Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Οι ωραίες γυναίκες



Οριακώς επιτρέπεται να είσαι ωραία γυναίκα.

Αν είσαι πρόσχαρη, είσαι βεβαίως ρηχή, μάλλον και ηλίθια. Ακόμα και αν δε δώσεις δείγματα αφέλειας ή κουταμάρας, θα σου φερθούν σαν να είσαι χαζούλα, γιατί είσαι μπριόζα και ξυπνάς τον Πυγμαλίωνα μέσα τους. Και δεν υπάρχει θηρίο πιο ανήμερο από τον Πυγμαλίωνα.

Αν είσαι λάγνα, ε, τα αυτονόητα: η Πόρνη της Βαβυλώνος και το Θηρίο το σατανικό που καβαλάει, ταυτόχρονα. Η βαμπίρα που θα πιει το αίμα των αντρών είσαι. Κτλ.

Αν βέβαια είσαι σιωπηλή και με κάπως βαρειά ιδιοσυγκρασία, σνομπάρεις το σύμπαν, το παίζεις βαμπ. Είσαι ένα ακατάδεχτο πλάσμα. Αν πάλι δεν είσαι των πόθων και των ερώτων, είσαι μια γκόμενα ωραία μα ψυχρή: πλαγγόνα.

Αν είσαι μάνα, πήγες και χαντακώθηκες. Αν όχι, δεν ήσουνα για τέτοιες υψηλές αποστολές.

Αν αναφλέγεσαι και οργίζεσαι, αν έχεις γνώμη και τη λες, θα σε ζωγραφίσουν σαν να είσαι η Μέδουσα. Θα δώσεις αφορμή για κουρασμένες αντιπαραβολές μεταξύ μορφής και ερεβώδους ή τρικυμιώδους χαρακτήρα. Θα πέσει και κάτι για ορμόνες στην κουβέντα.

Αν δεν ασχολείσαι με την εμφάνισή σου, έχεις μια δόση μπλαζεδιάς και μισανθρωπίας, που χαραμίζεις τόσην ομορφιά θάβοντάς την κάτω από σακιά και φούτερ -- αλλιώς είσαι μια κοκέτα που δεν αρκείσαι στη φυσική ομορφιά σου.

Αν είσαι ωραία γυναίκα, όσοι δε σε φθονούν, σε ποθούν λες κι είσαι ήδη δική τους. Όσοι δε σε φοβούνται, ψάχνουνε τρόπο να φανούν συγκαταβατικοί μαζί σου. Όσοι σε εξιδανικεύουν, το κάνουνε για να σε βγάλουν εκτός πλαισίου, για να βρίσκεσαι αλλού: μακριά τους.


Το ότι είσαι ωραία είναι ο μοχλός που ανοίγει όλες τις πόρτες σου παραβιάζοντάς τες. Σε ερμηνεύει πλήρως.

Όπως και αν ήσουν άσχημη.

Ή, γενικότερα, το ότι είσαι γυναίκα: αυτό εξηγεί τα πάντα.

GatheRate

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Ήχοι μακρινοί

to VJF, for asking

"Τι ήχους θυμάσαι από την παιδική σου ηλικία, δηλαδή;"

Η ερώτηση με βρήκε εξαπήνης. Από την παιδική μου ηλικία θυμάμαι, γεύσεις, μυρωδιές, τόπους, την αφή ενός κουβερλί. Αλλά όχι ήχους.

Εντάξει, οκέι, υπάρχει το ραδιόφωνο που έπαιζε στην κουζίνα. Γράφω ακριβώς από κάτω γι' αυτό:
Στο ράδιο, στην κουζίνα δηλαδή, έπαιζε μόνο Δεύτερο Πρόγραμμα: "τι να μου κάνουν δάκρυα δυο και στεναγμοί σαρανταδυό", "πουθ' έρχεσαι; απ' τη Βαβυλώνα", "αύριο πάλι θα 'ρθω να σε δω", "γιε μου, οι αρχόντοι ειν' εμπόροι του πολέμου", "να μας πάρεις μακριά, να μας πας στα πέρα μέρη", "τα ματόκλαδά σου λάμπουν σαν τα λούλουδα του κάμπου" -- και τέτοια. Στο πικάπ ακούγαμε Διονυσίου και Θεοδωράκη (Κάντο Χενεράλ και, δυστυχώς, Στην Ανατολή) και Χαμόγελο της Τζοκόντας.
Θυμάμαι και την εισαγωγή της Συννεφιασμένης Κυριακής, σήμα κάποιας διαφημιστικής εκπομπής της δισκογραφικής εταιρείας Κολούμπια, που ακούγαμε κάθε Κυριακή που πήγαινα να φάω στον παππού και στη γιαγιά. Καμμιά φορά μετά το φαγητό ερχόταν ο μπαρμπα-Γιώργος να παίξει τάβλι με τον παππού, που δεν κατάφερε να με κάνει ποτέ ταβλαδόρο. Αλλά το αποφασιστικό χτράπ από τα πούλια καθώς τα χτύπαγαν πάνω σε μάνες, παραμαμάδες και ανοιχτά πούλια, καθώς και το ξερό κελάρυσμα των ζαριών που κυλούν, είναι κανονικότατα καταχωρισμένα. Στο τέλος τους τις Κυριακές, βεβαίως, τις στάμπαρε το βράδυ το μισητό σήμα της Αθλητικής Κυριακής: το σάλπισμα της κατάθλας και της Δευτέρας, η υπενθύμιση ότι σε λιγότερο από 12 ώρες θα χτύπαγε το κουδούνι.

Με τα κουδούνια και τα τοιαύτα είχα πάντοτε πρόβλημα, ήδη από τον καιρό που με πήγαιναν στην παιδική χαρά, από αυτές που ήτανε στρωμένες με τσιμέντο για να μη σκονιζόμαστε και για να πληγιάζουνε τα γόνατα, όπως άρμοζε σε παιδικά γόνατα. Θυμάμαι τον πανικό που μου προκαλούσε η σφυρίχτρα του φύλακα όταν έκλειναν οι κούνιες: τράβαγα τη μάνα μου από το χέρι κι έτρεχα προς την καγκελόπορτα να φύγουμε, μην τυχόν και κλειστούμε μέσα τη νύχτα.

Τρίλιες έκανε κι ο Μπίλης, το καναρίνι μας. Είχε μάλιστα μια πολύ χαρακτηριστική τρίλια. Δηλαδή μπορεί να μην ήτανε χαρακτηριστική, δεν ξέρω: δεν έχω ξανασυνυπάρξει με καναρίνι από τον καιρό που τον ψόφησε τον Μπίλη η γιαγιά, μάλλον επειδή του έκανε καθημερινό μπάνιο, λέγαμε τότε. Ακόμα και τώρα, άμα ακούω καναρίνια νομίζω ότι είμαι στην οδό Κάλβου -- για πάρα πολύ λίγο, βεβαίως.

Προτελευταίος ήχος: οι πόρτες των ταξί. Που έπρεπε να κλείνουμε γερά, αλλά χωρίς να τις βαράμε. Σιγά τις πόρτες. Αυτός ο ξερός ερμητικός ήχος: δρουπ. Δεν είχαμε ποτέ οικογενειακό αυτοκίνητο, δεν οδηγούν οι δικοί μου. Όπου και να πηγαίναμε, πηγαίναμε με συγκοινωνία. Αν όμως ο προορισμός ήτανε σημαντικός (π.χ. η θεία Βαρβάρα) ή μακρινός, κάθε άφιξή μας ξεκίναγε με το δρουπ της πόρτας του ταξί.

Τέλος, ένα τραγούδι. Παιζόταν πολύ όταν ήμουνα πολύ παιδί. Οταν ήμουν 16, κάπου εκεί, ένα πρωί μου ήρθε απότομα και χωρίς καμμιά προειδοποίηση τραγουδισμένος ο στίχος "ούτε τον φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα". Δεν ήξερα το τραγούδι, δεν ήξερα τίποτα. Δεν το είχα ξανακούσει για 11 με 12 χρόνια το τραγούδι. Θυμόμουν μόνον τον στίχο αυτό: "ούτε τον φίλο που έφυγε στο νησί με τα πεύκα". Πήγα σε ένα δισκάδικο στην Αλεξάνδρας, από αυτά που φαινόντουσαν κάπως πιο κυριλέ (γιατί τον Έλβις τον είχαμε μόνο για να μας γράφει κασέτες). Του τραγούδησα φάλτσα τον στίχο. Ο μουσάτος στο διασκάδικο μου είπε ότι πρέπει να είναι από τον "Στρατιώτη" του Χρήστου Λεττονού. Κοίταξα τους τίτλους στο εξώφυλλο -- καμμία σχέση. Εκανε 4000 δρχ. γιατί ήτανε παλιός και καταργημένος δίσκος. Ντράπηκα να του ζητήσω του μουσάτου να μου βάλει να ακούσω λίγο από κάθε τραγούδι. Έφυγα άπρακτος. Τον είχα στον νου μου τον στίχο αλλά καμωνόμουν ότι δε με ένοιαζε πια που δεν έβρισκα το τραγούδι.

Μερικούς μήνες μετά ξεκίνησα να κάνω μια νεανική εκπομπή στον καινούργιο τότε ραδιοφωνικό σταθμό της Εκκλησίας της Ελλάδος. Τελικά με έδιωξαν ευγενικά μετά από 7-8 εκπομπές γιατί ήθελα να πληρώνομαι, γιατί έπαιζα πολλά "ξένα" και μάλλον επειδή είχα κάνει εκπομπή για το σεξ -- πάντως είπα σε όλους ότι σταμάτησα γιατί ήθελα να αφοσιωθώ στις Πανελλαδικές. Στη δισκοθήκη του σταθμού υπήρχε ο δίσκος Τετραλογία, του Μούτση. Τη νύχτα δεν μπορούσα να κοιμηθώ από την απροσδόκητη ανακάλυψη του χαμένου τραγουδιού:

GatheRate

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Ας κρατήσουν οι χοροί

Χτες, ανήμερα του Πάσχα, ο Μελωδία προσπαθούσε όλη μέρα να μας πείσει ότι είναι Β' Πρόγραμμα (που τόσο μας λείπει). Κάποια στιγμή, μεταξύ γεύματος και καφέ, έπεσε το "Ας κρατήσουν οι χοροί". Θυμήθηκα πως, όταν πρωτοάκουσα το τραγούδι, μου είχε κάνει εντύπωση στους στίχους η λέξη "Ορθοδοξία": δεν νομίζω να την είχα ξανακούσει. Γενικά, το τραγούδι μού είχε φανεί αλλόκοτο, άλλωστε στο ράδιο, στην κουζίνα δηλαδή, έπαιζε μόνο Δεύτερο Πρόγραμμα: "τι να μου κάνουν δάκρυα δυο και στεναγμοί σαρανταδυό", "πουθ' έρχεσαι; απ' τη Βαβυλώνα", "αύριο πάλι θα 'ρθω να σε δω", "γιε μου, οι αρχόντοι ειν' εμπόροι του πολέμου", "να μας πάρεις μακριά, να μας πας στα πέρα μέρη", "τα ματόκλαδά σου λάμπουν σαν τα λούλουδα του κάμπου" -- και τέτοια. Στο πικάπ ακούγαμε Διονυσίου και Θεοδωράκη (Κάντο Χενεράλ και, δυστυχώς, Στην Ανατολή) και Χαμόγελο της Τζοκόντας. Με δυο λόγια, τι έλεγε αυτό το τραγούδι; Και πού να το καταλάβει ένα μανιφέστο ένα παιδί;

Τώρα, που είμαι σε μια ελαφρώς λιγότερο τρυφερή ηλικία, είχα την ευκαιρία να ξανακούσω και να ερμηνεύσω το τραγούδι: ένα American Pie για τη νεορθόδοξη γενιά σχεδόν αποστατών Ρηγάδων, που τους άρεσε ο Σίμων Καρράς κι ο Κόντογλου και ανακάλυπταν το Άγιον Όρος αλλά δεν ήθελαν ούτε τον χαντούμικο ψευτοασκητισμό των παπάδων (και ποιος τον ήθελε τότε), ούτε τον πουριτανισμό του σ. Φαράκου.

Το "ας κρατήσουν οι χοροί" ήταν μανιφέστο όταν βγήκε: κοινοτισμός (τα Αμπελάκια ως παράδειγμα), Ορθοδοξία (ως ιδεολογική ιδιοσυστασία), αντιθεσμικότητα των άγριων κλαν του χωριού ("φτιάχνουν οι Έλληνες κυκλώματα κι ιστορία οι παρέες").

Το "ας κρατήσουν οι χοροί" στα 2014 είναι η περιγραφή του Τέρατος, του χριστοδουλικού-σαμαρικού σωβινισμού, όπου συνυπάρχουν το τσαγανό του Έλληνα, η απαξίωση του πολιτικού και η παρανόησή του ως υπόθεση "αγάπης", ο Θεός της Ελλάδας, τσάμικα-καλαματιανά (χοροί κυκλωτικοί), ένας τόπος κλειστός, το Άγιο Φως, η μαυρομαντιλούσα μάνα στην Ήπειρο -- ενώ ο πλούτος παραμένει στα χέρια αυτών που πρέπει. Με δυο λόγια: "Ανάσταση", ως ένα ατομικό γεγονός αυτοβελτίωσης, ως ένα ιδιωτικό καταφύγιο παρηγόριας και καραγκιοζικής-σεφερλίδικης σάτιρας, και καθόλου μα καθόλου Επανάσταση.  Παραμένουμε ασφαλείς μέσα στο κουκούλι της ανωτεροτητας και της εντός συνόρων ιδιοσυστασίας μας, επαρχιώτες που αδυνατούμε να δούμε τον παγκόσμιο αντίκτυπο όσων συμβαίνουν εδώ. Κι έτσι, ο εξανδραποδισμός, η πολιτικοκοινωνική εκβαρβάρωση και η εξαθλίωση ενός ευρωπαϊκού λαού για να σωθούν η BNP, η Deutsche Bank και το ευρώ θα περάσουν στην ιστορία ως μια σειρά από ακατανόητα ασυνάρτητα γεγονότα (όπως για μας το κίνημα στο Γουδί ή η Δίκη των Εξ), και όχι ως κάτι σαν τον ισπανικό εμφύλιο, η πρώτη μάχη μεταξύ ελευθερίας-δημοκρατίας-διαφωτισμού και παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Χωριό αυτόνομο, τίποτα δεν είμαστε βρε. Εθνική Ελλάδος, γεια σου. Τι να φταίει η Βουλή.

Ανέβηκε στο The Greek Cloud, στις 21.IV.2014

GatheRate

Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

Μετά (περίπου) δέκα έτη

Μέσα από τα μπλογκ αναδύθηκαν γραφές και προσωπικότητες στις οποίες εγώ ως αναγνώστης χρωστάω πολλά, χρωστάω ευ ζην και απόλαυση και πολλαπλές μετακινήσεις των οπτικών γωνιών μου. Ανάμεσα στα μπλογκ βρίσκονται σπουδαία κείμενα και κάποιες φωνές που, χωρίς την αυτόματη αυτοέκδοση, θα έμεναν συσκευασμένες και ξεχασμένες μέσα σε συρτάρια ή μέσα σε σκληρούς δίσκους. Κάποιοι πάλι χρησιμοποίησαν τα μπλογκ ως μέσο, ως πλατφόρμα, για να πουν τα σπουδαία δικά τους, είτε αυτά ήταν πρακτικά και τεκμηριωμένα, είτε ποιητικά, είτε συναρπαστικά, είτε ό,τι άλλο. Τελικά, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, αυτές οι φωνές, αυτά τα κείμενα, αυτές οι προσωπικότητες ξέφυγαν ή θα ξεφύγουν από την πλατφόρμα των μπλογκ.

Τα μπλογκ όμως στην πλειοψηφία τους ανέδειξαν τελικώς ένα ύφος, έναν άλφα τρόπο γραφής: αποσπασματικό και θυμόσοφο, υπαινικτικό, με αποσιωπήσεις και με πολλά αποσιωπητικά, ελαφρώς μεθυσμένο και ζαβά προυστιανό... Τα μπλογκ ποτίστηκαν από την αμεσότητα και την τεχνητή προφορικότητα της σχολής Κλικ, από τον υποκειμενισμό του χρονογράφου, από τον συναισθηματισμό και τη χαμηλή οπτική γωνία του ερωτοχτυπημένου στιχουργού και του ημερολογιογράφου. Κύλησαν χαμηλόφωνα, υποκειμενικά ή και αλαλάζοντας -- συνήθως ομφαλοσκοπώντας, πάντως. Άλλα ήταν ανοιχτά ημερολόγια, άλλα ήτανε σαν μικρές εισηγήσεις περί τα κοινά σε οικογενειακά τραπέζια. Ακκίστηκαν τα μπλογκ ότι το μικρό, το στιγμιαίο και το καθέκαστο θα εξακτινωνόταν ανεξαιρέτως στο μεγάλο, στο γενικό, στο πολιτικό, στο πανανθρώπινο. Στις εκβολές των μπλογκ βρίσκουμε τα φρη πρες και τη νέα μυθιστοριογραφία του Λιβάνη και του Ψυχογιού.

Στην κληρονομιά των μπλογκ βρίσκεται λοιπόν ο μεγάλος ορθολογίζων υποκειμενισμός του φρη πρες, βρίσκεται και ο συναισθηματισμός που ζούληξε κι έπνιξε τον λυρισμό. Στα τελειώματα των μπλογκ υπάρχει η κενολογία που, είτε μιλάει για το προσωπικό είτε για το συλλογικό, καμώνεται ότι λέει κάτι μόνο και μόνο επειδή περπατάει με ρυθμό και επειδή είναι ντυμένη με καλολογία ή ρητορική ευχέρεια.
 

GatheRate

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Ακάλυπτος (ο παράδεισος)



Ανοίγω το πατζούρι του υπνοδωματίου, είναι από αυτά που διπλώνουν. Το πρωινό φως ρίχνει τη σκιά του μεγάλου δέντρου πάνω στην τέντα του μικροσκοπικού μπαλκονιού, σείονται οι σκιές των φύλλων. Από μακριά ακούγονται βαριά ρολά πατζουριών που ανοίγουν. Στέκομαι. Ανασαίνω. Ακάλυπτος: ο παράδεισος.

Οι ακάλυπτοι δεν είναι απλώς αίθρια: είναι και δεν είναι σαν το μέσα μέρος ενός ιδιότυπου  Πανοπτικού, όμως ενός Πανοπτικού περιορισμένου από φυτά, τέντες, απλωμένα ρούχα, πατζούρια, κουρτίνες, την αντανάκλαση πάνω στα τζάμια, τα μεγάλα δέντρα που υψώνονται στη μέση του ακάλυπτου. Υπάρχει μια γωνία του κρεβατιού μου στην οποία με βλέπουν από την κουζίνα απέναντι. Άγνωστοι ανταλλάσσουμε βλέμματα στον ακάλυπτο. Και όχι βλέμματα μόνο, λ.χ. πριν τρία χρόνια έγραψα γι' αυτό:
Το πρωί σήμερα πριν το πλοίο διάβασα αυτό, για τον Μπαγιαντέρα. Απόψε, πριν από λίγο, βγήκα στο σκοτάδι να απλώσω τα ρούχα. Θαύμαζα το αγαπημένο δέντρο στον ακάλυπτο και ξαφνικά ακούω από τη διπλανή πολυκατοικία κάποιον να τραγουδάει χαμηλόφωνα αλλά καθαρά -- όπως αρμόζει σε καλοκαιρινή οινοποσία που βγάζει στον ακάλυπτο -- "σα μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει". Μετά τραγούδησε άλλα τρία του ρεμπέτη.
Αυτή η παράδοξη και περιορισμένη κοινότητα με είχε κάνει να σκεφτώ κι εγώ παραλληλισμούς με τα σοσιαλμήντια, το 2009:
Όπως λέει κι η Μάτζικα, τα μπλόγκια είναι μπαλκόνια. Γνωρίζουμε τους άλλους μέσα από τα μπλογκ τους όπως γνωρίζουμε όσους βλέπουμε μέσα από μπαλκονόπορτες, μισόκλειστα πατζούρια και κουρτίνες στον ακάλυπτο να απλώνουν ρούχα, να ντύνονται, να συνευρίσκονται κάθιδροι, να στέκονται απορημένοι μπροστά σε καθρέφτες, να λογοφερνουν και να σφουγγαρίζουν. Δεν ξέρετε τελικά τίποτα για μένα. Δεν ξέρω φυσικά τίποτα για εσάς. Εκτός και αν έχουμε πιει καφέ μαζί μετά τις καλημέρες του μπαλκονιού.
Ενώ, ακόμα παλιότερα, πριν καν αποκτήσω σπίτι δικό μου, έλεγα ότι
Ακούω τους ήχους από τον ακάλυπτο. Με ηρεμούν. Με μαγεύουν, με κάνουν να αισθάνομαι σαν παιδί, μαγεμένη ψυχή, που έλεγα παλιά. Μεγάλη επινόηση ο ακάλυπτος, όπως και η ταράτσα, εκεί που πραγματικά αισθάνεσαι τι θα πει πόλη και αστικό τοπίο -- αλλά φαντάζομαι τα έχουνε πει αυτά οι πολεοδόμοι κι οι αρχιτέκτονες.
Σκεφτόμουνα λοιπόν τις προάλλες, πόσο καλό είναι να υπάρχει στην καρδιά κάθε οικοδομικού τετραγώνου της Αθήνας, της Αθήνας που με αφορά τουλάχιστον, όχι πάρκινγκ, αλλά χώρος ακάλυπτος, κι ας είναι σπανιότατα κοινόχρηστος. Δεν πειράζει: πολλές φορές τα πρωινά στην Αθήνα, ο ακάλυπτος είναι ο παράδεισος, κάτι σαν τη χαρά της ζωής.

Περνώντας από έξω προς τα μέσα: είμαι ένας άνθρωπος με "κέλυφος σκληρό, απωθητικό, αηδές, αδιαπέραστο", μια πανοπλία μέσα στην οποία καίει η "κρύα θαμπή φωτιά" μου. Το κέλυφος με προστατεύει από τον έξω κόσμο, μα καμμιά φορά κάνει τη φωτιά να ασφυκτιά, να πνίγεται, να τρεμοπαίζει καπνίζοντας. Καλά καλά, ούτε το βλέμμα μου δεν αναχαιτίζεται με τίποτα: δε θα συναντήσει το δικό σου αν δεν το επιτρέψω.

Κι όμως το κέλυφος, που καλύπτει την καρδιά μου, δεν είναι παρά μια πανοπλία που αποζητώ την ευκαιρία να την ξεντυθώ και να την πετάξω με το που θα μπω στο σπίτι, εκεί όπου είναι το σπίτι. Η χαρά μου δεν είναι να περιφέρομαι αρματωμένος, η χαρά μου είναι να αποκαλύπτομαι και να μένω ακάλυπτος: στη φιλική εμπιστοσύνη, στη γαλήνια απόσυρση της αγάπης, στο δόσιμο του έρωτα. Αυτό αποζητώ, να είμαι ακάλυπτος. Αυτό είναι παράδεισος: οι ώρες που είμαι ακάλυπτος, οι άνθρωποι με τους οποίους είμαι ακάλυπτος. Ακάλυπτος, λοιπόν, ή αλλιώς: στον παράδεισο.

GatheRate

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Μικρή αρχαιολογία της επιθυμίας ή Το πολιτικό ως αντίδοτο της ενοχής (γραμμένο μαζί με τον Χρήστο Νάτση)

Το κείμενο αυτό είναι γραμμένο από κοινού με τον Χρήστο Νάτση. Ο Νάτσης ήταν ο Μπόουι κι εγώ ο Μπράιαν Ήνο: παραγωγός και χτενιστής. Η φωτογραφία είναι του Weegee.

Την εποχή του απολίτικου ακτιβισμού, δηλαδή μία εποχή πριν, κοινωνική ευθύνη και διακριτική δράση για τα δικαιώματα των άλλων, συνήθως επιστολογραφικού και φιλανθρωπικού χαρακτήρα, εκτόνωναν τα ενσυναισθητικά αντανακλαστικά του μέσου επαγγελματία κάτω των 50. Την εποχή εκείνη επαναβεβαιώθηκε, και δη σαν να αποτελούσε αξίωμα, η ενοχική αντίληψη για την απόλαυση: η απόλαυση του ενός είναι η οδύνη πολλών. Οι πολλοί θα βρίσκονταν κατά κανόνα στον Τρίτο Κόσμο, ή και στον καθ' ημάς Τέταρτο Κόσμο. Για παράδειγμα, η συγκομιδή του καφέ σου γίνεται από σκλάβους ενώ η σοκολάτά σου προϋποθέτει κι αυτή σκλαβιά. Το μπιφτέκι σου καταστρέφει το τροπικό δάσος και επιβαρύνει την ατμόσφαιρα με διοξείδιο του άνθρακα από βοοειδή που πέρδονται. Το πουκάμισό σου το έραψαν παιδιά στο Μπανγκλαντές. Η εκδρομή με τα δικά σου παιδιά και τον πατέρα τους καταστρέφει το στρώμα του όζοντος ενώ σπονσοράρει τα αυταρχικά καθεστώτα του Αραβικού κόσμου, μέσω των πολυεθνικών του πετρελαίου. Μια βραδιά στο στριπτιζάδικο τροφοδοτεί απαρέκκλιτα ένα παγκόσμιο δίκτυο δουλεμπορίας γυναικών, που οι απολίτικοι αποκαλούν ευφημιστικά 'τράφικινγκ'. Ακόμη, στους κύκλους ακραίων, η δωρεάν παιδεία για τα παιδιά σου επιβαρύνει φορολογικά την εύπορη κυρία που επέλεξε να στείλει τα δικά της στο ιδιωτικό σχολείο. Και πάει λέγοντας.

Βεβαίως, η καχυποψία απέναντι στην απόλαυση, η εξαργύρωση κάθε χαράς με την οδύνη κάποιων κάπου αλλού, μακριά ή κοντά, έχει τις ρίζες της ήδη στο πλατωνικό Συμπόσιο, όπου διαμορφώνεται η μεγάλη αφήγηση που θέλει την απόλαυση, αλλά και την επιθυμία την ίδια, να θεμελιώνονται αρνητικά, να προϋποθέτουν οπωσδήποτε την έλλειψη. Στην γενεαλογία της επιθυμίας ως έλλειψης -- της επιθυμίας δηλαδή ως εξαγόμενου μιας αρνητικής διαδικασίας -- κεντρική θέση κατέχει βεβαίως ο μύθος του ανδρογύνου, ο χωρισμός του οποίου κάνει άντρα και γυναίκα να ψάχνουν εναγωνίως το άλλο τους μισό.Ο μύθος του ανδρογύνου προσδίδει στην επιθυμία ως έλλειψη αρχετυπική θεμελίωση αλλά και γκροτέσκο χαρακτήρα -- έναν χαρακτήρα που δεν θα απολέσει ποτέ στις διάφορες εκφάνσεις του, μυθώδεις ή μη. Σύμφωνα με τον μύθο, υπήρχαν αρχικά μόνο κατι σφαιροειδή ανθρώπινα όντα με διπλό πρόσωπο και διπλά γεννητικά όργανα, με οκτώ άκρα που μετακινιόντουσαν κάνοντας τούμπες. Κι έπειτα, μετά από απόφαση των θεών, ο Δίας αρπάζει αυτά τα όντα και τα διχοτομεί σαν «βρασμένα αυγά». Από τότε και στο εξής αρχίζει η αιώνια αναζήτηση του Άλλου, που εξυπακούει και υπογραμμίζει τη δομική ανολοκληρότητα του όντος. Ανολοκληρότητα που μόνο προσωρινά μπορεί να καταπραϋνθεί με το σεξ, για να επανέλθει ακόμη εντονότερη. Ο πλατωνικός μύθος λοιπόν εικονίζει υποδειγματικά ακριβώς αυτή την αντιδραστική πολιτική οικονομία της θέλησης.

Όπως είναι αναμενόμενο, τη σκυτάλη από τον Πλάτωνα θα παραλάβει ο Χέγκελ, που θα συνεχίσει αυτήν την παράδοση προσθέτοντας κι αυτός έναν αρχετυπικό μύθο, που με τη σειρά του θα μπολιάσει ολόκληρο τον 19ο και 20ο αιώνα: τον μύθο του Κυρίου και του Δούλου. Ο Χέγκελ σκηνοθετεί κι αυτός μια προϊστορική αναμέτρηση, όπου ο Δούλος είναι αυτός που φοβήθηκε για τη Ζωή του και προτίμησε να γινει υπηρέτης από το να ρισκάρει να πεθάνει. Κι όμως, αυτή η στιγμη της διαμεσολάβησης της επιθυμίας θα δώσει στον Δούλο, με το πέρασμα του χρόνου, το πλεονέκτημα. Ο Κύριος, που δεν παραιτείται από την επιθυμία του, που την εκπληρώνει θετικά, έχει τελικά την ανάγκη του Δούλου, που δουλεύει το Πράγμα. Η τριβή του Δούλου με το Πράγμα -- δηλαδή η εργασία -- θα τον καταστήσει τελικά κυρίαρχο του παιχνιδιού.

Πολλαπλά διαμεσολαβημένη, η διαλεκτική Κυρίου και Δούλου θα επηρεάσει και όλη τη μεταπολεμική γαλλική σκέψη: από τον Μπατάιγ και τον Μπλανσό, μέχρι (λοξά στην αλλαγή) και τον Λακάν, τον μύστη των σύγχρονων οπαδών της μη ολοκλήρωσης και του φόβου της καθαρής, θετικής, παραγωγικής επιθυμίας. Στα χέρια των Γάλλων, η επιθυμία ως αρνητικότητα, η μέχρι τα όρια του γκροτέσκου αναζήτηση του ελλίποντος Άλλου, θα δώσει μεν αριστουργήματα όπως την Μαντάμ Εντουαρντά, αλλά επίσης θα προσδέσει την απόλαυση γερά στο άρμα της ενοχής. Η επιθυμία ως αρνητικότητα θα οδηγήσει στη θλιβερή οντολογία της μελαγχολίας, στην οποία με τη σειρά της είναι ριζωμένη η πολιτική αμηχανία μιας σκέψης δωματίου (μιας σκέψης που διατηρεί ρητώς αιμομικτικές σχέσεις με τις πηγές της, που τη βαραίνει το άγχος της επίδρασης). Δεν υπάρχει ίσως καλύτερη εξεικόνιση αυτής της συνθήκης από τους Ονειροπόλους του Μπερτολούτσι: τρεις νέοι βρίσκονται παγιδευμένοι στα αδιέξοδα της δυτικής επιθυμίας (λογοκεντρικής και φαλλοκεντρικής) που ευνουχίζει την πράξη: ενώ έξω το πολιτικό κυματίζει, εκείνοι μέσα παραμένουν άπρακτοι, σε υστερική παράλυση σχεδόν.

Στο χρονολογικό ενδιάμεσο αυτών των προσεγγίσεων, μεταξύ του Χέγκελ και των Γάλλων, αλλά λειτουργώντας ως αντίποδας, βρίσκεται από το 1844 κιόλας ο Μαρξ. Το χρήμα στα 'Παρισινά χειρόγραφα' περιγράφεται ως το αποτέλεσμα της συσσωρευμένης αποχής από την εκπλήρωση της παραγωγικής επιθυμίας. Αυτή η περιγραφή προοικονομεί την δυσκοίλια ικανοποίηση της ηθικιστικής φιλανθρωπίας στην εποχή του απολίτικου ακτιβισμού κατανωλωτών με συνείδηση, καθώς και των κομψών συμβολικών διαμαρτυριών τους.

Η λύση, η μόνη λύση από τους Νέους Χρόνους και μετά τουλάχιστον, είναι βεβαίως το πολιτικό: άλλωστε, ας έχουμε κατά νου πως η ιδιότητα του πολίτη θεμελιώνεται στην φορολογία μετά το no taxation without representation. Με άλλα λόγια, η εκχώρηση τμήματος του εισοδήματός μου είναι η υλική βάση του δικαιώματος. Παράλληλα είναι και η υλική βάση της απαίτησης ενός κράτος δικαίου και πρόνοιας, που θα αναλαμβάνει αυτό να μετατρέπει την φιλανθρωπία σε κοινωνική πολιτική. Για να γίνουμε πιο σαφείς: δεν υπάρχει πράξη μεταβίβασης χρήματος, πλούτου κτλ. που να μην είναι εξουσιαστική. Το ίδιο το κράτος, ως πεδίο εκδίπλωσης των αντιθέσεων και των συγκρούσεων των κοινωνικών ομάδων, είναι ο προνομιακός τόπος άρθρωσης του πολιτικού και ως εκδήλωσης της επιθυμίας.

Με άλλα λόγια, η ενοχικά ηθικίστικη κι ευνουχισμένη επιθυμία να προσφέρω στον συνάνθρωπο από το υστέρημά μου αποτελεί τελικά τον αναδιπλασιασμό της σύγκρουσης εντός του υποκειμένου. Πρόκειται όμως για έναν αναδιπλασιασμό που επικυρώνει την ήττα μιας χειραφετημένης, θετικής, καταφατικής προσωπικότητας. Αν αντιμετωπίζω ενοχικά τις επιθυμίες μου, έχω εξασφαλίσει την αδυναμία μου να τις εκφράσω και να τις διεκδικήσω πολιτικά, είτε πρόκειται για πληρωμένες διακοπές, είτε για περίθαλψη, είτε για χειραφέτηση από τον κοινωνικό έλεγχο.

Η επιθυμία τελικά, η γενναιότητα της επιθυμίας, συναρτάται με το πολιτικό ως πράξη.

GatheRate

Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

Η γενιά και το τρίπτυχο

Το αμερικανικό όνειρο πείθει (ακόμα) ότι όλοι μπορούνε να γίνουν πλούσιοι και επιτυχημένοι. Η ελληνική πραγματικότητα, τον καιρό που μεγάλωνα και ήμουν νεαρός (τώρα πια είμαι επιτέλους νέος) έπεισε ότι όλοι είμαστε πλούσιοι. Βοηθούσε και το τουλάχιστον ένα περιουσιακό που είχε σχεδόν κάθε ελληνική οικογένεια: κτήμα, ρίζες, χωράφια, οικόπεδο, διαμέρισμα, σπίτι, εξοχικό -- κάτι.

Η μητέρα μου, ακόμα και τώρα, εκνευρίζεται να με ακούει να λέω ότι από τα 16 μέχρι τα 34 έζησα σε οικονομική στενότητα, ειδικά για τα πρώτα εφτά χρόνια, που ζούσα μαζί τους: "στερήθηκες ποτέ τίποτα; γιατί λες ότι ήμασταν φτωχοί;". Λες και είναι κουσούρι να είσαι φτωχός, ή (με βάση το τι σημαίνει σήμερα να είσαι φτωχός στην Ελλάδα) να μην το φυσάς: να βασίζονται τέσσερις άνθρωποι σε μία πρόωρη μειωμένη σύνταξη.

Κι όμως, αυτή η "πραγματικότητα" μας αφηνε κι εμάς να ελπίζουμε ότι θα μπορούσαμε κι εμείς να κάνουμε άχρηστες σπουδές ή ταξίδια στο Παρίσι με διατροφή σάντουιτς, τόνο κονσέρβα και μπισκότα. Η πεποίθηση ότι δεν είμαστε φτωχοί μάς άφησε να ονειρευόμαστε και άλλα πολλά πέρα πέρα από έναν καλό γάμο, ένα σπίτι, μια δουλειά. Η γενιά μου δεν είναι μόνο δαπίτες και παιδιά του Κλικ και μπουζουκονταγλάν ψευτοροκάδες, η γενιά μου έβγαλε και γενναίες γυναίκες και ξεκαβαλημένους άντρες. Και μου φαίνεται ότι όσοι έρχονται μετά από εμάς είναι πολύ καλύτεροι, πιο ελεύθεροι, πιο διαβασμένοι, πιο μαχητικοί. Γιατί έζησαν τη συντριβή της πεποίθησης αυτής και, όπως λέει και στο Damage του Λουί Μαλ (ταινία τοτέμ για μένα): "Damaged people are dangerous. They know they can survive."

 Βεβαίως, υπάρχει ένα πρόβλημα. Από την τριάδα της τυραννίας, το γνωστό τρίπτυχο της δουλείας, η οικογένεια είναι ο ισχυρότερος εξουσιαστικός μηχανισμός, ο πιο βαθύς -- γιατί τη σημαία του (που τη λεν αγάπη) την κρατάει μια μάνα στο όνομα του πατρός. Μάνα έχουν και οι άθρησκοι και οι απάτριδες. Κι έτσι, την πατρίδα την πολεμάς, την απομυθοποιείς, τη χλευάζεις, την αποκηρύσσεις, την ξεφορτώνεσαι (τάχα) με εξορία ή (τέλος πάντων) πολεμάς να την αλλάξεις -- κάτι. Τη θρησκεία, πάλι, τη διαγράφεις, την αποσυναρμολογείς, τη μεταμορφώνεις ή την υποτάσσεις. Αλλά την οικογένεια μπορεί να σου την ξεριζώσει μόνο με τανάλια κανας ψυχαναλυτής. Και μάλιστα, παίρνει καιρό το ξερίζωμα, και χρειάζεται αντοχή στον πόνο, καθώς η τανάλια κουνιέται πέρα δωθε με βία.

Ψυχαναλυτής και μόνο; Δεν ξέρω. Τον Νοέμβριο έτρωγα στο σπίτι του προέδρου της ψυχιατρικής εταιρείας ευρωπαϊκής χώρας. Είχε φτιάξει κατι ωραία λαζάνια, έφαγα το μισό ταψί. Τον ρώτησα για την ψυχοθεραπεία. Η άποψή του ήταν ότι πάνω απ' όλα μετράει η ενσυναίσθηση του αναλυτή και το πώς κολλάει μαζί σου -- όχι τόσο τα ερμηνευτικά εργαλεία ή οι μέθοδοι. Ούτε καν τα φάρμακα του ψυχίατρου ("εκτός αν μιλάμε για σχιζοφρένεια ή ψύχωση"). Εξίσου καλή δουλειά μπορεί να κάνει ο γκουρού κι ο εξομολόγος. "Άρα και ο κολλητός σου, που του λες τα δικά σου μετά από ενδοσκόπηση;", τον ρώτησα. "Α, όχι: ο κολλητός σου δεν είναι αυθεντία. Ο αναλυτής, ο ψυχοθεραπευτής, ο γκουρού, ακόμα κι ο εξομολόγος, αν πιστεύεις, είναι αυθεντία: θα αναγκαστείς να κάτσεις να τον ακούσεις."

GatheRate