Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

Ορατών τε πάντων (και αοράτων)

Όταν ήμουν μαθητής ξεκίναγε από τις εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας η ένδοξη επανάσταση της νέας νεοελληνικής πεζογραφίας, με Πέτρο Τατσόπουλο και με Φαίδωνα Ταμβακάκη και, λίγο αργότερα, με Χρήστο Χωμενίδη. Η Εστία των άνοστων σκληρών εξωφύλλων και των γραμματοσειρών κατοχικού αλμανάκ, που μας έκανε να σνομπάρουμε την κλασική νεοελληνική πεζογραφία μέχρι να πιστέψουμε ότι δεν υπήρξε ποτέ, τώρα έβγαζε νέους συγγραφείς με εξώφυλλα Κυριτσόπουλου. Σίγουρα λοιπόν κάτι καλό ξεκίναγε, μια ένδοξη επανάσταση. Όμως η επανάσταση αυτή, όπως άλλωστε και η εγγλέζικη Ένδοξη Επανάσταση, γρήγορα εξέβαλε στη λίμνη της Μάιρας Παπαθανασοπούλου και των δεκάδων κλώνων της κυρίας Βαμβουνάκη. Πάντως ο Τατσόπουλος και ο Χωμενίδης παρέμειναν κοντά μας.

Το Σοφό Παιδί του ποτέ δεν μου άρεσε, ίσως γιατί μου έδινε την εντύπωση βιβλίου που θα μπορούσα να είχα γράψει εγώ τότε στα 17, τότε που ήμουν ένας περίεργος, ευφυής και φλύαρος φλώρος, τότε που και βαθιά αστοιχείωτος ήμουν και δεν παραδεχόμουν πόσο με έδερναν οι καύλες (όχι "η Καύλα", που ο εικοστός πρώτος εξιδανικεύει μέχρι καρηβαρίας). Ωστόσο υπάρχει ένα κείμενο πολύ πιο πρόσφατο του Χωμενίδη το οποίο ξεκινάει με εύρημα λαμπρό. Δυστυχώς, όπως ήδη πολλά κείμενα της τότε επανάστασης, το κείμενο εξαντλείται στο εύρημά του. Αξίζει όμως να το δούμε το εύρημα.

Στο "Στη Δευτέρα Παρουσία εγώ θα πάρω απουσία" (αυτός είναι ο τίτλος, νομίζω), η ανάσταση νεκρών που προσδοκούμε οι χριστιανοί (μαζί με τη ζωή του μέλλοντος αιώνος) επιτέλους έρχεται και η Αθήνα, αυτή εδώ η Αθήνα, αυτού εδώ του κόσμου, γεμίζει αναστημένους πρώην νεκρούς που προσπαθούν να βγάλουν άκρη τι συμβαίνει από εδώ και στο εξής. Ιδιοφυές, και το λέω χωρίς τον παραμικρό σαρκασμό. Αν ήταν ανάρτηση σε μπλογκ, θα ήταν από αυτές που παρακινούν ιδεαλιστές εκδότες να σε κάνουνε βιβλίο, να σε αποτυπώσουν στο χαρτί για να σου χαρίσουν την απατηλότερη αθανασία.

Όμως δεν είναι αυτό το θέμα μας. Στο κείμενο αυτό, που βγήκε έντυπο σε γνωστό φρηπρές, αυτός ο κόσμος και ο άλλος κόσμος επιτέλους τέμνονται. Αυτός εδώ ο κόσμος της Αθήνας: αυτό το πυκνό και δαιδαλώδες λείψανο που αναπνέει και ζει, αυτή η πόλη όπου μπορείς να μετρήσεις τους μήνες να περνούν παρακολουθώντας τις σκαλωσιές να κυλούν πάνω στις όψεις του Παρθενώνα, από Ανατολή προς Δύση και από νότια προς βόρεια. Με τον άλλο κόσμο, όχι αυτόν που είναι εφικτός, αλλά τον κόσμο που έχουνε στο μυαλό τους οι ζωντανοί να κατοικείται από όσους δεν είναι πια ζωντανοί. Επαναλαμβάνω ότι πρόκειται για ιδιοφυές εύρημα, που αντηχεί αξιοζήλευτα, σχεδόν κατά λάθος.

Πάντως κάποιοι από όσους βρίσκονται κοντά σε αυτόν τον άλλο κόσμο ακράδαντα πιστεύουν ότι δεν υπάρχει. Είναι συνήθως ασθενείς με ζωή ορισμένου χρόνου που μετριέται σε μήνες ή και σε χρόνια, αν είναι "τυχεροί στην ατυχία τους". Κι έτσι καλλιεργούν κάθε τους μέρα σε αυτόν τον κόσμο. Τους σκέφτομαι. Κάθε τους μέρα έχει βάρος και ηχόχρωμα, γίνεται μια μικρή ζωή η καθεμιά. Όσες μέρες, τόσες ζωές. Αυτές είναι οι πολλές ζωές ανθρώπων που δεν άφησαν τον πόνο και το θυμοφθόρο άγχος που σέρνει πίσω του να θολώσουν ούτε μια τους μέρα. Άνθρωποι που χτυπούν μορφίνες και μετά κάνουνε τη δουλειά τους. Γυναίκες αδειασμένες από σπλάχνα μα γενναίες και άντρες καταχαρακωμένοι που δεν χαρίζονται στη μιζέρια.

Υπάρχουν όμως κι άλλοι άνθρωποι, υγιείς μάλλον προς το παρόν, που δεν χαρίζονται στη μιζέρια -- πιστεύουν δεν πιστεύουν σε έναν άλλο κόσμο, κόσμο μάλλον εφικτό που όμως δεν θα προλάβουν να δούνε πριν κλείσουνε τα μάτια τους: οι φτωχοί. Βεβαίως, για τη φτώχεια και τους φτωχούς είτε δεν μιλάς, είτε μιλάς με τρόπο ηθογραφικό, βάζοντάς τη φτώχεια απέναντι για να την εξιδανικεύσεις ή για να την ερμηνεύσεις απ' έξω. Και στις δυο περιπτώσεις μπορεί να λειτουργήσει σαν φετίχ η φτώχεια, να γίνει το εργαλείο μέσω του οποίου θα τονίσεις μεγάλα συναισθήματα και θα αναδείξεις σπουδαία νοήματα που σε απασχολούν. Οι ίδιοι οι φτωχοί όμως παραμένουν υπαρκτά πρόσωπα.

Τους σκέφτομαι λοιπόν, τους φτωχούς που θα γλεντήσουν με ό,τι έχουν, συνήθως με τα κορμιά τους. Σώματα που δεν περνάνε για τακτικό σέρβις από ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα, που καταπονούνται από βαρέα και ανθυγιεινά ή από απλώς βαρέα ή κι από μη βαρέα αλλά αβάσταχτα επαγγέλματα, που φθείρονται από έρωτες καθήκοντος, από στερήσεις και από ατίθασα παιδιά. Σώματα που χρειάζονται το αλκοόλ και ό,τι άλλο βρίσκεται για να αεριστεί λιγάκι το ρετιρέ τους, η έδρα της ψυχής και το αδιανόητα πολύπλοκο αντικείμενο που είμαστε εμείς, έστω και για λίγο, έστω και σε εκείνη τη γωνιά της ημέρας ή της εβδομάδας που το επιτρέπει η χειρωναξία και οι παραλλαγές της. Και οι φτωχοί εκείνοι ξέρουν πως αυτός είναι ο κόσμος και ότι δεύτερη ζωή δεν έχει. Και είναι μεγαλύτεροι από τις ηθογραφικές σκιαγραφήσεις μας, βαθύτεροι από τις αναλύσεις μας και πιο δυνατοί από τον πατερναλισμό μας.

GatheRate

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου