Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Ο Άντσο της Μελκ λαγνουργεί


Το όνομά του το είχα χρόνια ξεχασμένο. Πριν λίγα δευτερόλεπτα έμαθα ότι είναι Adso και όχι Anzo, όπως νόμιζα έχοντας διαβάσει το Όνομα του Ρόδου" σε ελληνική μετάφραση, της Ε. Καλλιφατίδη νομίζω.

Το βιβλίο με είχε εντυπωσιάσει σφόδρα. Αυτό βεβαίως επετεύχθη αφού ξεπέρασα τις πρώτες εκατό σελίδες, στις οποίες κόντεψα να πεθάνω με τη Σύνοδο της Κωνσταντίας και με κάτι θεολογικοδογματικά που ποσώς με ενδιέφεραν ή καταλάβαινα -- άλλωστε είθισται να μην καταλαβαίνεις ό,τι δεν σε ενδιαφέρει. Το διάβασα το καλοκαίρι των 15 ή των 16 χρόνων μου, νομίζω, δεν θυμάμαι. Θυμάμαι σκόρπια πράγματα: τη βιβλιοθήκη, που θα ξανάβρισκα στον Μπόρχες, λατινικά τσιτάτα, τη φάση "Δεύτερο βιβλίο Περί Ποιητικής", ποιος ήταν ο δολοφόνος, πολλές εικόνες έντονες τότε και τώρα ξεχασμένες. Και φυσικά μού έμεινε η ερωτική σκηνή.

Στο βιβλίο ο μοναχός Άντσο της Μελκ αναπολεί τον καιρό που ήτανε δόκιμος και πνευματικοπαίδι του Γουλιέλμου του Όκκαμ ή του Άνσελμου του Καντέρμπουρυ (αυτουνού που οι Ιταλοί αποκαλούνε της Αόστας), ή κάποιου φανταστικού χαρακτήρα που είναι λίγο κι από τους δύο, δεν θυμάμαι. Τότε, ενώ βρισκόταν στο μοναστήρι όπου κάποιος σκότωνε καλόγερους, ο Άντσαο γαμιέται με μια ζουμερή χωριατοπούλα μέσα σ' έναν αχυρώνα (βεβαίως). Ωραίες φάσεις, εφάμαρτες.

Η κοπέλα που καβαλάει (μάλλον) τον άπειρο νεαρό δόκιμο περιγράφεται ως σαρωτική καλλονή και θεοτική μουνάρα, βοηθάνε να το εμπεδώσουμε αυτό και διάφοροι βιβλικοί χαρακτηρισμοί στα λατινικά, σε βαθμό που όταν βλέπεις ποια την παίζει στη νερόβραστη κινηματογραφική μεταφορά του έργου απογοητεύεσαι και θυμώνεις λιγάκι. Για να γίνω σαφέστερος, όταν διαβάζεις για την κοπέλα που ξεπαρθένιασε τον Άντσο, πλάθεις μια Λολομπρίτζιτα μεσαιωνική με ολίγο τσαγανό από Μπαρντό στο "Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα".

Η αφήγηση γίνεται από τον ίδιο τον Άντσο στα γεράματα. Ο Έκο έχει φροντίσει να διαθλάσει την αναπόδραστη ερωτική νοσταλγία μέσα από επιβεβλημένη καλογερίστικη ενοχή με αποτέλεσμα εγώ ως αφελής και λίγο αλλού γι' αλλού αναγνώστης να αναρωτιέμαι πώς γίνεται κάτι όμορφο κι εκστατικό να είναι πηγή τόσης και τόσο αψιάς ενοχής -- κάπως έτσι στήνει την προβληματική του και ο ίδιος ο αφηγητής, βεβαίως. Γενικά, το πρόβλημα της σεξουαλικής ενοχής ως παραδόξου με απασχολούσε πολύ τότε και είχα καταλήξει, αφελέστατα, να πιστέψω για πολύ λίγο ότι είναι υποπροϊόν και απόβλητο του κοινωνικού συντηρητισμού και όχι της χριστιανικής πίστης καθεαυτής. Παράλληλα μου φαινόταν η ισόβια ερωτική αποχή και η επί της αρχής εξάρτηση των μοναχών από την ονείρωξη πράγμα βάρβαρο, απάνθρωπο και (όσο και να το εξιδανίκευαν με θείους έρωτες και, σόρυ κιόλας, παρόμοιες μπούρδες με Νυμφίους διάφοροι καλόγεροι που μίλησα μαζί τους) απίστευτα άχαρο τρόπο να συσσωρεύσεις αξόδευτη ζωή· σε αυτό δεν άλλαξα γνώμη: η απέχθειά μου για τη θεσμοθετημένη στέρηση και αγαμία δεν λυγίζει με τίποτα.

Η ερωτοπραξία στο Όνομα του Ρόδου εντυπωσίασε κι άλλους εκτός από εμένα. Ως κριτικός ο Έκο ήξερε καλά πόσο μαύρα χάλια μπορεί να γίνει η περιγραφή του γαμησιού. Επιλέγει λοιπόν να την αποδώσει με σνάπσοτ, αλλά όχι απαραιτήτως φωτογραφικά: ο στροβοσκοπικός φωτισμός της αφήγησης σκάει σαν φλας με ρυθμό και φωτίζει εντυπώσεις, διαθέσεις, αισθήσεις, ρητά -- και μόνο δευτερευόντως πράξεις και εικόνες. Φωτίζονται φωτορυθμικά λεπτομέρειες. Με πρόσχημα την καλογερίστικη σεμνοτυφία του παρθένου δόκιμου μοναχού η αφαιρετική αφήγηση μέσω αυτής της στροβοσκοπικής περιγραφής της λαγνουργίας εξακτινώνεται και η ίδια.

Γνωρίζω ότι η ερωτοπραξία στο Όνομα του Ρόδου εντυπωσίασε κι άλλους εκτός από εμένα γιατί ασχολήθηκε εκτενώς με το πώς την έγραψε ο ίδιος ο Έκο στο Επίμετρο στο Όνομα του Ρόδου. Εκεί, απ' ό,τι θυμάμαι, λέει ότι ακολουθούσε με τη γραφομηχανή του τον "ρυθμό της περίπτυξης". Το δοκίμασα λοιπόν κι εγώ περιγράφοντας γραπτώς ερωτοπραξίες. Δεν δούλεψε στην περίπτωσή μου, ίσως γιατί δεν έχω γραφομηχανή.

GatheRate

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου