Σάββατο 2 Μαΐου 2009

Σενάριο ταινίας καταστροφής



Οι γονείς μου ψήφισαν Αριστερά πριν 30 χρόνια για τελευταία φορά κι έχουν ακόμα να το λένε. Βέβαια τη δεκαετία του '70 όλοι οι ευπρεπείς άνθρωποι ψήφιζαν Αριστερά ή κάτι σαν Αριστερά, λ.χ. το ΠΑΣΟΚ του δημαγωγού-λαοπλάνου. Η δεκαετία του '70 φαίνεται να έχει σημαδέψει πολιτικά τους γονείς μου. Π.χ. ο πατέρας μου διάβασε το "Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος" πριν κανα χρόνο και το βρήκε "πολύ ενδιαφέρον" (για τον πατέρα μου αυτό είναι τεράστιο κομπλιμέντο).

Η δεκαετία του '7ο είναι επίσης η εποχή που διάφοροι τύποι "έκαναν αίσθηση" και "άφηναν εποχή" γράφοντας κοντόφθαλμα και παιδαριώδη πολιτικά κείμενα δομημένα πάνω σε σχηματικές αντιθέσεις, κείμενα που επέλυαν βαθύτατα ασήμαντα ζητήματα μαρξιστικού ιδεασμού (κατά την ερμηνεία του ΚΚΕ ή του ΚΚΕ εσ., οι καλοί). Σήμερα όλοι αυτοί οι πρωτοποριακοί στοχαστές της Αριστεράς θα είχαν τύχει της προσοχής που τυγχάνει ένα μπλογκ πέμπτης κατηγορίας, μάλιστα θα έγραφαν και σε ένα από αυτά. Βεβαίως, για να πούμε και του στραβού ΚΝίτη / Ρήγα το δίκιο, τότε υπουργός Τύπου ήταν ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος ενώ όταν δολοφονούσε η Αστυνομία, απλώς δεν το μαθαίναμε. Συγγνώμη που σας πληγώνω (τους μεγαλύτερους) ή σας κάνω να βαριέστε (όσους γεννηθήκατε πιο μετά, συμπεριλαμβανομένων και των δικών μου ξώγαμων).

Με πιάσαν οι δικοί μου τις προάλλες να με ρωτήσουνε τι να ψηφίσουν. Αφού εξήγησα στη μητέρα μου ότι δεν ισχύει η άποψη ότι 'το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και τα συνδικάτα φταίνε που δεν άφησαν τις κυβερνήσεις του Καραμανλή να κάνουν τη δουλειά τους' κι αφού παραδέχτηκαν κι οι δύο ότι ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε η ΝΔ έχουνε στελέχη της προκοπής, έπεσε αμηχανία.

Προχτές που έγραφα στον ολντμπόυ αναρωτήθηκα: "Τι θα γίνει αν καταφέρει να ξαναχάσει τις εκλογές ο Γιωργάκης;"

GatheRate

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

Το τελευταίο σημείωμα του Sraosha για το Κυπριακό

Με διάφορες όψεις του Κυπριακού έχω ασχοληθεί αρκετά στο προηγούμενο μπλογκ. Οι ζεύξεις είναι οι ακόλουθες, με αντίστροφη χρονολογική σειρά:

Cyprus meze
Χρονομηχανή: tua res agitur
Μικρή νεκρολογία για ένα οδόφραγμα
Κυπριακό εικονογραφημένο
Δεν έχει (;) σίδερα η καρδιά σου να με κλείσει
"πειρασμός... σαγήνη... κακεντρέχεια"
Sine studio et ira
Cum grano salis

Ο λόγος που αυτό είναι το τελευταίο (δικό μου) σημείωμα είναι ο εξής: "το Κυπριακό τελείωσε, άμετε στα σπίτια σας". Το γράφω με αφορμή μια διαφωτιστική κουβέντα με έναν (πρώην) βουλευτή της Κύπρου και μια συναρπαστική συζήτηση με έναν σοβαρό άνθρωπο στην Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικές περιπτώσεις και οι δύο: ο μεν πρώην βουλευτής επειδή, ως πρώην, αισθάνεται ότι μπορεί πια να μιλήσει για πράγματα που έμαθε κατά τη θητεία του, ο δε σοβαρός άνθρωπος ως σπάνιο δείγμα σοβαρού ανθρώπου στην Ελλάδα.

Το θέμα μου είναι πώς συζητάμε το Κυπριακό στην Ελλάδα. Εντοπίζω τρεις πτυχές:

Η πρώτη

Μιλώντας με τον σοβαρό άνθρωπο, θιασώτη του Όχι, ξανάκουσα μια άποψη που έχω ακούσει πάρα πολλές φορές και την οποία συνοψίζω πιο κάτω. Πρόκειται για μια γνώμη και μια οπτική αρκετά δημοφιλή στην Ελλάδα:
Οι Ελληνοκύπριοι χωρίζονται σε όσους αναγνωρίζουν και αποδέχονται την ελληνική ταυτότητά τους και σε όσους προσπαθούν να την υπονομεύσουν ή και να την απεκδυθούν. Οι δεύτεροι, οι λεγόμενοι 'νεοκύπριοι', με την αγγλική τους παιδεία και τις ποικίλες εξαρτήσεις τους από την νεοαποικιακή πολιτική της Βρετανίας, προσπαθούν να επιβάλουν μια ετεροκαθοριζόμενη 'κυπριακή' ταυτότητα και να απομακρύνουν την Κύπρο από τη σφαίρα επιρροής του ελληνισμού.
Είναι πραγματικότητα ότι διαφορετικοί Ελληνοκύπριοι αντιλαμβάνονται διαφορετικά τη συμμετοχή τους στον ελληνισμό, όχι μόνο ποσοτικά αλλά και ποιοτικά, όσον αφορά τον τρόπο, δηλαδή. Αυτό είναι αναπόφευκτο στην περιφέρεια μια ζώνης επιρροής, είτε αυτή λέγεται 'ελληνισμός', είτε λέγεται 'Ευρώπη', είτε κάτι άλλο. Σε κάθε περίπτωση είμαι κατά του ετεροκαθορισμού: κανείς δε θα πει σε κανέναν Ελληνοκύπριο πόσο Έλληνας (οφείλει να) είναι ή πώς.

Είναι επίσης πραγματικότητα ότι πολλοί από όσους αυτοκαθορίζονται ως Έλληνες ερωτοτροπούν (κάπως συμπλεγματικά) με έναν ελληνισμό 'μητροπολιτικού' τύπου, εντελώς ξένο με το νησί. Για παράδειγμα, πολλοί από τους συνειδητούς και γνήσιους Έλληνες της Κύπρου είναι λυσσαλέοι πολέμιοι της ντόπιας διαλέκτου, ως είδους μπάσταρδου και ως μιας λαλιάς που ανήκει είτε στο φολκλορικό παρελθόν, είτε στους αγγλοθρεμμένους ριψάσπιδες νεοκύπριους. Λαμπρή εξαίρεση σε αυτόν τον παραλογισμό αποτελεί ο κύκλος του Β. Φτωχόπουλου, ο οποίος αντιλαμβάνεται ότι ελληνική ταυτότητα δεν προϋποθέτει γλωσσικά την απάρνηση της κυπριακής ελληνικής (βεβαίως, πολιτικά, ο Φτωχόπουλος ταυτίζει τον ελληνισμό και την ελληνικότητα με την Ένωσιν, ταυτίζοντας έτσι απόλυτα τον πατριωτισμό με τον αλυτρωτισμό).

Από τη διχοτομία που περιέγραψα επάνω μέχρι τα σχηματικά δίπολα, ο δρόμος είναι αρκετά μακρύς αλλά πάντως κατηφορικός και έχει διανυθεί πολλές φορές χάρη και στις πολιτικές και τις τακτικές του μακαρίτη του Τάσσου Π.: Ελληνισμός-Ένωση/ενιαίο κράτος-αντίσταση/αντιαποικιακό πνεύμα-Όχι από τη μια, Ανθελληνισμός/Νεοκυπρισμός-Ομοσπονδία-υποταγή/ξενοδουλία-Ναι από την άλλη.

Επειδή το θέμα το έχω συζητήσει σε όλα τα παραπάνω ποστάκια, να ξαναπώ εδώ απλώς ότι η ίδια διχοτομία είναι πλαστή, εάν αυτό δεν έχει γίνει ήδη κατανοητό: σε έναν τόπο όπου τα πάντα αντιμετωπίζονται διλημματικά (ενδεχομένως κατ' απαίτηση της μαμάς Ελλάδας), υπάρχει μια μικρή μερίδα ανθρώπων που αντιλαμβάνονται ότι οι περισσότεροι από εμάς έχουμε πολλαπλές ταυτότητες, και μάλιστα όσοι ορμώνται από τις περιφέρειες. Αυτό σε καμμία περίπτωση δεν τους κάνει αγγλόδουλους και φορείς του 'διαίρει και βασίλευε'.

Η δεύτερη

Στην Ελλάδα μια άλλη τάση είναι να συζητιέται το κυπριακό με γεωπολιτικούς όρους, σχεδόν αποκλειστικά. Αυτό είναι αναμενόμενο, υπάρχουν σημαντικές γεωπολιτικές παράμετροι στο πρόβλημα. Ενδεχομένως μάλιστα η έμφαση στη γεωπολιτική μεριά να αντισταθμίζει υγιώς τον φρενήρη νομικισμό ο οποίος για πολλούς Ελληνοκύπριους φαντάζει η μόνη πλέον σημαίνουσα διάσταση του όλου θέματος, λες και λύθηκε ποτέ διεθνές πρόβλημα στα δικαστήρια. Δυστυχώς στην Ελλάδα η έμφαση στα γεωπολιτικά ζητήματα γίνεται λόγος να παραγνωρίζονται κάποιες ουσιώδεις συνιστάμενες του Κυπριακού προβλήματος: τα εγκλήματα της Ελληνικής και της Ελληνοκυπριακής πλευράς το 1957-58, το 1963-4, το 1967 και το 1974, η παρανόηση του αγώνα της ΕΟΚΑ (που, πριν την εκτροπή του 1957, υπήρξε ξεκάθαρα εθνικοαπελευθερωτικός και σε καμμία περίπτωση αντιαποικιακός, αντι-ιμπεριαλιστικός ή ταξικός), η αδιαλλαξία της πλευράς μας που για χρόνια χρησιμοποιούσε ως σκίαστρο την αγυρτεία του Ντενκτάς, την εμμονή μας να θεωρούμε ότι Τουρκοκύπριοι δεν υπάρχουν ή ότι δεν έχουν σημασία (ως δήθεν μαριονέττες μιας Τουρκίας που ήδη από τη δεκαετία του '80 τους έχει αποξενώσει), η σαφής προτίμηση της πλειοψηφίας των Κυπρίων για μια διχοτομική λύση (που όμως θα κόστιζε αδιανόητα βαριά σε όποιον Ελληνοκύπριο πολιτικό θα την υπέγραφε, καθώς και στο κόμμα του).

Η τρίτηΣτην Ελλάδα έχουμε την πεποίθηση ότι η Κύπρος είναι ένα ελληνικό νησί με το γεωγραφικό ατύχημα να κείται μακράν, περίπου όπως το Καστελόριζο, αλλά πιο έντονα. Σε ένα έθνος που οικοδομήθηκε πάνω στη μία και μόνη ταυτότητα, και με την ιδέα της οποίας τρέφεται, είναι αδιανόητο το απλό γεγονός ότι η Κύπρος βρίσκεται στη Μέση Ανατολή, με πρόσφατο αποικιακό παρελθόν και με την ιδιορρυθμία να έχει παραμείνει πεισματικά ελληνόφωνη και ορθόδοξη. Όπως είχα πει και εδώ, πολλοί Έλληνες λόγιοι θέλουνε να βλέπουν υπεραναπληρωτικά στην Κύπρο την ουσία και την ειδοποιό διαφορά του ελληνισμού. Αυτό οδηγεί σε παρεξηγήσεις και τραγελαφικές ασυναρτησίες, που θα ήταν κωμικές εάν δε μαύριζαν τη ζωή τόσων ανθρώπων. Η μάταιη διανοητική άσκηση να ανακηρύξουμε την Κύπρο ελληνικότερη όλων των ελληνικών χωρών και πατρίδων είναι διπλά μάταιη: αφενός, όπως ο ποντιακός ελληνισμός ή η Κέρκυρα, η Κύπρος ανήκει στην περιφέρεια του νέου ελληνισμού (και η Κέρκυρα ευλογήθηκε να την έχει περπατήσει ο Θεός της Ελλάδας: ο Διονύσιος Σολωμός, ένας κόντες πιστοποιημένος από τη Γαληνοτάτη), ανήκει στο καβαφικό μείγμα. Φτάνει έτσι να θυμάται κανείς τους βρετόνους, που κάποτε παριστάνουν τους υπερ-γάλλους, όπως ο Ζαν-Μαρί Λεπέν λ.χ. Αφετέρου, το κέντρο του νέου ελληνισμού είναι εδώ και 177 χρόνια η Αθήνα, και 177 χρόνια είναι πολύς καιρός. Η συγκεντρωτική, μισαλλόδοξη, περίκλειστη Αθήνα. Κι αυτό δεν είναι προσωρινό κάταγμα, είναι μια εδραιωμένη ιστορική πραγματικότητα, τόσο εδραιωμένη στο παρόν μας όσο ότι στην Αμερική ζούνε και λευκοί, ότι στην Κύπρο μιλάνε κυρίως ελληνικά κι ότι στη Μακεδονία μιλάν ακόμα ντόπικα / (σλαβο)μακεδονικά.

Ένα μάθημα για τους ιακωβίνους της Αθήνας θα ήταν και το εξής: αντί να ψάχνουνε χαμένα κέντρα, να εξασκηθούν στην κατανόηση δυο πραγμάτων:
α. είμαστε ένα στάνταρ μικρομεσαίο ευρωπαϊκό κράτος (από τα Βαλκάνια έχουμε σαλπάρει μακριά ήδη από το 1913)
β. πιο πολλά κοινά έχουμε με τους Τούρκους του Αιγαίου και της Πόλης, με τους Μακεδόνες της Δ. της Μακεδονίας και τους απαίσιους Αλβανούς, παρά με τους προπάτορες Βυζαντινούς. Τον καφέ και το ντοματάκι το ψιλοκομμένο οι βυζαντινοί δε θα ήξεραν τι να τα κάνουν.

(Καλή Πρωτομαγιά! Να δείτε το Κύμα.)

GatheRate

Τρίτη 28 Απριλίου 2009

Και στις καλύτερες οικογένειες, μέρος 43

(Άγγλοι) Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι.

Τώρα, και τα άλλα γουρούνια δολοφονούν.

GatheRate

Τόσος πολύς γρανίτης, τόσο χαζό κείμενο

Το μεγαλιθικό μνημείο στη Τζώρτζια, ο Μαντ Μαξ και ο ερχομός του Αντιχρίστου.

GatheRate

Περιβόλια ανοίχτε στην αγάπη


Αν ξεκινήσω τώρα να λέω ότι ο Παλαμάς είναι δυνατός ποιητής, θα αρχίσουνε πολλοί τις τσιρίδες. Είναι τόσο ντεμοντέ, που η ντεμοντεδιά του Ρίτσου ωχριά μπροστά της, άσε που ο Ρίτσος κυκλοφορεί και στο μετρό πια. Τον Παλαμά δεν τον ανακάλυψα στη Φιλοσοφική Σχολή του Καποδιστριακού, εκεί είναι δύσκολο να ανακαλύψεις οτιδήποτε (εκτός από φοιτήτριες). Θα φτάσουμε όμως και στον Παλαμά.

Ανήκω στους ανθρώπους που δυστυχούν γιατί πάντοτε ξέρουν ακριβώς τι θέλουν. Δεν είναι απαραίτητα εξεζητημένο ή αλλόκοτο αυτό που θέλουμε, είναι όμως αυτό και τίποτε άλλο. Είναι πολύ δύσκολο να ξέρεις ακριβώς τι θες, δε θα το βρεις εύκολα σε μικρούς τόπους.

Ανάμεσα σε πολλά και διάφορα, από 15 χρονών ήθελα επίσης να φύγω από το σπίτι και να ζήσω μόνος. Έγραφα και ποιήματα τότε, με τίτλους βεβαίως όπως 'η φυγή'. Θα φτάσουμε και στα ποιήματα. Ακόμα μ' αρέσει να μπορώ να μένω μόνος κι ευτυχώς συμβιώνω με μια συμβία που συμμερίζεται αυτή την ανάγκη.

Σε ηλικία 22 χρονών βγήκα για πρώτη φορά από την Ελλάδα, και μόνος. Δύο πράγματα με εντυπωσίασαν: η ύπαρξη των Άλλων και πόσο οι Άλλοι κι οι χώρες τους έμοιαζαν σ' εμάς και στη χώρα μας. Έτσι: απλά, χαζά και διδακτικά.

'Ανθρωπος όμως έγινα στο Λονδίνο, στα 23. Μέχρι τότε ήμουν δυνάμει άνθρωπος (που πα' να πει μαλάκας, όμως ο γιατρός μου μού έχει απαγορεύσει αυστηρά να χρησιμοποιώ την αναλυτική κατηγορία 'μαλάκας', παρά μόνο για πρακτικούς σκοπούς). Πριν φύγω για το Λονδίνο, με είχε πιάσει κάτι σαν πανικός και έβλεπα ταινίες με τη σέσουλα: Μέχρι το τέλος του κόσμου, Lion King, Κουαρτέτο σε τέσσερις κινήσεις, Damage του Λουί Μαλ, Ωραία Καβγατζού (τέσσερις ώρες να μπανίζω τη Μπεάρ παρέα με μια Μαρία, με την οποία είχα βρεθεί και στη Μύκονο, και η οποία κατάλαβα ότι με ήθελε τρία χρόνια μετά τη νύχτα της Καβγατζούς -- ζώον, σας λέω). Ευτυχώς είχε και στο Λονδίνο σινεμάδες όπου είδα λ.χ. το Crash και τον Ρωμαίο+Ιουλιέττα του Λέρμαν (κι έκλαιγα, αλλά από μέσα μου) και το Δαμάζοντας τα Κύματα του Φον Τρίερ (κι έκλαιγα απ' έξω μου με λυγμούς κι έγινα κανονικό θέαμα μέσα στο Σινέ Renoir, οπότε από την επόμενη μέρα αποφάσισα να ξεχάσω τους έρωτες και την Anja και να γίνω κωλόπαιδο). Τα κυριακάτικα πρωινά, κατά τις 11 δηλαδή, άκουγα το Requiem του Μότσαρτ (Böhm, στερεοφωνική εκτέλεση του 1971) τέρμα, πετάγοντας επάνω τον μεγαλοφυή φυσικό, τον σεμνό Αφρικανό και τον αποστεωμένο κοκάκια ρέιβερ με τους οποίους γειτόνευα: quam olim Aaaaaabraaaaahae promisisti et semini eius. Το είχα αγοράσει από το υστέρημά μου, τις τελευταίες 30 λίρες πριν τα Χριστούγεννα, μαζί με το CD single του Insomnia των Faithless. Έχει κι ένα άλλο ωραίο μέρος στο Requiem, εξαιρετικά τρυφερό, το Recordare Iesu Pie, quod sum causa tuae viae, ne me perdas illa die. Πανέμορφο.

Πριν φύγω για την Αγγλία μάζεψα όλα τα ποιήματά μου στη μπανιέρα του πατρικού και τα έκαψα. Ακόμα και τώρα που τα γράφω αυτά αισθάνομαι γαλήνη και ανακούφιση. Πάντως η μπανιέρα ακόμα έχει το σημάδι, πρέπει κάποτε να πληρώσω να την επισμαλτώσουν. Τα ημερολόγια από 11 έως 29 χρονών, αν και εξίσου ανατριχιαστικά κι ανόητα, τα κρατάω θαμμένα για ιστορικούς λόγους, αφού δεν έχω καλή μνήμη. Αυτά λοιπόν για τα ποιήματα.

Τέλος, ο Παλαμάς. Τον Παλαμά τον γνώρισα από το κομμάτι του Πράισνερ από το Κουαρτέτο της Ρικάκη που συνοδεύει αυτό το ποστ. Εδώ είναι η εκτέλεση με τον Λιδάκη. Αργότερα, έκατσα και διάβασα τον Δωδεκάλογο. Όποια κι αν είναι η γνώμη σας για τον Παλαμά, μάλλον θα συμφωνήσετε ότι μάς τον καταστρέφει το σχολείο, όπως σχεδόν καταφέρνει να το πράξει με τον Σολωμό και, σε μικρότερο βαθμό, με τον Ελύτη.

Η συμβία μού έμαθε επίσης να εκτιμώ τον άλλο καραπαρεξηγημένο, τον Σικελιανό, και να μην γκαρίζω στο άκουσμα του ονόματός του. Αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο ποστ.

GatheRate

Κυριακή 26 Απριλίου 2009

Μανχάτταν


Να εκμυστηρευτώ κάτι: μου τη δίνει πάρα πολύ ο Κωνσταντίνος Τζούμας. Ξέρω ότι μόλις διέπραξα ένα κολοσσιαίο faux pas: πέραν του ότι η δήλωση αυτή καθ' εαυτή είναι α-πα-ρά-δε-κτη, ο Τζούμας είναι φίλος φίλων φίλων ή και φίλος φίλων. Όμως δε θα το έγραφα έτσι το 'μου τη δίνει ο Κ.Τζ.'. Όντως, ο λόγος που το επισημαίνω είναι για να δηλώσω εναντιωματικά τον θαυμασμό μου και την πλήρη ταύτισή μου για το κειμενάκι στο οπισθόφυλλο του νέου του βιβλίου. Το κειμενάκι το ψάρεψε η συμβία, η οποία επίσης ταυτίζεται μαζί του (όχι με τον Κ.Τζ., με το κείμενο που ακολουθεί):
Το Μανχάταν είναι όπως στις ταινίες και στα μυθιστορήματα: οικείο και ταυτόχρονα διαφορετικό σε σπίτια, φύλα, ρόλους... Έχεις την αίσθηση ότι εδώ κάτι μπορεί να γίνει και με την περίπτωσή σου. Μαθαίνεις να μιλάς κατευθείαν, χωρίς τις μακροσκελείς εισαγωγές και τις απολογητικές αγιοποιήσεις της Ευρώπης. Mπορείς να είσαι και παιδιάστικος και γελοίος και σοβαρός και πολύ έξυπνος. Εδώ όλα φαίνεται να επιτρέπονται· εκτός από τη βλακεία, την έλλειψη στυλ ή το να κάνεις κάτι με μισή καρδιά, όπως διάβασα κάπου. Εδώ επιβιώνεις χωρίς να το κάνεις θέμα. Οι ιδιαιτερότητές σου δεν διαφέρουν και πολύ από των άλλων. Των χιλιάδων άλλων. Αποκτάς το δικαίωμα στην αδιαφορία επιτέλους. Κι αυτή η ανωνυμία, τόσο ερωτική... να παίζεις όποιο ρόλο επιθυμείς, όπως στις μεταμορφώσεις της ελληνικής μυθολογίας... Τι δώρο! Να είσαι ένας εντελώς άγνωστος. Ή, για να γίνω κατανοητός, a complete unknown...

GatheRate

Σάββατο 25 Απριλίου 2009

Ορμέμφυτος ο Έγκλειστος νικά (σχεδίασμα για κατιτίς)


Η εκκλησία
Δε μ' αρέσει να πηγαίνω εκκλησία. Πλήττω. Η φλυαρία και ο πλατειασμός των ακολουθιών με ενοχλούν, για τη μουσική τα έχουμε ξαναπεί. Αξίζουνε τα ενενηντάλεπτα και τα τρίωρα για λίγες στιγμές ποίησης, έστω και συγκλονιστικής (λ.χ. "ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει"); Πολλοί πιστεύουν πως ναι, οπωσδήποτε. Εγώ πάλι όχι. Αν υπάρχει πάντως ένας λόγος για να πηγαίνει κανείς στην εκκλησία, ιδίως μεγαλοβδομαδιάτικα, είναι οι άνθρωποι. Δεν εννοώ τους κομψούς μορφωμένους επαγγελματίες πιστούς που συχνάζουνε σε γουάου γνησίως παραδοσιακούς ναΐσκους και γραφικά νεορθόδοξα μετόχια -- όπου η ανάτασις, η κατάνυξις, η μεταρσίωσις και η μέθεξις είναι εγγυημένες. Μιλάω για τις ενορίες όπου πάει ο απλός καθημερινός πραγματικός κόσμος, εκεί όπου κοιτάς τα πρόσωπα και δε βλέπεις το κόρδωμα και την μπλαζέ ευσέβεια του καμαρωτού για την παράδοσή του εθνικού υποκειμένου. Μιλάω για εκκλησίες χαμένες μέσα σε χαμένες γειτονιές όπου δε θα σύχναζαν όσοι αναγνωρίζουν το κλείσιμο του ματιού του Ευαγγελιστή στους Εσσαίους και του Υμνωδού στους νεοπλατωνικούς. Βρέθηκα σε εκκλησίες όπου έζησα την πασχαλινή μελαγχολία των απλών ανθρώπων, σχεδόν απαραλλάχτη από τη μεγαλοβδομαδιάτικη μελαγχολία τους, γητεμένων από τα αρχαία ακατανόητα ιερά λόγια. Και μόνο γι' αυτό θα άξιζε ένα σαραντάλεπτο στην εκκλησία.


Η Γιουρσενάρ στο Τρίτο
Η στιγμή της αλήθειας και της ανάτασης μου ήρθε στον δρόμο, πηγαίνοντας να βρω τον Μεγάλο Δάσκαλο Τέττιγα το βράδυ της Δευτέρας του Πάσχα. Άκουσα από το Τρίτο Πρόγραμμα την καταπληκτική Μαγδαληνή της Γιουρσενάρ με μουσική επένδυση κάποια νοτιοϊταλικά Laudes: αν ήταν έτσι (ακόμα) η εκκλησιαστική μουσική μας, θα πήγαινα συχνότερα στην εκκλησία. Περισσότερες πληροφορίες για τα Laudes, τη Μαγδαληνή ή την εκπομπή που άκουσα, θα τις προσδοκώ με αδημονία.


Ο γίγαντας της Κρήτης
Γνώρισα και τον Τάλω από κοντά. Ντάξει, ο άνθρωπος είναι φυσιογνωμία. Βρίσκεται καμμιά σαρανταριά χιλιόμετρα μπροστά από εμάς τους υπόλοιπους. Η συνάφεια του ίσκιου του εδώ μέσα στο διαδικτυακό σπήλαιο των ψευδώνυμων σκιών με την πραγματική μορφή και παρουσία του με παρηγόρησε. Υπάρχει ο Τάλως; υπάρχει ελπίς. Κι ας εμπιστεύεται τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. του Αλέξη Τσίπρα. Τουλάχιστον, χάρη σε τύπους σαν τον Τάλω δεν έχουμε φτάσει να μας διαφεντεύουν αποκλειστικά ροβεσπιερικοί και προχειροφιλελεύθεροι ακόμα. Το είπα και θα το ξαναπώ πολλάκις: In talos we trust. Ζήτω, εύγε και ευάν ευοί.

(Να τα ακούει αυτά και να ζηλεύει ο ευαίσθητος γίγας thas, μπας και ανασκουμπωθεί και ανασυγκροτηθεί και επανακάμψει.)


Δι' εσόπτρου και εν αινίγματι
Σε εκείνη τη χαμένη εκκλησία στη χαμένη συνοικία είδα μια τοιχογραφία που εικονογραφούσε αυτό το χωρίο. Λεγόταν 'ο της μεγάλης βουλής άγγελος' (στο εδάφιο 9: 5) και βρισκόταν σε αντιβολή με τον Μελχισεδέκ. Μ' αρέσουν αυτές οι μυστηριακές και κάπως μυστηριώδεις προεικονίσεις του Χριστού, όπως μ' αρέσει και η απεικόνισή Του 'εν Ετέρα Μορφή', στην τσάρκα προς Εμμαούς. Έχει κι άλλα ωραία από θεματολογικής άποψης η αγιογράφηση εκείνου του ναού (μια σειρά αγιογραφίες από τη σύλληψη και την παιδική ηλικία της Παναγίας, μια οσία Ταώρ κ.α.), αλλά θα τα κουβεντιάσουμε άλλη φορά.


Docete gentes
Σε μια Αθήνα άδεια αλλά πάντοτε ταλαίπωρη, περπάτησα πολύ και στα Εξάρχεια. Περπατάω στα Εξάρχεια εδώ και πολλές δεκαετίες και πάντα διαβάζω τις αφίσες των αναρχικών, αφού διαβάζονται σαν μαοϊκές εφημερίδες τοίχου: μπόλικο κείμενο και πυκνό. Και συνήθως κενό νοήματος. Εδώ και δεκαετίες διαβάζω τις ίδιες πολεμικές ιαχές για άλωση των πάντων, τις ίδιες δαιδαλώδεις διατυπώσεις που και διδάκτορα θα αποθάρρυναν (ε, χμ, καλά -- αυτό ας το αφήσουμε τώρα), τις ίδιες συλλογιστικές που θεμελιώνονται στην ίδια καταστασιακή-αντορνοϊκή βάση προϋποθέσεων: είμαστε όλοι ζόμπι, όλοι κορόιδα, όλοι παθητικοί δέκτες επίλεκτης και ζαμπόνηρης προπαγάνδας. Βρίθουν από συνθηματολογικές διατυπώσεις και σχηματικές απεικονίσεις, πάντα δοσμένες με αναίτια θεωρητικόλαγνη ορολογία. Απεικονίζουν ηθικά σύμπαντα κόμικ υπερηρώων της δεκαετίας του '60 (Εκδικητές και έτσι). Διάβαζα λ.χ. ένα αυτοκόλλητο ακτιβιστριών λεσβιών, που (δικαιολογημένα) θέλανε να συσχετίσουν τον αυτοπροσδιορισμό των γυναικών, τη σεξουαλική απελευθέρωση και τον πόλεμο κατά της πατριαρχίας. Κατάλαβα ότι αυτά ήθελε να πει μετά από προσεκτική μελέτη περίπου ενάμισυ λεπτού. Οι περαστικοί θα νόμισαν ότι θα είδα καμμιά ασύλληπτη θεογκόμενα από αυτές που κυκλοφορούν στην πόλη μας ή -- πιο κοντά στο πνεύμα των ημερών -- τον Κύριό μας επιλοχία. Διάβαζα κι ένα άλλο που εξηγούσε ότι πρέπει να απελευθερωθούν κάτι ληστές τραπεζών, αφού οι τράπεζες ληστεύουν κτλ. Εντάξει, ξέρω ότι είμαι κουμάσι ρεφορμιστής και πουλημένος, αλλά για φανταστείτε ότι ακόμα κι ο Χριστούλης (μια και Τον έφερε η κουβέντα πιο πάνω) κήρυσσε λέγοντας ότι δεν ήρθε να αλλάξει τον Νόμο του Μωυσή. Για φανταστείτε να έλεγε (τουλάχιστον κατά τη διδασκαλία της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής'):
"Τυπολάτρες, κορόιδα, καλησπέρα. Είμαι ο Δημιουργός σας: είμαι το δεύτερο Πρόσωπο της μιας τριαδικής Θεότητας (θα σας εξηγήσω μέσω Αγίου Πνεύματος σε τρεις αιώνες -- Άχρονος είμαι) που μιλάω στους πατέρες σας κάθε τόσο. Λοιπόν, ό,τι ξέρατε να το ξεχάσετε. Αντί για ζώα, θα θυσιάζομαι Εγώ στο εφεξής κατά τη διάρκεια τελετών που θα αναπαριστούν επεισόδια της ζωής Μου. Επιπλέον, τις προάλλες τα έλεγα με τον Μωυσή και τον Ηλία στο Θαβώρ..." κτλ.
Ακόμα και οι πιο μεγάλες αλήθειες πρέπει να λέγονται με σεβασμό στον ακροατή.


Ρητορικές ασκήσεις για αρχαρίους και προχωρημένους συνθηματολόγους
Όσο για τα συνθήματα των αναρχικών πάνω στους τοίχους των κομψών σπιτιών των Εξαρχείων, σχεδόν πάντα η ίδια φόρμουλα του Όσκαρ Ουάιλντ. Κατά το 'Every silver lining has a cloud' (που αναποδογυρίζει το 'every cloud has a silver lining'): 'Το σύστημα της διδασκαλίας είναι η διδασκαλία του συστήματος' και τα λοιπά.


Μ' αρέσει να τρώω
Συνιστώ για φαγητό:

Κουκούτσι
στον Κορυδαλλό, εκεί σε μια πλατεία (αν και ο Κορυδαλλός -- δεν είχα ξαναπάει -- είναι σαν να έβαλε κάποιος τη Λάρισα δίπλα στη Νίκαια: καραμπανάλ χωριατιά στα 40 λεπτά από την Ομόνοια, ναι, 40, τώρα που θα μπαίνει η κίτρινη φυλή στους λεωφορειόδρομους). Κάθε πιάτο μια ευχάριστη έκπληξη. Σοβαρά.

Βάιος στο Κερατσίνι: συγκλονιστικά μύδια με κρασί και σκόρδο. Εξαιρετικά ψαρικά και θαλασσινά. Μύδιαααα...

Εύχαρις (αχ, αυτά τα τριτόκλιτα) πίσω από τον σταθμό του Μοναστηρακίου, για τσίπουρο και ούζο. Να πάρετε τον μικρό κρεατομεζέ, είναι κολοσσιαίων διαστάσεων και νόστιμος.

Τα υπόλοιπα τα ξέρετε ήδη.


Σοφία Χιλλ
Ευτυχώς πρόλαβα να δω τη Σοφία Χιλλ στο Mademoiselle Julie. Χρόνια είχα να στραβωθώ έτσι στο θέατρο ('στραβωθώ' όπως η Σεμέλη). Βγήκα έξω και κατάλαβα γιατί πηγαίνω στο θέατρο ακόμα. Επίθετα τύπου 'συγκλονιστικό', 'πανίσχυρο' και 'διαπεραστικό' είναι λίγα. Αισθάνθηκα απεριόριστο θαυμασμό για την κυρία Χιλλ. Διέγνωσα διαισθητικά τη σύζευξη ταλέντου, σωματικής αυτοπειθαρχίας, μελέτης και βαθειάς σκηνικής σοφίας. Η φωνή της λάξευε το κείμενο με εξωπραγματική ακρίβεια. Τυχεροί είμαστε να έχουμε ζήσει εμπειρίες όπως αυτή η παράσταση.


Ο έρως και τα προσώπατα
Η Αίγινα ήταν πράσινη και ανθισμένη. Αλλόκοτο. Η θάλασσά της ήτανε σαν λίμνη. Μια κάπως μουντή θλίψη σαν αυτή που μόνο ο thas μπορεί να αποδώσει και να περιγράψει γλύκαινε το τοπίο. Το βράδυ της Κυριακής του Πάσχα πήγαμε στα Περδικιώτικα και στο Καφέ Βαρτάν. Τα Περδικιώτικα έχουνε πλέον μετατραπεί σε εστιατόριο -- τουλάχιστον έπεσα πάνω σ' έναν φίλο εκεί. Μετά πήγαμε στον θρυλικό Τσίτρα (κατά κόσμον 'International Corner'), αλλά γι' αυτόν θα μιλήσουμε στο Δεύτερο Βιβλίο Περί Ποιητικής, που λέει κι ο Έκο. Καταλήξαμε στο Καφέ Βαρτάν. Θα επαναλάβω, κουραστικά πλέον, πόσο ωραίες γυναίκες κυκλοφορούν στην Ελλάδα γενικά και -- συγκεκριμένα -- στο Καφέ Βαρτάν. Επίσης θα ξαναπώ χωρίς να μπω σε λεπτομέρειες κάτι που έχω ξαναπεί και μάλλον θα ξαναπώ στο μέλλον (επέρχεται συντριπτικώς η άνοια): στην Ελλάδα έχουμε πλεόνασμα αισθησιασμού και (τζάμπα) πρόκλησης αλλά σοβαρό έλλειμμα ερωτοπραξίας. Άχαρα πράματα. Άχαρος κόσμος. Άχαρα κορμιά. Άχαρες χαρές; Ελπίζω πως όχι.


Επίλογος
Με λένε Sraosha. Είμαι στοιχειό. Είμαι ζώδιο της κρύας θαμπής φωτιάς.

GatheRate

Σ' όποιον δάσκαλο καθήσεις

GatheRate

Παρασκευή 17 Απριλίου 2009

Ich bin der Batman

Batman and his molotov cocktail

Τρέμετε καταστολείς: ο Μπάτμαν στο πλευρό μας. Ή τουλάχιστον η νεοελληνική εκδοχή του: η Αλεπού, κατά κόσμον Παλαιοκώστας.

GatheRate

Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

in qua urbe vivimus?



Όπως ίσως θυμάστε κι από παλιότερα, έχω ένα θέμα με τον Πρώτο Λόγο Κατά Κατιλίνα. Βεβαίως ποτέ δεν έβγαλα άκρη εάν όντως ο Κατιλίνας ήταν ένας δημαγωγός συνωμότης ή απλώς πολιτικός αντίπαλος ενός προικισμένου ρήτορα. Θυμάμαι όμως πάντοτε τσιτάτα από τον περίφημο λόγο του Κικέρωνα. Έχει μάλιστα μια αποστροφή σε κάποιο σημείο, που πάντοτε μού έκανε εντύπωση με τον βαρύγδουπο τόνο του και τη σχεδόν προσποιητή αγανάκτησή του:

O di inmortales! ubinam gentium sumus? in qua urbe vivimus? quam rem publicam habemus?
("Αθάνατοι θεοί! σε ποιο λοιπόν γένος ανήκουμε; σε ποια πόλη ζούμε; τι πολίτευμα έχουμε;" -- η μετάφραση δική μου, διορθώσεις από φιλολόγους ευπρόσδεκτες)

Διαβάζοντας αυτές τις λέξεις, πάντοτε έκανα τις στερεοτυπικές σκέψεις που κάνουμε για τους Ρωμαίους: ποζεράδες, φαφλατάδες, κενοί ντενεκέδες ξεγάνωτοι, προσόψεις χωρίς ουσία, "γι' αυτό και δεν κατάφεραν να βγάλουν έναν φιλόσοφο της προκοπής" κτλ. κτλ. Βεβαίως, τώρα που μεγάλωσα (υπερβολικά), ξέρω ότι οι Ρωμαίοι είναι φίλοι μας, ότι ο παρακμιακός και παρακμασμένος πολιτισμός τους που στερεοτυπικά σκιαγραφείται στις βιβλικές και παραβιβλικές ταινίες της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος είναι ο δικός μας πολιτισμός, κάτι που nos ancêtres οι Ρωμιοί (les byzantins, ντε) είχανε πάρα πολύ καλά χωνεμένο κι εμπεδωμένο, τουλάχιστον στο φαντασιακό επίπεδο. Τόσο καλά χωνεμένο κι εμπεδωμένο, όσο λ.χ. έχουμε εμείς οι Νέοι Έλληνες ότι μιλάμε τη γλώσσα που μας "δόθηκε" στις ακρογιαλιές του Ομήρου -- ή πώς το λέει ο Βιομήχανος-Ποιητής



(Ναι, είμαι με το Κόμμα του Εμπειρίκου: σαφώς καταλληλότερος για πρωθυπουργός, θα έφερνε τον ελεύθερο έρως και θα μετέφερε την πρωτεύουσα στην Οκτάνα, αντί να μουτζώνει το μετρό και να ψάχνει από που θα περάσουν οι αυτοκινητόδρομοι και τα ταξί).



Οι Ρωμαίοι, που λέτε, έχουνε μια ιστορία γεμάτη αποτυχίες. Άφησαν πίσω τους όμως πανανθρώπινη κληρονομιά. Ήταν καλοί μαθητές. Βέβαια, ήταν καλοί μαθητές όχι με τον τρόπο που ο Αριστοτέλης ήταν μαθητής του Πλάτωνα ή ο Βιτγκενστάιν του Ράσελ. Ήταν καλοί μαθητές σαν τους Αμερικάνους κατά την τριαίωνη ιστορία τους: από ένα μάτσο χωριάτες του κερατά, η Εστία της επιστήμης, της φιλοσοφίας, πολλών τεχνών.

Η Ρωμαϊκή Δημοκρατία έπεσε όταν κατάντησε θεσμός που αυτοτροφοδοτούνταν, αυτοσυντηρούνταν και υπήρχε για χάρη των πελατών της. Ένα κοινό φετίχ (διεστραμμένα res publica) πέραν του ελέγχου των πολιτών, των οποίων τις ανάγκες υποτίθεται ότι εξυπηρετούσε. Ένα φετίχ τόσο δυνατό, ώστε ο Οκταβιανός δεν ανακηρύχθηκε βασιλιάς (rex) παρά ένα σωρό άλλα πράματα. Η Πολιτεία κατ' όνομα συνέχισε να υπάρχει. Η Σύγκλητος διοικούσε κάποιες επαρχίες, ο (Στρατηγός) Αυτοκράτωρ (imperator) και Αρχιερεύς (Augustus και pontifex maximus) άλλες.



Με άλλα λόγια: η δημοκρατία δεν καταλύεται μόνον όταν ένας μουρλός Μποκάσα αυτοανακηρύσσεται σε δεν-ξέρω-τι. Η σύγχρονη δημοκρατία μπορεί να γλιστρήσει προς την κοινοβουλευτική αυταρχία, στην οποία ελίτ πολιτικών και φίλων φροντίζουν ο ένας για τον αλλον και για τον εαυτό τους. Μια δημοκρατία (δημοκρατία ή και res publica) μόνο κατ' όνομα.



Όσο για την πόλη; Τι να πω. Οι εξοχές έχουνε μια διαχρονικότητα, μια ακινησία, μια διάρκεια. Μοναρχίες, ομοσπονδίες, ομόσπονδες μοναρχίες, δημοκρατίες, λαοκρατίες, κλεπτοκρατίες, όλες περνούν από πάνω τους και στη χειρότερη περίπτωση απλώς τις αποψιλώνουν (όπως έκανε ο κομμουνισμός στην Αλβανία). Οι πόλεις όμως ζούνε και πεθαίνουν ανάλογα με το πολίτευμα. Αν υπάρχει μια (υποθετική) πόλη όπου ο θόρυβος είναι ανεξέλεγκτος, η βρωμιά πανταχού παρούσα και η φτώχεια ξεχειλίζει, δεν είναι ζήτημα φυλετικής ιδιοσυγκρασίας. Αν πολλοί ζούνε μεταξύ μωλ και προαστείου και περισσότεροι μεταξύ ταλαιπωρίας και καταπατημένου δημόσιου χώρου, δε φταίει ο καιρός. Τις πόλεις δεν τις φτιάχνει το κισμέτ, ούτε καν ο πλούτος, αφού, όταν η πολιτική τού το επιτρέπει, ο πλούτος μπορεί να συγκεντρώνεται είτε μακριά από τις πόλεις (Βρετανία του 19ου), είτε στα φιλέτα μέσα στις πόλεις (Παρισάκι του 19ου). Η διαφορά Βαρκελώνης και Θεσσαλονίκης ή Αθήνας και Μαδρίτης είναι και ιστορική αλλά -- πλέον -- και πολιτική.



Καλό Πάσχα: ό,τι αξίζει απο τη χριστιανική πίστη είναι η λαμπρή υπόσχεση της ανάστασης των σωμάτων. Το λέει κι ο Απόστολος Παύλος. Για τις πόλεις, η πίστη έχει άλλα σχέδια, υπερβολικά μακρόπνοα και πολεοδομικώς ύποπτα ίσως.

GatheRate

Πέμπτη 9 Απριλίου 2009

Υπερκόπωση



Σαφώς μαζοχιζόμενος, παρακολουθώ πολιτικές ειδήσεις συστηματικά εδώ και μια βδομάδα. Είναι σαν τη δίαιτα της τουλούμπας: τρώγε τουλούμπες για δέκα μέρες-δυο βδομάδες-ένα μήνα, μέχρι να τις μπουχτίσεις. Στο μεταξύ έχεις πάρει 15 κιλά και το ζάχαρό σου έχει φτάσει στη Ζαχάρω (με Ζήτα κεφαλαίο).

Αν βαριέστε να διαβάστε το υπόλοιπο, πηγαίνετε εδώ. Μια χαρά τα λέει.

Αν δε βαριέστε, συνεχίζω.

Ι.

Είναι τελικά πολύ προβλέψιμος ο τρόπος που η εξουσία διαχειρίζεται την εξέγερση του Δεκεμβρίου. Πρώτα χαϊδολογήματα ("ναι μωρέ τα τσαμένα τα παιδιά, δίκιο έχουν") αλλά και προπαγάνδα ("καίγεται η Εθνική Βιβλιοθήκη, φωτιά στη Βουλή, διάρρηξη οπλοπωλείου στην Ομόνοια, πυρηνικές κεφαλές στο Ντα Κάπο" κτλ.).

Μετά ατέρμονη ανάλυση και κοζερί, μπούρου-μπούρου και αμπελοφιλοσοφίες, από αριστερότερους των εξεγερθέντων, ορθότερους των εξεγερθέντων, αδεσμευτότερους των εξεγερθέντων, ανενταχτότερους των εξεγερθέντων, αναρχικότερους του Βασιλέως. Κι από -- συγγνώμη για τη λέξη -- κοινούς ρουφιάνους. Είπαμε, να πουληθούμε. Ντάξει. Αλλά έχει κι η ρουφιανιά τα όριά της.

Ακολουθεί ο κατήφορος: αντεξουσιαστές, αναρχικοί (ΜΠΟΥ!) --> ταραχές, ταραξίες --> κουκουλοφόροι, κουκουλοφορία --> έγκλημα, εγκληματικότητα, εγκληματίες. Όλα στη μπετονιέρα. Καλλιέργεια φόβου και τρόμου. Σήμερα οι Δίδυμοι Πύργοι, αύριο το σπίτι σου στο Westchester. Μια στιγμή, όμως: για κάτι τέτοια δεν κοροϊδεύαμε τα αμερικανάκια το 2001; Τουλάχιστον εκείνοι είχαν έναν εχθρό (που τον σπονσοράριζαν, άλλοι κι εκείνοι). Εμείς τον κατασκευάζουμε και τον μετασκευάζουμε. Κάθε φορά και πιο αποκρουστικό, με βάση κλεφτές ματιές στο απείκασμα του εαυτού μας στον καθρέφτη (όπως πάει και το στερεότυπο "εικόνα σου είμαι κενωνία και σου μοιάζω").

ΙΙ.

Εδώ και πέντε χρόνια ήθελα να το πω, αλλά ήθελα να κρατήσω το επίπεδο στο παλιό μπλογκ. Εδώ που είμαστε κοινόβιο, δε με νιάζει:

Πείτε στον ατάλαντο καραγκιοζοπαίχτη να πάψει να κουνάει τα χέρια του. Δε μας βγάζει συμπάθεια. Δε φαίνεται πιο λεβένταρος από όσο είναι. Ότι κι αν του είπαν οι μάγοι, τζουτζέδες και τσαρλατάνοι του που αυτοαποκαλούνται επικοινωνιολόγοι, δεν τον κάνει λαϊκότερο. Ούτε εκφραστικότερο. Κι αυτό να το ξέρει κι ο αδαής παιζοκουβαδάκιας που θα τον διαδεχτεί. Να το κάνω λιανό, πιο σλόγκαν:

Μην κουνάτε τα χέρια σας με αποφασιστικότητα και ευθύνη.
Χαμογελάστε ηλίθια σαν τον Μπλαιρ. Πείτε καμμιά άθλια μαλακία σαν τον Μπερλουσκόνι. Κοιτάξτε αλεπουδίσια το μέλλον σαν τον Πούτιν. Αλλά

Μην κουνάτε τα χέρια σας σε ορθές γωνίες με κοφτές, ρωμαλέες και αντρίκιες κινήσεις.

ΙΙΙ.

Καταλαβαίνω ότι ο έλληνας κυρίως για την πόζα ενδιαφέρεται. Είναι αυτό που οι ανθρωπολόγοι λένε face και που εξυψώνεται σε 'κούτελο' και 'φιλότιμο' και, υπό ευτυχείς συγκυρίες, σε 'τιμή'. Μεσογειακή αρρώστια ή και ιδιοσυστασία, άμα προτιμάτε.

Καταλαβαίνω ότι τα κλαμένα μήντια, τα σπαραχτικά δελτία ειδήσεων, η καλλιέργεια πανικού για το έγκλημα και τους αλλοδαπούς δρούνε σαν λιπαντικό ώστε να έχουμε πιο ομαλή επιβολή αντιλαϊκών μέτρων που δε θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση της κρίσης (αλλά θα βοηθήσουν κάποιους να συνεχίσουνε να κερδοφορούν σε καιρούς λίμας και αψιλίας). Άλλωστε, είναι γνωστό: οι φτωχοί φταίνε για όλα. Οι φτωχοί πάνε κι εγκληματούν χωρίς να έχουν εξασφαλίσει λεφτά για 'ποινικολόγο' πρώτα. Οι άσχετοι.

Αντιλαμβάνομαι ότι αιώνες στέρησης, καταπίεσης και υποκρισίας έχουν καλλιεργήσει ένα ήθος που επιτρέπει στον καθένα μας να εκτονώνεται συμβολικά ή και δι' αντιπροσώπου: είτε με το καρναβάλι, είτε με την πάλαι ποτέ τσόντα, είτε με το σκυλάδικο, είτε με τον Λαζόπουλο.

Αλλά από τίποτε από τα παραπάνω, ακόμα κι αν τα συναθροίσουμε, δεν προκύπτει ότι μπορείτε να μας κοροϊδεύετε όλους συνέχεια. Είπαμε: ή όλους για λίγο, ή μερικούς συνέχεια. Απλή λογική.

Άσχετο υστερόγραφο: Ξύπνησαν κι αυτοί.

GatheRate

Τετάρτη 8 Απριλίου 2009

Μοναστισμοί

Διαβάζω το Anathem και είναι ατελείωτο. Επίσης, είναι ενδιαφέρον και το πρώτο βιβλίο με τρέιλερ.

Λέω να φτιάξω ένα τρέιλερ για μένα, ένα βιντεάκι-επισκεπτήριο. Δυστυχώς πέθανε ο Don LaFontaine.

Πάντως, το τρέιλερ του Anathem μού θύμισε αυτό.

GatheRate

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

η Σφιγξ


Από εδώ.

GatheRate

O Sraosha στην Πόλη των Καταχανάδων



Είχα να πατήσω στη Σαλονίκη χρόνια. Στο αεροπλάνο καθόμουν πίσω από μια οικογένεια ορθόδοξων Εβραίων. Ο μπαμπάς ήταν Ασκενάζης κοκκινοτρίχης. Η μαμά Σεφαραδίτισσα, μικρότερή μου αλλά αργασμένη. Η αγγελόμορφη αδερφή της Σεφαραδίτισσας πρόσεχε δύο από τα πέντε ανήψια της. Αναρωτιόμουνα γιατί ξεκίνησαν αυτοί οι άνθρωποι την εκστρατεία τους από το Τελ Αβίβ για τη Σαλονίκο. Τι περίμεναν να βρουν, τι θα έβρισκαν, πού θα πήγαιναν.

Είχα χρόνια να πατήσω στη Σαλονίκη. Η διαφορά ήτανε πολύ μεγάλη. Την τελευταία φορά που είχα πάει, η πόλη διατηρούσε κάτι από τη γοητεία και τη διακριτική βαρκελωνιά που τη χαρακτήριζε στα τέλη της τελευταίας δεκαετίας του προηγούμενου αιώνα. Αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν αλλιώς: ακόμα περισσότερος θόρυβος, μούτρα πεσμένα αθηναίικα πλέον, αδιανόητη κίνηση (ακινησία, δηλαδή) που -- συνδυασμένη με την περίφημη νωθρότητα του σαλονικιού οδηγού -- μετατρέπει την πόλη σε ένα στενόμακρου σχήματος μίγμα Λος Άντζελες και Καΐρου. Η πόλη είναι πια πέρα από φρακαρισμένη. Πέρα από πήχτρα. Είναι πέρα από το έμφραγμα. Μάλλον κατά κάποιον τρόπο πεθαίνει. Κι ίσως είναι αργά και για μετρό πια. Το χειρότερο από όλα είναι πια τα τριπλοπαρκαρίσματα παντού. Παντού. Παντού γεμάτο Μαλακομομπίλ του κάθε Μαλάκαμαν. Παντού.

Για να μη φανεί ότι παριστάνω τον συγκοινωνιολόγο, εντάξει, υπάρχουν πράγματα που δεν αλλάζουν στον Βορρά (έτσι αποκαλούσε ο πατέρας μου την πόλη και κάποιους κατοίκους της): καλό φαΐ, χορταστικές γυναίκες (αμάν, σαν Πανίκας ακούγομαι τώρα), ωραία χαμόγελα (αν και σπανιότερα, όπως είπα), ωραία συνοδευτικά με τα ποτά, η Μυροβόλος Σμύρνη (στη Μόδιανο), που ανακάλυψε ο πατέρας μου το 1961 και στην οποία πάμε από οικογενειακή παράδοση. Ωραία είναι να σηκώνεις το βλέμμα και να βλέπεις τον Χορτιάτη και τα Κάστρα και την Άνω Πόλη (ο Θερμαϊκός ποτέ δε μου άρεσε). Όμορφα είναι όλα αυτά κι άλλα πολλά. Όμως οι πόλεις δεν είναι μόνο για να (τις) χαλβαδιάζουμε και να (τις) διασκεδάζουμε. Είναι και για να ζούμε και να δουλεύουμε.

Μια και ανέφερα το όνομα του λαοφιλούς και λαοπρόβλητου παλληκαριού από τον Πόντο (και του σκιώδους αδερφού του που κινεί τα νήματα κατά τους ταξιτζήδες), νομίζω ότι αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση πολιτικού που όντως έχει βλάψει έναν τόπο και δεν έχει απλώς αφήσει τα πράματα να πάνε μόνα τους. Βεβαίως, λόγω εντροπίας και άλλων δεινών, όταν τα πράματα πάνε μόνα τους, πάνε κατά διαόλου, οπότε ίσως να έχω κι άδικο.

Πάντως αυτή τη φορά δεν ένιωσα τη χαρά που ένιωθα παλιά όταν περπατούσα τους δρόμους της πόλης.

(Όνειρε, έπεσε δουλειά, γι' αυτό δεν ξανατηλεφώνησα.)

Υ.Γ. Είδα αυτό και προβληματίστηκα πολύ.

GatheRate

Τρίτη 31 Μαρτίου 2009

Από μαθητικό γραπτό (και καλά)

Ιδιοφυές, ωστόσο:
Τα Χερουβίμ και τα Σεραβίμ ήταν μικρά αγγελάκια που πετούσαν δεξιά-αριστερά στο πλάι των μεγάλων αγγέλων. Τα Χερουβίμ χερούβιζαν (δεξί πέταγμα) και τα Σεραβίμ σερούβιζαν (πέταγμα αριστερό). Στην ανάγκη υπήρχαν και τα Πτερουβίμ, για πέταγμα κατευθείαν στη μέση.

GatheRate

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

παίω δι' οργής τον τροχηλάτην



Η εφηβεία μου είναι ευτυχώς πολύ μακριά πια. Από όποια απόσταση και να τη δω, μία και μόνο λέξη μου έρχεται στο μυαλό, κι αυτή όχι ελληνική: disaster, και μάλιστα με ελληνική προφορά· ντιζάστερ, όπως το λατινικό aster και των ινδαλμάτων μας η Stratocaster. Η ανακούφιση για το τέλος της εφηβείας με συνοδεύει ακόμα και τώρα, δεκαετίες μετά.

Η εφηβεία έληξε με την είσοδο στο πανεπιστήμιο, ας πούμε. Η αδεξιότητα, η ανασφάλεια, ο πανικός, η πλήρης σύγχυση (για όλα) τερματίστηκαν τελετουργικά τη μέρα που μπήκα στη σχολή δέκατος από το τέλος. Στην πραγματικότητα, οι συνέπειες της εφηβείας θα συνεχίζονταν μέχρι τα τριάντα. Αλλά την ανεξαρτησία τη γιορτάζεις, ρε αδερφέ, επετειακά και σαν μια στιγμή. Έτσι είναι. Einigkeit und Recht und Freiheit, που αντηχούσε στην εφηβεία μου.

Τα προεόρτια της λήξης της εφηβείας ξεκίνησαν στο φροντιστήριο, αυτό το καθαρτήριο για την ενηλικίωση από το οποίο τόσα και τόσα ελληνόπουλα περνάν και βγαίνουν αποκαθαρμένα και βαμμένα σαν ατσάλι ή (απλώς) καμένα. Εκεί ερωτεύτηκα μιαν Έλενα, που μοσχομύριζε σαπούνι κι ησυχία -- μέχρι και ο φροντιστηριάρχης-εκθεσάς με δούλευε που καθόμουν δίπλα της χαζός και σοβαρός σαν γάτος. Εκεί έμαθα ιστορία. Εκεί παραλίγο να τα φτιάξω με την πρώτη από τις τρελές τρελιάρες γυναίκες της ζωής μου, την ανεπανάληπτη Λ. Κ. Education sentimentale και βάλε.

Η μεγάλη χαρά όμως ήτανε το "γνωστό", το διδαγμένο, κείμενο, το οποίο έπρεπε να ξέρουμε μέσα-έξω. Ήμουν τυχερός: ήταν ο Οιδίπους Τύραννος. Το κείμενο το έφαγα και το κατάπια σαν μπέργκερ καλό: με μεγάλες δαγκωματιές και σε μπουκιές αμάσητες. Ήμουν πανευτυχής που ήξερα ότι θα ξαναγυρίζαμε σε κάθε στίχο, κάθε στιχομυθία, κάθε μονωδία, κάθε οτιδήποτε ξανά και ξανά. Ο Οιδίπους Τύραννος κατέληξε να ζυμώνεται και να χωνεύεται στο στομάχι μου, επώδυνα, αργά, λίγο πιο πολύ μετά από κάθε ανάγνωση, μετά από κάθε πέρασμα. Το κείμενο -- όπου η πλοκή πλάθει τους χαρακτήρες και το ήθος των χαρακτήρων σπρώχνει την πλοκή -- με οδήγησε στον Σαίκσπηρ και στο περί Ποιητικής. Ό,τι πρέπει να ξέρω για την εξουσία το έμαθα από τη στιχομυθία με τον δύστροπο σχεδόν πορνόγερο ξεκούτη Τειρεσία. Η Ιοκάστη μου άφησε ένα δέος για την στρατηγική δεινότητα και την τακτική ευελιξία των μεγαλύτερων γυναικών, των οποίων το ερωτικό κέλυφος τόσο δύσκολα θραύεται (ενώ είναι τόσο κωμικά εύκολο να βγάλεις το νήπιο μέσα από έναν άντρα), και το οποίο ευελπιστώ να έχω κατανοήσει πλήρως αφού η ανθρωπότητα θα έχει εντοπίσει το μποζόνιο του Χιγκς και προτού ο προστάτης μου γίνει σαν ακτινίδιο.

Τα πάντα μού φαίνονταν ανατριχιαστικά ισορροπημένα στον Οιδίποδα. Η πελώρια παγίδα των θεών, ο πλεκτός ιστός, η πλεκτάνη τους (κάτι που ακόμα μάς γοητεύει τελικά, από το Μάτριξ και τον Γκέιμαν μέχρι το πώς μιλάμε για τους Κέννεντυ και τους Ωνάσηδες). Η εμμονή για την αλήθεια και οι συνέπειές της. Η αφορμή των πάντων: ούτε μοιραία ζευγαρώματα, ούτε επικές μάχες, ούτε καταραμένα δαχτυλίδια, ούτε αρχέγονες κατάρες. Τον μηχανισμό τον βάζει σε κίνηση ένας καβγάς για την οδική προτεραιότητα. Αυτό που λέμε road rage. Ενός στρεσαρισμένου νεαρού που του θίξανε τη μάνα (τη Μερόπη) και παίρνει τους δρόμους. Οι θεοί άφαντοι αλλά παρόντες.

Η ώρα του Οιδίποδα ήταν η ώρα που έβγαζα το κεφάλι έξω από τη φωτιά της μπίχλας, από την κόπωση και το άγχος που περνούσαμε στο καθαρτήριο. Αντί να κυνηγάμε χαμένα κατηγορούμενα στον παγκοσμίως άγνωστο Μενέξενο του Πλάτωνα (που λένε ότι μπορεί και να 'ναι και παρωδία), αντί να απομνημονεύουμε τη θλιβερή πρόζα της μπλε ιστορίας (για όσους ανακάλυψαν την ξύλινη γλώσσα των ιστορικών βιβλίων με τα πλήθη που συνωστίζονταν στην προκυμαία της Σμύρνης -- ποιο Lycée βγάλατε;), αντί για τα κατάκουλα κείμενα των λατινικών (γραμμένα από τα 'παιδιά μπιφτέκια', όπως τους έλεγε ο φροντιστηριάρχης), διαβάζαμε τέχνη, ρε παιδί μου. Και χωρίς ενοχές: μέρος της προετοιμασίας ήταν κι αυτό, στο μενού του καθαρτηρίου.

GatheRate

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

Γούστα μουσικά

(με αφορμή αυτό το σχόλιο του Μπερεκέτη)

Ο θείος Τάκης ήταν διευθυντής ορχήστρας. Λαϊκής ορχήστρας. Τη δεκαετία του 60 περιόδευε κιόλας: Κωνσταντινούπολη-Λεμεσός-Βυρητός-Τελ Αβίβ-Κάιρο. "Παγκόσμιες περιοδείες" τις έλεγαν και ευθύνονται εν μέρει για τη λόλα των Ισραηλινών για Νταλάρα και Γλυκερία.

Ο θείος πάντα ισχυρίζεται ότι τη Μοσχολιού την είχε σαν κόρη του.

Ο θείος (εντάξει, θείος της μητέρας μου είναι) ήτανε δεξιοτέχνης του ακορντεόν, ενός οργάνου που γνώρισε τρελές δόξες αλλά αφανίστηκε από τα φορητά κασετόφωνα και τα συνθεσάιζερ. Ο θείος έφτασε μέχρι και στα χάμοντ. Συνθεσάιζερ δεν τον άφησε η γυναίκα του να αγοράσει, αφού θα ξαναγύριζε στη νύχτα, όπου "όλες είναι πουτάνες, τις ξέρω καλά" κτλ. Αποτέλεσμα, ο θείος τις δεκαετίες του 80 και του 90 βρέθηκε σε δεύτερα μαγαζιά -- από τη νύχτα δεν ξέφυγε, δηλαδή. Φίλους είχε πολλούς αλλά "τι να με κάνουνε χωρίς συνθεσάιζερ".

Μια φορά πριν κάτι χρόνια πήγα να τον βρω σε ένα μαγαζάκι που είχε (ας πούμε ότι ήταν ψιλικά, αν και...). Με ρώτησε τι μουσική ακούει η νεολαία και του απάντησα "πολλά και διάφορα, όπως στην εποχή σου". Μετά ξιφούλκησε κατά των τσιφτετελοπόπ, γιατί είναι πέμπτης κατηγορίας αιγυπτιακή μουσική, δεν είναι τούρκικη, κι οι Τούρκοι από τους Αιγύπτιους την έμαθαν. Αυτό μας το επιβεβαίωσε ο Φατίχ Ακίν στο ντοκυμαντέρ του 'Γέφυρες πάνω από τον Βόσπορο' -- ή κάπως έτσι (άμα θέτε τεκμηρίωση, στον κρητικό γίγαντα Κουκουζέλη ή στον χάλκινο κρητικό γίγαντα Τάλω). Μετά μου έλεγε πάλι για τον καημό του με το συνθεσάιζερ.

"Θείε, τι μουσική σου αρέσει εσένα;"

Αφού μου επιβεβαίωσε ότι ο θεός είναι ένας και λέγεται Μπετόβεν ("Δε θα υπάρξει ποτέ κανείς σαν τον Μπετόβεν. Κανείς. Μ' ακούς. Κι ο Μότσαρτ καλός είναι."), μου είπε ότι από σύγχρονους καλοί είναι ο Έλλινγκτον κι ο Μπέρνσταϊν. Μπα! λέω, σωστός ο θείος, δεν είναι Γαβαλάς-Μωράκης-Παπαϊωάννου-Κουγιουμτζής. Από τους μοντέρνους, λέει, αξεπέραστος ο Μάιλς Ντέιβις.
"Τον ξέρεις [Sraosha];"
"Ναι, θείε, πέθανε πρόσφατα."
Ταράχτηκε.

"Κι από Έλληνες;"
"Χιώτης. Ούτε Χατζιδάκις, ούτε Θεοδωράκης. Χιώτης. Κι ο Ξαρχάκος μ' αρέσει. Αλλά ο Χιώτης αξεπέραστος. Κάτι εισαγωγές..."

GatheRate

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

Ο Sraosha για τη μαλακία των διανοούμενων



(ξεκίνησε ως σχόλιο-απάντηση στη Μαντάμ εδώ.)

Η αναλυτική κατηγορία 'οργανικός διανοούμενος' δεν υπάρχει μόνο μέσα στο μυαλό του έγκλειστου Γκράμσι, αποτελεί απεναντίας ένα ιδανικό εργαλείο προσέγγισης του πώς σκέφτονται και λειτουργούν οι διανοούμενοι και οι λεγόμενοι άνθρωποι του πνεύματος.

Δεν υπαινίσσομαι ότι όλοι μας πρέπει να είμαστε μαχητικοί, γενναίοι και αγέρωχοι. Ούτε μπορούμε, ούτε χρειάζεται. Δε λέω ότι θα πάμε να γίνουμε ιερομόναχοι της επανάστασης, φορώντας ένα σακί, τρώγοντας Κάββουρα και Σάββα και πίνοντας άμστελ και χασίσια. Αντιλαμβάνομαι ότι όσο πιο ελκυστική γίνεται η ζωή, τόσο λιγότερο θες να τη θυσιάσεις. Όσο ευχερέστερη γίνεται η ασφάλεια, η ησυχία, η ζεστασιά, τόσο δυσκολότερο είναι να κατεβεί κανείς στον δρόμο.

Το αστείο όμως είναι όμως ότι ειδικά οι διανοούμενοι / λεγόμενοι άνθρωποι του πνεύματος έχουν τα λιγότερα να χάσουν από όλους τους υπόλοιπους: κανείς δε θα απολύσει τον συγγραφέα Χ επειδή επικρίνει την εξουσία (μια εξαίρεση ήταν ο Περικλής Κοροβέσης, που τράβηξε κάμποσα όταν του καταλόγισαν ότι ήταν ο αρχηγός της 17Ν), δε γίνεται να παυθεί ο καθηγητής Ψ για την όποια πολιτική του δράση (βεβαίως, ίσως χάσει το τραίνο της προαγωγής γιατί σεκλέτισε τις νεολαίες, τις γερουσίες και τους Εφόρους), δεν περιμένουν στη γωνία τον καλλιτέχνη Ω για να του κάψουν τη BMW με ποτάσα, ακουαφόρτε ή βιτριόλι. Κι όμως, δεν είναι αυτοί που βγαίνουν μπροστά -- είναι ο κάθε υπάλληλος, εργάτης, ντελιβεράς κτλ.

Επιπλέον, δε χρειάζεται ο Χ, ο Ψ και ο Ω να είναι (γκουχμ) αριστεροί. Δε χρειάζεται καν να κατέβουνε στον δρόμο: αρκεί να πούνε μια κουβέντα, να γράψουν δυο λέξεις, να κάνουν ένα χάπενινγκ: έτσι και το ανασφαλές και αδηφάγο εγώ τους θα ταΐζαν και και τη σπάθη του Δικαίου θα κραδαίναν προς εκταμίευση δόξας κι υστεροφημίας.

Απεναντίας, βλέπουμε μια κάστα ανθρώπων με τη δυνατότητα να δημοσιεύουν αλλά με προβληματική κατάρτιση και ελλειμματική καλλιέργεια (όχι απαραιτήτως, ωστόσο), να ξιφουλκεί με σθένος και ορμή υπέρ της συγχρονης εκδοχής της καταστολής του σώματος, κατά της ελευθερίας, υπέρ της ιδιώτευσης, κατά της στοιχειώδους αλληλεγγύης, υπέρ του δικαιώματος στο κέρδος αλλά κατά του δικαιώματος στη ζωή και στην αξιοπρέπεια. Διακατέχονται όχι πια από ψυχαναγκαστική επιθυμία για αρχάρια νεαρά κορμάκια και παρτούζες, αλλά από μια τρελή λαγνεία για την εξουσία, τον κυνισμό, τον σχετικισμό που παριστάνει τον ορθολογισμό. Είτε αυτοί οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν ότι σήμερα 'οι άλλοι' αύριο εγώ, είτε πιστεύουν ότι η προστασία που τους παρέχει η παρδαλή οιονεί τήβεννος του διανοούμενου / πνευματικού ανθρώπου είναι απροσμάχητη. Θα έπρεπε να τσεκάρουν τα πτυχία και την καλλιέργεια του ιρακινού μπακαλόγατου, της Μολδαβής παραδουλεύτρας τους, του Αιγύπτιου μπογιατζή και της Λετονής που πηδάνε επί χρήμασι: κάποιοι από αυτούς -- όχι όλοι, κάποιοι -- ξέρουνε έως και πέντε γράμματα παραπάνω από αυτούς. Θα έπρεπε να θυμούνται ότι δεν καταρρέουν μόνον οι οικονομίες των άλλων, δεν αποσυναρμολογούνται μόνον οι κοινωνίες των άλλων.

Τέλος, έχω ξαναπεί για τους διανοούμενους της Τουρκίας. Αξιοθαύμαστοι άνθρωποι, σε μια χώρα όπου κάστανα δε χαρίζονται: θυμηθείτε απλώς και μόνο το τέλος του Χικμέτ και τη φυγάδευση και αφάνεια του Παμούκ (χωρίς να πούμε τίποτε για τους εκατοντάδες εκτοπισμένους, φυλακισμένους, δολοφονημένους -- γιατί έθιξαν είτε τον κεμαλισμό, είτε το Ισλάμ, είτε τον τουρκισμό: εμάς τουλάχιστον οι δαίμονές μας είναι ένας λιγότερος και λιγότερο δραστήριοι). Κι αν νομίζετε ότι συγκρίνω ανόμοια μεγέθη, κι αν νομίζετε ότι η Δημοκρατία μας ενθαρρύνει τη σιωπή και το consensus, θυμηθείτε τη θανατερή σιωπή της Επταετίας. Αναλογιστείτε τη ντεκαφεϊνέ εκδοχή της που μάς έρχεται. Θεωρήστε ότι κινδυνολογώ και άντε να πάτε σε καμμιά ταβέρνα με άλλους καλλιεργημένους ανθρώπους να συζητήσετε τα δεινά των Αμερικάνων, τη μονοκόμματη αφέλεια των Ρώσων, τον ασφυκτικό κομφορμισμό των Κινέζων, τη γενικευμένη χαζομάρα των Ισπανών, την τοτεμική διαφθορά των Ιταλών. Ως εδώ, όλα καλά.

GatheRate

Κυριακή 22 Μαρτίου 2009

Ξυδάκης για τους νετσαγεφικούς



αφιερωμένο σε πολλούς και διάφορους

Παραθέτω τρία αποσπάσματα από το τελευταίο κείμενο του Ξυδάκη -- πάρα πολύ καίριο και κατευθείαν για ανθολογία. Οι υπογραμμίσεις όλες δικές μου.
Μπορώ να αντιληφθώ τις αναγωγές, τους συμβολισμούς, πώς η βιτρίνα της οδού Σκουφά και το Audi συμπυκνώνουν την πλουτοκρατία και την αδικία· αδροί συμβολισμοί, αλλά αναλόγως αδρούς συμβολισμούς χρησιμοποιεί και η κοινωνία του θεάματος για να σαγηνεύσει και να εκμαυλίσει· μερικές ώρες τηλεθέασης σε μεσημεριανάδικα και εσπερινά παράθυρα αρκούν. Αυτή η αναλογία επί του συμβολικού και της ρητορικής, μας δείχνει ωστόσο το Σύστημα και τους Εχθρούς του επίσης ανάλογους· αντιστρόφως ανάλογους, ίσως, αλλά δομικά ανάλογους. Κατοπτρικούς, θα έλεγα. Το κυρίαρχο θέαμα κατασκευάζει χαύνους υπηκόους με τον φενακισμό, με το μόλις διακρινόμενο ψέμα, με την αντιστροφή του κόσμου, με την καλλιέργεια του φθόνου· δρα κυρίως συμβολικά, αποικίζει το φαντασιακό. Ο εχθρός του κυρίαρχου τού επιτίθεται αντιστρέφοντας και εντείνοντας τη ροή της βίας· παράγοντας βία επίσης συμβολική: η τσακισμένη βιτρίνα δεν αλλάζει τις σχέσεις εξουσίας, δεν μεταβάλλει τη διανομή του πλούτου, σπείρει όμως την ανασφάλεια, διαχέει αόριστο φόβο, θαμπώνει τα περιγράμματα. Ποιος είναι το Σύστημα; Ο καταστηματάρχης; Ο καφετζής; Συμβολίζουν την εξουσία ή το κεφάλαιο, όπως τα συμβολίζουν φερ΄ ειπείν οι τράπεζες ή τα κρατικά κτίρια; Οχι. Συμβολίζουν ενδεχομένως την κατανάλωση. Μα και ο κάθε σφυροκόπος σε κάποιο καφενείο καταθέτει τον οβολό του, καταναλωτής είναι και αυτός, σε εγχρήματη οικονομία κινείται.
Οπως περίπου έγραψε ο συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος στο τελευταίο τεύχος της Νέας Εστίας, το βίαιο ξέσπασμα των διαδηλώσεων του Δεκεμβρίου μια δημοκρατική κοινωνία οφείλει και μπορεί να το ανεχθεί και να το αναχωνέψει, να το στοχαστεί και να προχωρήσει. Σε τελευταία ανάλυση, εκείνες τις μέρες, και τις μέρες που προηγήθηκαν, ζούσαμε μια παρατεταμένη απονομιμοποίηση του κράτους, με τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα και τον φόνο του 15χρονου. Αλλά η βία μεμονωμένων ολιγάριθμων ομάδων που στήνουν τη δική τους βεντέτα με το Σύστημα, τροφοδοτώντας το θέαμα της βίας, είναι άλλη ιστορία. Διότι εντέλει παράγουν εικόνες προορισμένες να καταναλωθούν, εικόνες προορισμένες να παράγουν αντισυσπείρωση και αντίδραση, εικόνες που δεν προσφέρουν ούτε δέος ούτε κάθαρση ούτε στοχασμό.
Ο μηδενιστής απαντά στον ζόφο με ζόφο, απλώνει τον ζόφο παντού, τον βαθαίνει, τον εντείνει· δεν κάνει διακρίσεις και διαφορισμούς, όλα είναι Σύστημα, για όλα είναι Εχθρός. Μόνο ο επαναστάτης κατέχει την αλήθεια, μόνο αυτός βλέπει τον Καλό Θεό, όλα τα υπόλοιπα είναι έργα του Μοχθηρού Θεού, έργα κακότητας, άξια μόνο για καταστροφή. Ο πυρήνας αυτού του εγωτιστικού μηδενισμού είναι θρησκευτικός, παλαιοδιαθηκικός· είναι παρόμοιος με ό,τι κινεί τον απεγνωσμένο Σαμψών εναντίον των αμαρτωλών, είναι παρόμοιος με τον καταστροφικό μεσσιανισμό του Ιησού του Ναυή που εξαφανίζει την αμαρτωλή Ιεριχώ. Ο,τι δεν είναι σαν εμάς, ό,τι δεν χωράει στο όραμα, καταστρέφεται. Με κάθε τίμημα.

GatheRate

Και πάλι την προσοχή σας, παρακαλώ



Ξεκίνησα να πάω σε μια συζήτηση για την οικονομική κρίση. Όλα κλειδαμπαρωμένα. Παίρνω αυτόν τηλέφωνο, "αναβλήθηκε η συζήτηση, είμαστε στα 'Καλά Καθούμενα' τώρα" λέει. "Α, έτσι τελειώνει η πολιτική εδώ, με καφέδες" έσπευσα να σκεφτώ. Όμως στα Καλά Καθούμενα είδα το άνθος της ελληνικής κυπριακής μπλογκοκοινωνίας μεσα σε πολύ κόσμο να πηγαίνει προς τα κάπου. Κατευθύνθηκαν στα σκαλάκια της Φανερωμένης. Μαζί τους δικηγόροι, πιτσιρίκια, νοικοκυρές, ανάρχες, δάσκαλοι, καλλιτέχνες, μαθητές, δημοσιογράφοι -- μέχρι και καθηγητές πανεπιστημίου. Έγινε μια πρωτότυπη πολιτική συζήτηση πρωτοφανούς ωριμότητας για το πώς θα αντιδράσουμε στα πρόσφατα αίσχη. Πάρθηκαν κάποιες αποφάσεις και ορίστηκε μια συντονιστική επιτροπή. Και μετά έγινε το απίστευτο.

Θα ανανεώσω μόλις δω ποστάκια κι άλλων. Αντιγράφω γραπτά μηνύματα που έστελνα κατά τη διάρκεια της πορείας:

19:36. Πορεία τώρα: Λήδρας-Μακαρίου.
19:50. Αυθόρμητη πορεία! Κατεβαίνουμε τη Μακαρίου. Δικηγόροι, καθηγητές, δάσκαλοι. Χαμός.
19:53. Σφυρίχτρες, συνθήματα: χαμός!
20:00. Καθιστική Μακαρίου και Διγενή Ακρίτα
20:05. Ήρθαν τα κανάλια.

Έπεται συνέχεια. Δείτε κι εδώ. Φωτογραφίες και ρεπορτάζ εδώ.

Ποστάκι του Γ. Στρατή εδώ.

GatheRate

Σάββατο 21 Μαρτίου 2009

Watchmen



Η Ταινία μού άρεσε. Δεν έχουνε δίκιο όσοι λένε ότι το κατέστρεψε το κόμικ, εκτός κι αν νομίζουμε ότι το κόμικ είναι η Αγία Γραφή κι ότι περιέχει τόσο πολύ βαθύτερα μηνύματα πια. Εικαστικά και από άποψη οπτικής ατμόσφαιρας είναι ανώτερη (πάρα πολύ ανώτερη) του κόμικ, αφού δεν έχουμε τον ενοχλητικό κολορίστα που παραγέμισε αδέξια τα σχέδια του Gibbons. Η αλλαγή στο τέλος ήταν ευφυής και επιβεβλημένη. Ο Rorschach, αντίθετα με ό,τι περίμενα, αποδίδεται σωστά. Γενικά, αν σκεφτεί κανείς ότι ο Snyder μάλλον είναι χαζός, έκανε εξαιρετική δουλειά. Όντως είναι η "καλύτερη μεταφορά" κόμικ του Moore.

Ναι αλλά: η μουσική επένδυση ήτανε φρικαλέα: Requiem; Hallelujah (του Κοέν);;; Requiem;;;;;;; Τόσα λεφτά για την τσιμπητή ρώγα (εξαίρετη!) και το σανσίλκ (θεσπέσιο!) της Silver Spectre και τόσο λίγη προσοχή στη μουσική επένδυση; Κάποιες άλλες μικροαλλαγές που έκανε ο Snyder ήταν -- για μένα, τουλάχιστον -- λάθος: η αύξηση της βίας, η αύξηση της ωμής απεικόνισης της βίας και το μισογυνικό εύρημα ότι τελικά ο Κωμικός αγαπήθηκε από την παρολίγο βιασμένη μητέρα της Silver Spectre, ενώ είναι και πατέρας της. Γενικά δε με πειράζουν ως αλλαγές καθεαυτές, αλλά στο ότι αλλοιώνουν σεναριακά το κόμικ και, ενδεχομένως, το πάνε αλλού. Ο Οζυμανδίας είναι λίγο ίμο, αλλά με χαριτωμένο τρόπο: ανήκει περισσότερο στο 'τρομερό 2008' παρά στο 'αποκαλυπτικό 1986'.

Γενικά, η ταινία είναι πολύ καλή, κάπως απλουστευμένη (τελικά το κινηματογραφικό μέσο περνάει το δικό του, ό,τι κι αν λένε, ό,τι κι αν κάνουν) αλλά και έτσι ακόμη ανώτερη πέντε σκάλες από το Μάτριξ (εκεί βέβαια όλα και όλοι είναι πιο καλοντυμένα). Επίσης, επειδή ξέρω ότι εκτιμάτε το Ωραίον: Silhouette ήταν η Apollonia Vanova. Ζλοβάκα. Κρίμα που δεν είχε περισσότερα φλας μπακ.

Πάντως διασκέδασα με το πόσο καθήκι παριστάνεται ο Νίξον. Οι Αμερικάνοι δεν μπορούνε να αποφασίσουν εάν ο Νίξον ή ο W είναι ο χειρότερος πρόεδρος που είχανε ποτέ. Χαρακτηριστικά, πάντως, κατάφεραν να μας τους φορέσουν από δύο φορές και τους δύο μέσα σε μια τριακονταπενταετία. Συν οχτώ χρόνια Άντικραϊστ (ο Ρόναλντ). Τι να πεις: το είπε ο Τσώρτσιλ: The Americans will always do the right thing . . . After they've exhausted all the alternatives.

GatheRate

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

Την προσοχή σας παρακαλώ

Η κυπριακή αστυνομία δέρνει, τα κυπριακά δικαστήρια αθωώνουν. Λαμπρό παράδειγμα μιας δικαιοσύνης που "βρίσκεται πολύ ψηλά" (και μακριά από τα πάντα, προφανώς). Είμαι βέβαιος πως θα μεταλαμπαδευθεί και στη μητέρα Ελλάδα.

GatheRate

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2009

En attendant Fascistot


οι άνθρωποι αυτοί θα ήσαν μια κάποια κτλ., λέει.

Η Ελλάδα μοιάζει όλο και πιο πολύ με δευτεροκλασάτο νουάρ κόμικ. Ξέρετε τώρα.

Εάν δεν αναπτυχθούν σύντομα συλλογικά αντανακλαστικά εγρήγορσης κι αλληλεγγύης, και εξακολουθούμε να περιμένουμε από τους λίγους άλλους (τους αντεξουσιαστές, τα πιτσιρίκια κτλ.) να εκφράσουν την οργή μας, τη συμπαράστασή μας και ό,τι άλλο, μπορεί να καταλήξουμε σαν την Τουρκία στα τέλη της δεκαετίας του '70, όταν "μια χούφτα φασίστες και κομμουνιστές" (εν προκειμένω "μια χούφτα φασίστες και κουκουλοφόροι") αλληλοσκοτωνόντουσαν και αλληλοανατινάζονταν εν μέσω πετρελαϊκής κρίσης. Τους λύτρωσε το 1980 ο Κενάν Εβρέν, ο ήρωας της Κύπρου. Παραμένουν λυτρωμένοι, 29 χρόνια μετά.

Όχι μόνο η κυβέρνηση αλλά κανείς μας δεν είναι έτοιμος για αυτά που μας έρχονται τεπέτακλα. Η πλειοψηφία του 'πνευματικού κόσμου' του τόπου είναι ανυποψίαστη και απροετοίμαστη: περίπου σωροί από μπάζα και κοπριά που κάνουν περίεργους θορύβους, σαν αναστεναγμούς, σαν κλανιές, σα βογγητά, καθώς αποσυντίθενται και χωνεύουν.

Fear overcomes me, που είπε κι ένας άλλος κακομοίρης.

GatheRate

Small world

Εδώ.

GatheRate

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2009

Anniversaire

Όταν πρωτοδιάβασα old boy, δε μου άρεσε. Πρώτα-πρώτα, έφταιγε λιγάκι η γενική χοντροκεφαλοσύνη μου, υποθέτω: είμαι από τους ανθρώπους που ανακάλυψαν ότι η Μπλε ταινία του Κισλόφσκι αφηγείται κάτι και δεν είναι αλληλουχία μπλε εικόνων πριν περίπου εφτά χρόνια. Δε μου άρεσε το μπλογκ του old boy και με τσάντιζε: συνήθως δεν καταλάβαινα πού το πάει, και δεν εννοώ μόνο τα ποδοσφαιρικά ποστ του (που εξακουλουθούν για μένα να μοιάζουν με αντιρρητικά κείμενα που ανταλλάσσουν, ξέρω γω, σιίτες και σουνίτες θεολόγοι μεταξύ τους). Επίσης με ανησυχούσε η φρενήρης παραγωγικότητά του: "χαλάρωσε λιγάκι, ρε φίλε", έλεγα, "θα κάψεις φλάντζα και θα το κλείσεις το μαγαζί στα 11μηνο". Δεν έκαψε. Δεν το έκλεισε. Έτσι έπαψε και να με τσαντίζει.

Καταλαβαίνω ότι ο λόγος που δε μου άρεσε ο old boy τότε ήταν διότι, περισσότερο κι από τη helion και τον thas, εξέφραζε πιστά το νέο κειμενικό είδος που ακόμα διαμορφώνεται: το ελληνόφωνο 'καθαρό' μπλογκ. 'Καθαρό' με την έννοια των 'καθαρών' μαθηματικών: ο old boy δεν κάνει λογοτεχνία, δεν κρατάει ημερολόγιο, δεν κάνει ρεπορτάζ, δε χρονικογραφεί, δεν κάνει ακριβώς σχολιασμό της επικαιρότητας. Βεβαίως, δεν άποτελούν ασκήσεις ύφους κενές περιεχομένου τα ποστάκια του: στον βαθμό που λοξά και -- αναπόφευκτα -- επιλεκτικά, σχολιάζει τι γίνεται στον κόσμο, θα τον χαρακτήριζα τον Πιτσιρίκο του σκεπτόμενου ανθρώπου. Όταν πάλι καταπιάνεται με το σινεμά, νιώθουμε ξαφνικά ότι βρισκόμαστε στη συμβολή του Ebert ή του Alexander Walker με έναν βιωματικό μπλογκά που κρατάει ημερολόγιο ονλάιν: ένα ημερολόγιο όπου, φυσικά, ο τέταρτος τοίχος λείπει.

Ακριβώς το καινούργιο αυτό genre μού πήρε καιρό να το συνηθίσω. Στην πρωτοτυπία του και στο ξάφνιασμα που προκαλούσε, και προκαλεί ακόμα, συγκρίνεται μόνο με τον παλιότερο οπτικοακουστικό λακωνισμό του Κουκουζέλη, με την αγκούγκλιστη hardcore ψευδοκαθαρεύουσα του Le Nonce, με τη φάση 'τερίνα και Μενούχιν' του Αθήναιου καθώς και μ' εκείνη του thas που θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως 'dj και λουλουδάκια κειμενικά'. Όπως αυτοί και άλλοι, ο old boy ήτανε το καινούργιο που έφερναν τα μπλογκ: στην περίπτωσή του όχι στο στήσιμο, ούτε στην ανάμειξη των μέσων αλλά στο ύφος και -- κυρίως -- στον τόνο.

Είναι πάντως αξιοσημείωτο πώς ένας τόσο αξιοφθόνητα δημοφιλής μπλογκάς γίνεται αντικείμενο παρεξηγήσεων τόσο εύκολα. Ίσως βέβαια να είναι απλώς θέματα στατιστικής: άμα σε διαβάζει τόσος κόσμος, όλο και κάποιος δε θα καταλάβει κάτι, όλο και κάποιος κακόπιστος θα κάνει κάποιο εμπρηστικό σχόλιο, όλο και κάποιος πικραμένος θα αμολήσει το ad hominem του. Προσωπικά νομίζω ότι έχει να κάνει και με το ότι ο old boy γράφει δύσκολα, τελικά. Μάλιστα, είναι αδύνατο να παρακολουθήσω κείμενό του άμα είμαι μισοξύπνιος (ή μισοκοιμισμένος): Πότε κυριολεκτεί. Πότε ειρωνεύεται. Πότε μετα-ειρωνικά αποστασιοποιείται κι από την ειρωνική ερμηνεία όσων λέει. Πότε όμως; Τρέχα γύρευε: ζόρικα πράγματα. Ευτυχώς αυτός ο ενίοτε ερμητισμός συμπληρώνεται από τρομακτική υπομονή και μεθοδική καρτερία στην απάντηση των σχολίων: εγώ θα είχα γίνει αλκοολικός έχοντας υποστεί πολύ λιγότερο βρισίδι.

Λοιπόν, ευχαριστώ που γράφεις. Σου εύχομαι και δεύτερη τετραετία, ή όσο αντέχεις και γουστάρεις.

GatheRate

Wu wei και ο Κώστας Κου ο Β'

Ο τελευταίος Κινέζος αυτοκράτορας. Το σχέδιο δράσης του για την κρίση.

Από εδώ και εδώ (το δεύτερο έχει φωτογραφία από το σαλόνι της Ραφήνας).

GatheRate

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009

Sraosha: Αναλυτικά



Chapeau και πάλι στον Τάλω. Από εδώ:

Νομίζω ότι πρέπει να αρχίσουμε από την διάκριση μεταξύ κοινωνικής βίας (π.χ. LA Riots, τρελαμένοι πιτσιρικάδες με καδρόνια τον Δεκέμβρη) και πολιτικής βίας (π.χ. η βομβιστική επίθεση στην Μαδρίτη, η χειροβομβίδα στο στέκι, η επίθεση του Επαναστατικού Αγκώνα) - χωρίς να αναφέρουμε καν την κρατική (άρα εξονόματός μας) βία. Διότι όταν η ανάρτηση πανό και η συμβολική δίλεπτη κατάληψη κρατικού τηλεοπτικού σταθμού (πράξεις που ανάλογές τους συναντώνται σε όλες τις δημοκρατίες και μόνον σε αυτές) εξισώνονται με δολοφονική επίθεση με χειροβομβίδα ή καν με ξυλοδαρμό ακαδημαϊκών, ο Καρατζαφέρης έχει κερδίσει και ο διάλογος δεν είναι εφικτός.

Αντιστρέφω την κατηγορία λοιπόν: η δικιά σου άποψη (όχι μέσω εσού φυσικά, αλλά όντας κυρίαρχη στα ΜΜΕ) [ΣτS: ότι, δηλαδή, όλες οι μορφές βίας είναι το ίδιο] είναι που οπλίζει το παρακράτος με την άνεση (και την ασυλία) να βάζει στο στόχαστρο (κυριολεκτικά) έναν πολιτικό χώρο, όχι με πανό, αλλά με χειροβομβίδες. Διότι αν ήταν ακροδεξιά πανό και ειρηνικές καταλήψεις, θα διαδήλωνα υπέρ του δικαιώματος των ακροδεξιών να διαμαρτύρονται.

GatheRate

Σάββατο 7 Μαρτίου 2009

I'm Abendrot

Θέλω να σας μεταφέρω μια όμορφη στιγμή. Μόνο μια στιγμή.


(Ο σωστός τίτλος είναι βεβαίως Im Abendrot. Όμως όταν ήμουνα στο Γυμνάσιο νόμιζα ότι ο τίτλος είναι στα αγγλικά -- εξού και το λάθος. Φανταζόμουν ότι Abendrot ήταν το κέλτικο όνομα κάποιας προραφαηλίτικης υπηρέτριας με κορμί σα λευκό ψωμί και λαμπερά μάτια. Τη φανταζόμουνα να τραγουδάει αυτό και ακόμα πιο όμορφα τραγούδια.)

GatheRate

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Sraosha dicit "Sic et Non"

αφιερωμένο εξαιρετικά στον βάζελο αδερφό old boy, και στην πρώτη τετραετία του



Ένας φίλος από το Λύκειο ήταν το μοναχοπαίδι δύο πανεπιστημιακών δασκάλων. Ήταν πολύ ενδιαφέρων τύπος και πολλαπλάσια πιο διαβασμένος απ' όσο ήμουν τότε ή απ' όσο θα γίνω ποτέ. Επίσης ήταν πολύ ψύχραιμος και ήπιος άνθρωπος: είχε ένα τσιτάτο ασφαλείας για κάθε μου έκρηξη, είχε ένα ξυραφάκι οκκαμικό έτοιμο για κάθε μου ξουρία, είχε τη σωστή αφαίρεση απέναντι σε κάθε μου καλπάζουσα γενίκευση. Όπως καταλαβαίνετε, ήτανε μεγάλη χαρά να συζητάω μαζί του, αν και ήταν και ολιγόλογος: μου έδινε σχεδόν πάντα την ευκαιρία να βλέπω το θέμα που συζητούσαμε κι από μια άλλη πλευρά, όπως λέγαμε τότε.

Οι γονείς μου, που ήταν αφοσιωμένοι στο να μεγαλώσουν έναν σωστό άνθρωπο (ρε τους καημένους κι αυτούς), δε νιάζονταν τόσο πολύ στην εφηβεία μου να με προφυλάξουν από τον μπαμπούλα εκείνης της εποχής: την άσπρη. Είχαν όμως εμμονή να μου διδάξουν οπωσδήποτε να μην αποπαίρνω κανέναν και συνέχεια τσαμπούναγαν ότι πρέπει να τους ακούω όλους. Αυτή ήταν μια πράγματι χρήσιμη συμβουλή προς έναν βλαστό δύο σογιών πεισματάρηδων: το πατρικό της προγιαγιάς μου ήταν Ξεροκέφαλου, ο βίος της ανάλογος.

Έτσι λοιπόν, θαύμαζα πάρα πολύ τον φίλο. Είκαζα ότι η ψυχραιμία, η νηφαλιότητα και η ήρεμη κριτική ικανότητά του οφειλόντουσαν στους γονείς του και στη διαπαιδαγώγηση που του έδιναν. Μια μέρα του το είπα. Κι εκείνος έσπευσε να με γειώσει και πάλι: "Οι γονείς μου είναι διανοούμενοι, άρα, όπως όλοι οι διανοούμενοι, εκτός πραγματικότητας.

Ταράχτηκα και προβληματίστηκα. Για να το λέει ο φίλος, κάτι ξέρει. Μέσα στην απλοϊκή εφηβική μου αντίληψη και στη σχετική περιορισμένη κατανόηση του κόσμου προσπάθησα να βρω ένα αντίδοτο: "αν είναι να καταντήσω διανοούμενος", έλεγα, "τουλάχιστον να μη βρεθώ εκτός πραγματικότητας". Είπα λοιπόν ότι το αντίδοτο στον διανοουμενίστικο σολιψισμό δε θα μπορούσε να είναι άλλο από αυτό που διαφήμιζαν και πούσαραν οι δικοί μου γονείς: να τους ακούω όλους. Και έτσι κατέληξα να τους παίρνω όλους στα σοβαρά. Σίγουρα σε αυτό θα συντέλεσε και κάποια ζαβή γενετική προδιάθεση. Αλλά δε βαριέσαι: σημασία έχει ότι τους ακούω όλους.

Αυτά τα θυμήθηκα διαβάζοντας ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο της Λαμπρινής Χ. Θωμά στον Σκάι. Κατά τη Θωμά, η βία όσων καίνε τρένα είναι σύμπτωμα της αυξανόμενης γκετοποίησης και του παραγκωνισμού μεγάλων ομάδων (κυρίως νέων) μέσα στο λεκανοπέδιο. Πρόκειται για ένα σενάριο που έχει ξαναγυριστεί στη Γαλλία της δεκαετίας του 80, στα banlieues που γνωρίσαμε στο La Haine και αργότερα διά ζώσης, στις μεγάλες ταραχές του 2005. Πριν από τη γνωστή κατάληξη, συνοδεύτηκε από την άνοδο του νεοφασισμού. Με άλλα λόγια, η Θωμά προβλέπει περαιτέρω φαινόμενα κοινωνικής διάλυσης αντίστοιχης με αυτή που προέκυψε στα παρισινά banlieues και αλλού. Άρα, ναι μεν jusqu' ici, tout va bien, αλλά βρισκόμαστε σε ελεύθερη πτώση προς τις πλάκες του πεζοδρομίου.

Η ανάλυση της Θωμά μου φαίνεται εύλογη. Διάβασα το κείμενο το μεσημέρι και το σκεφτόμουνα. Συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που συμμερίζονται την εκτίμηση πως οδεύουμε προς φαινόμενα κοινωνικής διάλυσης. Αμέσως, προσπάθησα να θυμηθώ τι άλλο έχω ακούσει όσον αφορά τις ερμηνείες για αυτό το ορατό ενδεχόμενο. Πάντα από φόβο μήπως εγώ και (ακόμα χειρότερα) η Θωμά βρισκόμαστε εκτός πραγματικής πραγματικότητας. Άρχισα λοιπόν να εξετάζω εναλλακτικές ερμηνείες της παρούσας κατάστασης.

Κάποιοι λοιπόν, ας πούμε οι τον Λάκην σεβάζοντες αποδίδουν τις (υπαρκτές και μερικές φαντασιακές) ενδείξεις ότι βαδίζουμε προς κοινωνική διάλυση στους τρισκατάρατους πολιτικούς. Η έμφαση πάντα στους βουλευτές κι όχι στην κυβέρνηση ή στους τοπικούς άρχοντες. Αυτοί λοιπόν, οι πολιτικοί, τρώνε, τρώνε και διορίζουν ημέτερους στους οποίους δεν περιλαμβάνομαι εγώ κι ο γιος κι η κόρη μου κτλ. Ας παραμερίσουμε αυτή την ερμηνευτική γραμμή: υφίσταται στην Ελλάδα από τον Κωλέττη και ούτε έχει ερμηνεύσει τα πολιτικά πράγματα, ούτε τα έχει αλλάξει για να θυμηθούμε (εγώ την έχω μισοξεχασμένη) την "δεν-ξέρω-ποια Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη" του Μαρξ.

Κάποιοι πάλι -- κι αυτοί είναι πολλοί -- αισθάνονται ότι το πρόβλημα ξεκίνησε ακριβώς τη στιγμή που δεχτήκαμε μετανάστες. Η αντίληψη ότι για όλα φταίνε οι μετανάστες είναι πιο διαδεδομένη απ' όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Κατ' αυτούς το πρόβλημα δεν είναι οι μετανάστες που έχουν αφεθεί στη μοίρα τους, το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχει και ντόπιος φτωχός κόσμος ο οποίος πληθύνεται. Το πρόβλημα είναι οι ξένοι. Το πρόβλημα είναι οι μαύροι που μυρίζουν (θε μου ποιος λαός το λέει αυτό! ευτυχώς έμπαινα σε λεωφορεία τον καιρό που μοσχοβολούσαν μόνον ντόπιες ιδρωτίλες). Το πρόβλημα είναι οι αλβανοί που κλέβουν, σκοτώνουν, βιάζουν και οι 'αλλοδαπούτες', όπως τις λέει ο λαός μας χαριτωμένα, που μας κλέβουνε τους άντρες (όσους μας αφήνουν οι γκει, νέο φρούτο κι αυτό, ε κορίτσια;). Και τα λοιπά και τα λοιπά, και πάλι γνωστά πράματα. Γι' αυτούς τα πλιάτσικα, η βία, οι ταραχές -- όλα -- εξηγούνται απλά: γεμίσαμε ξένους και δεν ακούς πια ελληνικά. Άσε που δώσαμε δικαιώματα στους γιεχωβάδες κτλ. κτλ.

Από τη μια λοιπόν διαβάζεις τη Θωμά που προσπαθεί να αναλύσει το γιατί οι μασκοφόροι καίνε τα βαγόνια. Μπορεί η ανάλυση να είναι ορθή, μπορεί όχι -- δεν είναι εκεί το θέμα. Το θέμα είναι ότι προϋποθέτει μια αντίληψη της κοινωνίας όπως την καταλαβαίνουμε οι περισσότεροι γραμματιζούμενοι που γράφουμε και διαβάζουμε καθ' έξιν και κατ' επάγγελμα: μιας κοινωνίας συναλληλίας, αλληλεγγύης και πολυμορφίας

Απέναντι όμως σε όλους εμάς τους λίγους, τους διανοούμενους, που κάναμε (ναι εμείς φταίμε, συλλογικά) την Ελλάδα κέντρο διερχομένων, υπάρχουν οι άλλοι: αυτοί που περιέγραψα πιο πάνω μέσα από τις απόψεις τους. Αναρωτιόμουνα σήμερα όλη μέρα στο γραφείο, στον δρόμο, στο γυμναστήριο: μήπως όσοι γράφουμε και διαβάζουμε καθ' έξιν και κατ' επάγγελμα είμαστε εκτός πραγματικής πραγματικότητας; μήπως η μόνη μορφή εφικτής κοινωνικής ειρήνης στην Ελλάδα είναι όχι αυτή της συναλληλίας, της αλληλεγγύης και της πολυμορφίας παρά του πολιτικά στρατιωτικού-κατασταλτικού και ηθικά πουριτανικού-αγροτοποιμενικού μοντέλου που ανέθρεψε γενιές και γενιές από το 1912 μέχρι και το 1989; Σίγουρα πάντως πολλοί νοσταλγούν αυτό το μοντέλο. Περισσότεροι απ' όσους θέλουμε να πιστεύουμε.

GatheRate

Τρίτη 3 Μαρτίου 2009

Χορευτικά: ένα τουρμποπροωθούμενο ποστάκι αφιερωμένο στους αλύτρωτους αδερφούς Γούφα VI και Thas :-p

Υποδεχόμαστε τη Σραοκοστή ανάποδα, ως συνήθως, με χορούς και πανηγύρια.

Το πρώτο βίντεο δε θα το ποστάρω, αφού αυτή η ανάγωγη, που τολμάει να μας φοράει τα γυαλιά, (κι ο αρχισυνωμότας θας) το ανακάλυψαν ήδη από το Μάη του '68 του '08.

Θα σας δώσω λοιπόν το κάτωθι:



Υπάρχει και σε μια ερασιτεχνική εκδοχή, εικονογραφημένο με την τρελιάρα κορεάτισσα καρτουνογκόμενα που δέρνει (κυρίως τον δύστυχο Garu): την Pucca.

GatheRate

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2009

Σ' έναν κόσμο από μεγάλα όχι / λέω ένα ναι μικρό



Λοιπόν, ένας σχολιαστής του προηγούμενου ποστ πρόσφατα έγραψε ένα κείμενο για τον Χρήστο Βακαλόπουλο και τον ευχαριστώ πάρα πολύ.

Τα δοκίμια και τα κριτικά κείμενά του Χ.Β. δε μ' ενδιέφεραν ιδιαίτερα, αν και το Από το Χάος στο χαρτί ήτανε τουλάχιστον ενδιάφερον. Τις ταινίες του δεν τις έχω δει.

Ωστόσο, ο Βακαλόπουλος ήταν ο αγαπημένος νεοέλληνας συγγραφέας της νεότητάς μου. Οι Πτυχιούχοι (στην παλιά έκδοση της Ερατώς) με συντρόφευαν όπου και να πήγαινα, ενώ οι Αθηναϊκές Ιστορίες και η Γραμμή του Ορίζοντος είναι ακόμα μέσα στα αγαπημένα μου. Ειδικά η Γραμμή του Ορίζοντος είναι ένα εκπληκτικό βιβλίο. Πιάνει όλες αυτές τις ιδέες και τους μύθους από στην καρικατούρα των οποίων είμαστε πασαλειμμένοι πια ('έχουμε μια ιδιοσυστασία', 'αντιστεκόμαστε ως άλλο μικρό γαλατικό χωριό', 'όλα ήταν καλά μέχρι που μας πήδηξαν οι Φράγκοι το 1204' -- ή λίγο πιο πριν, θεολογικώς, κατά το Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα του Γιανναρά, 'ζούμε στην ωραιότερη χώρα του κόσμου', 'σαμάνες, ζαπατίστες, αβορίγινες, δερβισάδες, φενταγίν -- αδέρφια μας' κτλ κτλ κτλ κτλ). Τις πιάνει λοιπόν και τις σβουρίζει στον αέρα, τις χώνει σ' ένα καπέλο-δισκοπότηρο λίγο θεατρικό και λίγο μπαρόβιο και από μέσα βγάζει ιδέες σαν κι αυτές μετουσιωμένες σε δυνατά και οικουμενικά κείμενα, με έναν σφριγηλό κοσμοπολιτισμό και μια μπαγάσικη λοξή αλλά μεταφυσική ματιά που δεν ξέρεις από πού σου την έφεξαν.

Στη Γραμμή του Ορίζοντος συναντιούνται η ελπιδοφόρα (νεο-)Ορθοδοξία του '80, η ανεμπόδιστη παγκοσμιοποίηση του σινεμά και ο ακίνδυνος ευρωαριστερισμός-παπανδρεϊσμός της εποχής: μαζί συντίθενται σε έναν θρίαμβο, σ' ένα κείμενο σχεδόν βονεγκατικής επιστημονικής φαντασίας που διαδραματίζεται σε μια εξαϋλωμένη Πάτμο.

Είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω σε ένα πάρτυ, ο φίλος μου ο Π. μου είπε "έλα ρε μαλάκα, να του μιλήσεις". Ντράπηκα. Πάντα ντρέπομαι να απασχολώ με το άτομό μου τους άλλους, ιδίως άμα τους εκτιμώ, πολύ περισσότερο άμα τους θαυμάζω. Δεν πήγα. Λίγους μήνες μετά μου λέει ο Π. "Ρε μαλάκα, πέθανε ο Βακαλόπουλος".

GatheRate

Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

Ο απολογισμός ενός χολερικού (του Sraosha)



Κλείνοντας τέσσερα χρόνια στην (ελληνική) μπλογκοκοινωνία, θυμάμαι μια κουβέντα που είχα με έναν φίλο, όταν του έλεγα πόσο με ταράζουν και με αναστατώνουν κάποια πράγματα που (μου) γράφουν κάποιοι: "Το πρόβλημά σου είναι ότι δε σου φαίνεται ότι είσαι ο τύπος που τα παίρνει όλα κατάκαρδα", είπε.

Έτσι αυτή τη φορά δε θα σταθώ επετειακά, όπως άλλοτε, στο τι έμαθα και τι κέρδισα μπλογκάροντας. Μετά από τέσσερα χρόνια (και περισσότερα αν μετρήσει κανείς άλλα αλλού), μπορώ πια να πω συγκεκριμένα τι με εξοργίζει στις μπλογκοσυζητήσεις: η a priori υπεροπτική νοοτροπία με την οποία πολλοί προσέρχονται σε αυτό το μεϊντάνι που λέγεται μπλογκ. Είναι ένα θέμα που προσπάθησα πολλές φορές να προσεγγίσω κριτικά και να αναλύσω ψυχρά, στην προσπάθειά μου να το κατανοήσω. Τζίφος.

Με παραλύει το να καταλαβαίνω ότι ο άλλος έρχεται να συζητήσει μαζί σου θεωρώντας a priori ότι είναι ευφυέστερος ή ηθικότερος ή πιο διαβασμένος ή πιο κουλ από σένα. Με απονεκρώνει σχεδόν όταν ο άλλος χρησιμοποιεί το πείραγμα ("πεπαιδευμένην ύβριν" κατά τον Αριστοτέλη), την ειρωνεία, τον ψόγο όχι για να προτείνει μια άλλη οπτική -- ή έστω για την πλάκα -- παρά ακριβώς για να σε πειθαναγκάσει ότι, ναι, είσαι ανόητος, αγράμματος, αφελής, μειωμένων ηθικών αντιστάσεων και στρεβλών ηθικών κριτηρίων, μπουνταλάς, ή ξέρω-γω-τι. Κάτι παθαίνω. Κακώς μεν, αλλά έτσι είναι.

Θυμάμαι την επίπλαστη ασθενική ευγένεια μερικών, κρούστα αυτής της υπεροψίας και περιφρόνησης. Θυμάμαι την εριστικότητα και την αφυψηλούτητα άλλων, που τις πυροδοτούσε ποιος ξέρει ποια ασθένεια και τις έτρεφε η ιδεολογική βεβαιότητα. Βράζω. Δε θέλω ούτε επίσκεψη να τους χαρίσω.

Σε όσους νομίζουν ότι μέσα στα μπλόγκια θα αναδειχθούν και θα λάμψουν γιατί αυτά κατοικούνται από ανόητους, αγράμματους και φανατικούς, προτείνω να αρχίσουνε να τα διαβάζουν κιόλας.

GatheRate