Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Περπατώντας

Στην πραγματικότητα δεν έχω τίποτα να πω. Απολύτως τίποτα. Απλώς πριν λίγο μπήκα σε ένα ταξί και είπα στον οδηγό να ανεβαίνει τη Θηβών μέχρι να γράψει τέσσερα ευρώ. Τόσα είχα. Την υπόλοιπη απόσταση θα την περπάταγα, σιγά, εδώ άλλοι πάνε γυμναστήρια για να κάψουν. Ο ταξιτζής κατάλαβε ότι ντρεπόμουν, ότι ήμουν τσαντισμένος μάλλον, άκουσε κάτι για το σύμφωνο στο ράδιο και μου γύρισε την κουβέντα στις πλούσιες αδερφές που περνάνε καλά και έχουνε κλίκα και κυριαρχούνε, κυριαρχούνε, νεαρέ μου, στα κανάλια και παντού, που έχουνε πιάσει όλες τους τις άκρες και κλαίγονται. Έγραψε 4 ευρώ, έδωσα τα δύο κέρματα που κράταγα στο χέρι, το ένα με τη γερμανική πουλάδα, το άλλο με ένα λουλούδι, σήκωσα το γιακά και το 'κοψα για το σπίτι.

Εγώ είμαι αδερφή, όπως μας λέει ο ταρίφας, και δεν είμαι καθόλου πλούσια. Και δεν κυκλοφορώ στα κανάλια και πουθενά. Μια φορά ο Γιάνναρης, που εγώ θεωρώ μεγάλο σκηνοθέτη αλλά ο Παύλος μού λέει ότι είμαι μπανάλ, μου είπε να παίξω σε μια ταινία του, τον Όμηρο. Αλλά εγώ τι; Πώς θα κυκλοφόραγα μετά στη γειτονιά; Είμαι πια σαράντα χρονών γάιδαρος και μένω με τους δικούς μου. Εκεί όπου μεγάλωσα. Στο ίδιο δωμάτιο που άκουγα τον Σόμερβιλ να λέει turn away run away, στο ίδιο δωμάτιο που έκλαιγα γιατί στην ταινία του μακαρίτη του Μπίστικα πήγε ο άλλος στο Λονδίνο να ζήσει το όνειρο με τη γραβάτα κι εγώ δεν θα πήγαινα ποτέ πουθενά. Γιατί εγώ δεν είχα λεφτά ούτε μέχρι τη Σαλονίκη να πάω να δω τον Αντρέα δεν είχα και, πιστέψτε με, ο κόσμος είχε λεφτά τότε. Όχι οι άνθρωποι σαν εμάς, οι κανονικοί άνθρωποι: αυτοί είχανε λεφτά. Έτσι λοιπόν. Είμαι μια φτωχειά αδερφή. Δεν είμαι τσόλι, δεν είμαι λαϊκό τεκνό: είναι βαριοί οι τρόποι μου, αντρουά (που λέει κι ο Παύλος), άλλωστε προσέχω πού κυκλοφορώ. Αλλά με καυλώνουν άντρες, ερωτεύομαι άντρες, γουστάρω άντρες -- άρα αδερφή.

Ναι, θα έπρεπε να τους μουτζώσω όλους και να τα μουτζώσω όλα και να φύγω. Φυσικά. Θα ζούσα τη φτώχεια της αλητείας, μετά κάτι θα έβρισκα, κανα ημιυπόγειο, θα ζούσα κάπως. Εντάξει. Όμως έλα που δεν είμαι γενναίος, πούστης είμαι. Άσε που η φτώχεια της αλητείας δεν είναι τόσο ελκυστική όταν ζεις την κανονική φτώχεια κανονικότατα όσο χρονών είσαι. Και, εντάξει, το ψωνιστήρι δεν το αντέχω. Δεν είμαι κανας συναισθηματικός, ούτε από αυτούς τους μοντέρνους γκέι που θέλουνε μία σχέση μόνιμη και συζυγική και κάθονται πάνω της και την κλωσσάνε -- αίμα τρέχει στις φλέβες μου. Αλλά δεν αντέχω. Δεν αντέχω να βάλω τιμοκατάλογο στο μόνο πράγμα που μου δίνει χαρά. Στο μόνο, όμως. Χαχά, ξέρω: φρίξατε τώρα. Τέτοιος μαλάκας είμαι, θα μπορούσα να έχω βρει καναν ευγενικό κύριο, μην πας μακριά, τον Παύλο λ.χ. Ίσως και όχι, όμως.

Έτσι λοιπόν, κάτω από το φωτιστικό της κουζίνας κουβέντες και μαθήματα για το σχολείο και μακαρόνια δυο φορές την εβδομάδα με τον μπαμπά και τη μαμά. Σουβλάκια την Κυριακή μπροστά στην τηλεόραση. Και μακαρόνια δυο φορές τη βδομάδα όχι από το '13, ούτε από το '10, αλλά από το '93 και μετά. Ούτε εσώκλειστος με ωραία αγόρια στα κρύα σχολεία της Αγγλίας, ούτε ατελείωτες διακοπές στην Ανάφη, ούτε ιντερέιλ για το Βερολίνο στα είκοσί μου (τότε που πήγαιναν όλοι), ούτε κρασιά στο Μαραί -- δύο συγκοινωνίες για τα λιμανάκια της Βουλιαγμένης και πολύ μου έπεφταν. Και το γαμημένο εξοχικό, η παράγκα, στο Δασκαλιό, το σπίτι της μαλακίας και των αναστεναγμών: ατέλειωτα καλοκαίρια εκεί.

Μελό ε; Κάργα μελό. Αλμοδόβαρ. Ταινίες. Όχι βιβλία, ποτέ βιβλία, μόνο ταινίες βλέπω. Αλλά βεβαια, οι γκέι είναι πλούσιοι και είναι κλίκα. Εγώ όμως, εκτός από φτωχός μέχρι γλίτσας, είμαι και γκαντέμης. Παλιά, αν και είμαι κανονικός και στρέιτ άκτινγκ, που λένε τώρα τους αρρενωπούς στο ίντερνετ και στα grinder, το κουτσομπολιό κουτσομπολιό: εμ δεν ήμουνα θεούσος κι απάρθενος εμ δεν εμφανιζότανε γκόμενα στον ορίζοντα ούτε για δείγμα -- και που δεν βαφόμουνα και δεν έβαζα αϊλάινερ, και που ήμουν αυτό που ήμουνα, ψιλοαδερφή με ανέβαζαν, πουστράκι με κατέβαζαν. Μετά που πιάσαμε τα πράιντ και τα άουτ και γέμισε η σκηνή αβανγκάρντ νεοδημοκράτες, ντεκλαρέ πασόκους και εκσυγχρονιστές αριστερούς με διαμερισματάρες στο Γκάζι, ήμουν βαρετός και αχ τόσο μα τόσο κομφορμιστής. Αργότερα μού έμαθαν όλοι καλιαρντά και τότε έγινα ξενέρωτη και λιγάκι λαϊκιά. Έχουνε μια ωραία έκφραση στα αγγλικά, μου την είχε πει ένας αμερικάνος που παρθήκαμε στο Πεδίον του Άρεως, ήταν εντελώς φτιαγμένος και έτρωγε χάσιμο με τα φώτα της Αλεξάνδρας μετά: always falling through the cracks. Αυτός είμαι εγώ.

Κι οι γονείς μου δεν ξέρουνε τίποτα, και καλά: απλώς το παιδί είναι ήσυχο. Βασικά, δεν έχει σημασία αν ξέρουν. Από τη μια ο πατέρας μου έχει μετατραπεί εδώ και μια δεκαετία σε φάντασμα που σκαλίζει χαρτιά, το άθλημά του είναι να πληρώνει λογαριασμούς: κάθε φορά που θα πληρώσει λογαριασμό κάνει κι από ένα προσωπικό ρεκόρ. Η μάνα μου μετά τα τριακοστά τόσα γενέθλιά μου έκοψε το τροπάρι του γάμου. Δεν ξέρω τι κάνει όλη μέρα, όταν κουτσοδουλεύω (όταν έχω καμμιά δουλειά πουθενά), όταν περπατάω. Περπατάω πολύ. Σαν τους μετανάστες, που περπατάνε γιατί δεν έχουνε τι να κάνουν και γιατί δεν μπορούνε να πληρώσουν. Γιατί πια όπου και να καθήσεις πρέπει να πληρώσεις. Ξεκινάω λοιπόν και βάζω για στόχο το σπίτι του Παύλου. Μένει Μιχαήλ Βόδα, σε ένα αχανές διαμέρισμα στον τρίτο. Το πήρε μετά τους Ολυμπιακούς γιατί του είπαν ότι θα ανέβαινε η περιοχή. Έχει ελάχιστα έπιπλα, τις τέσσερις γάτες (Πείνα, Λοιμό, Πόλεμο, Θάνατο), κυκλοφορεί όλη μέρα με μεταξωτές ρομπ ντε σαμπρ, "για το performance" λέει, ενώ ακούει αυτή τη μάγισσα τη Ντιαμάντα Γκαλάς να δρακιάζει. Το βράδυ φέρνει σπίτι κάτι ασύλληπτα τεκνάκια και γαμιούνται. Αυτή είναι κατά τον Παύλο η συμφωνία μας, είμαι πολύ γέρος για τα γούστα του αλλά μια μέρα θα τον κληρονομήσω -- εγώ δεν θέλω καν να το κουβεντιάζω γιατί δεν του περνάει από το μυαλό πόσο ταπεινωτικό και πόσο φρικτός εμπαιγμός είναι να το λέει αυτό για έναν άνθρωπο που περνάει με διακόσια ευρώ τον μήνα. Ο Παύλος λοιπόν, ναι, είναι πλούσιος γκέι. Κληρονόμος. Κι έτσι νομίζετε, αν μου επιτρέπετε να σας βάλω απέναντι, που εκεί είστε έτσι κι αλλιώς, ότι είμαστε όλοι. Διότι αν δεν είμαστε αστοί και πλούσιοι, κι είμαστε από τον Μπύθουλα, που λέτε, πάμε γραμμή και παντρευόμαστε και κάνουμε κουτσούβελα και πού και πού παιρνόμαστε κρυφά και με βιασύνη για λόγους ψυχικής υγείας. Επειδή είμαστε φτωχομπινέδες δεν μπορούμε να έχουμε τον τιμητικό τίτλο του queer. Ε, της μάνας σας.

Εγώ θα ήθελα να έχω τον τρόπο να ζω αξιοπρεπώς. Θα ήθελα να μπορώ να βγω να φάω με καναν τύπο, έστω, να πάρω μια μπύρα. Δεν σπούδασα, δεν υπήρχανε λεφτά γι' αυτό. Λέγαμε μεταξύ μας, η μάνα μου σ' εμένα, εγώ στον πατέρα μου κι ο πατέρας μου στη μάνα μου και στον εαυτό του, ότι δεν παίρνω τα γράμματα -- παρηγοριόμασταν έτσι. Άλλωστε τότε ήταν το '93, τη χρονιά που τον απέλυσαν. Άλλωστε τότε ήμουν ευτυχισμένος. Είχα γνωρίσει τον Χρήστο το καλοκαίρι προς Γ' Λυκείου, οι γονείς του έλειπαν συνέχεια από το σπίτι και στο τέλος χώρισαν, πήγαινα και βλέπαμε ταινίες στο βίντεο, πίναμε τα κρασιά του πατέρα του και τα λικέρ της μάνας του και γαμιόμασταν. Έμενε ψηλά στην Πετρούπολη, τέρμα θεού, βγαίναμε μετά στο μπαλκόνι γυμνοί και χαζεύαμε την πόλη από πάνω. Ύστερα, φυσικά, ο Χρήστος έφυγε να σπουδάσει μηχανικός στην Ολλανδία: ήταν η πρώτη φορά που έμενα πίσω σύξυλος και όχι η τελευταία. Κάθε φορά γύριζα στο διαμέρισμα των δικών μου, που να είμαστε κι ευχαριστημένοι που το ξοφλήσαμε.

Μετά έφαγα ξύλο που ήμουνα πουστάρα. Μετά έβρισκα δουλειές: οικοδομές, συγκολλήσεις, σιδηροκατασκευές κτλ. Μετά με πλησίαζαν κάτι τελειωμένοι τύποι εξηνταφεύγα με το μάτι να αστραφτεί από τις κόκες να θέλουνε να πηδηχτούνε με τον εργάτη. Καύλωναν και μόνο στην ιδέα ότι "ζω με το κορμί μου" -- τέτοιες κουβέντες. Μετά απολυόμουν και ήμουνα ξανά μεταξύ ΟΑΕΔ και περιπάτων. Ώσπου ξαναέβρισκα δουλειά. Συνήθως, για κάποιον λόγο, τότε έβρισκα και γκόμενο. Θυμάμαι τώρα τέσσερις-πέντε τύπους που ήτανε κιμπάρηδες, δεν θα ξεχαστούν ούτε οι τρόποι ούτε το σώμα τους (για δύο από αυτούς, ούτε το καυλί τους). Όμως είχε πλάκα, ένιωθα εντελώς φέικ, απατεώνας που μπαίνει σε έναν κόσμο στον οποίο δεν ανήκει, σε έναν κόσμο όπου ο κόσμος περνάει πάντα καλά. Με έναν Κυριάκο, ας μην πω περισσότερα γι' αυτόν, γνώρισα κι εκείνον τον κόσμο που το επάγγελμά του είναι να είναι γκέι: είναι γκέι, κάνει τον γκέι, λέει πως είναι γκέι και ασχολείται με γκέι θέματα. Μόνο που εγώ ήθελα να είμαι αυτός που είμαι, όχι ο "Μάνος ο γκέι", ο "Μάνος η αδερφή", ο "Μάνος ο πούστης". Πάντως ο πιο ωραίος από τους τέσσερις-πέντε ήταν ένας ποιητής, πιο μεγάλος από μένα. Δεν ήθελε να παραδέχεται πόσο τρυφερός είναι. Αλλά ήταν και γαμώ σε όλα του. Όλα. Ας μην πω λεπτομέρειες. Καμμιά φορά πάω μέχρι το κέντρο στον Παπασωτηρίου και στην Πολιτεία και κοιτάω τα βιβλία του. Τα μόνα βιβλία που κοιτάω.

Έφτασα σχεδόν σπίτι. Η μάνα μου θα έφτιαχνε γίγαντες. Ευτυχώς γιατί δεν πήγαινε άλλο με τα πιλάφια και τις κοτόσουπες.

GatheRate

5 σχόλια:

  1. Τι να πω....ωραίο. Πολύ ωραίο!

    Wiper

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. τι απιστευτα καθαρο κειμενο ειναι αυτο ρε συ?
    Αυτο σκεφτομουν οσο το διαβαζα..καθαρο
    χωρις σκεψεις δευτερες,τριτες, εικονες περισπουδαστες, αμερικανικα χαπυ εντ με ολιγον απο παπακαλιατη!
    ευγε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Αν δεν έχεις δει αυτήν την ταινία, ψάξε την:

    https://en.wikipedia.org/wiki/Fox_and_His_Friends

    ΑπάντησηΔιαγραφή