ησυχία: η πολλή δουλειά δεν ήρθε ακόμα και αρκετή δουλειά είναι πίσω μου. Το σπίτι είναι καθαρό και στρωμένο πια (27 βαθμοί την ημέρα, 11 τη νύχτα), πάντοτε αφορμή χαράς για μένα: συμβολικό σημάδι έλευσης του χειμώνα, του πολύ σύντομου χειμώνα εδώ και πολλά χρόνια.

Είναι τόσο ακύμαντη αυτή η ησυχία που αποφάσισα με χαρά να μείνω μέσα. Ήταν πολύ απλό: δεν πήρα κανέναν τηλέφωνο· εδώ και πολλά χρόνια είναι σχεδόν πειραματικά επιβεβαιωμένο ότι, άμα δεν τηλεφωνήσω εγώ, κανένας δεν κάνει την κίνηση να μου προτείνει να βγούμε.

Μετά από πολύ καιρό άκουσα μουσική (ξαπλωμένος στο χαλί, φυσικά), διάβασα, έφαγα. Μέχρι κι ο γάτος, που έχει πάθει αμόκ εδώ και τρεις βδομάδες, αποφάσισε να κοιμηθεί απόψε μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια να πολεμήσει με τα χαλιά, τα οποία έσωσε ο ξένος παράγοντας: έφαγε μια κατραπακιά όταν το παράκανε.

Διάβασα τη φοιτητική αυτοβιογραφία του Δύτη. Θαύμασα πόσα θυμάται, με πόση τάξη και λεπτομέρειες. Εγώ πάλι, νιξ. Εκτός από κάτι σπαράγματα: πανάκριβες τουλίπες, τα παιδάκια στα οποία έκανα ιδιαίτερα, η αίσθηση της χειμωνιάτικης Αθήνας (όπως στο πρώτο βιντεάκι εδώ), το μπρελόκ κάποιας μέσα στο 221, ένα δωμάτιο (θυμάμαι τη διεύθυνση ακριβώς) στο οποίο δέσποζε ένας θηριώδης αργαλειός, μια παράσταση της Ρηγοπούλου στο Παλιό Πανεπιστήμιο που δεν είδα, η διαρκής έλλειψη χρημάτων, το διαβατήριο που έβγαλα και δε χρησιμοποίησα (che fece per viltà un piccolo rifiuto), η αντικειμενικά θεοτική Σ.Κ., θλίψη, περίπατοι με τον Νίκο και η Φυσική, γεμάτα αμφιθέατρα -- μικρά πράματα, ασυνάρτητα. Α, ναι: κι η μυρωδιά βρεγμένων φύλλων το φθινόπωρο στο πάρκο, και ό,τι μου τη θύμιζε.



Κάπως έτσι λειτουργεί η μνήμη μου, γι' αυτό όταν διάβασα το Άλεφ του Μπόρχες, τριτοετής ή κάτι τέτοιο, ένιωσα να με χτύπησε ένας ευφρόσυνος τσιμεντόλιθος κατακέφαλα.



Ένα πράγμα πάντως καταλαβαίνω ξεκάθαρα και σχεδόν το βλέπω με διαύγεια πια: πέρασα τα φοιτητικά μου χρόνια με τα μυαλά και την καρδιά δεκαπεντάχρονου, όχι σαν εικοσάρης. Εικοσάρης έγινα πάρα πολλά χρόνια μετά.



Τέλος πάντων. Δεν είμαι ούτε των αναμνήσεων, ούτε των συνηθειών. Αλλά μου αρέσει η ησυχία, και στην ησυχία εντοπίζονται καλύτερα οι αναμνήσεις.

GatheRate

5 σχόλια:

  1. Θα πάει μακριά αυτό το πινγκ-πονγκ; :)

    Η επιλεγόμενη (μάλλον καταχρηστικά) "τάξη" στις δικές μου αναμνήσεις έχει να κάνει με το ότι έχω ένα είδος "χωρικής μνήμης". Η Θεσσαλονίκη ήταν για μένα μια ξένη πόλη, και πιο πολύ από τα παν/κά έτη η χρονολογική σειρά σχετίζεται με τα σπίτια που άλλαξα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. «Εικοσάρης έγινα πάρα πολλά χρόνια μετά».
    Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με τον Μπέντζαμιν Μπάτον.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Άμα δεν είχαμε και τον ολντμπόι να γράφει μαλακίες...

    :-Ρ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Στο χαλί είναι όμορφα!
    Και γω τα πέρασα κάπως ξώφαλτσα, πιο trendy ίσως, αλλά σκοτεινά, με μόνη εξαίρεση το εξίσου μελαγχολικό overdose σεξ, που στα δεκαπέντε δεν υπήρξε καν! ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. κανείς δεν μεγαλώνει τελικά..

    Κ.Κ.Μ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή