Δε μου αρέσει να οδηγάω, όμως αυτό το σαββατοκύριακο έγινα ταξί. Για τις διαδρομές στον αυτοκινητόδρομο πήρα μαζί μου μπόλικη μουσική. Άκουσα ξανά τα χάλκινα πνευστά του τρίτου μέρους της
Ποιμενικής, κανονικά ουράνια τεντζερέδια, στον δρόμο για το λάιβ της Ute Lemper. Μετά άκουσα την Πέμπτη του Σούμπερτ, την οποία δεν είχα προσέξει πριν, αφού το ρεπερτόριό μου ως ακροατή δεν έχει επεκταθεί σοβαρά από τον καιρό που άκουγα στη ζούλα τις κλασσικές κασέτες (χρωμίου, παρακαλώ) από τη συλλογή του πατέρα μου. Μόνη, ίσως, εξαίρεση ο Μπαχ.
Σκεφτόμουν αυτούς που λένε ότι ακούνε "κλασσική μουσική" για να χαλαρώσουν και να ηρεμήσουν, μάλιστα αυτή είναι η βασική λειτουργία του βρετανικού σταθμού εθνικής εμβέλειας
Classic FM. Σαφώς υπάρχει παλιότερη μουσική που χαλαρώνει κι ηρεμεί, πολλή από αυτή τη μουσική γράφτηκε ακριβώς για να χωνεύει ευχάριστα ο Λουδοβίκος ΙΔ' (Lully), κάτι Βενετσιάνοι (Vivaldi), Εγγλέζοι βασιλέδες (κάποιες παραγγελίες του Haendel), οι Εστερχάζηδες (Haydn), ο Πρίγκηπας-Αρχιεπίσκοπος του Ζάλτσμπουργκ (Mozart, μέχρι που τον μούτζωσε) -- κτλ.
Όμως γιατί να καταφύγω σε 'χαλαρωτική' μουσική 200 και 400 ετών, όταν υπάρχει η Sade και η σύγχρονη αφρώδης ποπ; Πάντοτε πίστευα ότι, άμα κάνεις τον κόπο να εναντιοδρομήσεις μέσα σε τόσους αιώνες μουσική ιστορία, καλά θα κάνει να αξίζει τον κόπο. Για απλή χαλάρωση, η χρήση όπερας του Μοντεβέρντι ή τραγουδιών του Μέντελσον σαν να είναι μουσική ασανσέρ ή παπαριά του Brian Eno δεν νομίζω ότι αξίζει τον κόπο. Υπάρχουν νεώτερες, ευληπτότερες (για εμάς του 2008) και χαλαρωτικότερες μουσικές.
Μετά την παράσταση-ρεσιτάλ-διάλεξη της Ute Lemper και την καλή παρέα μιας φίλης, μπήκα στο αμάξι κατά τις μιάμιση για να κάνω τα 80 χιλιόμετρα μέχρι το σπίτι. Ήξερα ότι θα βαριέμαι, ότι θα είναι άδειος ο αυτοκινητόδορομος, ότι ίσως με πιάσει ένας τόσος δα νυσταγμός, οπότε Μπετόβεν και πάλι,
Ενάτη. Χτες ήτανε μια καθαρά γερμανική μέρα, δηλαδή.
Καθώς άκουγα το σκέρτσο ονειροπολούσα. Σκεφτόμουνα σε λάιβ ποιανού συγκροτήματος θα ήθελα να μπορούσα να έχω πάει. Σκέφτηκα τα προφανή: Beatles, Stones (αν και, να 'ναι γεροί οι άνθρωποι, έχουν ακόμα ολόκληρη τη ζωή μπροστά τους), Bowie γύρω στα 1979, λ.χ. (πάντως το 2002 τα εισιτήρια για τη συναυλία του
στο δικό του Meltdown στο Λονδίνο εξαντλήθηκαν σε 15 λεπτά).
Πηγαίνοντας ακόμα πιο πίσω, και εν μέρει λόγω και της μουσικής που έπαιζε, σκέφτηκα πως θα ήθελα να είμαι στην
πρεμιέρα της Ενάτης. Θα είχα πάει από νωρίς, όπως πάντα. Θα είχα ακούσει όλες τις φήμες και θα τις είχα φιλτράρει, λιγότερο ή περισσότερο προσεκτικά.
Η συναυλία θα ξεκινούσε με τη
Missa Solemnis. Ο συνθέτης θα έκανε ότι διευθύνει, ενώ στην πραγματικότητα οι μουσικοί και η χορωδία θα ακολουθούσαν τον άλλο μαέστρο. Μετά το Kyrie, που σου πιάνει την ψυχή και σου τη στίβει και την απλώνει στους αναξιόπιστους αέρηδες της αιωνιότητας, δε θα ακολουθούσε το Benedictus και το εξωπραγματικό σόλο βιολί του, που είναι ό,τι πιο κοντινό υπάρχει στον
Παράδεισο (αν εξαιρέσεις την Αγάπη): εκείνη τη βραδιά έπαιξαν μόνο τα τρία πρώτα μέρη της Missa.
Μετά θα άρχιζε αυτό το ακατονόητο πράμα, με τις μετρημένες αλλά αψυχολόγητες εκρήξεις του -- κι εκείνο το απροσδόκητο πένθιμο εμβατήριο των 40 δευτερολέπτων στο τέλος του πρώτου μέρους, με το σκέρτσο που νομίζεις πως θα ταλαντώνεται ατέρμονα μεταξύ της περίπτυξης και της ενατένισης -- ώσπου τερματίζει απότομα με ένα κλείσιμο του ματιού, με το λυρικότερο αργό μέρος που έγραψε ποτέ ο Μαέστρο, με την έκπληξη να βλέπεις να ξανασηκώνονται οι τραγουδιστές μετά από πέντε-έξι λεπτά αφού ξεκινήσει το τέταρτο μέρος, για να σου πούνε κάτι που είναι λίγο επαναστατικό τραγουδάκι (λένε ότι αντί για 'Freude, schöner Götterfunken' τραγουδούσαν πολλάκις '
Freiheit, schöner Götterfunken'), λίγο άθρησκος ψαλμός, λίγο παιάνας όλο χαοτικά κοσμογονικές αρμονίες, λίγο τραγουδάκι της τάβλας.
Μετά η αποθέωση. Θα χειροκροτούσα όπως πάντοτε όταν είμαι εκστασιασμένος με τη μουσική: όρθιος, χαμογελώντας κάπως σφιγμένα, με τα χέρια να χειροκροτούν λίγο πιο ψηλά από το ύψος των ματιών και των αυτιών.