Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2015

Μετά τη (Γεωργική) Επανάσταση


Για τα πολιτικά τη γνώμη μου την είπα εδώ. Απλώς προσθέτω ότι είχαμε μια διπλή αυτοκτονία προχτές -- τίποτε απολύτως δεν έχει τελειώσει, τίποτε απολύτως δεν έχει επουλωθεί. Ας μη μας καβαλάει το συμβολικό.

Όμως άλλα με τρώνε τώρα. Περιοχές της ανθρώπινης ζωής και εμπειρίες που απαιτούν να στασιάσουμε, συλλογικά και ατομικά.

Πατριαρχία

Δύο σοφά τραγούδια έχει γράψει ο Λένον. Το ένα είναι το Working class hero, που είναι και τραγουδάρα. Το άλλο είναι αυτό. Με ενοχλεί βαθιά ο τρόπος που ασχολούνται με το στραβοπάτημα της Μαντόνας, είναι γριά και θα έπρεπε να κάτσει σπίτι της λέει, ενώ τα παλληκάρια οι Στόουνς να παίζουνε και να χορπηδάνε μέσα από τα φέρετρα. Με εξαγριώνει αυτό που είναι της μόδας να λέμε slut shaming, όρος που απλώς κουκουλώνει την ευκολία και τη χυδαιότητα της αγροτοποιμενικής ηθικής μας: μιας ηθικής που με διαπόμπευση και με ενοχή πασχίζει να αλυσοδέσει το μουνί για να ελέγχουμε τα αρσενικά τη ροή της κληροδοσίας και για να κατευνάζουμε τις μικροδυναστικές μας αγωνίες. Φρίττω με όσα γίνονται στην Τουρκία και καμαρώνω για τους αριστερούς (εκεί η αριστερά δεν είναι σέρτικη και μπουζουκονταγλάν -- αλλά οι Τούρκοι έτσι κι αλλιώς εδώ και δεκαετίες μάς βάζουνε τα γυαλιά) που κατέβηκαν με τις φούστες να διαμαρτυρηθούν. Και μη βαυκαλίζεστε ότι εδώ είμαστε καλύτερα.

Η πατριαρχία δε γνωρίζει τάξεις, κουλτούρες, εθνότητες -- δεν καταλαβαίνει τίποτα, ντιπ για ντιπ. Η πατριαρχία είναι η χρόνια, η προαιώνια, καρδιοπάθεια που ψωνίσαμε με τη Γεωργική Επανάσταση. Είναι η πραγματική κατάρα της Εδέμ. Παραφράζοντας τον Γκορ Βιντάλ, η πατριαρχία είναι το μεγάλο, ανομολόγητο κακό στο κέντρο κάθε κουλτούρας. Όπως ήταν και η δουλεία, άλλωστε. Όπως λοιπόν και εναντίον της δουλείας, θα χρειαστεί σφοδρός κι ανελέητος πόλεμος εναντίον της, αφού η πατριαρχία αποτελεί και κιβωτό αδιανόητων προνομίων και για τον τελευταίο μαλάκα άντρα και αστείρευτη πηγή βαρβαρότητας.

Μισαλλοδοξία

Αφού κατέστρεψαν βουδιστικά μνημεία οι Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, ήρθε η σειρά να λεηλατηθούν και να βανδαλιστούν οι ασύλληπτα πολύτιμοι θησαυροί του Ιράκ. Προηγήθηκαν ερασιτέχνες αρχαιοκάπηλοι τον καιρό της εισβολής των δυτικών δυνάμεων στο Ιράκ, εγχώριοι και μη. Είδαμε και εμείς σήμερα τα καμένα βιβλία της Μοσούλης και της βαριοπούλες εναντίον γλυπτών. Σε μια από τις εστίες της Γεωργικής Επανάστασης.

Αλλά όμως τι κάνει το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος; Τι κάνουν οι οπαδοί του; Καθαιρούν και συντρίβουν τα είδωλα. Αποκαθηλώνουν εικόνες αρχέγονων δαιμόνων και ψεύτικων θεών. Αυτά είναι γνωστά καμώματα των μονοθεϊστών: είναι ζηλότυπος ο ένας Κύριος και Θεός τους και επίβουλος και μοχθηρός ο άγγελος σατάν τους. Τα ξήλωσαν τα είδωλα και οι εικονοκλάστες προτεστάντες, και ο Σαβοναρόλα, και οι εικονομάχοι, και οι ευσεβείς Γότθοι, και η αρχαία Εκκλησία όταν σήκωσε κεφάλι. Έτσι σπάρθηκαν οι εξοχές με αρχαίες πέτρες για να γράφει ο Σεφέρης τα δικά του, έτσι γέμισαν ακρωτηριασμένα αρχιτεκτονικά μέλη τα κτίσματα δύο χιλιετιών, έτσι έχασαν κεφάλια και όρχεις τα αρχαία αγάλματα. Μη φρικάρετε. Πάνω και από την Ιστορία της Τέχνης υπάρχει ο Θεός.

Επιπλέον, δε γίνεται να θρηνούμε έργα τέχνης και βιβλία όταν έχει σκοτωθεί έστω και ένας άνθρωπος: όταν κατακρημνίζονται άνθρωποι γιατί είναι ομοφυλόφιλοι, όταν σφάζονται άλλοι σαν πρόβατα γιατί είναι χριστιανοί. Όταν επιπλέον αυτά τα χέρια τα οπλίζει, όχι η θεοκρατική σέχτα των πρόστυχων σαουδαράβων ή οι μαυροφόροι αγιατολλάχ του Ιράν, παρά η Δύση της Δημοκρατίας και των Δικαιωμάτων και του Je suis Charlie.

GatheRate

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

Αριστεία και κακοποίηση

Ο γλωσσοκεντρισμός, είτε ως εμμονική "ονομάτων επίσκεψις" των Σχολαστικών του Μεσαίωνα, είτε ως τα λογοπαίγνια κι οι μεταφορές των αποδομιστών που παριστάνουν τις ερμηνείες, είναι παιδική ασθένεια της θεωρητικής σκέψης. Δεν πρέπει λοιπόν να δίνουμε πάρα πολλή σημασία στις λέξεις: οι έννοιες μετράνε.

Ωστόσο, δεν είναι ενδιαφέρον ότι δεν υπήρξε και δεν υπάρχει όρος για το bullying στα ελληνικά; Λέω ότι αυτό το κενό μπορεί να οφείλεται στο ότι το bullying, η βία από θέση ισχύος προς τον αδύναμο, είναι μέρος της κουλτούρας μας, δε χρειάζεται καν να ονομαστεί η έννοια, που υπάρχει και με το παραπάνω: να προγκήξεις το χαζό, την τσουλίτσα, τον γύφτο, τον μπατζάκα, το πουστράκι, το παρλιακό, τον τραυλό, την παρμένη, τον μαμάκια, τη θεούσα, το σπασικλάκι, τη μυξού, το υπερκινητικό, το φυτό, τον αυτάκα, το σακάτικο, το σπυριάρικο, τον μπουχέσα κτλ. Όχι απαραιτήτως βίαια, όπως στη βόρεια Ευρώπη -- συνήθως το πολύ να ρίξεις καμμιά κατραπακιά. Αλλά ο άκαμπτος ετεροκαθορισμός και οι ανεξίτηλες ετικέτες (σαν τη σφραγίδα του Κάιν, τι ετικέτες) είναι μέρος του πώς διανέμονται οι ρόλοι στην πάντοτε αγροτοποιμενική και άτεγκτη κοινωνία μας. Και η βία, συμβολική, λεκτική ή σωματική, αγελαία συνήθως, είναι μέρος του πώς επιβάλλονται. Πομπέματα είναι αυτά κατά βάθος.

Από την άλλη η τελετουργικά διαρθρωμένη κουβέντα περί αριστείας. Τον όρο (να τες πάλι οι λέξεις) 'αριστεία' τον πρωτοάκουσα πριν 7-8 χρόνια, στη δουλειά, μέσα σε συμφραζόμενα όπως "ανταγωνιστικότητα", "προσέλκυση κονδυλίων' κτλ. Και πάλι, η έννοια υπάρχει και παραϋπάρχει ήδη και προϋπάρχει της νεοφιλελεύθερης καραμέλας: παιδιά του ελληνικού σχολείου είμαστε, στο κάτω κάτω, που μοίραζε βραβεία και αριστεία, που γινόσουν επίτιμος δήμος σταρένιος της τάξης αν ησουν αριστούχος, ενώ αν αρίστευες ως "ο πρώτος των πρώτων" κράταγες και τη σημαία. Όλο το σχολείο είναι χτισμένο πάνω στις ανάγκες (;) των καλών μαθητών, εμείς οι άριστοι "που γαμάγαμε" τάχα (άρα δεν ήμασταν εντελώς φυτά, σπασικλάκια κτλ) ήμασταν ο ανθός, και καλά, της ελληνικής νεολαίας. Ο ανθός στην αμμουδιά. Οι άριστοι.

Χωρίς να μπορώ να προσφέρω ανάλυση σε βάθος και εγκυκλοπαιδικότητα, χωρίς να είμαι διαλεκτικός ή κριτικός, λέω απλώς ότι οι δύο ξενώνυμοι όροι, το bullying και η αριστεία (από το excellence) ήρθαν να ονομάσουν δύο βασικά στοιχεία της νεοελληνικής παράδοσης και της κοινωνικής μας πραγματικότητας: τη βία απέναντι στον αδύναμο Άλλο και την καλλιέργεια στον υπερθετικό του προτύπου που το μεγάλο Μικρό Χωριό Κακό Χωριό στανικώς επιβάλλει στον καθένα μας.

Και αυτά τα γράφω γιατί ξέρω ότι θα ξεχάσουμε το παιδί τον Γιακουμάκη, που ποιος ξέρει ποιες κομπλεξικές υπάρξεις το βασάνιζαν και για πόσο, το λέω γιατί ξέρω το εξής:
Θα ξεχάσετε τ__ ________ όπως ξεχάσατε τον Άλεξ, την Αμάρυνθο, το Πλατύ, τους εκατοντάδες κακοποιημένους και νεκρούς μετανάστες (οι πιο πολλοί Αλβανοί φονιάδες, ντάξει;), τους δεκάδες νεκρούς και κακοποιημένους της αστυνομικής βίας στις πόλεις μας, τους μπαζωμένους Ρομά. Και τι να κάνουμε, στο κάτω κάτω.
Τα γράφω γιατί νιώθω μεγάλη θλίψη και τρόμο. Ξορκίζω με κείμενο τον φόβο ότι το παιδί το φάγανε κι ότι θα μείνει για πάντα χαμένο, όπως ο Άλεξ, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι μέσα στο Κωσταλέξι όπου ζούμε.

GatheRate

Καθαρά Δευτέρα


Βγήκα από το μετρό, με πλησίασε ένα παιδί γύρω στα είκοσι "Μπορείτε να μου πάρετε κάτι να φάω γιατί πεινάω;". Το αγνόησα γιατί βιαζόμουν, είχα αργήσει.

Φτάνοντας στην ψαροταβέρνα, είδα ότι οι γονείς μου δεν είχαν ακόμα καταφθάσει. Η ψαροταβέρνα δεν είχε ταμπέλα, είχα τον νου μου λοιπόν. Βλέπω μέσα από την τζαμαρία ότι σταματάει ένα ταξί, βγαίνουν οι δικοί μου από μέσα, αποπροσανατολισμένοι ως συνήθως. Σηκώνομαι από την καρέκλα και βγαίνω έξω να τους προϋπαντήσω.

Με το που τους ξαναβλέπω, συνειδητοποιώ ότι πηγαίνουν αντίθετα, προς τα Γκούντυς. Συνοδεύονται από έναν τύπο που δεν ξέρω.

"Μπαμπά!", φωνάζω. Καμμία απάντηση. "Μπαμπά!", ξαναφωνάζω. Οι τρεις τους, οι γονείς μου και ο άγνωστος τύπος, κατευθύνονται προς τα Γκούντυς. Δεν τρέχω να τους προφτάσω γιατί νομίζω ότι καταλαβαίνω τι γίνεται.

Τον φωνάζω με το επώνυμό του. Γυρίζει, με κοιτάζει και με χαιρετάει, μετά στρέφεται πάλι προς την άλλη και συνεχίζει προς Γκούντυς. Αμέσως μετά στέκεται και μου κάνει νόημα. Του δείχνω την ταβέρνα και αυτός ο πάντα δυσνόητος και συνήθως απρόβλεπτος άνθρωπος μου κάνει νόημα να πάω πίσω, "έρχομαι σε λίγο", προσθέτει.

Οι τρεις τους κατηφορίζουνε προς Γκούντυς, εγώ επιστρέφω στην καρέκλα μου.

Σε λίγο έρχονται και οι γονείς μου. Ξέρω τι έκαναν. Ο πατέρας μου, ήδη από τον καιρό που δούλευε στην Καθημερινή στη Σωκράτους, όταν τα πρεζάκια της Ομόνοιας ήτανε τα εξής δεκαπέντε μετρημένα, όποτε του ζητάνε χρήματα "για να φάω κάτι", πάει μαζί τους στο κοντινότερο Γκούντυς ή τυροπιτάδικο ή σαντουιτσερί, και απλώς πληρώνει την παραγγελία κι εξαφανίζεται (μη δώσει λάθος εντύπωση -- όπως πάντα). Δε μιλάει ποτέ γι' αυτά αλλά τον έχω δει 2-3 φορές. Κατάλαβα ότι πάλι αυτό έγινε.

Κάθησε δίπλα μου μάλλον αναστατωμένος, όσο αφήνει να φανεί. Από κάτι μισόλογα, σχεδόν παραμίλαγε, κατάλαβα ότι τον ενόχλησε που ο τύπος ο οποίος πείναγε ήταν ένας "κανονικός" άνθρωπος, "ούτε περιθωριακός, ούτε άστεγος". Δεν είχε καν όρεξη να πολυφάει. Υπενθυμίζω ότι κατάγεται από σόι Πολιτών στο οποίο τρώμε τον αγλέουρα στην καθησιά μας, συνήθως βογκώντας ελαφρά κι επιφωνώντας, κομψά μεν ευδιάκριτα δε.

Τον ρώτησα τι τον "τσάντισε": δεν αναστατώνεται, δεν θλίβεται, δεν μελαγχολεί, δεν πικραίνεται, δεν αποκαρδιώνεται, δεν στενοχωριέται, δεν φοβάται -- μόνο τσαντίζεται. Του είπα ότι κι εμένα με πλησίασε ένα παιδί ζητώντας να του πάρω κάτι να φάει, όχι ο τύπος που πλησίασε εκείνον.

"Με τσάντισε ο κερατάς ο Σαμαράς, το καθήκι, που άφησε τόσο κόσμο να πεινάει."

Μετά κοίταξε από την αλλη.

GatheRate

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2015

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ


Αυτη είναι η 1012η ανάρτησή μου. Στις 19 Φεβρουαρίου του 2005 ανέβασα την πρώτη μου ανάρτηση, μετά από συνεννόηση με τον Rakasha. Είχα ήδη ξεκινήσει το αγγλόφωνο μπλογκ μου. Στο ελληνικό θα έγραφα για θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος, το άλλο θα παρέμενε προσωπικό.

Δέκα χρόνια μετά, το αγγλόφωνο μπλογκ, που προοριζόταν για εκτόνωση, γκρίνια, ενδοσκόπηση κι αυτοσχέδια ψυχοθεραπεία φυτοζωεί. Το εξίσου τουρλού αλλά "ελληνικού ενδιαφέροντος", αυτό εδώ, ζει και βασιλεύει. Αυτό μας λέει κάτι για το δοκιμασμένο πια μέσο του μπλογκ: η άτεχνη ενδοσκόπηση και το άγαρμπο λήρημα αφορούν μόνο το ημερολόγιό μας και τα φιλαράκια μας που πίνουμε καφέδες ή τζιν. Έτσι βρήκε τον ρόλο του και το τουίτερ, έτσι θα γίνει και με το facebook, στο οποίο προς το παρόν βάζουμε τεμενάδες για να μας κρατήσει στις τάξεις του.

Γεροί να είμαστε και τα καλύτερα έρχονται.

GatheRate

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

όπου ο Σατανάς κατοικεί

Αυτή η φράση ακουγόταν από τη στριγγιά, όταν τελικά την ύψωνε, φωνή ενός ηγούμενου, του "πατρός Αθανασίου" (κι όχι "πάτερ Θανάση") στο Στόμιο του Κισσάβου. Πανέμορφος ο Κίσσαβος, χορταίνεις δάσος, δάσος θα ξαναχόρταινα μεταξύ Ιωαννίνων και Τρικάλων το 2012. Και το μοναστήρι του βρισκόταν σε ένα από τα πιο όμορφα σημεία του Κισσάβου. Όμως εγώ τη φράση θυμάμαι να την ακούω στον καύσωνα της Λάρισας, από ένα κασετόφωνο: η θεία μου είχε αναρίθμητες κασέτες με τη σειρά κηρυγμάτων του πατρός με θέμα την Αποκάλυψη. Το κήρυγμα πήγαινε αργά, σε φάση εδάφιο ανά κασέτα. Τις κασέτες τις άκουγε η θεια μου όπως εμείς ακούμε ραδιόφωνο, κάτι να παίζει στο βάθος. Κάτι ωφέλιμο.

Το θέμα όμως είναι πώς κατέληξα να ακούω το κήρυγμα από κασέτα μέσα στην κουζίνα. Η εξήγηση λέγεται Πυρηνική Φυσική (έτσι την έλεγαν τότε) και πάει λίγα χρόνια πιο πίσω. Ήμουν διακοπές στο χωριό, δέκα χρονών. Βαριόμουν πολύ. Ο ξάδερφός μου είχε αφήσει εκεί μια στοίβα με τα σχολικά βιβλία του από Λύκειο. Τα περισσότερα ήτανε βαρετά μέχρι κατατονίας: μικρός σιχαινόμουν τη λογοτεχνία και αγαπούσα την Ιστορία και, κυρίως, τη Γεωγραφία. Αλλά τίποτε από αυτά. Ψάχνοντας λοιπόν βρήκα ένα βιβλίο με πράσινο εξώφυλλο, Φυσική Γ' Λυκείου. Είχε διάφορα βαρετά για ηλεκτρικά ρεύματα και τέτοια αλλά το τελευταίο μέρος, η Πυρηνική Φυσική, με ξετρέλανε. Το διάβασα δυο και τρεις φορές αυτό το μέρος του βιβλίου και μετά πέρασα τις υπόλοιπες διακοπές προσπαθώντας να χωνέψω όσα έλεγε εκεί μέσα. Τα άτομα δεν ήταν μικροσκοπικότατοι κόκκοι άμμου. Τροχιές, στιβάδες, σπιν ("στροφορμή"). Ποζιτρόνια. Σχάση. Σύντηξη. Τι είναι ραδιενέργεια (που μέχρι τότε μόνον ως τρόμο την ήξερα). Η ταχύτητα του φωτός. Οπωσδήποτε θα γινόμουν φυσικός.

Το θέμα όμως που προέκυπτε ήταν: οι μόνοι που ασχολιόντουσαν με επιστημονικά θέματα ήταν οι ξάδερφοί μου από τη Λάρισα. Ο μεγάλος μάλιστα σίγουρα θα γινόταν χημικός, όπως διατράνωνε. Οι ξάδερφοί μου ήτανε γενικά πολύ κουλ: μιλάγαμε για εξωγήινους, για κορίτσια (πολύ λίγο αλλά καίρια), για ηλεκτρονικά κι ηλεκτρολογικά, για το πώς θα ζούμε στο μέλλον, για το διάστημα, τον Καρλ Σάγκαν και την αστρονομία. Μιλάγαμε και για όσα δεν καταλαβαινα από το πράσινο βιβλίο και χρειαζόντουσαν επεξήγηση κι ερμηνεία, π.χ. τι στο διάολο είναι η αδράνεια και, κυρίως, τι ρόλο βαράει η γνωστή και ακατανόητη εξίσωση, e=mc², αφού δεν μπορούσα με τίποτα να καταλάβω τι δουλειά έχει η ταχύτητα του φωτός με τη σχέση μάζας κι ενέργειας (την οποία ας πούμε ότι διαισθητικά την έπιανα): τι νόημα έχει μια ταχύτητα στο τετράγωνο; Το μόνο που μου έλεγαν για εξήγηση ήταν ότι αυτή η εξίσωση είναι προϊόν μαθηματικών και ότι εγγυάται πως ένας κόκκος σκόνης περικλείει τιτάνια ποσότητα ενέργειας.

Το θέμα ήταν οτι η θεία μου κι ο θειος μου, οι Λαρισαίοι, δεν άφηναν τους γιους τους να διανυκτερεύουν στο χωριό. Κι έτσι αναγκαζόμουν να πηγαίνω να μένω μέρες μαζί τους στη Λάρισα, για να μπορώ να συζητάω με τους ξαδέρφους μου. Άλλωστε η θεία μου έφτιαχνε κάτι καταπληκτικά φαγητά: μπριζόλες και μπιφτέκια και πατάτες τηγανητές σαν εστιατορίου, στη φριτέζα. Το σπίτι τους ήταν όλο φερμένο από τη Γερμανία, εκτός από τα ντουβάρια και τα τσιμέντα και τους σοβάδες: προϊόν μακροχρόνιου μόχθου δύο γκασταρμπάιτερ. Ήταν εντελώς διαφορετικό από τα δικά μας σπίτια. Και μέσα σε λίγα χρόνια, γέμισε εικονίσματα, συναξαριστές, κομποσχοίνια και πολλές πολλές κασέτες με κηρύγματα. Οι κουβέντες όμως με τους ξαδέρφους παρέμεναν οι ίδιες: κορίτσια (πολύ λίγο αλλά καίρια), φυσική, χημεία, αστρονομία κι εξωγήινοι. Μόνο που προστέθηκαν ο αερομοντελισμός, οι προπονήσεις (έκανε αθλητισμό ο μεγάλος) και τα κιτ: τυπωμένα κυκλώματα και υλικά όπως πυκνωτές και τρανζίστορ, για να συναρμολογείς δικές σου απλές ηλεκτρικές συσκευές. Εν καιρώ ήρθε και ενθρονίστηκε στο δωμάτιό τους η Amiga. Στο μεταξύ, στην κουζίνα του σπιτιού, κασέτα την κασέτα, προχωρούσε η Αποκάλυψις του Ιωάννου εδάφιο το εδάφιο. Σε ένα άλλο δωμάτιο, μέσα σε μια μικρή περιοχή οργανικού ιστού, προχωρούσε κι αυτός αργά ο τρόμος που εμείς οι απλοί άνθρωποι λέμε καρκίνος.

Πού κατοικεί ο σατανάς, στην Έφεσο, στα Θυάτειρα ή στις Σάρδεις, δε θυμάμαι. Είμαι πλέον βέβαιος ότι πάντως έχει ενοικιοστάσιο στην καρδιά κάθε φοβισμένου ανθρώπου.

GatheRate

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015

Η ανθρώπινη φύση και οι κομμώτριες

Πολλοί  φρικάρουν με την επίκληση της ανθρώπινης φύσης. Βεβαίως, ό,τι κι αν λένε κάτι Γάλλοι ή οι ορθόδοξοι εμπειριστές, ανθρώπινη φύση υπάρχει: όπως από τον λαιμό και κάτω, έτσι και από τον λαιμό και πάνω. Οι άνθρωποι έχουμε δυο χέρια με πέντε δάχτυλα το καθένα και δεν έχουμε ουρά, επίσης έχουμε Θεωρία του Νου, γλώσσα, κοινωνική οργάνωση, ικανότητα για κουλτούρα κτλ.

Το βασικό επιχείρημα κατά της ανθρώπινης φύσης, είτε ρητά είτε υπόρρητα, είναι βεβαίως βαθιά πολιτικό και ηθικό: από τον καιρό των αρχαίων Ελλήνων, η επίκληση στο φύσει υπήρξε η αιτολόγηση κάθε λογής status quo ή ετεροκαθορισμών: κάποιοι (άλλοι) είναι φύσει δούλοι, ο άνθρωπος φύσει θρησκεύει, οι άνθρωποι συναθροισμένοι τείνουν να συμπεριφέρονται ως αγέλη (σκύλων), οι γυναίκες είναι φύσει κουτσομπόλες κτλ.

Κάθε κοινωνικός ρόλος και στερεότυπο που επικαλείται την ανθρώπινη φύση διαψεύδεται εύκολα με την ελάχιστη αναδίφηση της ιστορίας και της ανθρωπολογίας. Δίπλα στους φύσει πολεμοχαρείς αγρίους υπάρχουν φύσει συνεργατικοί φιλήσυχοι "ευγενείς άγριοι". Δίπλα στην φυσική αποστολή της γυναίκας ως μάνας υπάρχουν οι ταμένες παρθένες των θρησκειών και οι αντρογυναίκες της Αλβανίας και οι ελεύθερες κι άτεκνες γυναίκες της (μετα)νεωτερικότητας. Αθεΐα και θρησκοληψία και όλα τα ενδιάμεσα συνυπάρχουν από καταβολής ανθρώπων. Τροφοσυλλέκτες και νεοϋορκέζοι, εργάτες του Μάντσεστερ και φεουδάρχες, κλαν και πυρηνικές-μονογονεϊκές οικογένειες, από δυο έως πέντε γένη, μητριαρχία και πατριαρχία...

Όλα τα παραπάνω, και πολύ περισσότερα, εμπίπτουν μέσα στην ανθρώπινη φύση. Όπως και αυτό που λέμε ελεύθερη βούληση, βεβαίως.

Εννοείται ότι η πλάνη πως οι κανόνες ετεροκαθορισμού μιας κοινωνίας ανάγονται άμεσα και αδιαμεσολάβητα στην ανθρώπινη φύση ζει και βασιλεύει. Οι νεοφιλελεύθεροι, οι φασίστες, οι evolutionary psychologists, οι ορθόδοξοι μαρξιστές θεωρούν ότι οι ανθρώπινη φύση καθορίζει μονοσήμαντα αυτή ή την άλλη συμπεριφορά. Αναρωτιέμαι τι θα σκέφτονταν οι τροφοσυλλέκτες για την ανθρώπινη φύση, που στο κάτω κάτω ακολουθούν ένα μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης που υπήρξε χωρίς εναλλακτικές για εννιά-δέκα φορές περισσότερο από όσο διαρκεί το σετ "Γεωργική Επανάσταση συν Κράτος".

Κι εδώ βρίσκεται το δράμα όσων μελετούν την ανθρώπινη φύση. Ξέρουμε π.χ. κάποια βασικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης νόησης, όπως η προτεραιότητα που δίνουμε στα αντικείμενα (E. Spelke) ή πώς μετράμε (S. Dehaene), ενώ ενδιαφέροντα πράγματα ανακαλύπτονται για το πώς λειτουργούν οι ηθικοί συλλογισμοί μας (T. Fitch). Και πρόκειται για πολύτιμα ευρήματα και παράθυρα που ανοίγονται στην ανθρώπινη φύση. Παράλληλα, έχεις από δίπλα όλες αυτές τις κουβέντες του καφενέ, μεταμφιεσμένες σε επιστήμη, για τις τεράστιες (λέει) διαφορές των φύλων σε ζητήματα νόησης και γλώσσας ή για την αναγωγή της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης των λευκών των ΗΠΑ επί Αϊζενχάουερ στο πώς ζούσαν οι πρόγονοί μας στην αφρικανική σαβάνα. Τα just so stories επανέρχονται, τα φύσει βαφτίζονται "DNA" και οι διαφορές γονότυπου και φαινότυπου πάνε για βρούβες.

Η αντίληψη πως η ανθρώπινη φύση καθορίζει συμπεριφορές καταλεπτώς και ντετερμινιστικά είναι λοιπόν απλοϊκή αλλά και πολιτικά επωφελέστατη για τις ελίτ. Η παρανόηση της ανθρώπινης φύσης, όχι ως πεδίου επιλογών αλλά ως σημείων πάκτωσης διαποτίζει και το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ίσως και λόγω της μεροληψίας υπέρ της λογιοσύνης και της μάθησης (σοφοί δεν ήταν οι αρχαίοι ημών;), το σχολείο λειτουργεί με τη σιωπηρή παραδοχή ότι εκ φύσεως ο άνθρωπος προτιμάει την πνευματική εργασία ή, έστω, μια εκδοχή πνευματικής εργασίας. Κι έτσι, το εκπαιδευτικό σύστημα είναι προσανατολισμένο προς αυτού του τύπου της δουλειές όσον αφορά την επαγγελματική αποκατάσταση του μαθητή. Χαρακτηριστικά: όταν ήμουν υποψήφιος, οι περισσότερες πανεπιστημιακές σχολές έβγαζαν καθηγητές Μέσης, τελικά. Ακόμα χαρακτηριστικότερα: "αφού δεν τα παίρνει τα γράμματα, στειλ' τον / την να μάθει μια τέχνη".

Εγώ πάντως γνώρισα ηλεκτρολόγους που λατρεύουν τη δουλειά τους (είχα τον νου μου γιατί κι εμένα μου αρέσει να μπλέκομαι με τα ηλεκτρολογικά), κομμώτριες που ξέρουν ότι κάνουν τέχνη και ότι έχουνε τη σπάνια τύχη να δουν αμέσως τα αποτελέσματα των προσπαθειών τους, εργάτες δήμων που μαζεύουνε σκουπίδια 3 και 4 μαζί και γουστάρουν που γυρίζουνε νυχτιάτικα στους άδειους δρόμους με το φωτισμένο σκουπιδιάρικο, λογιστές που παθιάζονται με αυτό που κάνουν, ευτυχισμένες πόρνες, κορνιζάδες που ξέρουν ότι στο κατάλληλο κάδρο ακόμα και το παιδάκι με το κερί  θα δείξει (και θα σου το φτιάξουν). Θα μου πείτε, είναι αυτές δουλειές για να τις κάνεις καιρό; Η αντερώτησή μου είναι αν έχετε δουλέψει σε γραφείο για πάνω από δέκα χρόνια σερί.

Χάρη στην ανθρώπινη φύση, η σκέψη και η νόηση δε θα ελεγχθούν ποτέ α λα 1984. Χάρη στην ανθρώπινη φύση, άμα δώσεις στον Ιησουίτη ή στον Λένιν ή στο ελληνικό σχολείο ένα παιδί από τα γεννοφάσκιά του, δε θα καταφέρει οπωσδήποτε να το κάνει γκάγκα. Χάρη στην ανθρώπινη φύση, η φυλακή της μαζικής κουλτούρας και της προπαγάνδας είναι όλο τρύπες, ανοίγματα και τουνελάκια διαφυγής.

GatheRate

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015

Πείνα

Στο κρεβάτι τις προάλλες σκεφτόμουν ότι πέρα από την ταξική στράτευση, υπάρχει ακόμα ένα πρόβλημα στο να κατανοήσουν όσοι έχουν το προνόμιο και την πολυτέλεια να γράφουν τι πραγματικά σημαίνει φτώχεια: όσο ζωηρή και αν είναι η ενσυναίσθησή σου, την πείνα λ.χ. πρέπει να την έχεις ζήσει.

Πείνα εγώ έχω ζήσει για πάρα πολύ λίγο, περίπου 10 μέρες εκεί το Πάσχα του '97. Μόλις είχε υποτιμηθεί η δραχμή, το ΙΚΥ δεν είχε τις πιστώσεις για να μας στείλει στην ώρα τους τις 580 λίρες τον μήνα. Τους πήρε βδομάδες να βρουν τα χρήματα. Κατά την Κυριακή των Βαΐων ξέμεινα εντελώς από μετρητά, πιστωτική κάρτα δεν είχα. Κυκλοφορούσα με δύο δεκάλιρα για ώρα ανάγκης. Κι έτσι, για περίπου δέκα μέρες απλώς δεν είχα λεφτά, έτρωγα μόνο το βραδυνό στην εστία, μια φορά τη μέρα. Άρα δεν ήταν κανονική πείνα, ενώ θυσίασα ένα πεντόλιρο κι έφαγα μια μερίδα κοτόπουλο την ημέρα του Πάσχα.

Θυμάμαι ότι ζαλιζόμουν και ότι δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Κοιμόμουν πολύ και ξύπναγα πεινώντας, κοίταζα το Σίτυ από το παράθυρό μου και δεν έκανα καμμία υψηλή σκέψη, απλώς αναρωτιόμουν αν το τσάι θα μου έκοβε την πείνα. Τσάι υπήρχε άφθονο. Θυμάμαι να περπατάω σε μια πόλη σαν τον Λονδίνο και να μην έχω πού να πάω, αφού ήδη από τότε ήταν αδύνατο να υπάρχεις εκεί μέσα χωρίς να καταναλώνεις. Πήγαινα μεγάλους περιπάτους: στο ποτάμι, στη National Gallery, στο British Museum, σε πάρκα -- σε ό,τι ήταν ανοιχτό τζάμπα. Όμως δεν μπορούσα καθόλου να συγκεντρωθώ σε τίποτα. Δεν υπήρχε τίποτε να αισθητικοποιήσεις από την κατάσταση, δεν αισθητικοποιείται εύκολα η πείνα -- άλλωστε ακόμα και η Πείνα του Χαμσούν κατά βάθος τη σεξουαλική στέρηση πραγματεύεται, νομίζω.

Θυμάμαι κυρίως ότι περίμενα να περάσουν οι ώρες να πάω να φάω τις αηδίες φριτέζας που μας προσέφερε το International Hall για βραδινό. Δεν είναι πάντως αλήθεια ότι σκέφτεσαι διαρκώς το φαΐ ή ότι ονειρεύεσαι ψητά και μακαρονάδες και σάντουιτς και τέτοια, αυτά που λεν ότι παθαίνεις με τις δίατες και τις νηστείες δηλαδή. Όμως όταν τελικά πήρα 400 λίρες στα χέρια μου, έκτακτη παρακινδυνευμένη βοήθεια μέσα σ' έναν φάκελο από έναν πανικόβλητο πατέρα που κατάλαβε τι συνέβαινε, δεν πίστευα στα μάτια μου: μου φαινόταν το πάκο με τα εικοσάλιρα στο χέρι μου σαν κλεμμένο. Κοίταγα τη βασίλισσα στο πάνω-πάνω εικοσάλιρο, μωβ, να με κοιτάζει και νόμιζα ότι βλέπω εικόνισμα.

Εντάξει, και από το 2000 με 2002 έζησα στη φτώχεια: είναι χαρακτηριστικό ότι έκανα απόπειρα να βγάλω πιστωτική, μπας και αποκτήσω λίγο ρευστό, και όταν άκουσε το τετραψήφιο ετήσιο εισόδημά μου ο τύπος στο τηλέφωνο βουβάθηκε και μετά κατάφερε να μου πει με βεβιασμένα ουδέτερο τόνο πως μάλλον δεν θα εγκριθεί η αίτησή μου -- και μιλάμε για μια εποχή που έδιναν πιστωτική με το στανιό.

Αλλά πείνα μόνον εκείνες τις δέκα μέρες.

GatheRate

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015

Σε μια ταβέρνα της Βιέννης


Τα μάτια του είναι κόκκινα. Πραγματικά άσχημος, πραγματικά. Δεν ξέρω, ίσως φταίει το κρασί: όσο τον κοιτάζω τόσο μαγνητίζομαι από το πόσο άσχημος είναι. Είναι βεβαίως κι αυτός πίτα, μεθυσμένος. Δεν ακούει καλά καλά τι λέω, έχει και φασαρία εδώ μέσα, είναι και οι βυζάρες της κόρης του κάπελα που ασταμάτητα παρακολουθώ τόσην ώρα.

"Zum Wohl!" αλαλάζει και καταπίνει μια γουλιά σαν να ήταν λαύδανο, τα μάτια του πετάγονται έξω κι είναι κατακόκκινος εδώ και ώρα. "Οι βασιλιάδες και οι αυτοκράτορες", σχεδόν φώναξε, "σπέρνουνε δυναστείες με τα αρχίδια τους. Γκαστρώνουν γυναίκες και παλλακίδες και ελπίζουν ότι τα παιδιά τους θα γίνουν κι εκείνα αυτοκράτορες και βασιλιάδες -- αλλά οι ίδιοι θα έχουνε πεθάνει: τον δεύτερο Λεοπόλδο θα τον ξεχάσουν όταν έρθει ο τρίτος. Και τον Φραγκίσκο. Και όλους. Σπέρνουν δυναστείες και μετά τα παιδιά και τα εγγόνια τους καταργούν τους ίδιους παίρνοντας το όνομά τους. Σε κάθε δυναστεία υπάρχει μόνον ο βασιλιάς και ο διάδοχος -- όλοι οι προηγούμενοι στη δυναστική γραμμή είναι απλώς ονόματα κι ανάμνηση."

Κούνησα το κεφάλι σχεδόν απότομα, συμφωνώντας στανικώς: είχα αρχίσει πια να ζαλίζομαι από το κρασί και ήδη το περπάτημα μέχρι το σπίτι μου φαινόταν τόσο επώδυνο όσο πρόβα με τον μαέστρο. Εκείνος συνέχισε: "Ο Κύριός μας φύτεψε Εκκλησία και δεν άφησε διαδόχους παρά μόνον τους μαθητές Του κι εκείνοι τους χειροθετούν τους διαδόχους τους, αφού δεν έχουν αρχίδια." Γέλασε τόσο δυνατά που, αν δεν γινότανε χαμός, θα πίστευα ότι πράγματι γύρισε και μας κοίταξε η μισή ταβέρνα. "Αλλά η Εκκλησία Του Τον λατρεύει και Τον μνημονεύει εις τους αιώνες. Του παίζουμε λειτουργίες και Του γράφουμε ύμνους."

Το κεφάλι μου γύριζε. Θε μου, τι λέει ο μαστρο-Λουί; Τι λέει;

"Εγώ όμως θα φτιάξω δυναστεία με τη μουσική. Χωρίς διαδόχους και χωρίς παιδιά. Εγώ θα είμαι το ζωντανό όνομα, εγώ θα είμαι και ο γενάρχης. Θα είμαι παρών. Θα υπάρχω εγώ και όταν θα γράφεται μουσική, θα είμαι εκεί: όπως ο Κύριος σε κάθε συνάθροιση πιστών Του. Και όποιος θα παίζει μουσική, όποιος θα παιδεύεται να βγάλει ό,τι δεν ήθελε να παίξει η κοντέσσα Τζουκάρντι, η γλυκειά καριόλα, θα είναι παιδί μου και διάδοχός μου και πιστός μου. Αλλά το όνομά μου δεν θα σβήσει ποτέ. Ούτε η μουσική μου. Όσο υπάρχει πιανοφόρτε, ή ό,τι άλλο φτιάξουν. Εγώ θα είμαι παρών. Και κανείς δεν θα θέλει να παρεξηγήσει τον γενάρχη της μουσικής! Η δική μου δυναστεία ποτέ δεν θα σβήσει."

"Μαέστρο, είναι αργά", απάντησα. "Πάμε."

GatheRate

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2015

Στην τιμή και στη συνείδησή μου


Είμαι πολιτικά ανερμάτιστος. Δεν έχω διαβάσει τα βασικά και δεν έχω βγει στους δρόμους ούτε όσο θα έπρεπε ούτε όσο θα ηθελα. Οπότε μπορείτε να διαβάσετε ό,τι ακολουθεί με συγκατάβαση και μεγαλοψυχία -- όπως λ.χ. ότι μόνο Συνασπισμό και ΣΥΡΙΖΑ έχω ψηφίσει στη ζωή μου, εκτός από το κοψοχέρικο 2004, που το έριξα ΠΑΣΟΚ για να μην έρθει ο "βλάκας". Ή να υπομειδιάσετε με το οτι από περίπου το 1998 έχω ενστερνιστεί ένα αναρχικό ιδεώδες: κριτική κάθε θεσμού, αποδόμηση ιεραρχικών δομών, κοινωνική αυτοοργάνωση, σοσιαλισμό κι ελευθερία μαζί.

Είμαι όμως άνθρωπος στριφνός, κερδίζομαι πολύ δύσκολα. Δακρύζω δύσκολα αλλά δακρύζω πολύ, ενώ παραμένω αλεπού (η μάνα μου με λέει έτσι, κάτι θα ξέρει). Υπερβολικά τρυφερός, ενθουσιώδης, κυκλοθυμικός. Νωθρός σαν γάτος αλλά σκυλί ανήμερο αν χρειαστεί.

Ανέλαβε λοιπόν η κυβέρνηση. Πάρα πολλοί δείχνουν να ξέχασαν ήδη ποιοι μας κυβερνούσαν μέχρι λίγες ώρες πριν. Γιατί αν θυμόντουσαν, θα έβλεπαν πελώριες διαφορές, σε πάρα πολλά. Δε θα απαριθμήσω τις εξαγγελίες και τις αποφάσεις που ακούμε εδώ και τρεις μέρες -- είναι πολυάριθμες, συγκλονιστικές και επί της ουσίας.

Βεβαίως, ακούμε ότι οι κινήσεις αυτές είναι συμβολικές. Διαβάζουμε και πάλι για τη γνωστή "στάχτη στα μάτια", ότι λ.χ. η επίσκεψη στην Καισαριανή ήταν επικοινωνιακό αντίβαρο στη συμμετοχή των Καμμένων ως κυβερνητικών εταίρων. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός αποτελεί μάλλον κνίτικο αντανακλαστικό: οι κνίτες, που ξεκινούν κάθε πολιτική συζήτηση με απαξίωση και μηδενιστικό οίστρο, μου θυμίζουν ζηλωτές χριστιανούς που στα πάντα βλέπουν τη ματαιότητα "του κόσμου", το φάσμα της αμαρτίας και του θανάτου. Ιδίως αν πρόκειται για κάτι όμορφο κι ανθρώπινο. Από την άλλη, ένας σοβαρός άνθρωπος του αναρχικού-αντεξουσιαστικού χώρου έγραφε σήμερα για την κατάθλιψη της συμβολικής χαράς σε σχέση με το ξήλωμα της μάντρας μπροστά από τη Βουλή. Και οι καθαρίστριες που δικαιώνονται (κάνοντας εμένα, τον αφελή, να κλάψω); Και το πάγωμα του γενικευμένου ξεπουλήματος; Και η επαναφορά του κατώτατου μισθού; Η αποκατάσταση της Κυριακής αργίας; Συμβολικά όλα;

Για άλλη μια φορά, μέρος της κομμουνιστικής αριστεράς και του αναρχικού-αντεξουσιαστικού χώρου αδυνατεί να χαρεί· όπως έγραφα πριν οχτώ χρόνια: "έβλεπε σινεμά στις μάντρες του '60 και στηλίτευε την απουσία κοινωνικής κριτικής και επαναστατικών μηνυμάτων, ερωτευόταν τη δεκαετία του '70 (αφάνα τα εφηβαία, φούντα οι μασχάλες) και τη χάλαγε η μπουρζουάδικη ροπή των περισσότερων σεξουαλικών πρακτικών, εξεγειρόταν το Πολυτεχνείο και τη φαγούριζε η απουσία ξεκάθαρης πολιτικής γραμμής, έπεσε η Χούντα και θρηνολογούσε την παλινόρθωση του αστικού κράτους, πήγαινε στις ντίσκο και τις έβρισκε απολιτικές". Έτσι: γι' αυτούς η χαρά πρέπει να δικαιωθεί εκ των υστέρων και εκ του αποτελέσματος. Όμως η χαρά είναι σαν την επανάσταση, που λέει κάπου ο Μπένιαμιν: γίνεται με αφορμή το παρελθόν, και τον πόνο του, και όχι γιατί υπόσχεται ένα μέλλον και την τρυφή του.

Και έτσι, τώρα που έχουμε μια κυβέρνηση που δείχνει αποφασισμένη, μέρος της κομμουνιστικής αριστεράς και του αναρχικού-αντεξουσιαστικού χώρου μυκτηρίζει τη σύνθεσή της, παρότι θα μπορούσε να είναι τρισχειρότερη αν συμπεριλάμβανε το μουλωχτό πολιτικό Τίποτα των εργολάβων, ενώ θα μπορούσε να είναι δυνατότερη ίσως αν την υποστήριζε το ψυχοπλακωτικό κι αυτιστικό σανατόριο που λέγεται ΚΚΕ. Και δεν μπορεί να χαρεί αυτό το μέρος γιατί η κυβέρνηση αυτή δεν είναι γνησίως αριστερή. Γιατί δεν θα πουλήσει το σκοινί στον καπιταλισμό για να πάει να κρεμαστεί οικειοθελώς κι αυτοβούλως.

Κι ας έχει εξαγγείλει μέσα σε 2-3 μέρες η κυβέρνηση αυτή όσα προσδοκούμε εδώ και τέσσερα χρόνια. Κι ας δείχνει ότι θα πράξει όσα καμμιά κυβέρνηση από το 1974 και μετά προς την κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης, της προστασίας των αδυνάτων, της ελευθερίας και της ισότητας. Κι όλα αυτά απέναντι στις εγχώριες λυσσασμένες πολιτικές μαϊμούδες, στις άρπυιες των μεγαλοεργολάβων, στις σαύρες των τραπεζών, στους ύπουλους ποταμίσιους φρύνους, στις ύαινες του διεθνούς νεοφιλελευθερισμού.

Είναι μαξιμαλιστές όσοι δε θέλουν να χαρούν, όσοι γκρινιάζουν: θέλουν ρήξη κι επανάσταση τώρα. Είναι μέσα στη μίρλα γιατί τα θέλουν όλα. Και καλά κάνουν. Μαξιμαλιστές είναι. Μα δεν ξέρουν ότι μαξιμαλισμός νοείται μόνον στον έρωτα: εκεί εκπληρώνονται οι επιθυμίες στο έπακρο, εκεί σου χαρίζεται κάποτε κι ένας κόσμος πέρα από τις επιθυμίες σου. Αλλά και στον έρωτα μια φορά στις δεν ξέρω πόσες.

GatheRate

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015

Κάτι λεσβίες εκεί πέρα... (γάμος για όλους)

Όταν το 2006 έγραφα για αόρατες λεσβίες, δεν είχα την παραμικρή ιδέα για τι πράγμα μίλαγα, τελικά. Ναι, ξέρω ότι θέλετε να διαβάσετε κάτι για τις εκλογές, αλλά εγώ δεν έχω διάθεση: κατ' εμέ αυτές οι εκλογές έρχονται πολύ αργά και όχι όπως θα άρμοζε στην αθλιότητα των τελευταίων πέντε ετών, δηλαδή μετά από αναταραχή.

Λοιπόν, δεν είχα ιδέα. Μίλαγα με μία παλιά μου φίλη, είναι τώρα εκεί γύρω στα τριάντα, για το πώς την αντιμετωπίζει η οικογένειά της. Δε θέλω να δώσω λεπτομέρειες, αλλά να το θέσω έτσι: η οικογένειά της της χρωστάει και της χρωστάει πολλά. Η Γ είναι η κλασσική ελληνίδα θυγατέρα, που έχει σηκώσει στις πλάτες της τη συμπαράσταση προς τους γονείς, τη συνδρομή προς τους παππούδες και άλλα πολλά. Χάρη στην κρίση, και τις επιλογές της οικογένειας (που ποτέ δεν κάνει λάθος), έφτασαν να ξανασυγκατοικούν όλοι μαζί μετά από χρόνια. Πρόσφατα έγινε λοιπόν η μοιραία συζήτηση με τον πατέρα -- γιατί η συζήτηση αυτή θα γίνει, όσο και αν τα γκέι παιδιά παίζουνε τις κουμπάρες, έστω κι αν θα γίνει βουβά και με δυο βλέμματα σαν γοργές βελονιές βοηθού μικροβιολόγου. Η αντίδραση του πατέρα στο "είναι η γκόμενά μου κι είμαι λεσβία" ήταν αντίστοιχη με αυτήν απέναντι στο "η αλήθεια είναι στους Σεξ Πίστολς, γκέγκε;". Θυμηδία κι απαξίωση, κουρασμένη γκριμάτσα πατέρα που ζητάει από τη μικρή να κόψει τις μαλακίες γιατί έχουμε και δουλειές. Αναρωτήθηκα μπροστά στη Γ, αν είχε γιο και του έλεγε "είναι ο γκομενός μου και είμαι __________" (δεν ξέρω ποιον όρο χρησιμοποιεί ο γκέι άντρας για να κάνει το πιο οδυνηρό κάμινγκ άουτ), θα αντιδρούσε έτσι ο πατέρας;

Η απάντηση μού δόθηκε, τυχαία, από μια άλλη παλιά φίλη, την Π. Όταν τις έπιασε πριν πολλά χρόνια ο πατέρας της γυμνές στο κρεβάτι εκείνη και την τότε κοπέλα της, με την κοπέλα της μάλιστα μονοσήμαντα τοποθετημένη ανάμεσα στα πόδια της και την ίδια στο χείλος του οργασμού, δεν έπαιξε καν το βλέφαρο του. "Κορίτσια, ακόμα δεν ντυθήκατε; Άντε." ήταν η αντίδρασή του. Η πόρτα έκλεισε πίσω του και δεκαετίες μετά ο πατέρας ακόμα δεν προβληματίζεται, τουλάχιστον όχι μπροστά της, γιατί η κόρη του η Π δεν παντρεύτηκε. Ούτε καν γιατί δεν την έχει δει ποτέ με γκόμενο, παρά μόνο με φίλες.

Δε λέω ότι δεν υπάρχει εξήγηση για αυτές τις συμπεριφορές. Δεν πέφτω από τα σύννεφα. Επίσης, κάποιοι γκέι άντρες φίλοι μου στάνταρ θα μου πουν ότι καλύτερο είναι να σε αγνοούν, να μην υπάρχεις και να καμώνονται ότι "απλώς" γεροντοκοριάζεις εκκεντρικά, παρά να σε δέρνουν, να σε κυνηγάνε, να σε χλευάζουν και να σε περιθωριοποιούν. Ειλικρινά, δεν ξέρω.

Αυτό που ξέρω είναι ότι η Γ δεν μπορεί να παντρευτεί στη φάση του "γιατί όχι", όπως παντρεύτηκα εγώ. Ξέρω ότι δε θα υπάρχει ένα ταίρι με τον νόμο δίπλα της για να της χορηγεί αντίδοτο στις τοξίνες που μας ποτίζει η ελληνική οικογένεια, η οικογένεια που ποτέ δεν κάνει λάθος, γιατί ό,τι κάνει το κάνει για το καλό μας.

Αυτό κατάλαβα τον Ιανουάριο του 2015: ο γάμος για όλους δεν είναι μόνο ζήτημα στοιχειώδους ανθρώπινου δικαιώματος. Δε διασφαλίζει μόνον ότι δε θα σβήσεις σ' ενα κωλονοσοκομείο μόνος με τον άνθρωπό σου να περιμένει στον διάδρομο την ελεημοσύνη κάποιας νοσηλεύτριας. Δεν τακτοποιεί πρακτικά θέματα και μόνο. Στην Ελλάδα, ο γάμος σε θωρακίζει επιπλέον απέναντι σε μια εξόχως ιμπεριαλιστική οικογένεια, η οποία ακόμα κι αν είσαι στρέιτ έγγαμος σαραντάρης, θα ορμήσει να σου πει για τη ζωή σου και να σου τραβήξει και το αυτί. Πολλώ μάλλον αν είσαι από αυτές που δεν είχανε καλή τύχη και τώρα τελευταία καμώνονται ότι είναι λεσβίες...
 Δημοσιεύτηκε στο Greek Cloud.

GatheRate

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Ο γεροντισμός και ο Παΐσιος

Κάποτε κάποιος πολύ πιο καταρτισμένος από εμένα θα γράψει την ιστορία του γεροντισμού στην Ελλάδα του 20ου αιώνα. Με τη νεορθόδοξη παλινόρθωση ήρθε η αναμενόμενη και αναγκαία απαξίωση των χριστιανικών οργανώσεων, αυτών των σκοτεινών άντρων άδηλης εξουσίας, των εργοστασιών αυταρχισμού και σκυθρωπής χρηστομάθειας. Παράλληλα, οι διάφορες εκκλήσεις για "επιστροφή" στην ενοριακή ζωή έπεσαν στο κενό στις περισσότερες περιπτώσεις: οι ενορίες ήτανε διοικητικού χαρακτήρα οργανισμοί, ενώ οι ενοριακές εκκλησίες παρέμεναν χώροι όπου θα τράκαρες τη μισότρελη γιαγιά με το σκαμπό, την καταχθόνια κακιασμένη κακιόγκα, τον επιεικώς ανώμαλο κύριο Χ, τον ανύπαντρο κουραμπιέ και την ανύπαντρη μαραμένη κόρη. Το περιβάλλον ήτανε λοιπόν ακατάλληλο για τις νεορθόδοξες κοινοτικές φαντασιώσεις ημιδιανοούμενων νέων και κρυπτοδεξιών εστέτ παιδιών. Όλα αυτά εκεί στα μέσα προς τέλη της δεκαετίας του '80.

Κι έτσι άρχισαν οι νεορθόδοξοι νέοι, φανατικοί για ιερά γράμματα και πνευματικότητα, για Μάξιμο Ομολογητή και Ισαάκ Σύρο, για νόημα και για ψυχοθεραπεία δια της επιθέσεως των χειρών, να συσπειρώνονται γύρω από γέροντες. Το πόσοι κληρικοί έχουν ακούσει έκτοτε την προσφώνηση "γέροντα", ο Θεός τους το ξέρει. Σύντομα η "πνευματική ζωή" από μια ηλικία και κάτω ταυτίστηκε με τη συμμετοχή στον κύκλο κάποιου γέροντα. Και τα λοιπά, και τα λοιπά. Πάντως εδώ δεν έχω σκοπό να χλευάσω την παρηγοριά κανενός, γράφω θυμωμένος με τα σκυλιά που την εκμεταλλεύονται. Άλλωστε είμαι άθεος αλλά δεν είμαι βάρβαρος, επίσης προτιμώ να μιλάω με έναν απλό άνθρωπο που προσδοκά Ανάσταση νεκρών με την ελπίδα να ξαναγκαλιάσει το παιδί που πέθανε στον ύπνο του ή χειρότερα, παρά με κάποιον ασυνεπή ιεραπόστολο του διαλεκτικού υλισμού που κρυφά γεωμετρεί αστρολογικούς χάρτες. Και, εν πάση περιπτώσει, σιχαίνομαι τον πατερναλισμό και τον ετεροκαθορισμό, όπου και αν απευθύνονται.

Σύντομα λοιπόν κάποιοι γέροντες απέκτησαν φήμη: λ.χ. ο Παΐσιος στο Άγιον Όρος και ο Πορφύριος στον Ωρωπό. Αναφέρω αυτούς τους δύο για τρεις λόγους: τους γνώρισαν άνθρωποι που ξέρω (ο θείος μου και μια κοπέλα που ήμουν ερωτευμένος αντίστοιχα), δεν είχαν καμμία πρόθεση να το παίξουνε δάσκαλοι, διδάχοι και -- πολλώ δε μάλλον -- θεολόγοι κι ιεροκήρυκες. Και φυσικά, υπήρξαν αντικείμενο θηριώδους και ανελέητης καπηλείας: αρχικά από αφελείς (δηλαδή από κάτι σαλούς, που πάντοτε προσελκύει η θρησκεία) και αργότερα από αδίστακτα σκυλιά, αυτούς που ο Μακριδάκης όμορφα αποκάλεσε χριστιανιστές (οι οποίοι επίσης σαπροφυτούν γύρω από θρησκείες και ιερατεία από τον καιρό της Γεωργικής Επανάστασης -- θυμηθείτε και τον Άλλο με το φραγγέλιο οι πιο ευσεβείς). Γεμίσαμε λοιπόν ιστορίες με Σαολίν και μετεωρισμούς, με μικρασιατικές προφητείες βασισμένες στα μισόλογα ενός κουρασμένου Καππαδόκη, με σελίδες αγιωτικών μυθευμάτων, με θαυματολογίες και με χρηστομάθειες για διορατικά βλέμματα που κάνουν όμορφα κορίτσια να ντραπούν και να κλάψουν (λες και δεν είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο της πατριαρχίας να ντροπιάσεις μια γυναίκα, και δη όμορφη).

Δεν έχω σκοπό να σας πω "καλοί γέροντες και κακοί γεροντοκάπηλοι" γιατί τελικά δε με απασχολεί να μπω στην ουσία του πράγματος. Δε με αφορά η αγιοποίησή του, αφού ο Παΐσιος τουλάχιστον δεν ανήκε σε φασιστικές οργανώσεις τύπου Opus Dei ή Ustaša (κι εδώ υπαινίσσομαι πονηρές αγιοποιήσεις των Καθολικών). Αν στους αντίστοιχους κύκλους ο Χ είναι φιλόσοφος, ο Ψ συγγραφέας, ο Ω ποιητής και πάει λέγοντας, ε, ας είναι και στους εκκλησιαστικούς κύκλους ο Παΐσιος άγιος. Αλλα ουαί στα φασιστόσκυλα που χρησιμοποιούν έναν καλόγερο ως όνομα κενό για να εξαπατήσουν απλούς (και συχνά βασανισμένους) ανθρώπους και για να απλώσουν τη λατρεία του μίσους, της μισαλλοδοξίας και του θανάτου με ψευδοπροφητείες και μαγιλίκια.

Δημοσιεύτηκε σtoportal.

GatheRate

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2015

Τουρκόσποροι

Είμαστε οι Τουρκόσποροι. Είμαστε πια πεθαμένοι ή υπέργηροι. Ήμασταν πολλοί. Όταν λέμε "πατρίδα", πάντα εννοούμε εκείνη την αχανή χώρα πέρα από τη θάλασσά σας, εκείνη τη χώρα που δεν ήταν ούτε δική μας ούτε των Τούρκων. Ήρθαμε από πόλεις που δε διανοείστε και που δε θα χτίσετε ποτέ, ξεριζωθήκαμε από τοπία που δεν έχουνε καμμία σχέση με τους χείμαρρους και τα ξεροβούνια σας και τους λασπερούς σας κάμπους, μόλις προλάβαμε να μεγαλώσουμε σε κόσμους που χαλβαδιάζετε σε ταινίες Τούρκων και Ιρανών και με ωραία φίλτρα και σωστό φωτισμό.

Μας τσουβαλιάσατε και μας φέρατε. Μας βάλατε σε σαπιοκάραβα. Μας βάλατε να περπατάμε. Άλλους μας σφαγίασαν, άλλους μας έπνιξαν, άλλοι συνωστιστήκαμε στην προκυμαία της Μερσίνας. Πολλοί από εμάς χάθηκαν -- μέχρι και τη δεκαετία του '80 μια ήρεμη ραδιοφωνική φωνή θα έψαχνε κάποιους από εμάς με όνομα και επώνυμο στις αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού. Μας μετατρέψατε σε πλάνητες αλλογενείς, μας τάξατε αποζημιώσεις και μας δώσατε παλιόχαρτα που τίποτε δεν άξιζαν. Μας κάνατε εργάτες και γεωργούς.

Μας είπατε όλους "πρόσφυγες", μας φέρατε στη χώρα σας και μας βάλατε σε παραπήγματα και σε χωριά όπου οι ντόπιοι σταβλίζονταν δέκα μαζί σ' έναν οντά και δεν πλένονταν ποτέ, για να μη φύγει το Άγιο Μύρον της βάφτισης από πάνω τους. Όσες ήμασταν γυναίκες μάς βγάλατε πουτάνες, είτε ήμασταν σωφρόνως πολυγαμικές Σμυρνιές, είτε αγέλαστες Πολίτισσες, είτε μητριαρχικές Καππαδόκισσες: πλενόμασταν πολύ, βάζαμε κολώνια, φοράγαμε νυχτικά. Μας φυτέψατε όπου πιστεύατε ότι θα προγκήξουμε τον Σλάβο και τον Αρβανίτη και τον Βλάχο, αλλά εμείς δε φέραμε μαζί μας τον ελληνισμό που ονειρευόσασταν, παρά κάτι πολύ μεγαλύτερο και εντελώς ακατάλληλο για τους σκοπούς σας. Απόπαιδα. Γιατί εσείς θέλατε να φτιάξετε τη μονόγλωσση μονόδοξη ελλαδική χαρά σας, το ζωντανό μαυσωλείο των αρχαίων προγόνων, κι εμείς μιλάγαμε τούρκικα, ποντιακά, καππαδόκικα, γαλλικά και μια σπασμένη καθαρεύουσα που μαθαίναμε στα σχολεία. Γιατί εμείς τρώγαμε μαντί και ιμάμ και καβουρμά και πληγούρι. Γιατί μολύναμε τη βαλκανική μουσική σας και τους μπάλλους σας με αμανέδες και καρσιλαμάδες και άσματα οθωμανικά.

Σας δώσαμε παραβατικότητα και σας δώσαμε γράμματα. Σας φέραμε φαγητό και χασίσι. Σας υπενθυμίζαμε τι υπήρχε πίσω από τη Μυτιλήνη και τη Χίο, πίσω από τον κολοβό ορίζοντα των οραμάτων σας. Μετά, όταν πάψαμε κάποτε να είμαστε οι αούντηδες που "ούι, ρι συ, πίνουν νιρό!" στη βρύση του χωριού σας μετά από πεζοπορία ημερών, αναλάβατε εξ ονόματός μας να πάρετε την Πόλη και την  Αγια Σοφιά. Συμβολικώς πάντα. Γιατί συμβολικώς μόνο ζείτε και συμβολικώς σκοτώνεστε και συμβολικώς αφήνετε άλλους πρόσφυγες και αλλογενείς να πνίγονται και να ξεπαγιάζουν στα σύνορα της ελλαδικής χαράς σας.

Εμείς πεθαίνουμε πια, όσοι απομείναμε, τουλάχιστον πεθαίνουμε ειρηνικά. Τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας είναι σαν κι εσάς, είναι εσείς. Γιατί είναι μεγάλο μαύλισμα να είσαι Έλληνας. Έστω και συμβολικώς. Κι ας πνιγούνε κι ας πεθάνουν κι ας ξεπαγιάσουν όσοι χρειαστεί.

Δημοσιεύτηκε στο Greek Cloud.

GatheRate

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015

Βαγγέλης

Με λένε Βαγγέλη. Δουλεύω στην οδό Φίλωνος. Πού ακριβώς στην οδό Φίλωνος και τι δουλειά κάνω δεν σας αφορά, εκτός και αν είστε της Εφορίας. Εγώ για άλλο το λέω: είμαι Πειραιώτης γέννημα-θρέμμα. Άμα μια μέρα δε δω θάλασσα, αρρωσταίνω. Έστω, λιμανίσια θάλασσα. Αλλά να είναι θάλασσα.

Ναι, εντάξει, οκέι, δεν καταλαβαίνετε εσείς που είστε, ξέρω γω, από Αθήνα ή από κάτι αχανή μέρη όπου χάνεσαι και μόνο που τα σκέφτεσαι, κάτι Περιστέρια και τέτοια, σιγά μην καταλάβετε εσείς που μεγαλώσατε σε πόλεις όπου οι δρόμοι δεν βγάζουν πουθενά. Εγώ μικρός πήγαινα στην ξαδέρφη μου στην οδό Ευπλοίας. Ωραίο διαμέρισμα, μεγάλο, με κάτι εξωτικά ξυλόγλυπτα στους τοίχους. Τριάρι. Προικιό κι έτσι. Αλλά δεν ήταν εκεί το κλου. Το μεγαλείο ήταν ότι στο τέλος της οδού Ευπλοίας είχε πλοία: στο τέρμα του δρόμου έβλεπες θάλασσα με πλοία μέσα. Και από το μπαλκόνι επίσης. Ούτε πλατείες, ούτε χαλάσματα, παρά καράβια. Έφευγαν και έρχονταν άλλα. Κάθε μέρα κι άλλο, σε κάπως διαφορετική θέση. Ποτέ δεν ήταν ακριβώς το ίδιο τοπίο αυτό που έβλεπες στο τέλος της οδού Ευπλοίας.

Εγώ τώρα, ας πούμε, δεν είμαι το λαμπρό αστέρι του σογιού. Ίσως πρόσεχα περισσότερο τα πλοία στο λιμάνι (για να μην πω τις βάρκες στο Πασαλιμάνι και τις γκόμενες στα γκούντυς), παρά στο σχολείο. Τα έπαιρνα τα γράμματα, ήμουνα περίεργος και φιλομαθής έλεγαν, αλλά τεμπέλης. Θα μου πεις, σιγά, σε κάνει το σχολείο αστέρι; Όχι βέβαια: μαλάκα σε κάνει. Αλλά τώρα που πάτησα τα σαράντα σκέφτομαι ότι για να πας μπροστά, ε, πρέπει να είσαι και λίγο μαλάκας. Κι αν δεν είσαι, να γίνεις, ή να κάνεις τον μαλάκα. Στο σχολείο σού τα μαθαίνουν αυτά, άμα προσέχεις, άμα είσαι επιμελής.

Αν ρωτήσεις κόσμο που δουλεύουμε μαζί, θα σου πούνε ότι το σχολείο το έχουνε γραμμένο και θα σου τσαμπουνάνε τα γνωστά, ότι το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο είναι το πεζοδρόμιο, τέτοια. Εντάξει, αυτά τα έλεγαν οι παλιοί. Ίσως να είχαν άλλο πεζοδρόμιο τότε, ίσως τότε να ήταν αλλιώς. Εγώ πάλι, που δουλεύω από τα δεκάξι, ξέρω ότι τίποτε δε σου μαθαίνει το πεζοδρόμιο, τίποτε που δεν το ξέρεις. Ούτε και ο στρατός, σιγά: στον στρατό γίνονται άντρες κάτι βουπουδάκια και κάτι Αθηναίοι μόνο, που πρέπει να πάνε φαντάροι για να πιουν τσίπουρο και να πάνε μπουρδελότσαρκα. Ή κάτι τσοπανόπαιδα από τα Κράβαρα και το Κιλκίς, σαν αυτά που είχα στη μονάδα. Τέλος πάντων, δε λέω ότι δε σε κάνει άνθρωπο η δουλειά, μόνον η δουλειά σε κάνει άνθρωπο. Άλλο λέω: ότι δεν είναι σχολείο το πεζοδρόμιο, αυτό λέω. Το ίντερνετ ίσως είναι σχολείο. Αλλά το πεζοδρόμιο; Σιγά. Απέναντι, στα τυριά, δουλεύει ο Μάνος. Ετών 52. Δουλεύει από τα είκοσι. Ε, ό,τι μυαλά είχε στα είκοσι, είμαι σίγουρος ότι αυτά φοράει και τώρα. Μπετόστοκος. Φως των Σπορ, Άλφα, Σκάι, Τάβλι. Τέλος. Αυτά. Μπετά. Και τα καθήκια οι Τούρκοι. Λες κι έχει δει Τούρκο στη ζωή του -- πέρα από κάτι σήριαλ τούρκικα που ξέρω ότι γούσταρε κι έβλεπε κρυφά.

Εγώ έχω δει Τουρκάλα. Δηλαδή έχω πάει με Τουρκάλα. Τη μοναδική φορά που με πήρε μαζί της η ξαδέρφη ταξίδι, να βγει λίγο στο εξωτερικό και ο Βαγγέλης, να δει τον κόσμο. Έτσι είπε. Εισιτήριο και δωμάτιο πληρωμένα. Και μάντεψε πού πήγαμε. Άμστερνταμ! Φούντα και Κόκκινα Φανάρια, άλλο που δεν ήθελα. Όχι ότι είμαι χασικλής και πουτανιάρης, ίσα ίσα. Αλλά αυτά είναι τα αξιοθέατα εκεί. Και κάτι μουσεία. Αλλά τα μουσεία τα βαριέμαι, τι να πάω να δω, πίνακες; Αφού παντού εικόνες βλέπουμε γύρω μας, εικόνες παντού, γιατί να πάω σε μουσείο να δω κι άλλες; Τεσπά, όσο αυτή πήγαινε από δουλειά σε μουσείο και από δείπνα σε ποτά με συνεργάτες (εκδότρια είναι), εγώ κατόπτευα, εξερευνούσα, προσπαθούσα να καταλάβω πώς και τι. Ήταν εύκολο να ψωνίσω φούντα, νόμιμα τότε, ωραία, ένα φιλαράκι μού είχε πει ότι έχω δικαίωμα να στρίψω τσιγάρο πάνω σε καπώ μπατσικού -- μπορούσες τότε, δηλαδή, ήτανε και πριν δέκα χρόνια, τώρα κι εκεί βούρδουλας και παντού, παγκόσμια. Τα Κόκκινα Φανάρια δυσκολεύτηκα να τα καταλάβω κάπως. Ήμουνα και λίγο ζαλισμένος, όσο να 'ναι. Τέλος πάντων, βρήκα άκρη, βόλταρα, ξαναβόλταρα, βόλταρα και τρίτη φορά, χάθηκα, βρέθηκα, στάθηκα μπροστά στη βιτρίνα με ένα κορίτσι κάπως κοντό, πολύ μελαχρινό (ωραίο μαλλί, φίλε, έλαμπε, μακρύ) και με βυζάκια σαν από πίνακα. Όταν είπα Γκρηκ, μου είπε Αρμένιαν. Ναι, καλά: λες και δεν ξέρουμε ότι είναι γεμάτη Τούρκους η Ολλανδία. Μπήκα μέσα.

Όμως, ρε γαμώτο, σίγουρα έχετε σχηματίσει λάθος εικόνα για μένα. Δεν είμαι κανένας γεννημένος στην κατοχή και στα πέτρινα χρόνια, είπαμε, γεννηθείς τις 24 Ιουλίου 1974 είμαι. Ναι, πάντα με κοροϊδεύουν. Αλλά τέλος πάντων, δε ζούσαμε ούτε πίσω από τον ήλιο, ούτε σε καμμιά στάνη. Πήγα στην Τουρκάλα για την εμπειρία, γυάλιζε κι ολόκληρη, ήταν αλειμμένη κάποιο μπέιμπι όιλ, κάτι. Αλλά δεν είμαι από αυτούς. Και μόνιμη σχέση είχα, θα παντρευόμασταν αν δεν ήτανε ψωνάρα ο πατέρας της, και με θέλαν τα κορίτσια και τώρα μια χαρά. Μετράω. Όχι μόνο στο ερωτικό, παράπονα δεν έχω ακούσει, αλλά γενικά: δεν είμαι αλκοόλας, δεν καπνίζω, δεν ξέρω από τζόγο. Δεν είμαι από αυτούς που έφυγαν από τη μαμά τους στα 25 και στα 30... μόλις πάτησα στα πόδια μου, έφυγα, έπιασα μια γκαρσονιέρα στα Μανιάτικα, ήτανε σαν δώμα πιο πολύ, μετά το δυάρι μου στην Ανάσταση: το αρχηγείο. Αλλά προσκυνάω τη Γυναίκα. "Μουνάκια" με ανεβάζουν στη δουλειά, "θύμα" με κατεβάζουν. "Βρε καλώς τον εραστή" -- τέτοια. Δίνω δικαιώματα; Όχι. Ποτέ όμως. Μιλάω ποτέ γι' αυτά; Ούτε. Με έχουνε δει με μία γυναίκα έστω; Ποτέ. Τουλάχιστον όχι στη δουλειά. Μόνο στην πλατεία Αλεξάνδρας με είχανε τρακάρει δυο παιδιά από τη δουλειά. Με τη Λίτσα, τη γυναίκα της ζωής μου. Τέλος πάντων. Δράματα μεγάλα, ιστορία ο πόνος.

Η αλήθεια είναι ότι εγώ τη ζωή τη μετράω με, πώς να το πω, με τις ερωτικές πράξεις. Ήθελα να το πω ευγενικά, δε μου αρέσουν κουβέντες τύπου 'με τα γαμήσια'. Τέλος πάντων, εγώ νομίζω πως έτσι μετριέται η ζωή του ανθρώπου, του άντρα και της γυναίκας. Πόσες φορές. Μάλιστα, όταν στα 17 με ξεπαρθένιασε η φίλη της μάνας μου (Λίτσα τη λέγανε κι εκείνη, πώς μύριζε έτσι! σα φυσικό σαπούνι ήταν ο ιδρώτας της, αυγουστιάτικα), είπα να γράφω σε ένα ημερολόγιο κάθε φορά που θα το έκανα. Και το τήρησα, αμέ. Για χρόνια. Μόνο που κάποια στιγμή, είτε συνεχώς έγραφα τα ίδια και τα ίδια, είτε δεν ήξερα πώς να γράψω τα πιο σημαντικά, τα πιο αλλιώτικα. Σταμάτησα εκεί στα εικοσπέντε, έσκισα και το τετράδιο, μην πέσει σε τίποτε μάτια περίεργα.

Αλλά σοβαρά το εννοώ ότι μετράω τη ζωή με ερωτικές πράξεις. Πιχί ο θείος ο Κώστας είναι μαθουσάλας -- πρέπει να το έχει κάνει χιλιάδες φορές, κι ας είναι δεν είναι 65. Ο Πασχάλης, το φιλαράκι μου, αν και συνομήλικος και παντρεμένος, αυτός είναι παιδί -- του το δίνει η γυναίκα του μια φορά το τρίμηνο; το δίμηνο; θα σας γελάσω. Και πριν παντρευτεί, να τον είχε λυπηθεί καμμία; Η θεία, η χήρα από τα 32, μάλλον βρέφος -- αν και ποτέ δεν ξέρεις. Και η ξαδέρφη; Η ξαδέρφη της οδού Ευπλοίας; Που πήγαμε στο Άμστερνταμ; Εδώ το πράμα γίνεται ζόρικο. Πολύ ζόρικο.

Η ξαδέρφη είναι ανεξιχνίαστη. Μυστήριο. Χουντάνιτ. Είναι λίγο μεγαλύτερη από εμένα, ανήκει σε αυτή τη γενιά που γεννήθηκε το '67 -- γαμώ τα άτομα αυτοί που γεννήθηκαν το '67, δεν ξέρω γιατί. Είναι πολύ συντηρητική. Είναι εκδότρια: βγάζει έντυπα, καταλόγους, τουριστικούς οδηγούς -- μέχρι και μενού για μπεργκεράδικα. Κυκλοφορεί πάντα με φούστα και πουκάμισο, πάντα. Τα μαλλιά της πάντα πιασμένα και πάντα φοράει κάτι σκουλαρίκια σαν πέρλες ψεύτικες. Πάντα. Σε γιορτές, σε δουλειές, στο Άμστερνταμ που πήγαμε, ακόμα και στο σπίτι μέσα. Κάνει δουλειές κυρίως με παπάδες και κάτι σωματεία: βγάζει το τάδε βιβλίο του μοναστηριού εκεί, τον οδηγό του προσκυνήματος του Αγίου Απαυτού, την ιστορία της Προύσας, του Πόντου, της Κάτω Πλατανιάς. Κάποτε είχε πάρει και δουλειές από το κράτος, κάτι ενημερωτικά έντυπα πληρωμένα με ΕΣΠΑ και τέτοια. Κι όλοι την αγαπάνε στο σόι την ξαδέρφη: όταν σκοτώθηκε ο αδερφός της (α ρε ξάδερφε...) και η νύφη της, ανέλαβε αυτή και το ορφανό και τη μάνα της (τη χήρα από τα 32 της, που λέγαμε). Όλοι στο τριάρι στην Ευπλοίας. Έβαψε μόνη το παιδικό δωμάτιο. Καλύτερα και από μάνα. Η θεια μου ακόμα περιφέρεται στα σόγια (ξέρετε, ελληνική οικογένεια, τι να λέμε) και παραπονιέται ότι κάθεται και τη γηροκομεί αντί να βρει καναν άντρα, έστω κάπως ώριμο, να παντρευτεί κι αυτή, μπας και προλάβει να κάνει κανα παιδί δικό της, να μη μείνει στο ράφι (είπαμε: ελληνική οικογένεια). Άλλωστε το ορφανό, ο ανιψιός της, είναι 19 πια και φοιτητής στην Κομοτηνή από πέρσι. Και βεβαίως έπαιξαν προξενιά, λένε. Αποτυχημένα. Κι ας παρακάλαγαν οι άντρες. Δεν ξέρω. Εγώ ζω μόνος και κάπως στον κόσμο μου.

Δεν ξέρω να πω αν είναι ωραία γυναίκα. Ωραία είναι δηλαδή. Αλλά συντηρητική. Αναρωτιέμαι για την ηλικία της, εννοώ όπως μετράω εγώ, "με ερωτικές πράξεις". Μιας; Δέκα; Μήπως είναι παρθένα; Πολύ μαζεμένη ρε παιδί μου, πάντα. Θα έλεγα πως είναι κανονική γεροντοκόρη, έχω γνωρίσει πολλές τέτοιες: αφοσιωμένη στη γερόντισσα μάνα, στο ορφανό του αδερφού, παπάδες, σόι, δουλειά, τραπεζώματα, η γυναίκα που είναι άντρας κι αφεντικό κι έτσι. Αλλά υπάρχει μια λεπτομέρεια, ρε συ. Από τότε που την ξέρω, φοράει κάθε μέρα κάλτσες. Κάθε μέρα. Ό,τι άλλο κι αν φοράει. Χειμώνα (οπότε, ναι, εντάξει, αφού δε φοράει παντελόνια) αλλά και καλοκαίρι, κάτι αραιά υφασμένα δίχτυα με μάτι μεγάλο, κάτι λουλουδέ ανάλαφρα. Πάντα. Πάντα. Κι αναρωτιέμαι: όσο ωραία πόδια κι αν έχει μια γυναίκα -- κι έχει ένα πόδι άλλο πράγμα η ξαδέρφη, να το πω -- γιατί να φοράει το καλοκαίρι κάλτσες; Αν δεν υπάρχει άντρας; Αν δεν παίζει σαγήνη κι έτσι; Αλλά δεν είναι τέτοια ρε γαμώτο, όλα πάνω της ντεκαυλέ και σεμνά είναι. Μόνον αυτές οι κάλτσες παραφωνία.

Κάποια στιγμή τη ρώτησα. Απ' έξω απ' έξω, έτσι αδιάφορα τάχα μου, στο σπίτι της μάνας μου ένα Πάσχα μετά τα κατσίκια και κάτι τσίπουρα. Αυτή βράχος. Αυστηρή. Με κοίταξε κάπως. Δηλαδή καθόλου κάπως, στα ίσια και κοφτά: "τι είναι αυτά που ρωτάς ρε ξάδερφε". Αλλά μετά; Το μετά μετράει. "Τι είναι αυτά που ρωτάς αφού είμαι παρθένα ετών 47" ή "Τι είναι αυτά που ρωτάς μια κυρία" ή "Τι είναι αυτά που ρωτάς και τι νομίζεις πως τρέχει στις φλέβες μου"; Δεν κατάλαβα. Θα ρώταγα τον θείο μας τον Κώστα, τον μαθουσάλα του σεξ, αδερφό των μανάδων μας (το καταλάβατε αυτό φαντάζομαι) να μου πει τη γνώμη του και πώς το κόβει αυτός το θέμα, αλλά είναι γκομενάκιας και βρωμόστομος και θα αρχίσει να λέει διάφορα για μουνάρες, μιλφάρες και τέτοια -- και δε θέλω. Γιατί, είπαμε, εγώ τέτοιος δεν είμαι.

Ρε λες, να είναι ελεύθερη και υπεραιωνόβια η ξαδέρφη; Ή μήπως είναι κανα μωράκι; Γίνεται να μην μπορεί να ξεχωρίσεις τον άνθρωπο;  Γίνεται να μην αφήνει πάνω του ίχνος η ζωή; Όσο κλειδωμένος και να είναι, όσο θεωρητική όψη κι αν έχει. Σχεδόν μεγαλώσαμε μαζί και δεν ξέρω αν μέσα στο κεφάλι της έχει μυστικά ή μόνον αξόδευτο χαβέσι.

GatheRate

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

Του έρωτα μέγα καλό

Ό,τι νιώθω και ό,τι είμαι μου το έχει διδάξει ο έρωτας.

Ο έρωτας μού έμαθε να είμαι ο εαυτός μου και μου έμαθε ότι έρχεται σ’ εμένα επειδή είμαι ο εαυτός μου και όχι κάποιος άλλος.

Ο έρωτας μού εξήγησε ότι αξίζω τη χαρά της ζωής, που είναι και ο έρωτας.

Με δίδαξε να μην υπεραναλύω και να παίρνω τη ζωή όπως μου έρχεται, κατά το εμπειρίκειο, όσο μπορώ.

Με εκπαίδευσε στο να μη φοβάμαι, εγώ ο κατά βάση δειλός. Με ξανάπλασε σχεδόν γενναίο.

Με απελευθέρωσε από ό,τι βάρος δεν ήτανε δικό μου και το έστησε απέναντί μου για να το αντικρύσω με ψυχραιμία κι επιείκεια.

Ακόμα και στον πόνο υπήρξε μεγαλόψυχος: δεν τον έφερε μάταια.

Ο έρωτας με πήγε πολύ πιο μακριά και από βιβλία και από ταινίες και από την ίδια τη φαντασία μου, έχτισε κόσμους αδιανόητους πριν, κόσμους που εξερευνώ και περιδιαβαίνω σαν αρχάριος με ψυχή μαγεμένη.

Ο έρωτας εγκέντρισε μέσα μου την ομορφιά και το γέλιο.

Ο έρωτας με ντρεσάρισε να μη φοβάμαι τον χρόνο, παρά να χαίρομαι τη στιγμή σαν παιδί και την ανάμνηση σαν γέροντας.

GatheRate

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

it was just to see all the things you knew (η 1001η ανάρτηση)

Θα μιλήσω ως άντρας που ερωτεύεται γυναίκες.  Άλλωστε δεν μπορώ να υποκριθώ ότι καταλαβαίνω πώς είναι να τρως από μικρή το κοντό και λεπτό καυλί της πατριαρχίας και να σου τσαμπουνάν ότι πρέπει να το ευχαριστιέσαι κιόλας, αφού αυτή είναι η αποστολή σου και η φύση σου ως γυναίκας. Ούτε μπορώ να παραστήσω ότι αντιλαμβάνομαι πώς είναι να σου έχουνε φορεμένη κολάρο την καθόλου ηδονική θηλειά της ετεροκανονικότητας και να σου λένε να είσαι κι ευχαριστημένος που δε σου τη σφίγγουν.

Ωστόσο ξέρω καλά ένα πράγμα: οι ανθρώπινες σχέσεις είναι δυναμικές: πολύμορφες, πολύτροπες και ευμετάβλητες. Και ξέρω ότι κάθε σχέση τη διέπει κάτι διαφορετικό (καύλα, έρωτας, στοργή, συναντίληψη, αλληλοεξάρτηση, αγάπη -- χίλια δυο) και ότι αυτό το κάτι μπορεί να αλλάξει και, μάλλον οπωσδήποτε, αλλάζει με το πέρασμα του χρόνου. Ξέρω επίσης ότι οι μεγάλες ενοποιημένες σχέσεις, όπου ο άλλος είναι όλα και μας παρέχει τα πάντα αποκλειστικώς, είναι ή πολύ σπανίες ή βραχύβιες ή απλώς φενάκη.

Δυο παράγραφοι εισαγωγή, αναγκαία νομίζω, για να πω το αυτονόητο: δεν παραβιάζουμε τον χώρο του άλλου, δηλαδή του/της παρτενέρ, του γκόμενου ή της γκόμενας, του αγοριού ή του κοριτσιού, του εραστή ή της ερωμένης, του/της συντρόφου, του/της συζύγου (ή όπως αλλιώς αλληλοαποκαλούμαστε). Δεν αστυνομεύουμε τη ζωή του. Δεν σκαλίζουμε κινητά κι ημερολόγια (που μας τραγουδάει κι ο Μορισέυ στο Suedehead, απ' όπου και ο τίτλος) και δεν ψαχουλεύουμε σημειώσεις, συρτάρια, αλληλογραφίες και δεν ξέρω τι. Κάποτε, όντας ακόμα πιο αφελής από τώρα, νόμιζα ότι αυτού του τύπου οι κινήσεις (διέγραψα την αρχική περιγραφή εδώ) αποτελούν εξαίρεση, αλλά έσφαλλα.

Από τον καιρό που έγραψα τον Ταμία των ανέμων με ρωτάνε αν είμαι τόσο κουλ επειδή μου λείπει το πάθος. Χαμογελάω. Επίσης με ρωτούν αν έχω πια τόση εμπιστοσύνη στο ταίρι μου (αν είμαι μαλάκας δηλαδή) και αν είμαι σίγουρος ότι δε θα κάνει τίποτε πίσω από την πλάτη μου. Και φυσικά μιλάμε για κέρατο, όχι ξέρω γω να ξεκινήσει κρυφά ιστιοπλοΐα για χόμπι. Και η απάντηση, η μόνη σοβαρή απάντηση νομίζω, είναι όχι. Δεν την εμπιστεύομαι. Βεβαίως δεν την εμπιστεύομαι. Δεν εμπιστεύομαι κανέναν. Δεν εμπιστεύομαι τον εαυτό μου, πρωτίστως αυτόν. Οι άνθρωποι είμαστε εύπλαστοι και όσοι δεν είμαστε μάλλον βρισκόμαστε σε προϊούσα αγκύλωση -- και θα σπάσουμε. Κανείς δεν είναι βράχος για να ρίξεις άγκυρα.

Όποιος έχει συνειδητοποιήσει ή όποιος φοβάται ότι η εμπιστοσύνη δεν αποτελεί παράμετρο γνήσιας σχέσης, της όποιας σχέσης, "σοβαρής" ή μη, έχει δύο επιλογές: τη ζηλότυπη αστυνόμευση ή την ψύχραιμη παραίτηση. "Ναι, αλλά γιατί δεν επιλέγεις μια μέση λύση, γιατί δεν κάνεις έναν έλεγχο, έτσι απλό, όχι σε βάθος;" με ρωτάνε, "έτσι να ξέρεις πού βρίσκεσαι;" Οι λόγοι είναι τρεις:

Δεν ψάχνουμε τα πράγματα του άλλου και δεν τον αστυνομεύουμε όχι γιατί τον εμπιστευόμαστε (είπαμε) αλλά επειδή τον σεβόμαστε. Δεν ξέρω τι άλλο να προσθέσω εδώ, από πείσμα καθαρό θέλω να πιστέψω ότι είναι προφανές τι λέω: σέβομαι την άλλη, ιδίως άμα καμώνομαι ότι την αγαπάω. Αλλά κι αν δεν την αγαπάω, αν "απλώς" είμαι ερωτευμένος ή, έστω, γουστάρω και περνάμε καλά, μήπως νομιμοποιούμαι να μην τη σέβομαι; Τέλος πάντων.

Δεύτερον, φρονώ πως η αφοσίωση και η πίστη δεν είναι θέμα ερωτικής ελευθερίας. Όμως αντιλαμβάνομαι ότι εδώ υπάρχουνε πολλές και διαφορετικές αρχές, διαθέσεις και στάσεις. Και όλες είναι εξίσου βαθύτατα ανθρώπινες. Άσε που προτιμώ να βγάλω τον σκασμό προτού αρχίσω να προτείνω νόρμες και ρυθμίσεις για τις ζωές των άλλων. Προσπερνάω λοιπόν.

Τρίτον, υπάρχει μια αρχή. Ισχύει, ή μάλλον θα έπρεπε να ισχύει, σε κάθε ουσιαστική μας σχέση, είτε πρόκειται για καλή παρέα και φιλαράκι, είτε για φίλο, είτε για έρωτα, είτε για συζυγία: ό,τι δεν επιλέγει να μας πει άλλος, δε μας αφορά. Τελεία"

GatheRate

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Ο κρύος καφές της ερωτογραφίας

Είχε μείνει καφές από χτες μέσα στην κανάτα. Τον άδειασα μέσα στην κούπα με το θηρίο της Αποκάλυψης, έργο Ντύρερ. Κοίταξα τη συννεφιά που μας λυπήθηκε και ξανασυνάχθηκε από πάνω μας, η μόνη σκέπη και εντελώς απατηλή, βεβαίως.

Σκέφτηκα πώς ερωτογραφούν κάποιοι και κάποιες που ξέρω: πάρα πολλοί ερωτογραφούν τελικά, λίγοι τα δείχνουν, σχεδόν κανείς δεν τα δημοσιεύει. Η γνώμη του κόσμου. Καλύτερα να φαίνεται στα γραπτά σου ότι είσαι σκατόψυχος ή βλαξ ή και τα δύο, παρά ότι έχεις πόθους και ότι έχεις ζήσει έρωτες. Προτιμούμε να διαβάζουμε τις στεγνές κακαράντζες που αφοδεύει βαδίζοντας κάθε γιδίσια ψυχή, παρά για τα υγρά και τα θερμά των ερώτων που είχαμε ή δεν είχαμε ή που θα έχουμε.

Πίνω τον καφέ, δεν έχει καθόλου άρωμα πια, 24 ώρες μετά, μόνο καλή γεύση. Αυτό είναι η ερωτογραφία: χάνεις το άρωμα και την ιερή και άγρια στιγμή εκείνη, την αφή και την κίνηση ας πούμε, αλλά κρατάς το απατηλό φως και τη θαμπή σκιά και τις ματιές, τη συγκίνηση και την αίσθηση που δεν σβήνουν (δε σβήνουνε, δε σβήνουν οι καριόλες), την καύλα που σε κάνει άνθρωπο. Οι εικόνες των σωμάτων, λεπτομέρειές τους -- φόρμες, μοτίβα, γραμμές, σκιές, ματιέρες -- ή απόψεις τους από απέναντι και από το πλάι. Και όσα μαρτυρούν τα περίκλειστα μα αχανή τοπία των σωμάτων.

Περπάταγα οχτώ μέρες πριν σε έναν έρημο δρόμο εμπορικό, αριστερά και δεξιά κλειστά μαγαζιά πολυεθνικών αλυσίδων φωτισμένα, και αναρωτιόμουν ποιες είναι οι μεγάλες χαρές της ζωής μου. Είμαι ρηχός άνθρωπος μάλλον, αφού πέρα από 5-6 ανομολόγητες, όλες οι άλλες ήταν Έρωτας· και έρωτας μέσα μου και έρωτες: συνευρέσεις, κλινοπάλες, γαμήσια. Ήπια ένα τζιν στο τελευταίο μπαρ που βρήκα ανοιχτό και πήγα για ύπνο χαμογελώντας.

Τέλειωσε ο καφές, πάω τώρα.

GatheRate

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Ρε αστοδιάλο


Δεν μπορώ να δουλέψω άλλο. Θα γράψω αυτό, θα είναι λάθος, και θα πάω να κάνω ποδήλατο. Ναι, στατικό, από αυτό που κάνουν οι γκόμενες. Αν ανέβω σε κανονικό και βγω στον δρόμο, θα σκοτωθώ εδώ που είμαι και θα μου κάνετε ταγκ μετά θάνατον. Και πώς θα το αντέξω;

Μου λέει η Ζ. το απόγευμα στον καφέ: "θα πεθάνει ο Ρωμανός, θα τον αφήσουν να πεθάνει". Απάντησα με βρισίδια. Διάβασα μετά τους ποταμούς γνωμών στο ίντερνετ και την κοινοβουλευτική επικαιρότητα γύρω από το θέμα. "Το παιδί", λένε κάποιοι, "το παλληκάρι". Ποιο παιδί, ρε μαλάκες, είτε διαφωνείς είτε συμφωνείς μαζί του, ο άνθρωπος είναι εκθετικά πιο συνειδητοποιήμενος από όλους μας. Ιστορικά, όποιος τα βάζει με θεούς και με το κράτος (από το σουλτανικό ντοβλέτι μέχρι την καλή και άγια ΟΔΓ των λευκών κελιών) καλό τέλος δεν έχει: δεν είναι ο αγώνας του άθεου και του αντεξουσιαστή για όλους μας.

Αλλά βεβαίως όπως τότε με τον Σακκά: τα απωθημένα ολωνών μας πάνω στο πρόσωπο του ληστή, του ήρωα, του μάρτυρα, του τσόγλανου. Όπως τότε, νομικολογίες από κάθε άσχετο και από κάθε σκατόψυχο, ενώ το θέμα πολιτικό είναι. Τα ερωτήματα που εγείρονται είναι πολλά, εγώ δύο σκέφτομαι: έχει δικαιώματα ο εχθρός του κράτους; είναι η ζωή το υπέρτατο αγαθό; Βεβαίως, στη δεύτερη ερώτηση, η Ελληνική Δημοκρατία έχει κιόλας απαντήσει επανειλημμένα "όχι" από τότε που άρχισε να κατεδαφίζει το (όποιο) κοινωνικό κράτος για να σωθούν οι τράπεζες και για να απολυθούν και να μεταταχθούν δημόσιοι υπάλληλοι. Κι έτσι, βρέφη, άρρωστοι και γέροντες πέθαναν για τη "δημοσιονομική σταθερότητα". Θα μπορούσε να είναι η "καθαρότητα της φυλής", προσεχώς ενδεχομένως.

Μιλώντας για φυλή και φάρα: έχουμε και όλη τη χολή και το όξος της αγροτοποιμενικά μοχθηρής κοινωνίας μας, που δεν πιστεύει σε τίποτα πέρα από την οικογένεια τη δική της, που αντιλαμβάνεται το δημόσιο τόσο όσο χρειάζεται για να συμπήξει κουμπαριές κι ευκαιριακές συμπολιτείες. Χoλή και όξος που ρέουν άφθονα στην περίπτωση του Ρωμανού. Ρέουν και τροφοδοτούν την εκδικητικότητα ενός κράτους που εδώ και καιρό δεν μπορεί ούτε τα προσχήματα να κρατήσει.

Αλλά ας κάνω δυο βήματα πίσω.

Άξιος φιλόλογος και καθόλου αριστερός, μού έλεγε πριν κανα τρίμηνο: "δηλαδή φαντάσου πώς ακουγόντουσαν όλα αυτά του Σεφέρη και της γενιάς του '30 περί ελληνισμού και Ελλάδας και σπασμένων αγαλμάτων και τι παθαίνει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες στα αυτιά του κατατρεγμένου αριστερού, παρία και θύματος, με συγγενείς στην εξορία ή στη φυλακή και με τον χαφιέ παρκαρισμένο έξω από το σπίτι του."

Δε φαντάζομαι. Τώρα πια ξέρουμε ότι ο αμφιπολικός ελληνισμός είναι το λεξοτανίλ του λαού: αποχαύνωση και λυσιμέλεια. Τουλάχιστον το μαρξικό όπιο παρηγορεί και ανακουφίζει. Μας πουλάνε ακόμα Ελλάδα κι ελληνισμό και ορθοδοξίες και αηδίες. Η συνέχεια. Η κοινότητα. Οι δόξες και τα μάρμαρα. Που αντιστέκεται κι επιμένει. Που θα τα ξαναχτίσει όλα από την αρχή. Το ζήτημα είναι ποιος δημιουργεί τα ερείπια: οι εξωγήινοι; καμμιά σαρωτική κοινωνική επανάσταση; Αυτοί που κατεδαφίζουν τις ζωές μας φτιάχνουνε τρυφερά σποτάκια για το πώς σιγά σιγά θα τις ξαναχτίσουμε. Γιατί είμαστε Έλληνες. Ρε αστοδιάλο πια.

Αργότερα, την ώρα που έτρωγα, αναρωτήθηκα με αηδία: "τι με συνδέει με αυτό το κράτος;". Σίγουρα ότι στην επικράτειά του βρίσκονται οι αγαπημένοι μου άνθρωποι, τα 69 τετραγωνικά του σπιτιού μου και ο μεγάλος αστερισμός σημείων μέσα στην Αθήνα όπου υπήρξα ξανά και ξανά και ξανά ευτυχισμένος ή τουλάχιστον σε εγρήγορση. Αλλά το κράτος; Με σπούδασε και μετά τι; Κι εδώ και τέσσερα χρόνια ποιοι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι το τρέχουν; Κυνικοί, χυδαίοι, εγκληματίες. Καλά λέει ο τέως Έρμιππος στο facebook: ποιος ΣΥΡΙΖΑ; ένα τεράστιο Ειδικό Δικαστήριο χρειάζεται. Από το 2010 φαντασιώνομαι ότι μια χώρα για την οποία δε θα ντρέπομαι, ίσως γιατί δε θα ταυτίζομαι μαζί της, ξέρω γω η Νορβηγία, ο Καναδάς ή η Ισπανία, μου δίνει, λέει, διαβατήριο. Παίρνω κι εγώ κάτι φιλαράκια σκηνοθετικά και καμεράτα, πάω στο Σύνταγμα και καίω τελετουργικά το ελληνικό διαβατήριό μου στο Σύνταγμα, λέω εκεί και καμμιά εξυπνάδα να κάνω ντόρο στα σοσιαλμήντια. Φαντασιώσεις, μπούρδες, αλλά απηχείται μια διάθεση.

Θα το αποκηρύξω αργότερα αυτό το κείμενο, όταν θα είμαι πιο σοβαρός και πιο κύριος. Αμέσως θα ξεχαστεί από όποιον κι αν το διαβάσει. Άλλωστε εύκολα πλέον κατεβαίνουν τα κείμενα, όπως κι εύκολα ανεβαίνουν. Αυτό θα το ανεβάσω. Αχτένιστο και μισότρελο. Στα υπέρ του: δεν είναι καθόλου μα καθόλου οργισμένο, μπουχτισμένο μόνο.

GatheRate

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2014

25th Hour (Εξορκισμοί)



Άντε γαμήσου, μέσε Έλληνα, που κρίνεις πάντοτε εξ αποστάσεως και εκ του ασφαλούς τους πάντες και τα πάντα, έτοιμε να σκοτώσεις για τα χρηστά ήθη και για το τι θα πει ο κόσμος.

Άντε γαμήσου μέσε Έλληνα, βικτωριανέ, με την ηθική του αλισβερισιού και της αλλαξοκωλιάς σε όλα, που είσαι με τους θύτες και τους δυνατούς.

Άντε γαμήσου, μέσε Έλληνα, που βάζεις πάνω απ' όλα την οικογένεια· που μεγαλώνεις τα παιδιά σου με γνώμονα τι θα πει για αυτά ο κόσμος και που τρέμεις μη γίνει ο γιος σου θρασίμι ή πούστης και μη γίνει η κόρη σου τσούλα -- που δε σε νοιάζει μην καταλήξουν ελεεινοί παλιάνθρωποι και σκατόψυχοι.

Άντε γαμησου, μέσε Έλληνα, που κλαις και τραγουδάς τη δική σου φτώχεια και την προσφυγιά των προγόνων σου, γαμήσου που ζεις δίχως χαμόγελο και περηφάνεια, αλλά μισείς και σιχαίνεσαι τον φτωχό που είναι ξένος.

Άντε γαμήσου μέσε Έλληνα ορθόδοξε, σκώληκα της ευσέβειας όταν θα δεις τα σκούρα, αντίχριστε στην πράξη που φιλάς εικόνες και ράσα και πιστεύεις σε μάγια και λείψανα και σύμπαντα και θεούς που ασχολούνται μαζί σου ή που σε εγκατέλειψαν -- αρκεί να μη φταις εσύ για τίποτα.

Άντε γαμήσου, μέσε Έλληνα, που περιφρονείς "τα πολιτικά", που είσαι στωικός και θυμόσοφος, που "τίποτα δε θ' αλλάξει", που μουτζώνεις τους μαυρογιαλλούρους, που τους ψηφίζεις και μετά τους προσεγγίζεις για εξυπηρέτηση.

Άντε γαμήσου μέσε Έλληνα, που δεν έχεις χαρά στη ζωή σου και σκιρτάς με τον πόνο των άλλων και με τις ψόφιες κατσίκες τους, που δεν ξέρεις τον δημόσιο χώρο (εκτός όταν τον μπαζώσεις), που περιφρονείς την αλληλεγγύη έξω από την οικογένειά σου, ζωάκι κρυμμένο σε λαγούμι.

Άντε και γαμήσου, μέσε Έλληνα, που δίνεις δίκια σε όποιον γραφιά και όποιον τζουτζέ του κουτιού θα σε πείσει ότι εσύ δε φταις για τίποτα, ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, που θα σου εξηγήσει ότι υπάρχει ανωτέρα βία και που θα σου πει ότι δεν είσαι λαός και ότι δε θα μάθεις ποτέ, παις αεί κι αρχίδια μάντολες.

Ναι: άντε γαμήσου. Γαμήσου μπας και χαρείς.

GatheRate

Two tribes


Κάποιοι, οι έτσι, γράφουνε και λένε: βρεθήκαμε σε μια εθνική κρίση, πρέπει να την ξεπεράσουμε, πρέπει να κοιτάξουμε το κοινό καλό και πώς θα σταθούμε ξανά στα πόδια μας σαν χώρα. Θα μπορούσαμε να τα είχαμε καταφέρει καλύτερα αλλά η διαφθορά, η ραιβή νοοτροπία μας και ο εγγενής αρνητισμός των κάθε λογής αριστερών σαμποτάρισαν την εθνική προσπάθεια. Πάντως πρέπει να λογαριάσουμε ότι προχωρούμε. Αποφεύχθηκαν τα χειρότερα.

Κάποιοι, οι αλλιώς, γράφουνε και λένε: αυταρχισμός, καταστρατήγηση θεσμών, εξαθλίωση, διάλυση κοινωνικού κράτους (αμάθεια, φτώχεια, θάνατος), φασισμός και ρατσισμός κι εθνικισμός.

Οι έτσι απαντούν σε αυτά είτε ότι ήρθε ο λογαριασμός και πρέπει να πληρώσουμε, είτε ότι it will get worse before it gets better, είτε ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο χάλια όσο θέλουνε να νομίζουν οι αλλιώς. Στο κάτω κάτω, ούτε ξερονήσια έχουμε, ούτε την Πείνα του '41, που πείνασαν νοικοκυραίοι άνθρωποι και ξεπούλαγαν πιάνα και σερβίτσια.

Το συμπέρασμά μου είναι ότι οι έτσι και οι αλλιώς -- στον βαθμό που είναι ειλικρινείς, κάτι που ολωσδιόλου δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητο, ζούνε σε διαφορετικούς κόσμους. Και περιγράφουν και οι δύο φατρίες επακριβώς τον κόσμο στον οποίο ζει η καθεμιά. Στον βαθμό που οι έτσι, αλλά και οι αλλιώς, είναι ειλικρινείς, προασπίζονται τα συμφέροντα και την επιβίωση του κόσμου στον οποίο ζούνε.

Οι έτσι έχουνε δίκιο. Τέσσερα χρόνια μετά το Καστελόριζο, διατηρούν ακόμα προνόμια. Δεν πάνε διακοπές στο Στάαντ αλλά έχουν ακόμα την Αράχωβα, δε βρέθηκαν κλεισμένοι στα ρετιρέ του Λυκαβηττού και στα οροφοδιαμερίσματα της Γλυφάδας να ψάχνουνε να βρουνε ταβέρνα ανοιχτή για να φάνε. Διατηρούν τις δουλειές τους και έχουν εν πολλοίς διαφυλάξει τον τρόπο ζωής τους. Η νομιμότητα, τα κολοβά και χωλά κοινοβούλια, η φονική αστυνομία, τα χρηστά ήθη και η κανονικότητα με κάθε τρόπο, έστω και αν χρειαστεί να θυσιαστούν κάποιοι άλλοι κάπου άλλου, είναι οι αναγκαίοι τρόποι ώστε να συνεχίσουν να ζουν έτσι: καλά. Χωρίς λατινοαμερικάνικα σκαμπανεβάσματα και τέτοια. Άλλωστε πάντοτε έτσι γινόταν, ακόμα και τη χρυσή εποχή του φιλάνθρωπου ακτιβισμού τους: ζούσαν καλά γιατί κάποιοι τους έραβαν τα ρούχα και πέθαιναν πρόωρα καλλιεργώντας κι εξορύσσοντας και μεταποιώντας πρώτες ύλες για τα καταναλωτικά τους αγαθά. Απλώς τώρα αυτοί οι καημένοι βρίσκονται πολύ πιο κοντά τους.

Και οι αλλιώς έχουν δίκιο. Αλλά τον κόσμο τους τον ξέρω καλά κι έχω γράψει γι' αυτόν: ας μην επαναλαμβάνομαι. Και, πληθυσμιακά, ο κόσμος των αλλιώς είναι πολυπληθέστερος.

Όμως οι έτσι είναι και ελιτιστές. Θεωρούν ότι αποτελούν τον ακριβό ανθό της κοινωνίας, αυτό το ακριβό 1% που θα καρπίσει και θα παραγάγει Ξυγγραφές, Συμπόσια και Πολιτείες και αριστοφάνεια σάτιρα μέσα σε έναν Δήμο ηλιθίων πλαισιωμένων από φιμωμένες γυναίκες και πολλούς πολλούς δούλους. Τρομάρα.

GatheRate

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

Ο κώλος του Θεού

στην επί δώδεκα συναπτά έτη φίλη Μερόπη Μ.


 Σε πολλά είμαστε κότες, σε ακόμα περισσότερα η εποχή μας είναι αφόρητα ανιαρή και μη-μου-άπτου. Ατολμία. Συναίνεση. Να μην προκαλούμε, για να πάει το μήνυμά μας παραπέρα. Πού; Τεσπά.

Τον κώλο του Θεού τον πρωτοείδα το 2008. Ενοχλείστε που τον λέω έτσι, άλλωστε είναι και η εποχή μας της ευπρέπειας: του "αιδοίου", του "μαμησιού", των χαζών αποσιωπητικών και των πληθωριστικών εισαγωγικών. Ενοχλείστε που λέω "ο κώλος του Θεού", πού να τον βλέπατε κιόλας δηλαδή.

Μπαίνω λοιπόν στην Καπέλλα Σιξτίνα το 2008 και τα χάνω: πολύ ψηλοτάβανη, απελπιστικά μακριά το ταβάνι. Με δυσκολία βλέπεις τι γίνεται εκεί πάνω: τις μπουτς Σίβυλλες, τις βιβλικές ιστορίες και τα τσίτσιδα τεκνάκια του Μιχαηλάγγελου. Και μετά διακρίνω τον ξεγυμνωμένο κώλο του Θεού. Ζωγραφισμένο μεταξύ 1508 και 1512. Ψηλά, πάνω από καρδινάλιους και πάπες, όχι να εκτίθεται σε καμμιά Biennale κρατικοσπονσοραρισμένης πρωτοπορίας και λελογισμένης πρόκλησης.

Και όχι, τότε ο φλωρεντινός αρσενοκοίτης δεν ήταν ακόμη ο γίγαντας της δυτικής τέχνης, για να κάνει ό,τι γουστάρει και να του τα σκάνε: δεν ήτανε παρά ένας φλωρεντινός αρσενοκοίτης γλύπτης. Που ανέλαβε να διακοσμήσει ζωγραφικά (ο άσχετος) το παρεκκλήσι των παπών, κι όχι να στορίσει κανα χειρόγραφο με λατινικές ερωτογραφίες κανενός καυλιάρη δούκα. Και βέβαια, διακόσμηση, εντάξει: δεν το λες αυτό το παμπόνηρο πανόραμα ούτε διακόσμηση, ούτε ραφαηλίτικη χαρά. Μόνο με το ροκοκό και τους μαλακοπίτουρες τους βικτωριανούς θα ξανασηκώσει κεφάλι το διακοσμητικό στοιχείο και η τέχνη ως διακόσμηση, ώσπου να μας πατήσει κάτω τελικά και να μας πνίξει στη γλυκόζη, στη μελάσα και στον μούστο.

Προσπαθώ να σκεφτώ παράλληλα τολμήματα πιο κοντά στην εποχή μας. Κάπως πρόχειρα, μού έρχεται ο Ντιέγο Ριβέρα με τον Λένιν μέσα στο κτίριο Ροκεφέλερ, και πάλι σιγά: ο Ροκεφέλερ μπορεί να σου ακυρώσει το συμβολαίο γιατί τον ζοχάδιασες, όχι να σε στείλει στην αιώνια Κόλαση γιατί έργω βλαστήμησες -- κι ο Μπουοναρόττι την πίστευε την αιώνια Κόλαση, όσο να 'ναι.

Σε ατέλειωτες συζητήσεις για τα εικαστικά που πάω και μπλέκω, ανακύπτει κάποια στιγμή η έλλειψη τεχνικής στη σύγχρονη τέχνη. Πρόβλημα, λέει. Άλλοτε ακούω το παραπόνο ότι οι σύγχρονοι θέλουν να σοκάρουν και τίποτε άλλο. Όμως όσο περνάει ο καιρός, τόσο περισσότερο μού φαίνεται ότι ακόμα και η πρόκληση στην τέχνη (λ.χ. ο Τελευταίος Πειρασμός του Σκορσέζε, η υποψία ότι η Τρέισι Έμιν έχυσε στο σεντόνι που εκθέτει) εντάσσεται στα πλαίσια του "παίζω τις κουμπάρες": η 'πρόκληση' της σύγχρονης τέχνης πολλές φορές είναι ομόλογη μιας πολιτικής που λ.χ. δε θα ζήταγε την κατάργηση της δουλείας, παρά καλύτερες συνθήκες για τους δούλους στις φυτείες και το δικαίωμα να παντρεύονται μεταξύ τους.

Αν δεν μπορεί η τέχνη μας να είναι παμπόνηρη, σαν του Μιχαηλάγγελου, θα μπορούσε τουλάχιστον να είναι οργισμένη; Ή μας έχει βαλσαμώσει η ευπρέπεια κι η ψυχραιμία;

GatheRate

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014

Φοίνιξ

Από τότε που έγραψα για την τερατογένεση αρπακτικού που συμβολίζει το Γένος μας καθώς και άλλα πολλά πατριαρχικά κι εξουσιαστικά, τρώγομαι να μιλήσω για ένα από τα αγαπημένα μου εραλδικά πτηνά (το άλλο είναι το παγόνι). Ψάχνω αφορμή.

Κυρίες και κύριοι (και σαστισμένα παιδιά που βρεθήκατε κατά λάθος εδώ): ο Φοίνιξ. Το μυθικό πουλί που καίγεται και αναγεννάται από τις στάχτες του. Το σύμβολο της αθανασίας και της επιμονής και του γνήσιου we shall overcome: κάφτε με, θα ξανασηκωθώ, θα ξαναζήσω.


Βεβαίως, το έμβλημα της Ελληνικής Πολιτείας του Καποδίστρια, η δεύτερη υψηλότερη διάκριση της Ελληνικής Δημοκρατίας (το Τάγμα του Φοίνικα, πολύ πριν το φλύαρο πράμα της μάνας του Χάρυ Πόττερ) είναι πλεόν αμετάκλητα και στο διηνεκές αμαυρωμένο από τη Χούντα. Εικόνες όπως η παραπάνω, του εαμικού Φοίνικα, εξηγούν την επιλογή του αθάνατου πτηνού για έμβλημα της προδοσίας τους και της τυραννίας που την ακολούθησε: ελέω ενός Γεωργαλά ξεσήκωσαν ό,τι κομμουνιστικό ή παραπλήσιο σύμβολο βρήκαν, ακολουθώντας την εμπεδωμένη τακτική των Χριστιανικών Μαθηματικών Ομάδων της Ζωής, που από το '49 και μετά μετέτρεπαν σοβιετικά εμβατήρια και εργατικούς κι επαναστατικούς θουρίους σε "χριστιανικά τραγούδια".

Κρίμα κι άδικο για τον Φοίνικα. Κρίμα κι άδικο για ένα ευγενές έμβλημα ξανανιωμού, που ούτε είναι σαρκοβόρο κι αρπακτικό, ούτε κρατάει σε νύχια γαμψά σφαίρες, σκήπτρα, σταυρούς και ξίφη.

Εδώ και το παράσημο του Τάγματος του Φοίνικα, μέ έναν υπέροχα στυλιζαρισμένο Φοίνικα, σχεδόν κινέζο:


Πώς βρήκα λοιπόν την αφορμή να γράψω σήμερα για το πουλί που καταστρατηγεί την εντροπία, όπως η ζωή η ίδια; Βλέποντας το πρωί το σήμα κατατεθέν της μπύρας Grimbergen να κοσμεί τέντες και βιτρίνες ενός μπαρ κάτω από τα σύννεφα με διαστήματα ηλιοφάνειας:


Εντυπωσιακός εδώ στην ετικέτα ο Φοίνικας. Βλέπω μετά και το σλόγκαν: ardet nec consumitur. Αμέσως θυμήθηκα το fluctuat nec mergitur. Αχά, σκέφτηκα, επιτέλους: θα γράψω άλλο ένα ποστ με λατινικό τίτλο. Μετά όμως αναρωτήθηκα πώς μεταφράζεται το σλόγκαν ardet nec consumitur στα ελληνικά. Ψυλλιαζόμενος την προέλευσή του, κατέληξα στο φλέγεται αλλ' ου καίεται. Και είπα, ώπα. Ώπα. Αυτό είναι το σλόγκαν της Καιομένης Βάτου, όχι του Φοίνικα. Γιατί ο Φοίνικας καίγεται και γίνεται στάχτες και μέσα από τις στάχτες του αναγεννάται. Απεναντίας, η Βάτος η φλεγομένη αλλ' ου καιομένη -- αυτή δεν πρέπει καλά καλά ούτε κάπνα να βγάζει.

Άκυρο λοιπόν το ardet nec consumitur για τον Φοίνικα. Αλλά, όπως κάθε φορά που μιλάμε για φωτιά, εγώ σκέφτηκα τον έρωτα (εντάξει, όχι πάντα).

Σκέφτηκα τον έρωτα του Φοίνικα: αφήνει τη φλόγα να τον αποτεφρώσει, ώστε μετά να ξαναγεννηθεί. Και για να ξανακαεί. Και πάει λέγοντας. Αενάως, λέει. Ο Φοίνικας είναι μεγάλος και ευγενής αλλά μοιάζει με τους σκώρους του Γκυ Ντεμπόρ: in girum it nocte et consumitur igni. Η φωτιά τον τρώει στο τέλος, ξανά και ξανά, σε κάθε γύρα, σε κάθε επανάληψη μέσα στην ερωτική σαμσάρα.

Και σκέφτηκα και τον έρωτα της Βάτου: της φλεγομένης αλλ' ου καιομένης. Φλόγα και λάμψη και φως, ναι, αλλά η ίδια παραμένει αμίαντη και άκαυτη. Άρα τι; Πυρέξ, που η φωτιά δεν αγγίζει; Είναι απλώς οπτικό εφέ η φλόγα για τη Βάτο; Είναι ο έρωτάς της αφορμή να φαντάζει και μόνο; Μπα, όχι. Θέλω να πιστεύω ότι η φλόγα για τη Βάτο είναι il foco che gli affina, το αποτέλεσμα μιας απαράμιλλης παρουσίας.

GatheRate

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2014

More than 9 songs


Τα τραγούδια που αγαπούμε αλλά δεν ακούμε συχνά είναι τα πιο ενδιαφέροντα, κατά κάποιον τρόπο, ιδίως αν έρχονται να μας βρουν απροειδοποίητα. Μας βρίσκουν αραιά και πού κι αναπάντεχα, σαν ατυχήματα, την ώρα ακριβώς που είμαστε χαλαροί. Πολλές φορές αυτά τα τραγούδια κάνουνε τον χρόνο να διπλώσει και έτσι μπορούμε να δούμε το τώρα να στέκεται δίπλα δίπλα σε μια άλλη στιγμή μέσα στο παρελθόν, όταν έπαιζε ακριβώς το ίδιο τραγούδι. Πολλές φορές λειτουργούμε και προληπτικά: ακούμε ένα τραγούδι που σφραγίζει τη στιγμή, τη μέρα, την εποχή της ζωής μας. Και λέμε: "όταν θα ξανακούσω αυτό το τραγούδι, θα είμαι αλλού και με άλλους και ίσως κάποιος άλλος". Και δε χρειάζεται καν να είναι τραγούδι, τέτοιους ρυθμούς μπορεί να φτιάξει το άκουσμα ενός σπάνιου ονόματος ή, βεβαίως, η επιστροφή σε έναν τόπο που δεν επισκεπτόμαστε συχνά.

GatheRate

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

Οι πόλεις που έχω πάει. Ταξιδιωτικές εντυπώσεις σε 2-3 αράδες


Μόνο πόλεις που έχω μείνει ή όπου έχω περάσει πάνω από δίωρο. Καθαρά υποκειμενική παρλάτα.

Αθήνα: η πατρίδα μου, το κέντρο του κόσμου. Το σκηνικό χαράς. Βρώμικη και παρατημένη αλλά ζωντανή και πολυπρόσωπη, σε τυραννάει, σου ξεφεύγει και σε ξαναγητεύει απρόσμενα, κι αναίτια ίσως.

Βόλος: η πιο όμορφη επαρχιακή πόλη. Πόλη λέμε, όχι γραφική κωμόπολη που παραφούσκωσε. Ελευθέρια, με τσιπουράδικα, παλιά εργατούπολη (άρα και με αστούς), με ζωή και τσαμπουκά.

Λάρισα: κόσμος αγενέστερος από Αθήνα, το χειρότερο κλίμα στην Ελλάδα. Μόνον αν θες να περάσεις καλά, ή αν είσαι αναρχικός στα σκαλάκια του Δικαστικού Μεγάρου.

Θεσσαλονίκη: εμένα μ' αρέσει. Υπερβολικά βυζαντινόφρων πια για τα γούστα μου, αλλά έχει ωραίες γυναίκες. Και πολλά μπερεκέτια κρυμμένα, σαν την Αθήνα, άρα οι καλύτεροι περίπατοι στην Ελλάδα -- εκτός Αθήνας (άχαχαχα).

Ηράκλειο: ατίθαση και ζωντανή, αν και κακάσχημη. Ζωή και τσαχπίνικη διάθεση.

Χανιά: Οβρέικα. Παλιό λιμάνι. Φιρκάς. Αυτά.

Πάτρα: μάλλον πρέπει να τη ζήσεις. Επίσης, όπως οι γλασκωβέζοι, όταν σου λεν οι πατρινοί για τις ομορφιές της Πάτρας, εννοούνε μια ζώνη σε ακτίνα 70 χμ.

Κέρκυρα: LFE.

Λευκωσία: οθωμανική πολιτεία που ήπιε το φίλτρο του κύριου Χάιντ, όπως το Ηράκλειο. Το Ηράκλειο έπαθε παροξυσμό, η Λευκωσία ελεφαντίαση. Θεαματικά άσχημη, επίσης.

Λεμεσός: σαν Τελ Αβίβ μείον τον κόσμο του και τη διάθεση για πάρτυ. Είχε πολλά κωλάδικα μέχρι πρόσφατα, βεβαίως, και περνιόταν για γλεντζεδούπολη. Από τότε που απέκτησε πανεπιστήμιο, άρχισε να εξανθρωπίζεται.

Λάρνακα: ένας λεκές. Πανάρχαιος μεν, λεκές δε.

Παρίσι: μια απέραντη βιτρίνα, μέσα-έξω. Πατάς το πόδι σου εκεί και ξυπνάς. Απ' όλα έχει.

Ρεν: μία κουκλίστικη επαρχιακή πόλη. Κουκλίστικη και για καλό, κουκλίστικη και για κακό. Με εγγλέζικο κλίμα, εισαγωγής.

Νάντη: απόλαυση. Χωρίς να μπορώ να πω γιατί. Όλη η γεύση, μηδέν λιπαρά. Και ας τα φτιάχνουν όλα με βούτυρο.

Όσλο: Παλάτι, Στόρτινγκετ, Όπερα. Υπέροχο κρύο, στεγνό -- αν δε ζυγώσεις τη θάλασσα. Τσιμέντο και τούβλο. Τρώτε νωρίς και ψάρι, πίνετε με ρέγουλα γιατί κοστίζει.

Τροντχάιμ: σκανδιναβική Ντίσνεϋλαντ, ξύλινο, γλυκούλι, πράσινο, με τα φιορδ του. Όλη η φτώχεια, όλα τα ΙΚΕΑ κτλ., κρυμμένα πίσω από τον λόφο.

Νόβι Σαντ: Σερβική Μεσευρώπη. Γυναίκες με μυθικά καπούλια. Ρακή που σκοτώνει, φαΐ που περιορίζεται σε κρέας και τυρί και λάχανο, νερό ποτέ από την βρύση (παθός). Όμορφη πόλη.

Άμστερνταμ: μακριά από το Damrak, μια επίσκεψη στα κόκκινα φανάρια και μετά η υπόλοιπη πόλη. Από τις πιο όμορφες και συναρπαστικές της Ευρώπης. Μεγάλος έρωτας.

Ρότερνταμ: ζωντανό, πολυεθνικό, με εκείνη τη σούπερ πινακοθήκη. Ως εκεί, μια χαρά.

Ουτρέχτη: υπερκουκλίστικο και κάπως πεθαμένο κέντρο, υπερκατάθλα περίχωρα.

Ντόρντρεχτ: έχει κάτι αυτή η πόλη. Θυμάμαι τριανταφυλλιές και λιακάδα. Και τις τρεις φορές. Μάλλον τυχερός θα ήμουν.

Λέιντεν: πανεπιστήμιο. Κανάλια. Και πού να φας;

Αϊντχόβεν: Φίλιπς.

Ντελφτ: η παλιά πόλη μουσείο, η καινούργια...

Μπρυζ: μεσαιωνική Ντίσνεϋλαντ και τουρισμός, κι από κάτω από την επιφάνεια τρελή φλαμανδιά.

Βρυξέλλες: καταπληκτικά μπαρ, μια ακατανόητη ταλάντευση μεταξύ κοσμοπολιτισμού, επαρχιωτίλας και περασμένων αποικιακών μεγαλείων. Σοκολάτα. Φαΐ. Κόμιξ.

Γάνδη: πιο ζωντανή από την Μπρυζ. Με γνήσια όμορφες γωνιές και κόσμο χαλαρό.

Βερολίνο: το Λονδίνο των πραγματικά ανήσυχων, η μητρόπολη της εναλλακτίλας αλλά και του αλλιώς. Διαρκής μαγεία και ασίγαστο μπαζ, που κάποτε εκφυλίζεται σε άγχος. Πριν αλωθεί από το τζεντριφικέισο, πόλη να πας να τη ζεις. Μόνον παραλιακή δεν έχει.

Μάρμπουργκ: του κουτιού. Πανεπιστήμιο και τέλος.

Κολωνία: το σύμβολο του σεξ. Νυχτερινή ζωή. Ημερήσια ζωή. Ζωή. Βιβλία. Τέχνες. Μουσική. Μπαρ. Πουτάνες. Όλα. Και ο Ρήνος. Και χαλαρότητα. Και αριστερή πόλη.

Στουτγάρδη: μπλιαχ: στερεοτυπική Γερμανία. Πλήξη απολιθωμένη σε πόλη.

Μόναχο: φράγκα, ευταξία, καθαριότης. Πληκτική και κομιλφώ σχεδόν σε επίπεδα Στουτγάρδης. Τους φτωχούς θα τους κρύβουν κάπου, ποιος ξέρει πού.

Πράγα: Α! Πράγα! Πώς να μην την αγαπήσεις; Σούντεκ, Κάφκα, βασιλείς κι επαναστάτες. Τσέχικες μπύρες. Μουσική παντού.

Κωνσταντινούπολη: η αυθεντική κοσμόπολη. Αδιανόητη. Ασύλληπτη. Πάλλεται από νεότητα και παθαίνει κυκλοφοριακά εμφράγματα. Θησαυρός της ανθρωπότητας. Κόβει την ανάσα με κάθε αφορμή. Μόνο με τη Νέα Υόρκη συγκρίνεται.

Ανκόνα: όμορφη, όχι απλώς λιμάνι. Έχει μια πλατεία σαν θεατρική σκηνή.

Ρώμη: υπέργηρη βιτρίνα. Βατικανό. Ποτάμια οι τουρίστες. Συγκοινωνίες του Τσάκωνα. Μεγαλείο παντού. Παντού. Στο τέλος σιχαίνεσαι το μεγαλείο.

Σιένα: πεθαμένα πράγματα.

Φλωρεντία: στανταλίσμο, και λίγο σου πέφτει. Αρχιτεκτονική. Φαΐ. Τέχνη. Όλα. Τουρίστες παντού.

Ουρμπίνο: Μάρμπουργκ ιταλικό.

Βενετία: μία είναι. Τέλος. Αλλά για τέσσερις μερούλες μάξιμουμ.

Πάδουα: δεν έχει εκτιμηθεί δεόντως. Παλιό και νέο μαζί. Μερέντα με όλα. Ομίχλη και μνημεία. Και Τζιόττο. Και νεολαία. Και μπαρ. Και σπριτς. Χαμός.

Βαρκελώνη: η μεσογειακή πόλη που όλοι θα θέλαμε. Θέλω να την παντρευτώ: πολυκατοικίες, ζωή, θαλασσινά, ελευθεριότητα, μεγάλοι δρόμοι...

Λισαβόνα: λυρική και εσωστρεφής. Όμορφη. Η πόλη, όμως, και μόνο.

Δουβλίνο: μας έδωσε τον Οδυσσέα, ήτανε πολύ τυχερό το καημένο.

Λονδίνο: υπέροχο, πανάκριβο, παράλογο, πολυπρόσωπο. Τα έχει όλα. Είναι χαοτικό αλλά δεν το διαλαλεί.

Κόλτσεστερ: η παλιότερη πόλη της Βρετανίας: Έλληνες φοιτητές, φαντάροι και γιάπηδες. Και δεκαεφτάχρονα με τα κουτσούβελά τους.

Καίμπριτζ: πανεπιστήμιο.

Ρέντινγκ: γιατί;

Σαουθάμτον: δε θυμάμαι τίποτα.

Πρέστον: σα θεματικό πάρκο με τίτλο "το βδέλλυγμα της ερημώσεως που έφερε η Θάτσερ και ο Μπλαιρ".

Μάντσεστερ: Θεός φυλάξοι.

Μπέλφαστ: κατάθλα, παντού κατάθλα, με κάθε τρόπο.

Νόριτς: συμπαθέστατο. Αλλά γιατί να πάει κανείς μέχρι εκεί;

Ίπσουιτς: η τυπική εγγλέζικη πόλη. Για καλό το λέω.

Νιουκάσλ: η πρωτεύουσα του βρετανικού Τρίτου Κόσμου: φτώχεια που φαίνεται, μαθαίνεις τι εστί εργατική τάξη στη Βόρεια Αγγλία. Και μετά δε θες να ξαναπάς. Ποτέ. Πιάνεται η ψυχή σου.

Εδιμβούργο: μαγική πόλη. Μαγικός κόσμος. Μαγικά μπαρ. Ακόμα και ο σιδηροδρομικός σταθμός είναι αξιοθέατο, εκεί που είναι. Ζωντάνια.

Γλασκώβη: όταν δε φοβάσαι, λυπάσαι. Δε βοηθάει και η νεκρόπολη πάνω στον λόφο που δεσπόζει, ή η πέτρα μαυσωλείου η γκρίζα με την οποία χτίσανε την πόλη.

Νέα Υόρκη: το κέντρο του κόσμου.

Σικάγο: ουρανοξύστες, η λίμνη, το Chicago Art Institute. Λάιβ μουσική. Και ουρανοξύστες, πολλοί.

Βοστώνη: χωρίς καρποσταλικές θέες και γωνιές για φωτό τουριστικές. Σαν Λονδίνο συμμαζεμένο, σαν να μη μένουν άνθρωποι. Εκτός από τη Νότια Βοστώνη, που είναι ο ασυμμάζευτος και σχεδόν γκέτο. Θα υπήρχε η πόλη χωρίς τα πανεπιστήμια;

Φιλαδέλφεια: συμπαθέστατη, με καλό φαΐ.

Ιερουσαλήμ: η δυτική είναι σαν εγγλέζικη πόλη στη Μέση Ανατολή. Η παλιά, μια κανονική πόλη της Μέσης Ανατολής. Παντού παπάδες, μοναχοί, μοναχές, ραββίνοι, χασιδιστές, ιμάμηδες, μουλάδες -- παντού. Και τάφοι. Σε πνίγει η θρησκεία αμέσως.

GatheRate