Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Προτάσεις βιωματικής εναντιοδρομίας

Η "πατρίδα" (για να χρησιμοποιήσω κι εγώ μια έκφραση του συρμού) βουλιάζει, κανονικά όμως, οι υποτελείς τάξεις (που τις έλεγε κι ο φίλος μου ο Αντώνης προτού αποφασίσει να γίνει ινστρούχτορας) συνεχίζουν να εξαθλιώνονται σταθερά. Όσοι έχουμε λεφτά να πληρώνουμε ίντερνετ (εκτός κι εντός Ελλάδας) μάλλον δεν ανήκουμε ακόμα στις υποτελείς τάξεις (μέχρι να μείνουμε κι εμείς με το ίντερνετ στο χέρι). Ναι, να αγωνιστούμε, να αντισταθούμε, να αντιδράσουμε, να διαμαρτυρηθούμε: ό,τι μπορεί ο καθένας μας. Και στις ανάπαυλες; Να αφήσουμε την απότομη αναχώρηση της ευμάρειας, την διάρρηξη από άνωθεν έως κάτω του μπερντέ, την απώλεια των αντικειμένων που είχαν παραγκωνίσει τη ζωή και των ψευδαισθήσεων που είχαν υποκαταστήσει τους ανθρώπους να μας πάρουν από κάτω; Όχι ρε, όχι μιζέρια. Αγάπη ρε (να με συμπαθάτε αλλά το "μουνιά" δεν μπορώ να το χρησιμοποιήσω σα βρισιά, ούτε καν σαν χαλαρό συνώνυμο του "μαλάκες").

Άντε να σας πω από πού πιάνομαι αυτές τις μέρες, να ψάξει να βρει ο καθένας τα δικά του.

Κυψέλη

Το ντοκυμαντεράκι από κάτω είναι της σχολής Ρικάκη (π.χ. "Ο άλλος", "Όνειρα σε μια άλλη γλώσσα", "Τα παιδιά της χορωδίας", "Τα λόγια της σιωπής"): αντί να προβάλει την αδικία, τη σύγκρουση και τη ρήξη, επιλέγει να αφήσει να μιλήσουν οι άνθρωποι και ο τόπος για τις χαρές που κρύβουν. Συγκινήθηκα τόσο μα τόσο πολύ με αυτό το ντοκυμαντέρ, που ο νους μου τρέχει συνέχεια στην Κυψέλη από το Σάββατο (κι όχι μόνο γιατί μένει η αδερφή μου εκεί). Είναι απολαυστική γειτονιά, κι ας είναι πολύ δύσκολη, δυναστεύεται από τα αυτοκίνητα, αλλά έχει τόσες κρυφές γωνιές, τόση ζωντάνια και ζωή. Si alza perpendicolarmente, που θα έλεγε κι ο Έλληνας ποιητής, όχι μόνο γιατί ξεκινάει από το υπαίθριο τούνελ της Πατησίων και από το Πεδίον του Άρεως κι ανεβαίνει στο βουνό. Όχι μόνο γι' αυτό, αλλά γιατί συγκεφαλαιώνει ό,τι σημαίνει να είσαι μεγαλούπολη, ανανεώνεται και επανεφευρίσκεται. Σκέφτομαι την Αγίας Ζώνης, τη Φωκίωνος, τα νέα στέκια που δημιουργούνται, τη στρητ κουλτούρα που ζυμώνεται, μια νέα φυλή καθόλου παχύσαρκων, πανύψηλων, αγχίνοων, ευγενικών αλλά τσακαλάτων ελληνόπουλων που μεγαλώνει σαν εκείνο το δέντρο στο Μπρούκλυν που δε διάβασα μικρός. Νομίζω ότι στην Κυψέλη περνάει την εφηβεία του το μέλλον της Αθήνας. Κι αν δεν είχαν εγκαταλείψει τα γκαφάλια που μας κυβερνάνε τα σχέδια για τη γραμμή μετρό Γαλάτσι-Κυψέλη-Εξάρχεια-Παγκράτι (την ημικυκλική κίτρινη), θα πήγαινα να ζήσω εκεί. Γειτονιές χρειάζεται η Αθήνα, ούτε προσαρτημένες  επαρχιακές πόλεις, ούτε πληκτικά υπνωτήρια.

Μουσική

Μετά από παραινέσεις φίλων, έκατσα και άκουσα Θανάση (ναι, ένας είναι ο Θανάσης, μου λένε). Μεγάλος ποιητής, σχεδόν Γκάτσος-Σαββόπουλος, όχι αστεία. Ωραία φωνή. Αλλά οι συνθέσεις του... δε μου λένε τίποτα. Δε μου κολλάνε. Δεν τραγουδιούνται μέσα μου. Θα μου πείτε "κάτσε ρε (μαλάκα), ακούς Μάλαμα". Ε, ο Σωκράτης είναι μουσικά πιο ευκολος και επιφανειακά πιο λαϊκότροπος. Κι είναι όλα τα τραγούδια του πάνω-κάτω ίδια: μετά το έκτο τσίπουρο, φάλτσα ξεφάλτσα, όλα του μπορώ να τα τραγουδήσω.

Το δύσκολο είναι ο στίχος, τελικά. Εκεί είναι το ένοχο μυστικό του τραγουδιού. Τα απλά τραγούδια του Νιόνιου στο Φορτηγό τα κρατάει ο στίχος. Ο ποπ-ροκ στίχος πρέπει να είναι απλός νομίζω: πρέπει να υπαινίσσεται χωρίς να προαπαιτεί να ξέρεις τον διακειμενικό υπαινιγμό (γι' αυτό π.χ. ο υπέροχος στίχος "τυφλό κορίτσι σ' οδηγά, παιδί του Μοντιλιάνι" δεν είναι ποπ-ροκ-λαϊκός, ενώ ο "hot diggity dog / I love God all the same / but all I wanna do is get off" είναι)· πρέπει να είναι λίγο πονηρούτσικος αλλά ποτέ συνθηματολογικός: πώς προτιμάτε να διαμαρτυρηθείτε, με το "φοβάμαι όλα αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα" ή με το "κάγκελα, κάγκελα, κάγκελα παντού / και τα μυαλά στα κάγκελα του αόρατου εχθρού";

Μετά είναι και η μουσική. Το Blackbird είναι τραγουδάρα, αν και εξαιρετικά δύσκολη (όποιος το έχει βγάλει στην κιθάρα να αφήσει σχόλιο, τον κερνάω ουίσκι), γιατί δίνει την επίφαση μπαλαντίτσας τραλαλά. Το Happiness is a warm gun (που μου αρέσει πολύ) είναι τόσο ακαδημαϊκό, που σε κουράζει ίσως. Γι' αυτό οι Stones θα παίζουνε μέχρι και μέσα από τις κάσες: κάνουνε παπάδες αλλά νομίζεις ότι ακούς ένα τραγουδάκι ένα-δύο-τρία. Γι' αυτό και το Bad Romance είναι το απόλυτο ποπ τραγούδι (ξεχάστε το θεαματιλίδικο βίντεο).

Απαξιώνω την τεχνική; Όχι, Θεός φυλάξοι. Η τεχνική είναι απαραίτητη για να βγουν αυτά που θες "να πεις", ιδίως αν είναι δύσκολα, σκοτεινά, σύνθετα, ημιυπόρρητα. Αλλά, τελικά (όπως είπε ο Μαρξ) την τεχνική πρέπει να την κρύβουμε όπως τα ελατήρια της πολυθρόνας, να νομίζει ο άλλος ότι κάθεται στα πούπουλα, ότι όλα είναι απλά, ότι βλέπει την ψυχή σου ως καλλιτέχνη ξέρω γω. Στη τζαζ φαίνεται αυτό πολύ ωραία. Και στη Σονάτα του Κρώυτσερ (την οποία ομολογώ ότι ανακάλυψα μόλις το 2009 και την οποία υπόσχομαι να ανεβάσω μόλις ευκαιρήσω, της οποίας το πρώτο μέρος μόλις ανέβασα, στην ωραία εκτέλεση Μενούχιν και Κεμπφ), που στην εποχή της εξήπτε τα πάθη των δεσποσυνών και τις έκανε να λιγοθυμάνε ενώ τον 21ο αιώνα ακούγεται σαν κάλεσμα, περίπτυξη και κλινοπάλη. Κι ας το έγραψε ο θεός. Ακριβώς επειδή το έγραψε ο θεός, δηλαδή, κι έχει την τεχνική να τα πλάσει όλα αυτά στα αυτιά σου ακόμα και διακόσια χρόνια μετά.

Βούδας

(Και) με τον βουδισμό έχω θέμα. Πηγή του πόνου η επιθυμία; όχι, πηγή του πόνου είναι ότι ζούμε κι αναπνέουμε. Όπως λένε κάτι γέροι: χαίρομαι όταν ξυπνάω το πρωί και πονάω, αυτό σημαίνει ότι ζω ακόμα. Δεν είμαι υπέρ του πόνου (παρά σε ελάχιστες τσαχπίνικες δόσεις, but I digress) και δε θεωρώ ότι ο πόνος παιδαγωγεί, διδάσκει ή εξανθρωπίζει. Ίσα ίσα: ο πόνος αμβλύνει, μουδιάζει, γδέρνει την ψυχή και της δημιουργεί ουλές και κάλους.

Ωστόσο η εικονογραφία του βουδισμού μού αρέσει: ο άνθρωπος που ακινητεί και διαλογίζεται, που μένει σταθερός και ατάραχος και με αυτόν ακριβώς τον τρόπο ελκύει τον φωτισμό. Δε ζορίζεται για να φωτιστεί. Δεν πηγαίνει προς το φωτισμό, ο φωτισμός τού έρχεται. Ο Ζελάζνυ στο Lord of Light, όπου παίζει κι ένας ερζάτς Βούδας, τον βάζει να λέει "everything comes to me".

Ωραία τα έχει πιάσει αυτά ο Μπερτολούτσι στην παρακάτω σκηνή της παιδαριώδους κι ανυπόφορης ταινίας κατηχητικού, του "Μικρού Βούδα", την οποία είδα μια φορά ανήμερα Χριστούγεννα μετά από πολλά κρασιά και ωραίο χοιρινό με μανιτάρια. Το οποίο ήτανε και το τελευταίο γεύμα του Σιντάρτα Γκαουτάμα.



Αγάπη

Έζησα χωρίς αγάπη για περίπου ένα χρόνο. Το μόνο που με κρατούσε ζωντανό ήταν η πρέζα του να ζω σε μια πόλη που με σκότωνε και με είχε κάνει τζάνκι της. Δεν μπορώ να πω τίποτα για την αγάπη. Για την αγάπη δε μιλάς. Εκτός κι αν θες να κάτσεις κάτω να γράψεις τη Β' προς Κορινθίους. Και μετά να σου το πάρει το κείμενο ο Πράισνερ, να παρατονίσει όλες τις λέξεις στην παραλήγουσα και να βγάλει τον Ύμνο για την ενοποίηση της Ευρώπης (which went horribly wrong).



Να, ορίστε: είναι πολύ δύσκολο να μιλήσει κανείς για την αγάπη. Ξεκινάς να μιλάς για την αγάπη και καταλήγεις να λες άσχετα. Τι να πω κι εγώ, αγαπώντας ζω.

GatheRate

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

Γη κι Ελευθερία


Οπωσδήποτε, γράφω υπό το κράτος της συγκίνησης. Μόλις ξαναείδα το "Γη κι Ελευθερία" του Μάικ Λη Κεν Λόουτς, είχα να το δω κι εγώ δεν ξέρω από πότε. Την πρώτη φορά έκλαιγα στο τέλος, τώρα που είμαι ώριμο παλληκάρι και έχουνε κοπάσει οι συναισθηματισμοί της δεκαετίας του 20, απλώς βούρκωσα.

Η ταινία είναι επώδυνα επίκαιρη. Επώδυνα, αφού μοιάζουνε τόσο πολύ το 1938 και το 2011 (σταθείτε μια στιγμή να σκεφτείτε πώς φανταζόντουσαν το 2011 οι άνθρωποι που πέθαιναν το 1938 πολεμώντας το καινοφανές τέρας του φασισμού). Υπάρχει μια σκηνή (τουλάχιστον) της ταινίας που θα έπρεπε να προβάλλεται στα σχολεία: σ' ένα χωριό που απελευθερώθηκε από τους φρανκιστές γίνεται λαϊκή συνέλευση στο παλατάκι ενός δοσίλογου παπά. Ακούγονται πολλές γνώμες, ανάμεσα στις οποίες ενός που λέει ότι, νταξ, καλή η επανάσταση αλλά πώς θα τα βάλουμε με τους τραπεζίτες και τις διεθνείς αγορές; ("διεθνές κεφάλαιο" το λέει). Η ταινία τον βρίσκει αργότερα στο τάγμα των σταλινικών-κυβερνητικών στρατευμάτων που έρχονται να αφοπλίσουν την αναρχική πολιτοφυλακή του POUM.

Δεν ξέρω τι άλλο να πω, δεν είμαι ταινιοκριτικός, ούτε καν ταινιοφιλόσοφος, να αποστάζω την ουσία μιας ταινίας όπως κάνει ο ολντμπόι. Λέω απλώς ότι η ταινία θα έπρεπε να προβάλλεται στα σχολεία, μέρες που είναι, με τις φασιστοειδείς μαθητικές παρελάσεις υπό τον ήχο τυμπάνων και τη ρητορεία κατά του ιταλικού φασισμού, ρητορεία που θυμίζει σκέτο φασισμό.

Καληνύχτα σας.


GatheRate

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

Ομφαλοσκόπηση


(η τραγουδάρα, με τη γυναικάρα, από την ταινιάρα, αφιερωμένη στον Ξυδάκη, που του αρέσει κι αυτουνού η ταινιάρα)

Σε κρίσεις αναίτιας κι απρόκλητης ματαιοδοξίας, αναρωτιέμαι τι θα μπορούσα να βάλω σε μια αυτοβιογραφία μου. Δυστυχώς, το σάουντρακ της ζωής μου ήτανε πάντοτε πολύ πιο εύκολη υπόθεση: συνέχεια παίζουνε τραγούδια μέσα στο μυαλό μου κι αν μπορουσα να κάνω μια επιλογή και να τα βάλω σε μια σειρά, έτοιμο το σάουντρακ. Κατά τ' άλλα η ζωή μου είναι ελάχιστα περιπετειώδης: θα δυσκολευόμουνα να γεμίσω ένα βιβλίο, έστω και λεπτό, με επεισόδια του βίου μου. Πολλά σπίτια, πολλά βιβλία, αρκετά ταξίδια, μερικές ταινίες, λίγοι φίλοι, λίγες γυναίκες, λίγη δουλειά, λίγες συμφορές, λίγες κραιπάλες, λίγες επιτυχίες, μικρές κρίσεις, λίγα πάθη και όχι όλα άγρια, μεγάλες θλίψεις, ανέλπιστες χαρές που τις οξύνει η τάση μου να ζητάω λίγα και να μην εγκαταλείπω, να πολεμάω λυσσασμένα αλλά πάντα έτοιμος για την ήττα. Κάθε τόσο η ζωή μού κάνει ένα "τζα!", μια έκπληξη, συνήθως όχι δυσάρεστη. Τίποτε ιδιαίτερο.

Αν ασχολιόμουνα με την αυτοβιογραφία μου δε θα ήταν οργανωμένη σε επεισόδια. Ίσως. Θα ήταν οργανωμένη ανά ανθρώπους, κάθε άνθρωπος στη ζωή μου φέρνει μια εποχή της μαζί του. Θα ήταν οργανωμένη ανά τόπους: Αθήνα, Λονδίνο, Έσσεξ, Κύπρος, ταξίδια. Θα είχε μπόλικη ενδοσκόπηση: ό,τι λείπει σε επεισόδια, αφθονεί σε πλούτο, ένταση, λεπτομέρεια, κρυφές αρμονίες, εκρήξεις καθαρού φωτός, σιωπηλές θύελλες. Θυμάμαι δειγματοληπτικά: τη Ρωμαϊκή Αγορά τη νύχτα, πυροτεχνήματα στο Γκρένιτς, τη συμφωνική της Όσακα στο Παλάς, μια κουζίνα Ζωοδόχου Πηγής και Καλλιδρομίου γωνία, μια βόλτα στον ήλιο για μπύρα στο Φλοράλ, το μπαλκόνι του σπιτιού μου, έναν αργαλειό, βλέμματα φίλων, το κόκκινο Ρενώ, ένα κρύο πρωινό σε μια ξένη πόλη, τον Ταΰγετο, ανάβαση στα Μετέωρα με χιόνι την τελευταία νύχτα στην Ελλάδα, έναν καθρέφτη στη Σκιάθο. Ζω λίγα αλλά πολύ, μαρτυράω λιγότερα. Κι ας είμαι γκρινιάρης.

Ομορφιά υπάρχει.

GatheRate

ομΕΡΤά

Ευτυχώς πια υπάρχουνε τα ίντερνετς. Δείτε (και) εδώ το κομμένο βίντεο:


GatheRate

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Οργή

Guy Debors is coming to town

Ας τα πω συνοπτικά για όσους, σαν εμένα, είτε δεν μπορούν να διαβάζουνε πολλά, είτε κουράστηκαν από τους ποταμούς λέξεων.

Η κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου:
α) με σαφή πολιτική της απόφαση έστησε το έλλειμμα σαν τοτέμ στη μέση της ελληνικής πολιτικής ζωης. Υποθέτω ότι αυτό είναι μέρος ενός γενικότερου παγκόσμιου ντου σε κάθε είδους πλούτο που δεν ελέγχουν ακόμα οι "αγορές" (αυτό που την περασμένη δεκαετία λέγαμε πολυεθνικές), αλλά δεν έχει πια σημασία. Παράλληλα,
β) με σκοπό την αποπληρωμή του χρέους αφάνισε και αφανίζει εισοδήματα μικρών και μεσαίων στρωμάτων καταδικάζοντάς τα στη φτώχεια και στην πραγματική εξαθλίωση και
γ) αλώνει Υγεία, Παιδεία και Πολιτισμό ενώ
δ) αδυνατεί να προβεί σε οποιαδήποτε ουσιώδη μεταρρύθμιση (η οποία ήταν, υποτίθεται, ο απώτερος σκοπός της κυβέρνησης) πέραν όσων ονειρεύονται νεοφιλελεύθεροι μαθητευόμενοι μάγοι και
ε) δεν έχει θίξει ούτε κατά τι τους προνομιούχους. Εντωμεταξύ
στ) χρησιμοποιεί επανειλημμένα, συντριπτικά και αδίστακτα χυδαία και φονική κατασταλτική βία μαζί με
ζ) έναν πρωτοφανή καταιγισμό προπαγάνδας ο οποίος αποσκοπεί να πείσει τον ελληνικό λαό για τη συλλογική του ευθύνη και (ακόμα πιο επικίνδυνα) στηλιτεύοντας το πολιτικό σύστημα και όχι την ποινικά κολάσιμη φιέστα άνωθεν διαφθοράς εδώ και δύο δεκαετίες (τουλάχιστον). Σε αυτό
η) έχει τη συνδρομή των προνομιούχων, πολλών συνδικαλιστών και των πολιτικών που προετοιμάζονται να αναλάβουν τα πράγματα στη διάδοχη κατάσταση (μέχρι και στην Κατοχή έτσι γινόταν).
θ) Στο μεταξύ, βεβαίως, έχει εκχωρήσει εθνική κυριαρχία στους ερασιτέχνες της Τρόικας και
ι) έχει επιδείξει μνημειώδη αδεξιότητα και αμηχανία στη διαπραγμάτευση μαζί της, χαϊδεύοντας τις τράπεζες
ια) οι οποίες κάθονται πάνω στα λεφτά που ρουφάμε από τους Ευρωπαίους φορολογούμενους και τα κλωσσάνε ενώ η οικονομία ζαρώνει κι εξαχνώνεται, μαζί και οι ζωές μας.

Συνοπτικά: η ώρα της Εξέγερσης έχει προ πολλού έρθει. Δε μιλάω για αίμα: το αίμα φέρνει αίμα και το αίμα φέρνει (ακρο)δεξιούς για να μας σώσουνε: γκιλοτίνες-Ναπολέων, Εμφύλιος-δεξιά, "Ανένδοτος" (η αβελτηρία πάει βασίλειο)-Χούντα.

Μιλάω για ένα εκατομμύριο κόσμο, όχι του Μπιρσίμ για τον Αντρέα, αλλά ένα εκατομμύριο μπρελόκ (σαν αυτά που "ξεκούφαιναν ενοχλητικά" τους κομμουνιστές στην Πράγα το 1989), μιλάω για ένα εκατομμύριο ροκάνες. Ούτε αμεσοδημοκρατικές συνελεύσεις, ούτε τσαντήρια, ούτε πάρλες, ούτε τίποτα.

Μιλάω για ένα εκατομμύριο φωνές (όσο έχουμε ακόμα) που θα πείσουν ακόμα και τον αδίστακτο Σαμαρά (που ενδεχομένως θα ηγηθεί κάποιας επόμενης κυβέρνησης) ότι τέλειωσαν τα ψέματα, που θα αναγκάσει την επόμενη κυβέρνηση να αναστρέψει το ξήλωμα του κοινωνικού κράτους που έχουνε καταφέρει οι σοσιαλιστές μας (περίπου όπως το CDU αναγκάστηκε να αναστρέψει όλες τις αντικοινωνικές, αντιλαϊκές και αυταρχικές πολιτικές του Σραίντερ στη Γερμανία -- τη Μέρκελ δεν την ψήφιζαν γιατί είναι σέξι).

Mιλάω για δίκαιες δίκες και ποινικές ευθύνες. Πόσα ΜΑΤ θα ρίξουν; Πόση λάσπη θα ρίξουν; Τα μάτια όλου του κόσμου είναι στραμμενα πάνω μας. Επιτέλους να ανατραπούν οι καραγκιοζοπαίχτες, αυτό το κωμικό τημ σκακιέρας (με τους δυο χοντρούς για πύργους): κυβερνήσεις πέφτουν για πολύ λιγότερα από όσα εγκληματικά έχουν διαπράξει αυτοί.

Εξέγερση, να τελειώνουμε. Κι αν σπάσει και καμμιά βιτρίνα στο κέντρο, ας τη θρηνήσει η γνωστή δημοσιογραφική κλίκα: άλλωστε το ένα τέταρτο των μαγαζιών έχει κλείσει.

GatheRate

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Grey Havens / Fight the Power

Νυστάζω, θα είμαι σύντομος.

Αυτό που με έπεισε να διαβάσω τον ανοικονόμητο Άρχοντα των Δαχτυλιδιών το 1998 ήταν το εξής: η φίλη μου η ΙΜ μου είπε ότι αν το Δαχτυλίδι καταστραφεί θα ηττηθεί το Κακό (...) αλλά ταυτόχρονα θα χαθεί η μαγεία από τη Μέση Γη και όλα τα μαγικά όντα θα πρέπει να την εγκαταλείψουν και να φύγουνε για τη Δύση. Επίσης, ότι δεν υπάρχει περίπτωση να χρησιμοποιηθεί το Δαχτυλίδι για καλό σκοπό (...), αφού η ισχύς και η επήρειά του διαφθείρουν και αφανίζουν όποιον το φοράει.

Ιδανική αλληγορία, πολλαπλά.

Και για να μη μείνουμε εκεί, τι λέει η Μπλάνσετ στο 3:24; "Ακόμα κι ο μικρότερος άνθρωπος μπορεί να αλλάξει την πορεία του μέλλοντος". Έτσι.

GatheRate

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011

ἐκ γῆς Αἰγύπτου ἐξ οἴκου δουλείας (Έξοδος 20: 2)

Το ότι κάθομαι και γράφω αυτό το ποστ τώρα είναι μάλλον πράξη βαρειάς ανευθυνότητας: έχω πάρα πολλή δουλειά (και καθημερινά μου στέλνουν κι άλλη, πολύ επείγουσα κατά κανόνα). Από την άλλη, ίσως από τις λίγες φορές από τότε που άρχισα να μπλογκάρω (να ιστολογώ;) στα ελληνικά, το κάνω με αίσθηση σχετικής ευθύνης (αστυνόμος Σαΐνης): για να βοηθήσω, ίσως, όσους ετοιμάζονται να μεταναστεύσουν. Πραγματικά, ich kann nicht anders, που είπε κι ο χοντρός Μεταρρυθμιστής (εδώ βάζετε το δικό σας λογοπαίγνιο για τους δικούς μας μεταρρυθμιστές).

Το ποστ αποτελεί αντιστροφή, αντίφωνο, response στο εντυπωσιακό κείμενο της Niemandsrose Να φύγουμε, Νίκο. Όχι απάντηση, σε καμμία περίπτωση, άλλωστε όταν διάβασα το κείμενό της σκέφτηκα απλώς "αλήθεια είναι". Περισσότερο από το να απαντήσω, και τι να απαντούσα, θέλω να δώσω ακόμη μια οπτική στο θέμα.

Επέλεξα συνειδητά την ξενιτειά πριν πάρα πολλά χρόνια. Αρχικά τη Βρετανία και όταν απελπίστηκα από την ανεργία εκεί, μετά από μια οργανωμένη αλλά αποτυχημένη απόπειρα να πατήσω το Λέιντεν της Ολλανδίας, τσουβαλιάστηκα κι ήρθα στην Κύπρο πριν δέκα χρόνια. Δέκα χρόνια μετά, συγγενείς, φίλοι και λοιποί με αντιμετωπίζουν λες και είχα παππού ιδιοκτήτη πλαγιάς σε αυτό που σήμερα λέμε Πολιτεία, Διόνυσο κτλ. Αναγνωρίζω ότι, πράγματι, έχω δουλειά. Πράγματι, οι περικοπές που πέφτουν εδώ δε θα με καταδικάσουν στην αναξιοπρέπεια και ίσως στην ανέχεια όπως πολλούς συναδέρφους μου στην Ελλάδα. Αλλά πίσω από την ωραία εικόνα του Σραόσα που κάθεται στη Μεγαλόνησο και λέει "Βάστα Μεσολόγγι" (ούτε αυτό δε λέει πια, λέει "εκείθε με τους αδερφούς, εδώθε με τον Χάρο" -- ή κάτι τέτοιο) υπάρχουν, φυσικά, μια απόφαση, κάποιες συνέπειες και ένα τίμημα. Όπως συνήθως, δηλαδή.

Η απόφαση: όσες φορές μού δόθηκε η ευκαιρία να γυρίσω στην Ελλάδα, θα γύριζα σε μια επαγγελματική κατάσταση που για τον κλάδο μου θα ήταν αντίστοιχη με την κατάσταση που τον Οκτώβριο του 2011 επικρατεί για τους πάντες: είχα να διαλέξω μεταξύ της ανεργίας στην Ελλάδα ή του εξευτελισμού στην Ελλάδα ή της ετεροαπασχόλησης στην Ελλάδα (κάτι που δε θες να κάνεις όταν έχεις φάει τα καλύτερά σου χρόνια να μαθαίνεις την τέχνη σου). Διάλεξα κάτι άλλο. Δε μετανιώνω. Όχι μόνο τώρα, αλλά ούτε το 2009, ούτε το 2007, ούτε το 2005 ούτε το 2002...

Οι συνέπειες: δεν μπορώ να πω ότι κάνω καλή ζωή στην Κύπρο. Λέω συνήθως: "δουλεύω στην Κύπρο, ζω στην Ελλάδα". Δεν είναι ακριβές αυτό, υπάρχει και στην Κύπρο χαρά, λίγη αλλά καλή, η Κύπρος μου χάρισε πολλά και πέρα από τη δουλειά (και δε λέω μόνο το ωραίο ταξίδι). Η Κύπρος δεν είναι μακράν -- Αυστραλία; θα αστειεύεσθε, αγαπητή, όσο για τον Καναδά, εκεί θα πάμε όλοι, έτσι κι αλλιώς, όταν λιώσουν οι πάγοι στους πόλους: στη Βόρεια Ευρώπη να πάτε, που τους σπονσοράραμε τις επιχειρήσεις με το ευρώ μας. Όμως η Κύπρος, αγαπητοί αναγνώστες, δεν παύει να είναι ξενιτειά, και δεν το λέω με την έννοια του δημοτικού τραγουδιού, το λέω με την έννοια του ότι είναι ένας τόπος στον οποίο ζεις όχι γιατί έτυχε (κάτι που πραγματεύεται διεξοδικά η Niemandsrose), ούτε γιατί το επέλεξες, παρά γιατί εκεί βρήκες δουλειά. Επιπλέον, μετά τον πρώτο χρόνο, όπου κι αν είναι κανείς, αρχίζει να ανακαλύπτει τα ντόπια κολλήματα, την ντόπια κακοδαιμονία. Και, πιστέψτε με, σε λίγο του τη δίνουν εξίσου με της πατρίδας του. Εγώ είμαι ο πρώτος που περιφρονεί το οικείο και την προσκόλληση στην οικογένεια, σε όσα ξέρουμε κι αναγνωρίζουμε -- ταυτόχρονα όμως, όσο περισσότερο μένεις έξω από τα νερά σου, τόσο πολλαπλασιάζονται οι μικρές στιγμές που σου υπενθυμίζουν ότι είσαι ξένος, και δη σε μικρούς τόπους όπως η Κύπρος ή η βορειοαμερικανική σαμπέρμπια, ή τα πολίσματα της Β. Ευρώπης... Από την άλλη, αν και εραστής των μεγάλων πόλεων, αναγνωρίζω ότι εκεί δε χρειάζεται να σου υπενθυμίσει κανείς ότι είσαι ξένος, αφού σχεδόν όλοι είναι ξένοι. Εγώ το προτιμώ αυτό, άλλοι όχι.

Το τίμημα: όταν φεύγεις από εκεί που είσαι και πας κάπου όχι επειδή το επέλεξες αλλά επειδή εκεί σου βρήκανε δουλειά, βουλιάζεις σιγά-σιγά μέσα στον εαυτό σου. Μεγαλώνει η έκταση της σιωπής γύρω σου. Οι φίλοι γίνονται μακρινές φωνές μέσα από τηλέφωνα, θολές εικόνες στο σκάιπ, ιμέιλ που δε λένε να έρθουν. Αγκιστρώνεσαι στις ντόπιες συναναστροφές σου μέχρι να τις εξαντλήσεις ή να σε εξαντλήσουν. Καταλήγεις συνήθως υπέρμετρα ευσυγκίνητος: ακούς τη γλώσσα σου και αναρριγείς, ακούς Νένα Βενετσάνου και κλαις με μαύρο δάκρυ, βλέπεις τη Σαντορίνη στην τηλεόραση και νομίζεις ότι αντίκρυσες τον χαμένο σου έρωτα, τρως στα Έβερεστ και η μπουκιά που κατεβαίνει συναντάει τον μπανάλ κόμπο που ανεβαίνει, έρχεσαι στην πατρίδα και κάθε σου μέρα αποκτά υπερβολικό βάρος: δεν ησυχάζεις. Στο τέλος, και η ίδια η πατρίδα σού φαίνεται λίγο οφ, λίγο αλλόκοτη, κάπως αλλόκοτη πια. Τελικά καταλήγεις κάπως πρόωρα γερασμένος.

Θέλω να σας αποθαρρύνω από το να μεταναστεύσετε; Όχι, με τίποτα, προς Θεού: ίσα-ίσα: φεύγε και σώζου που λέει και η Φιλοκαλία (ή δεν ξέρω τι). Αλλά όποιος φεύγει για να δουλέψει, για να γλυτώσει τον εξευτελισμό και την ανέχεια, καταντάει να διαβάζει κάτι σαν κι αυτό (πάλι από το ποστ της Niemandsrose) και να σκιρτάει από συγκίνηση, λίγο ένοχη, λίγο ανώμαλη -- αλλά συγκίνηση πάντως:
από τον 5ο όροφο ατένιζα την Αθήνα των ατενίστας, του τενίστα Πολιτείας, του φασίστα Αγίου Παντελεήμονα, του σολίστα Μεγάρου, του φρίκουλου Εξαρχείων, του φύτουκλα Κάνιγγος, του αγανακτισμένου Συντάγματος, του καφεπότη Βουκουρεστίου, του καταναλωτή Mall Αμαρουσίου, του ποδηλάτη Χαλανδρίου, του μετανάστη Βοτανικού, του περιπτερά Περιστερίου, του πορτιέρη Μπουρναζίου, του τζάνκι Τοσίτσα, του καγιενούχου Φιλοθέης, του τραβεστί Συγγρού, του gay κλάμπ Ιεράς Οδού, του οδηγού κάμπριο διθέσιου Γλυφάδας, του σινεφίλ θερινών Αμπελοκήπων, του υποστράτηγου Παπάγου, του σκεϊτά Νέας Φιλαδέλφειας, του κράχτη σερβιτόρου Πειραϊκής, του φαντάρου Πενταγώνου, του φιλοθεάμονος Baddminton, του χριστιανορθόδοξου Λιοσίων, του διαδηλωτή της Πανεπιστημίου, του φοιτητή Νέου Κόσμου, της συνταξιούχου Πατησίων, του ντήλερ Ομονοίας.

Κι αυτό σας το λέει κάποιος που "πατρίδα" αναφωνεί και στο Λονδίνο και στο Άμστερνταμ και στο Βερολίνο. Και που θα ήθελε να κάνει το Μανχάταν πατρίδα του. Ίσως.

GatheRate

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Είκοσι χρόνια τίποτα

Δεν ξέρω αν είναι σωστό να συμβάλω στον θόρυβο και στη φλυαρία για το τι γίνεται στην Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια. Δύο ελεεινά χρόνια που διαδέχτηκαν πέντε άθλια χρόνια: να μια νέα επταετία χειμασμού κι οπισθοδρόμησης. Δεν ξέρω, πραγματικά. Αισθάνομαι ότι άλλοι τα λένε πιο καίρια από όσο θα μπορούσα εγώ. Αισθάνομαι ότι είμαι έξω από τον χορό: άλλο να πληρώνεις έκτακτη εισφορά όταν μπορείς να ζεις από τον μισθό σου, άλλο ο μαζικός οικονομικός αφανισμός των μη προνομιούχων: χιλιοειπωμένα πράγματα.

Ένα ζευγάρι Γερμανών συναδέρφων με ρώτησε τι γίνεται με τα πανεπιστήμια στην Ελλάδα. Τους είπα. Φυσικά, είπανε σαρκάζοντας, τα πανεπιστήμια είναι σαν εργοστάσια που βγάζουνε τσατσάρες για το κάθε κράτος: πρέπει να είναι κερδοφόρα. Σκέφτηκα (αλλά δεν το είπα) ότι στην Ελλάδα, όπως έχει πει κι ο Τάλως, τα πανεπιστήμια είναι έτσι κι αλλιώς άχρηστα: σκοπό είχανε να σε ετοιμάζουν για την αγορά εργασίας, αυτό πλέον δεν μπορεί να γίνει ή δε χρειάζεται, άρα τα πανεπιστήμια είναι πλέον περιττά. Ένας λόγος παραπάνω που πολλά ελληνικά πανεπιστήμια είναι έτσι κι αλλιώς περιττά όπως κι αν το δει κανείς.

Αλλά το θέμα μας δεν είναι τα πανεπιστήμια. Δεν είναι να ανδρωθεί κοινωνικό κίνημα και τέτοιες αφαιρέσεις. Δεν είναι καν η ανιψιά μου που μετά από τρία χρόνια ανεργίας έφυγε για ελληνικό εστιατόριο της Βόρειας Ευρώπης να τους φτιάχνει κανα όσπριο, να εμπλουτίσουνε το μενού. Το θέμα είναι η ολοσχερής άλωση της χώρας από την Τρόικα. Δε μιλάμε πια για θυσίες χωρίς αντίκρυσμα, μιλάμε για μαζικό αφανισμό χωρίς νόημα, μιλάμε για το αντίστοιχο του τεχνητού λιμού της Ουκρανίας που σχεδίασε και εκτέλεσε ο Στάλιν ή του λιμού της πατάτας στην Ιρλανδία: συγκεκριμένες και με σαφήνεια διαγεγραμμένες πολιτικές επιλογές στέλνουνε στην ανεργία και στη φτώχεια έναν ολόκληρο λαό -- και εμμέσως ήδη πολλούς στον θάνατο.

Πότε θα γίνει η εξέγερση; Γιατί δε γίνεται εξέγερση; Να γίνει η εξέγερση ή να περιμένουμε μήπως εμφανιστεί το σημείο του Σταυρού πάνω από την Ορμύλια και κατεβεί από τα ουράνια ο Ανδρέας Παπανδρέου να μας παραμυθιάσει άλλη μια φορά; Δε μιλάω για κάποιου είδους επανάσταση που θα ανατρέψει το πολίτευμα και θα εγκαθιδρύσει άμεση πλατειακή δημοκρατία. Το πολίτευμα είναι μια χαρά, λυπάμαι που σας απογοητεύω. Ωραιότατο πολίτευμα. Το πρόβλημα είναι η κουλτούρα μας.

Στα τέλη της δεκαετίας του '90 και στην αρχή της ανώνυμης του 2000, η φωνή του λαού ήταν ο Θέμος Αναστασιάδης, ο Ανδρέας Ρουμελιώτης, ο Στάθης, ο Δημήτρης Δανίκας -- με ολίγη από Πέτρο Κωστόπουλο, Μαλβίνα Κάραλη και λαϊφσταϊλιές. Τι μας έλεγαν όλοι αυτοί; Ότι είμαστε τζαμάτοι, γαμάτοι και φευγάτοι, οι καλύτεροι. Θεσπέσιοι, μοναδικοί κι ανυπέρβλητοι. Οι αριστεροί (θε μου σχώρα με) εξ αυτών απλώς επέμεναν, στα πλαίσια της αριστερής μίρλας, ότι γι' αυτό ακριβώς μάς μισούν οι ξένοι: επειδή γαμάμε ενώ εκείνοι όχι (μπαρδόν για τα γαλλικά μου). Επίσης μισούνε και τους Σέρβους (αν θυμάστε).

Στις αρχές της δεκαετίας του '10 ο λαός δεν έχει φωνή, γιατί μάθαμε ότι ο λαός (εμείς) τελικά δεν είμαστε τζαμάουα, γαμάουα, σφαιράουα-πετάουα. Είμαστε ή κοθώνια και λαμόγια, κατά τον Πάσχο τον Μέγα, ή παιδιά που πρέπει να αλλάξουμε, κατά τον Όσιο Λάκη τον Χρηστομαθή. Η συνοδεία τους αναπτύσσει διάφορες αναλύσεις περί Μεταπολίτευσης. Υπενθυμίζω σε όσους έχουνε πρόβλημα με τη Μεταπολίτευση ότι προηγήθηκε μια Χούντα. Το πρόβλημα δεν είναι η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης, παρά ότι την κάναμε τη Μεταπολίτευση και μετά τα αφήσαμε όλα στον Αντρέα και στην Αλλαγή. Από την οποία μας έσωσε το Μητσοτάκ. Και λοιπά, και λοιπά. Ακόμα και τώρα πολλοί περιμένουνε τον Σαμαρά. Ποιον; Τον Σαμαρά. Αν είναι ο Αντώνης ο επόμενος πρωθυπουργός, θα προτιμούσα τον Κωστάκη τον Νιντέντο και πάλι: καλύτερα ένας ανίκανος πολιτικός παρά ένας κατά τεκμήριο αδίστακτος και φανατικός...

Τι μας λεν όλα αυτά; Ότι πολιτική κουλτούρα δεν έχουμε στην Ελλάδα. Δε γίνεται ρε παιδιά εδώ και εικοσιτόσα χρόνια να διαμορφώνουν την κοινή γνώμη εξυπνάκηδες και δοκησίσοφοι. Δε γίνεται. Γενικά δεν έχουμε παιδεία, και δεν εννοώ να διαβάζει Καντ ο ηλεκτρολόγος, εννοώ να μην είναι τόσο άξεστη η λεγόμενη άρχουσα τάξη στο σύνολό της. Εννοώ να μην είναι εφικτό να είναι γεμάτος ο τύπος από εικοτολογίες, κοινοτοπίες και απλοϊκές σαχλαμάρες. Εννοώ να υπήρχε ένα σχολείο που να μην ασχολείται με το ποιος από τους πολλούς εχθρούς μας είναι ο χειρότερος, παρά με το να σε βοηθάει να σκεφτείς κριτικά.

Απλά πράματα κι αυτονόητα αλλά ήδη στη σφαίρα του μαγικού ρεαλισμού. Οπότε σταματάω εδώ.

GatheRate

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

Γνώμη για όλα

Αναδημοσιεύω αυτούσια αυτή την ανάρτηση του Radical Desire.
Συντηρητικές προϋποθέσεις της ριζοσπαστικής υποκειμενικότητας #1

1. Να μην έχεις γνώμη για όλα τα πράγματα και να κάνεις όσο μπορείς πιο ξεκάθαρο ότι υπάρχουν χιλιάδες πράγματα για τα οποία δεν έχεις καμία γνώμη. Αυτοί που μπορούσαν να έχουν γνώμη για όλα τα πράγματα ήταν οι άνθρωποι της κλασικής εποχής, και αυτό συνέβαινε επειδή ο κόσμος τους τούς παρουσιαζόταν στον νου ως μια αδιάρρηκτη και έλλογη ενότητα. Αλλά ο δικός μας κόσμος δεν μπορεί να εμφανιστεί στην συνείδηση με τέτοιο τρόπο, και στο κάτω-κάτω οι αρχαίοι αυταπατώνταν: ο κόσμος τους δεν ήταν στην πραγματικότητα ούτε "ενιαίος" ούτε "άρρηκτος"· μάλλον, τούτες οι πολύτιμες για την σκέψη των αρχαίων ποιότητες ήταν ιδεολογικά επιφαινόμενα ενός κόσμου που ήταν αποτέλεσμα πρότερων αποκλεισμών, τόσο της πλειοψηφίας του πληθυσμού και των εργασιακών του μελημάτων, όσο και της σφαίρας της ιδιωτικής ζωής. Η γνώμη για όλα καταργεί τις διακρίσεις ανάμεσα στο σημαντικό και το ασήμαντο, το καταστροφικά επείγον και το τετριμμένα αναπόφευκτο, και εκχυδαϊζει την σκέψη όσο τίποτε. Αν θέλεις να αναλογιστείς πρακτικά το μέγεθος του κακού που κάνει στον άνθρωπο το να προσπαθεί να έχει γνώμη για όλα, κάνε μια βόλτα στα σχόλια σε ελληνικά ιστολόγια. Ή σκέψου ότι η γενιά που οδήγησε την Ευρώπη στην διάλυση και την σημερινή νέα γενιά στην εκ προοιμίου εξαθλίωση είναι ακριβώς η γενιά που είχε γνώμη για όλα. Μην της μοιάζεις.

GatheRate

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Πώς πέρασα σήμερα

στην Πράγα οι Τσέχοι το 1968  φώναζαν το σύνθημα "αυτή η άνοιξη μπορεί να κρατήσει για πάντατης πήρε 21 χρόνια αλλά η άνοιξη έφτασε

Ξύπνησα στις 7 και μετά το μπάνιο άνοιξα ΝΕΤ. Ένας εκπρόσωπος μικροεπιχειρηματιών εξηγούσε πώς τους πνίγει η ύφεση, ο Αρβανίτης εξαγριωμένος ρωτούσε κάποιον υφυπουργό από πού κι ως πού οι τράπεζες παρακρατούν λεφτά  από λογαριασμούς μισθοδοσίας. Η Ξενογιαννακοπούλου μάς έλεγε γλυκά ότι είμαστε δημοκρατία άρα ότι μπορούν οι δημόσιοι υπάλληλοι να υποδεχτούν την τρόικα με καταλήψεις, αρκεί να είναι συμβολικές. Ένας φοροτεχνικός εξηγούσε αγανακτισμένος πραγματική περίπτωση συνταξιούχου που παίρνει 8.000 σύνταξη ΙΚΑ και που του υπολογίστηκε τεκμαρτό εισόδημα 14.500 (από ένα διαμέρισμα κι ένα αμάξι 1600άρι). Κι όλα αυτά στη ΝΕΤ, όχι σε κανα όργανο της παλαβής Αριστεράς. Αλλά πάλιωσαν πια οι κορώνες του κάθε Πάσχου. Η χώρα πλέον είναι υποτελής και μάλιστα σε δυνάμεις ανεύθυνες, άβουλες και ασυνάρτητες. Η υπαγωγή στην τρόικα είναι (πολύ) μακροπρόθεσμα ιδέα με συνέπειες και αποτελέσματα συγκρίσιμα με αυτά της ύπαρξης εγγυητριών δυνάμεων στην Κύπρο.

Άλλαξα κανάλι. Νόμος και Τάξη, σαιζόν 11 ή 12. Κάπου εκεί. Έτρωγα πρωινό αφηρημένος. Σκεφτόμουνα μια φίλη μου που μου έλεγε τις προάλλες πόσα και από πού έκοψε για να αναπληρωθεί η μείωση που υπέστη στον μισθό της. Αισθάνομαι αλληλέγγυος μαζί της και λόγω τυπικών προσόντων της, αισθάνομαι ότι είναι ο άνθρωπος που είναι πιο κοντά στο πού θα ήμουν εγώ αν ζούσα και δούλευα στην Ελλάδα τώρα. Της έστειλα μια καλημέρα -- μεγάλη συνεισφορά εκ μέρους μου δηλαδή.

Μετά έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά, ή μάλλον έπεσε η δουλειά με τα μούτρα να με φάει. Το μεσημέρι, ετοιμάζοντας να φάω κι εγώ, σκεφτόμουν ότι είναι μεγάλη αλήθεια αυτό που μου είπαν: η αγάπη μου για την Αθήνα, το μεράκι μου και η λαχτάρα μου γι' αυτή την πόλη είναι εν μέρει μνήμη του πώς ήταν η πόλη, εν μέρει τα σημεία ευτυχίας που είναι σκορπισμένα σαν καρφίτσες με μεγάλο κόκκινο κεφάλι πάνω στον χάρτη της, εν μέρει η χαρά να γυρνάς στην Αθήνα χωρίς αμάξι (μένω στο κέντρο και είμαι περήφανος γι' αυτό) και για λίγο κάθε φορά. Αυτό που κορόιδευα για την Ιταλία ("από την Ιταλία λ.χ. έρχεσαι πάντα ανανεωμένος, αρκεί να μην παραμείνεις εκεί παραπάνω από 3 εβδομάδες μάξιμουμ") το κάνω εγώ στην Αθήνα. Αυτό που κουβαλάω μέσα μου δεν είναι η Αθήνα του Σεπτεμβρίου του 2011, είναι η ζωή μου στην Αθήνα, είναι η Αθήνα του για λίγο, είναι η Αθήνα από το σπίτι μου κι από την καθημερινή διαδρομή μου προς το κέντρο, που δύσκολα αρρωσταίνει.

Μετά δουλειά πάλι, μετά μια στιγμή φωτισμού και επιφάνειας εκεί την ώρα που πέφτει ο ήλιος: θυμήθηκα έναν ωραίο πλάτανο στην Κρήτη, μέσα σε έναν τόπο γαλήνης, έναν πλάτανο που είχα να θυμηθώ από το 1993, όταν τον είδα για λίγο μέσα από τζάμι ενός ΚΤΕΛ που έκανε στάση. Το ίδιο 1993, όταν μέρες πριν έβλεπα τη Σούδα να πλησιάζει μέσα στην νύχτα από το κατάστρωμα του Άπτερα (νομίζω) και έλεγα πως βλέπω τον Κάνωπο χαμηλά στον ορίζοντα στα νότια πλάτη, αλλά μάλλον πλανήτης ήταν. Ένιωσα τότε μια αίσθηση πεπρωμένου, μια αίσθηση που έσβησε αλλά ξανάζησε. Εκεί λοιπόν που θυμήθηκα τον πλάτανο, καπως σαν να ξανάρθε μια τέτοια αίσθηση, λίγο σαν αστραπή: ακατάληπτα αλλά ξεκάθαρα. Αλλάζει μέσα μου η ζωή γενναία αλλά λεπτά και αδιόρατα, όμως εξωτερικά δε φαίνεται τίποτα, δε βλέπει τίποτα κανένας.

Μετά ο ήλιος κάπως πασαλείφτηκε κάτι σύννεφα, έρχεται επιτέλους η εποχή που μπορώ να ανασαίνω, η εποχή που νιώθω δυνατός και σε εγρήγορση, που η νύχτα κρατάει πολύ. Έρχεται, επιτέλους ρε γαμώτο, έρχεται. Στο κομμάτι του δρόμου όπου μου είχε σερβιριστεί το So Young, ποιος ξερει πόσες ζωές πριν, την ημέρα των χιλιάδων δακρυγόνων, το iPod έριξε κάτι Cocteau Twins. Χαμογέλασα. Ανάσανα βαθιά. Λίγο πικρά, αλλά χωρίς φόβο: βαθιά. Λίγο με προσμονή αλλά ξέροντας πια: Μόνον ομορφιά, ρε: καμμιά μιζέρια. Έστω και μετανάστες.



GatheRate

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2011

Οι τεχνίτες της απόκρυψης, μέρος Β': η Νύστα

Ήδη σχεδόν κοιμάμαι. Ούτε πείνα, ούτε αλκοόλ, ούτε επιθυμία ερωτική. Νύστα και μόνο νύστα, διαυγής νύστα. Άυπνη νύχτα, μετά μέρα όλο δουλειά και παράλληλη κούραση. Κατάφερα να βγω μόνο μια βόλτα με το σαραβαλάκι μου να πετάξω τα ανακυκλώσιμα. Οι δρόμοι ήταν άδειοι, ο ουρανός συννεφιασμένος επιτέλους. Από τις εννιά νυστάζω.

Ανελέητη βδομάδα μπροστά μου. Μου το λένε συνεχώς πια οι δικοί μου άνθρωποι, το λέω κι εγώ στον εαυτό μου: σκάσε, έχεις δουλειά, τώρα θα παρακαλούσες για ιδιαίτερα. Που σιγά που θα έπαιρναν εμένα για ιδιαίτερα: μια κυρία στη Νέα Ιωνία μού είπε ήδη από το '95 ότι ακόμα και για τα ψιλά που ζητούσα δεν κατάφερα να ανεβάσω αρκετά τους βαθμούς του γιου της.

Στέκομαι εδώ, σε αυτή την ηλικία που δεν είναι πουθενά, ούτε στη νεότητα, ούτε στην ωριμότητα. Ζω πραγματικότητες που δεν κατανοώ αλλά αλίμονο κι αν ζούσαμε μόνον όσα καταλαβαίναμε. Έρχονται θαύματα, και μετά έρχεται κι η κούραση, αλλά πάνω που πάω να γκρινιάξω (κατά το συνήθειο μου), μου λέει ο εαυτός μου: ρε μαλάκα (μου έχει θάρρος ο εαυτός μου) κοίτα λίγο το θαύμα. Μόλις σηκώσω το βλέμμα και δω το θαύμα, αυτό ήταν -- πάνε όλα. Καμμιά μιζέρια δεν πιάνει.

Κάθε φορά που εργάστηκα κι εγώ προς την κατεύθυνση του να γίνω λίγο πιο κυνικός κι εγώ επιτέλους, λίγο πιο παίκτης, προς την κατεύθυνση του να αφήσω την τάχα μου άτρωτη πανοπλία (αστείρευτη πηγή αντιπάθειας, ενόχλησης και καχυποψίας) να με διαβρώσει λιγάκι προς τα μέσα, ερχόταν η ζωή και μου έβγαζε τη γλώσσα, μου έλεγε ότι οι κυνισμοί και οι αγερωχιές, τα κοφ'-το-σβέρκο-σου και τα δε-με-νοιάζει-κι-άει-πηδήσου είναι για άλλους, λεβέντη μου (με τη ζωή δεν έχουμε τόσο θάρρος μεταξύ μας), για όσους δε δένονται με ανθρώπους, για όσους δεν αγαπούν έτσι. Το έμαθα κι εγώ το μάθημά μου, κι έτσι έπαψα να προσπαθώ να μαθητεύσω στο πώς να χειρίζομαι τους ανθρώπους, να τους κάνω περιουσία μου. Όμως στο μεταξύ οι άνθρωποί μου έγιναν ο μόνος μου πλούτος.

Ούτε μπόρεσα να κινηθώ έξυπνα και να μπω σε ρόλους, να είμαι σωστός: νταξ, πέρασα όλα τα έως τώρα ορόσημα στη ζωή του ανδρός (και ακόμα πιο πολλά) εξωτερικά με τρόπο συμβατικό κι αναγνωρίσιμο, αλλά εσωτερικά κάθε ορόσημο απλώς σηματοδοτεί έναν και συγκεκριμένο άνθρωπο. Παράδειγμα: όταν συμβίωσα για πρώτη φορά, εγώ που ακόμα και τώρα αποφεύγω τη συμβίωση, ο μοναχικός και μονόχνωτος, δεν μπόρεσα να σκεφτώ "α, θα συμβιώσω, να ένα καινούργιο στάδιο, ω ρε συ θα αλλάξει η ζωή μου", μόνο τον άνθρωπο με τον οποίο θα μοιραζόμουν το δωμάτιο και το κρεβάτι μου σκεφτόμουν. Κι αφέθηκα. Και πάει λέγοντας έκτοτε: μόνον οι άνθρωποι με απασχολούν τελικά. Κι αφήνομαι.

"Και τι μας τα λες αυτά;" θα ρωτήσετε ευγενικά όσοι δε μου πολυέχετε θάρρος. Δεν ξέρω. Νυστάζω. Πάω για ύπνο, ναι, από τις δέκα και.




GatheRate

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Η πτώση

Εδώ και είκοσι λεπτά προσπαθώ να ξεκινήσω να γράφω για το τι γίνεται στην Ελλάδα, όπου κάθε μέρα μας ξημερώνει ακόμα μια έκπληξη, ακόμα μια πιο δυσάρεστη έκπληξη. Δεν ξέρω τι να πω που να μην είναι μπλαζέ, μελό ή εξυπνάδα. Δεν ξέρω από πού να το πιάσω το κουβάρι.

Για να αυτοσαρκαστώ λιγάκι, μετά από 6μισυ χρόνια για πρώτη φορά δεν εχω τι να πω.

Κι όχι, δε με απασχολούν όσοι θα χάσουν το Audi και θα πρέπει να παίρνουνε συγκοινωνία, με απασχολεί αν θα υπάρχουν συγκοινωνίες. Ούτε λυπάμαι κάποιους που θα εγκαταλείψουν το οροφοδιαμέρισμα στα Βριλήσσια και θα επιστρέψουν στο τριαράκι που τους έγραψε η γιαγιά στα Πατήσια, με προβληματίζει αν έχουν όλοι γιαγιά με διαμέρισμα και αν μπορείς να μεγαλώσεις πια παιδί στα Πατήσια. Και τα νοσοκομεία. Και τα σχολεία. Και άνθρωποι αγαπημένοι που θέλουνε να φύγουνε για Αυστραλία και Καναδά.

Και στο κάτω-κάτω, ποιος με χέζει εμένα: εγώ παριστάνω τον Ποιητή που κάθεται μάλλον ασφαλής σε κάποιο νησί κι αγναντεύει το Μεσολόγγι απέναντι να πέφτει. Βεβαίως, το μόνο κοινό μου με τον Ποιητή είναι το σουλάτσο εδώ γύρω ενός στόλου υπό την Ημισέληνο, εκεί σταματούν οι ομοιότητες.

GatheRate

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Je crois entendre encore


Κυρίες και κύριοι, οι ευαισθησίες μας και οι συγκινήσεις μας είναι δικές μας και μόνον δικές μας. Οι σπάνιες πολύτιμες στιγμές στις οποίες τις μοιραζόμαστε με τους άλλους είναι απλώς αυτό: στιγμές.

Ευλογημένα λοιπόν τα πλάσματα που μας συντονίζουνε με τις ευαισθησίες τους. Βλέπουνε την πατρίδα τους να βουλιάζει κωμικοτραγικά κι ανεπιστρεπτί σαν σε ταινία του Γκίλιαμ, αισθάνονται τη ζωή, τη νιότη ή τον έρωτα να περνάει αφήνοντας πίσω αγάπη ή τίποτα, τους χτυπάει κατάστηθα το παιδί τους που μεγάλωσε και φεύγει ή (χειρότερα) που τους φτύνει στα μούτρα, τους μαχαιρώνει ανεπανόρθωτα ο θάνατος φίλου, παιδιού, της αγάπης τους. Και τι κάνουν κυρίες και κύριοι; τα θάβουνε μέσα τους; σε ημερολόγια; Όχι, οι τεχνίτες της απόκρυψης τα εκθέτουν υπαινικτικά μπροστά σας, σε μπλογκ κι άλλα τεχνουργήματα του διαδικτύου. Χαμηλόφωνα, σχεδόν γριφωδώς. Και μάλλον θα τα προσπεράσετε. Αλλά αν όχι, ίσως να συντονιστείτε μαζί τους. Και η στιγμή, η ευαισθησία, η συγκίνησή τους, ίσως και η διάρκεια του πόνου τους θα γίνουνε και δικές σας. Για λίγο.

Δε θέλω να ονομάσω αυτά τα πλάσματα (θα λένε πάλι ότι αβαντάρω τους ίδιους και τους ίδιους). Άλλωστε τον καθένα τον αγγίζουν και διαφορετικά πράγματα.

Από πού έρχονται όλα αυτά; Από τα σκοτεινά βάθη μας, τον σκοτεινό καθρέφτη όπου καθρεφτίζεται η ψυχούλα μας, από πού αλλού; Με ποια αφορμή; Αυτό το κομμάτι που είχα να ακούσω περίπου 30 χρόνια (όχι σε αυτή την εκτέλεση). Ο πατέρας μου, τεχνικός με αγάπη για τη μουσική, έφτιαχνε σιγά-σιγά δισκοθήκη με βινύλια αλλά έτρεμε τη φθορά και τα γρατσουνίσματα. Έτσι, μόλις αγόραζε έναν δίσκο τον έγραφε σε κασέτα αμέσως, σε κασέτα χρωμίου αν ήταν κλασική μουσική και σε χρωμίου-ογδίου (δεν έχω ιδέα τι εννοούσε) αν ήτανε καλή κλασική μουσική. Και ούτε αυτές τις κασέτες με άφηνε να τις παίζω μόνος, γιατί έπρεπε πρώτα να πατήσεις κάτι κουμπάκια στο στέρεο.

Τα χάιλαϊτς από τους "Αλιείς μαργαριταριών" του Μπιζέ ήτανε γραμμένα σε μια κοινή κασέτα Technics, οπότε μπορούσα να την ακούω όσο ήθελα. Δεν την άκουγα συχνά. Όταν όμως έπαιζε το Je crois entendre encore, η ψυχή μου σφιγγόταν ανελλιπώς. Όπως τώρα, σχεδόν 30 χρόνια μετά.

GatheRate

Μαύρη είναι η νύχτα

Μεγάλωσα επί Ανδρεοκρατίας, όταν τα κρατικά μέσα ενημέρωσης μάς τάιζαν το ενδεχόμενο πολέμου με την Τουρκία ή πυρηνικού πολέμου που θα ξεκινούσαν οι ΗΠΑ. Στη φαντασία μου έφτιαχνα σενάρια καταστροφής και αφανισμού, επικά σενάρια, που θα με κυνηγούσανε για χρόνια.

Η γενιά μου είναι στα μέσα και στα έξω πια. Οι άνθρωποι της γενιάς μου είναι έτοιμοι να έρθουνε στα πράγματα: έχουνε οικογένεια κι αμάξι και, μέχρι πρόσφατα, πλήρωναν μια χαρά τις δόσεις του δανείου τους για το ωραίο διαμέρισμά τους. Οι λίγο μεγαλύτεροί μας, που είναι ήδη στα πράγματα, έχουνε χάσει τη μπάλα. Βλέπουν τη λαϊκή ιδεολογία να μετασχηματίζεται αργά από πατριωτικό ελληνορθόδοξο εθνικισμό (που μας έδωσε στιγμές δόξης όπως η Μακεδονική οπερέττα) σε κανονικό ξενοφοβικό φασισμό. Σε απάντηση, οι λόγιοι που προέρχονται από τις τάξεις της γράφουν αστειότητες, εκθέσεις ιδεών. Κυρίως αυτό, γράφουν. Οι λίγο μικρότεροί μας μουτζοκλαίνε ότι δεν τους αξίζουν τα ερείπια στα οποία μετατρέπεται σιγά σιγά η αστραφτερή Ελλάδα του 2004. Παιδιά, κάλμα, μην κάνετε έτσι: θα μπορούσατε να έχετε γεννηθεί μεταξύ 1901 και 1930, ή να έχετε ζήσει τα νιάτα σας επί Χούντας.

Η δική μας γενιά τι κάνει;  Δραστηριοποιείται διαδικτυακά, όπως εγώ καλή ώρα, παρακολουθεί επικροτώντας Λαζόπουλο κττ. (το λαϊκό θέατρο που μας αξίζει, ηθικολογικό, γλυκερό, στερεοτυπικό). Προσπάθησε να διώξει τα λεφτά της στην Κύπρο (ώπα) και στην Ελβετία. Όσοι από τη γενιά μας δηλαδή δε χάνουν τη δουλειά τους κανονικά. Αυτό το καλοκαίρι έμαθα για τόσες απολύσεις που, συνηθισμένος από τη μίρλα της γενιάς μου και της προηγούμενης, νόμιζα στην αρχή ότι πρόκειται απλώς για κλάψα, ότι λ.χ. νόμιζαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι ότι απολύθηκαν, όπως κάποτε νόμιζαν ότι τα φέρνουνε βόλτα με το ζόρι (επειδή τους ζόριζε η δόση της μεζονέτας σε συνδυασμό με τα δάνεια δύο αμαξιών και τις διακοπές στη Βιέννη και στην Κοπεγχάγη, που είναι πάρα πολύ ωραία). Μετά με χαστούκισε η πραγματικότητα κι εμένα.

...


Γράφοντας το ποστ, διάβασα αυτό εδώ του Βυτίου. Επειδή τα λέει πολύ καλύτερα και πολύ πιο πηγαία απ' ό,τι θα μπορούσα να τα πω εγώ, αφήνω το δικό μου ποστ ημιτελές και σας παραπέμπω εκεί. Το αφήνω το δικό μου λοιπόν ημιτελές όχι μόνον ως μνημείο στην ευστοχία του Βυτίου αλλά και ως μνημείο της γενικότερης απελπισίας, της παγωμάρας.

GatheRate

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011

Μουσική για τη νύχτα

Διοτι, βεβαίως, ου εά με καθεύδειν τα του Θας τρόπαια (ένα εκ των οποίων εδώ)
Οπότε:


MusicPlaylist
Music Playlist at MixPod.com

Καλή ακρόαση,
Sraosha o slow

GatheRate

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

Επιμύθιο στο "παπάρια"

μεταμπλόγκιν ή ξενερέ αυνανισμός

Έμαθα πριν μια βδομάδα ότι ο μπλόγκερ συλλέγει στατιστικές: πόσοι διαβάζουν το μπλογκ, από πού έρχονται, πού κατοικοεδρεύουν. Ήδη από τον Μάιο του 2009.

Αργά χτες τη νύχτα μπήκα κι εγώ να δω τα στατιστικά αυτού του μπλογκ. Έμαθα δύο πράγματα.

Πρώτον, η ηλεκτρονική εκδοχή της Lifo αναδημοσίευσε το προηγούμενο ποστ (αυτό με τα παπάρια), με δική της ψαγμένη εικονογράφηση. Με ρώτησε; Όχι. Με ενημέρωσε εκ των υστέρων; Όχι. Πώς πρέπει να νιώθω; Κολακευμένος και τιμημένος; Πικαρισμένος; Εξαγριωμένος; Τιποτα. Δε βαριέσαι, υπάρχουν κι άλλα πράματα στη ζωή εκτός από "το μεγάλο σοσιαλμηντιακό ίδρυμα", που λέει και μια ψυχή. Δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε -- κι ο Θεός να λυπηθεί τους μπλοκάκηδες.

Δεύτερον, από τον Μάιο του 2009, το ποστ με τα παπάρια είναι ήδη το δεύτερο πιο δημοφιλές, ελέω και Lifo βεβαίως. Μέσα σε δύο μέρες. Ας το αναλύσουμε αυτό. Το ποστ της Δευτέρας αποτελείται από τρεις ρηχές σημειώσεις. Η πρώτη, που προλογίζεται ως τετριμμένη, εκθέτει α λα παλιό Κλικ με ολίγη από Μαλβινάκι-Θεός-σχωρεσ'το τα κριτήρια του κάθε τρόμπα για το τι κρύβεται πίσω από κάθε επιτυχημένη γυναίκα. Να υπενθυμίσω στους νεώτερους ότι αυτά μας τα έχει πει ο Ρακάσα πολύ καλύτερα πριν 6 χρόνια. Η δεύτερη σημείωση, όπως αγριωπά χώνει και η Niemandsrose, συμπληρώνει την δεύτερη:
"Και τελικά τι θέλαμε να πούμε; Ότι ζούμε σε μια συντηρητική κοινωνία, ο συντηρητισμός της οποίας απλώνεται μέχρι τις παρεούλες των νεοελλήνων διανοουμένων στο Κολωνάκι και τα πέριξ; Πολύ προφανές. Λες και δεν είχαμε καταλάβει τόσο καιρό από τα βιβλία τους για τι παπάρες (μια και ο λόγος) πρόκειται, περιμέναμε να μάθουμε πως κουτσομπολεύουν σα λιγούρια το βίο των ομότεχνών τους."
Η τρίτη σημείωση, καρικατούρα μιας καρικατούρας, μιλάει ξανά για τον κομφορμισμό ως διαδικασία επιλογής του ποια συγγραφέας ανεβαίνει και πουλάει και ποια κάθεται στα αυγά της.

Σε όλο το ποστ δεν υπάρχει ούτε μισό επιχείρημα, ούτε μία πρωτότυπη ματιά: παραδέχεται άλλωστε και το ίδιο ότι λέει τα γνωστά ή αυτονόητα. Το ίδιο ποστ, το δεύτερο πιο δημοφιλές εδώ και δύο χρόνια μέσα σε δύο μέρες, μάζεψε και κάμποσα σχόλια, ούτε που θυμάμαι από πότε έχω να δω τόσα σχόλια.

Ερωτήσεις:

α. Και τι το έγραψες ρε; Ε, μπλογκ είναι, γράφουμε. Οι παππούδες, ανήμποροι, μουτζώνουνε τον ΓΑΠ (παλιότερα μουτζώνανε τους προκατόχους του) στην τηλεόραση. Εγώ γράφω ποστ.

β. Βρίζεις τους αναγνώστες σου, ρε αλαζονικό παπάρι; Όχι, τους λέω να είναι πιο δύσπιστοι και εκλεκτικοί.

γ. Είσαι σχιζοφρενούλης; Όχι, μέμνημαι απιστείν, ακόμα και απέναντι στον εαυτό μου. Άλλωστε όποιος είναι αυστηρός με τους άλλους ("όλο σχεδόν χεστήρια είσαι ρε αδερφέ", μου είπε απόψε ένας φίλος), οφείλει να είναι πρώτα αυστηρός με τον εαυτό του.

Τελείωσα. Καληνύχτα.

P.S.: Διαβάστε αυτό.

GatheRate

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

Η σημασία του να έχεις παπάρια



σημειώσεις για τον σεξισμό των Ελλήνων πνευματικών ανθρώπων και της συνοδείας αυτών

Σχεδιάζω αυτό το ποστ καιρό, μετά από σχετικές συζητήσεις με δικούς μου ανθρώπους (Ι., Π., Ε., Κ., Σ. -- ευχαριστώ). Είχα σκοπό να γράψω κάτι ολοκληρωμένο με αρχή, μέση και τέλος και καταλεπτώς καταγγελτικό, με διευθύνσεις, ονόματα και τηλέφωνα (εντάξει, υπερβάλλω).

Αντ' αυτού, σημειώσεις: πάλι βρίσκομαι ανάμεσα στις συμπληγάδες της τρελής δουλειάς και της παραλυτικής βαρεμάρας...

Σημείωση πρώτη: η κρησάρα

Ι.
Ξεκινάμε με τα τετριμμένα: ας πούμε ότι είσαι γυναίκα και πετυχαίνεις υπερβολικά στον πνευματικό χώρο, από σινεμά μέχρι βιβλίο και από ποίηση μέχρι διοργάνωση εκδηλώσεων και θεαμάτων, από θέατρο μέχρι τραγούδι και από σκηνικά-κουστούμια μέχρι ζωγραφική. Η πρώτη αντίδραση όσων σε παρακολουθούν είναι να ψάξουν ποιανού είσι συ: γυναίκα, αδερφή, κόρη, ερωμένη. Φυσικό: ως γυναίκα, πώς αλλιώς θα σου δοθούν ευκαιρίες; Κακά τα ψέματα.

ΙΙ.
Ας πούμε ότι δεν είσαι γυναίκα, κόρη, ερωμένη κανενός. Ποιος να σε πάρει για γκόμενα έτσι που είσαι. Η επόμενη λοιπόν ερώτηση είναι, βεβαίως, "ποιος σε πηδάει", η ίδια που απευθύνουμε και στους πετυχημένους ορατά ή άουτ γκέι άντρες.

ΙΙΙ.
Ας πούμε ότι δε σε πηδάει κάποιος συγκεκριμένος. Το επόμενο ερμηνευτικό εργαλείο είναι αφοριστικό και όχι υπό μορφή ερώτησης: "αυτή έχει πάρει όλη την κοινωνία" (ενδεχομένως κατά το "εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω"). Η κοινωνία συνήθως ορίζεται ως σύνολο με πληθικό αριθμό μεγαλύτερο ή ίσο του 5. Γιατί όμως; Διότι, ως γνωστόν, για τις γυναίκες το σεξ δεν είναι απόλαυση αλλά μέσο αυτεπιβεβαίωσης, ατραπός τρυφερότητας, ατού στις επιδιώξεις τους. Όθεν, κάποια που έχει πάει με πάνω από 5, άρα με όλη την κοινωνία, είναι αδίστακτη. Ή πουτάνα. Ή αδίστακτη πουτάνα.

IV.
Σε αυτό το σημείο, αν είσαι γυναίκα και πετυχαίνεις υπερβολικά, μάλλον κάπως ήδη έχεις καλυφθεί. Εάν όχι, ε, είναι απλό: είσαι λεσβία.

Σημείωση δεύτερη: σιγή γυναιξί κόσμον φέρει

Η Χ είναι συγγραφέας. Τώρα τελευταία μάς τα έχει χαλάσει, αλλά τουλάχιστον πρόλαβε να ενοχλήσει, να τσαντίσει και να προκαλέσει τον φθόνο συντηρητικών, αριστερών ηθογράφων, οικογενειολατρών, νεκραναστημένων λειψάνων της γενιάς του 30, λεβεντοπροζάτων, ξινών κριτικών. Ωστόσο την πιο εύλογη κριτική για τη Χ δεν την άκουσα για μια σειρά από χαριτωμένα αλλά αδιάφορα βιβλία της, ούτε για άρθρα της που πρέπει να σερβίρονται με αγχολυτικό. Την άκουσα για την πολιτεία της Χ, και είναι χαρακτηριστική του πατριαρχικού-σεξιστικού γραφικού χωριού Κωσταλέξι που είμαστε: Η Χ δεν είναι μάνα, αδερφή, σύζυγος ή κόρη κανενός. Ίσα ίσα, όπως επιγραμματικά μού είπε κάποιος του χώρου, "μεθοκοπάει και τραβολογιέται με γκόμενους στα πάρτυ". Η αξιολόγηση μού έμεινε διότι εκείνη την ώρα ο εν λόγω άνθρωπος του χώρου ήταν ακόμα πιο μεθυσμένος κι από εμένα. Εντάξει, αν ήταν η Χ άντρας, θα ήταν πούστης, κρυφός κατά προτίμηση. Το θέμα δεν είναι εκεί. Το θέμα είναι στην τρίτη σημείωση:

Σημείωση τρίτη: τα βραχιόλια της βροντούν

Ποιες είναι οι ελληνίδες συγγραφείς που όλοι σέβονται; Σύζυγοι, μητέρες, σαλές ποιήτριες της πρόζας. Εντάξει. Είπαμε, πώς αλλιώς να σου δώσει σημασία ο χώρος.

Ποιες ελληνίδες συγγραφείς πουλάνε; Κυρίες με μισό δάχτυλο μέικαπ, βραχιόλια, περιδέραια, χάντρες πολλές, με το μαλλί σε απόχρωση βαφής φούρνου, απόφοιτοι και εργαζόμενες και συνταξιούχοι. Γράφουν για τον έρωτα (what else is there?). Ομαλά, λυρικά, ποιητικά. Με πάθη ωραία, αποστεγνωμένα, της καρδιάς κι όχι των βουβώνων. Τις φαντάζομαι να γράφουνε στον υπολογιστή και τα τζάτζαλα που φοράνε να κροταλίζουν. Από μέσα ακούγονται ο Καπουτζίδης στην τιβί και η Φιλιππινέζα που τραγουδάει χαμηλόφωνα να μην ενοχλεί την κυρία. Άλλες θα γράφουνε με Parker (η Montblanc, δώρο του συζύγου, της Εθνικής Τραπέζης, επί τη ευκαιρία της 46ης χιλιάδας, είναι αποκλειστικά για την υπογραφή αντιτύπων) γιατί είναι αισθαντικότερη η διαδικασία, δεν πατάς κουμπάκια σε ένα άψυχο μηχάνημα παρά σέρνεις πάνω στο παρθενικό χαρτί τον μικρό φαλλό που ξεχειλίζει γαλάζιους χυμούς αφήνοντας πίσω του γραφή. Βεβαίως, μιλάνε τελικά για τα βάσανα της μέσης ελληνίδας που έχει ανοίξει η χοάνη του γάμου και την έχει καταπιεί σχεδόν μέχρι τον λαιμό, σαν κάποιο υποχθόνιο σκάμμα στην κωνική Κολαση του Αλιγκιέρι. Ακόμα και όταν η ιστορία εκτυλίσσεται στα σκλαβοπάζαρα της Ζανζιβάρης και στα αρχοντικά της Βραΐλας. Αλλά όλοι για τα βάσανά μας μιλάνε. Ιδίως λ.χ. τα τούρκικα σήριαλ.

GatheRate

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Νιόνιο, αγάπη μου

Απόψε θυμήθηκα το Περιβόλι του Σαββόπουλου και πώς πρωτοάκουσα τον δίσκο "Το περιβόλι του τρελλού".

Όταν λοιπόν ήμουν πρώτη ή δευτέρα Γυμνασίου (τω καιρώ εκείνω), τη γιορτή της 25ης Μαρτίου την έκανε ένας μαθηματικός που ήταν ωραίος τύπος και αριστερός (έμοιαζε μάλιστα φατσικώς με τον Τάλω). Αντί λοιπόν για τα γνωστά πατριωτικά τραγούδια και φω τσαμικα, πέφτει και η "Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη", από τη χορωδία του Γυμνασίου υπό τη διεύθυνση μιας θεούσας καθηγήτριας μουσικής (πλην όμως καταπληκτικού ανθρώπου και δασκάλας -- της χρωστάω εν πολλοίς τη Μουσική). Παθαίνω τρελή πλάκα, τρελή όμως, και μετά τη γιορτή πηγαίνω στον μαθηματικό και τον ρωτάω τι είναι αυτό, από ποιον δίσκο κτλ. Μου λέει και πάω και γράφω τον δίσκο σε κασέτα, τον οποίο ακόμα θεωρώ από τους καλύτερους ελληνικούς δίσκους όλων των εποχών.

Μετά κόλλησα με τον Νιόνιο για χρόνια.

GatheRate

Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

Η πόλις



Τα καλά ξεκίνησαν ήδη από χτες. Είδα έναν νέο φίλο και μιλήσαμε. Μου είπε πολύ σημαντικά πράγματα. Αν και ήμουνα βαρύς μέσα μου, αυτά που μου είπε τα κράτησα και τα δούλεψα.

Και σήμερα βαρύς ήμουν. Μετά όμως πήρα και έστειλα όμορφα μηνύματα, ο μόνος λόγος που πραγματικά μου αρέσει που έχω κινητό: τα μηνύματα. Εκείνη την ώρα περπατούσα πίσω από το Ιντερκοντινένταλ προς Καλλιρρόης. Σουρούπωνε. Η διαδρομή είχε μια αίσθηση μαγική. Η αγαπημένη πόλη, η πόλη των ονείρων μου. Κι ας λέω ότι έγινα άνθρωπος στο Λονδίνο, κι ας με γεμίζει νοσταλγία αβάσταχτη η θύμηση του Λονδίνου: στην Αθήνα υπήρξα ευτυχισμένος, της Αθήνας ο χάρτης είναι κατάστικτος με σημεία χαράς, με στίγματα συμπυκνωμένου χρόνου, έστω. Η Αθήνα είναι η μόνη μου πατρίδα, τελικά.

Συνέχισα να περπατάω. Έπεφτε το σκοτάδι ανάμεσα στα μεγάλα δέντρα της Καλλιρρόης. Το τραμ πέρασε από δίπλα μου κατάφωτο σαν έκπληξη, γεμάτο κόσμο. Ευτυχία με άγγιξε.

Και μετά αναλογίστηκα πως δεν υπάρχει κανένας λόγος να λυπάμαι όταν αφήνω αυτήν την πόλη που αγαπάω. Η πόλις με ακολουθεί, την κουβαλάω μέσα μου. Με έχει κρύψει μέσα της και μου έχει δώσει καταφύγια, την κατοικώ. Έχει αφήσει τον χάρτη της να αποκτήσει νόημα για μένα, διάσπαρτος με θαύματα. Στο τέλος, εντυπώθηκε μέσα μου κι αυτή.

Και με αυτή τη σκέψη κοίταξα ψηλά τον ουρανό της και χαμογέλασα.

GatheRate

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Οι τεχνίτες της απόκρυψης



Ακολουθεί άχρηστη αυτοαναφορική ανάρτηση.

Από τότε που ξεκίνησα το μπλογκ, η επικαιρότητα είναι συνήθως μια μελαγχολική υπόθεση και προσπαθώ, ανεπιτυχώς συνήθως, να της ξεφύγω. Κατά καιρούς, π.χ. όταν γράφει ο θας, ο οποίος με τον πάλαι Κουκουζέλη μου έδωσαν το έναυσμα να αρχίσω ελληνικό μπλογκ κι από τον οποίο έκλεψα τον τίτλο, με κάνουνε να στραφώ μέσα μου, να θέλω να πω ιστορίες. Τέτοιες φορές νιώθω την ανάγκη να πω κάτι δικό μου, τόσο μικρό που να μη φανερώνει παρά ένα μόνο κίνημα της ψυχής αλλά και τόσο σημαντικό, ώστε να το φανερώνει αυτό το κίνημα, αυτή τη διάθεση, αυτή την όψη πραγματικού εαυτού.

Μόνο που δεν ξέρω να λέω ιστορίες. Ούτε καν τις δικές μου. Ξεκινάω από αλλού γι' αλλού, πέφτω σε ατέλειωτες παρεκβάσεις (των οποίων στο σχολείο μάς έλεγαν ότι πατέρας είναι ο Ηρόδοτος), προδίδω τις λέξεις, με προδίδει η γλώσσα, χάνω το νήμα και στο τέλος σού λέει ο άλλος: κάλπη, κερατά, μπούρδα -- πάψε να παιδιαρίζεις. Ή απλώς βαριέται. Γι' αυτό δεν μπορώ να πω ιστορίες. Κι όταν θέλω να σας κάνω να γελάσετε (εσάς που με ξέρετε), δε σας λέω ανέκδοτα. Κάνω πνεύμα. Συνήθως με τον πόνο μου.

Αλλά έκανα παρέκβαση πάλι. Ξεκίνησα να φανερώσω ή να αποκρύψω κάτι δικό μου. Ή μάλλον, να δώσω σημάδια, όχι παραπειστικά, αλλά κρυφά. Όπως είπε και ο άνθρωπος που μας έδωσε το τσιτάτο 'child in time', ἁρμονίη ἀφανὴς φανερῆς κρείσσων. Ή, ακόμα καλύτερα: ὁ ἄναξ, οὗ τὸ μαντεῖόν ἐστι τὸ ἐν Δελφοῖς, οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει. Δε φανερώνει ούτε αποκρύπτει, παρά δίνει σημάδια. Άντε λοιπόν να δούμε.

Για ένα πράγμα με έχουν κατηγορήσει όλοι οι δικοί μου άνθρωποι ανεξαιρέτως, όλοι: ότι στη δική μου ζωή βλέπω δέντρα και ρυάκια εκεί που δεν υπάρχουν παρά κοπριές, μολόχες κι ένα λασπερό χαντάκι. Εγώ ο πιστοποιημένα απαισιόδοξος και οριακά κυνικός κατηγορούμαι συχνά στα προσωπικά μου για αφελή αισιοδοξία, εθελοτυφλία και εμπριμέ εξιδανικεύσεις. Θυμάμαι καβγάδες σαν καθημερινή εντριβή με γυαλόχαρτο επί μήνες, ότι το μόνο που υπάρχει γύρω μου είναι σίδερα και ντουβάρια κι εγώ βλέπω δρόμους και σημεία φυγής στον ορίζοντα. Θυμάμαι αναγγελίες ανά δεκαπενθήμερο για έναν ολόκληρο χρόνο ότι ήρθε το τέλος, ή ότι το τέλος έχει έρθει και μόνον εγώ δεν το ξέρω. Θυμάμαι καβγάδες που, λέει, ήταν ο πόλεμος της συντέλειας: μόνον εγώ μέσα στην αφέλειά μου νόμιζα ότι άμα ραγίσει το γυαλί ξανακολλάει. Θυμάμαι φιλίες που τέλειωσαν για πάντα, αλλά το "για πάντα" κράτησε μόνον οχτώ και δώδεκα μήνες. Θυμάμαι ότι καταδικάστηκα κι ότι μάταια έλπιζα, αλλά απαλλάχτηκα με βούλευμα (μεταφορικά μιλώντας -- δεν έχω δικαστεί ποτέ). Θυμάμαι ότι επέλεξα την εξορία (και καλά) και τη μοναξιά αλλά κι αυτές δεν κράτησαν. Μέχρι και έναν δωδεκαετή θυμό θυμάμαι που ξεφούσκωσε και έπεσε αθόρυβα σε μισή ώρα, αποκαλύπτοντας ένα θαυμάσιο τοπίο πίσω του. Θυμάμαι κι άλλα, αλλά μπήκατε στο νόημα: χαμένο κορμί με φωνάζουν κι αλήτη. Ξανά και ξανά. Δηλαδή, όχι χαμένο κορμί αλλά, ας πούμε, δεσμώτη της αυταπάτης.

Αγαπητοί αναγνώστες, που διαβάζετε αυτά τα ακατονόητα ακόμα, πάντοτε δικαιώθηκα. Όχι γιατί έχω δίκιο ή γιατί συνήθως έχω δίκιο. Όχι δα. Ίσα-ίσα, με δυο ρητά πορεύομαι: pecca fortiter είναι το ένα. Παρά γιατί, αν επιλέξω κάτι ή κάποιον, σημαίνει ότι το θέλω, όχι ότι έτυχε, ή ότι μου έκατσε. Μόνο μια ψυχή το κατάλαβε αυτό που μου είπε πριν 5-6 χρόνια ότι κάνω πάντα λες και θα αγοράσω σπίτι. Έτσι: όταν βλέπω δέντρα και ρυάκια εκεί που δεν υπάρχουν παρά κοπριές, μολόχες κι ένα χαντάκι δύο τινά συμβαίνουν: ή πράγματι βλέπω καλύτερα και πιο μακριά ή, συνήθως, είμαι έτοιμος να αρχίσω βαρβάτο σκάψιμο και συστηματική κηπουρική.

Κι αυτό είναι το μικρό μου μυστικό: βαριέμαι, αδιαφορώ, απέχω, αποφεύγω, γκρινιάζω (ω θε μου, η γκρίνια είναι δεύτερη φύση για μένα, αν έχετε διαβάσει Sraosha το ξέρετε), αλλά άμα θελήσω, θέλησα και θέλησα ολόψυχα και δίνομαι. Κι επίσης, όταν θέλω, εγώ ο γενικά ανυπόμονος, έχω γαϊδουρινή υπομονή. Κι αυτό είναι το δεύτερο ρητό: cunctando regitur mundus.

Να ευχηθώ σε όλους Ágætis byrjun (καλή αρχή).

GatheRate

Σάββατο 20 Αυγούστου 2011

Πίστις και σεξ



(Ο τίτλος, επίτηδες, παραπέμπει σε φυλλάδια χριστιανικών οργανώσεων, αυτών των αγνοημένων σοβιέτ που διαφεντεύουν ακόμη μέρος της χώρας και μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης.)

Πριν κάτι μέρες πήγα σ' ένα μοναστήρι να δω μια φίλη που έγινε μοναχή πριν περίπου 15 χρόνια.

Κάθε φορά που πάω σε μοναστήρι κάνω τις αναμενόμενες κοινότοπες σκέψεις: πώς είναι να μην το κάνεις καθόλου· μωρέ αυτοί που είναι να το κάνουν, το κάνουν -- ενώ εκείνοι που δεν το κάνουν, σκασιλάρα τους έτσι κι αλλιώς: ούτε έξω στον κόσμο θα το έκαναν· τέτοια χαζά.

Αυτή τη φορά, περιμένοντας τη φίλη που εγκατέλειψε τα εγκόσμια πριν 15 χρόνια, κάθησα σε ένα πεζούλι κάτω από ένα ωραίο δέντρο και κοιτούσα τους προσκυνητές και επισκέπτες που μπαινόβγαιναν στο καθολικό του μοναστηριού, προ δεκαπενταετίας ήταν οι κλασσικοί θεουσάνθρωποι, αλλά πλέον ο κόσμος έχει αλλάξει και βλέπεις κάθε καρυδιάς καρύδι, όχι ντε και καλά πονεμένο, παρά και διάφορους ξένους ορθόδοξους σε προσκυνηματικού τύπου εκδρομές.

Τους παρατηρούσα προσεκτικά φορώντας την έκφραση του ελαφρώς διψασμένου και πολύ αποσταμένου προσκυνητή που απλώς με καρτερία κοιτάζει εγκάρσια προς κάποιον τοίχο, γλάστρα ή γάτα μοναστηρίσια. Έτσι όλοι νομίζουν πως εύκολα διαβάζουν τις προθέσεις σου (νερό, γλυκό κουταλιού, ίσκιο, ξάπλα στο πούλμαν της επιστροφής), ενώ εσύ είσαι αλλού για αλλού. Αυτή τη φορά ήμουν εκεί, σε αυτές τις σκέψεις:

Τη δεκαετία του '60 (δηλαδή στα 1967-1973, που εμείς εδώ είχαμε χούντα) πάρα πολλοί πίστεψαν ότι το σεξ είναι εγγενώς και απολύτως καλό, εξ ορισμού όμορφο, ένα απόλυτο αγαθό. Την άλλη σύντομη δεκαετία του "Τραπεζάκια Έξω", του "Τεριρέμ" και του "αλφαβηταριού της πίστης" (ας την πούμε του '80) πάρα πολλοί πίστεψαν ότι η πίστη είναι εγγενώς και απολύτως καλή, εξ ορισμού μεταρσιωτική, ένα απόλυτο αγαθό. Μάλιστα, σε μια έξαρση συνθετικού οίστρου, κάποιοι οραματίστηκαν τη σύζευξη των δύο, και θεώρησαν ότι συνδυάζοντας τα δύο θα δούνε ό,τι και ο Δάντης στο τελευταίο άσμα του Παραδείσου: Θεού πρόσωπο. Και έπραξαν αναλόγως, ή προσπάθησαν τουλάχιστον: από απόδειπνο σε παραλία ερημική, από βαμβουνακική μοιχεία κι αρπαχτή σε αγρυπνία στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου, από αρχονταρίκι σε καυλαντίσματα με ωραίες αλλά απόρθητες θεούσες, από φοιτητομπερδεματα σε εκδρομές στο Όρος κτλ.

"Γιατί χλευάζεις, ρε μαλάκα;", θα μου πείτε. Δε χλευάζω ακριβώς. Απλώς οι δύο θέσεις, ότι το σεξ είναι πάντα και απόλυτα καλό και ότι η πίστη είναι πάντοτε απόλυτο αγαθό, είναι πλανερές εξώφθαλμα -- ακόμα κι αν δεις το σεξ και την πίστη στην καθαρή μορφή τους (ό,τι πάλι κι αν σημαίνει κι αυτό).

Το σεξ μπορεί να είναι ρουτίνα ή πηγή άγχους ή θλίψης, το σεξ μπορεί να είναι μπανάλ: θυμηθείτε ιταλικά τηλεοπτικά σόου και ιταλικές σεξοκωμωδίες. Μπορεί να είναι (και είναι για εκατομμύρια ανθρώπων) μέσο εκμετάλλευσης, καταστροφής και ανήκεστου πόνου με τη μορφή κάθε λογής βιασμού και εξαναγκασμένης εκπόρνευσης. Αυτονόητα πράματα.

Αντίστοιχα πράματα ισχύουν για την πίστη, και μάλιστα σε μαζικότερη κλίμακα. Η πίστη βεβαίως είναι πηγή άγχους ή θλίψης για εκατομμύρια ανθρώπων, ιδίως η πίστη των άλλων που σου τη φοράνε κατάσβερκα, η πίστη μπορεί να είναι μπανάλ: θυμηθείτε μαγαζάκια γύρω στη Μεγαλόχαρη, φυλαχτά κάθε λογής και γραφικούς ανθρώπους με τους οποίους ασχολούμαστε μόνο και μόνο γιατί εκπροσωπουν κάποια θεότητα. Μπορεί να είναι (και είναι για εκατομμύρια ανθρώπων) μέσο εκμετάλλευσης, καταστροφής και ανήκεστου πόνου -- κι εδώ ακόμα κι ένας συνοπτικός κατάλογος θα ήταν μακρύς κι αβάσταχτα θλιβερός αλλά και γεμάτος κακογουστιά: σκεφτείτε μόνον τη δυστυχία και το AIDS που σκορπίζει η άρνηση των καλών Καθολικών να σκουφώσουν το πουλί τους.

Και δηλαδή τι να κάνουμε, να καταργήσουμε το σεξ και την πίστη; Η κατάργηση του σεξ δεν πέτυχε, ούτε της πίστης θα πετύχει (ακόμα και αν της δίναμε κι αυτηνής καμμιά 20αριά αιώνες διορία). Όπως το σεξ είναι ό,τι είναι στην ουσία του (ό,τι πάλι κι αν σημαίνει κι αυτό), η πίστη στην ουσία της είναι ένα φάρμακο με την αρχαία σημασία της λέξης, δηλαδή και ναρκωτικό και ίαμα, αλλά και με την ψυχοτροπική: μαστουρώνει, δίνει ελπίδα, καταπραΰνει, μεταρσιώνει, δίνει χαρά.

Και, για να γίνω κι εγώ μπανάλ, τι είναι η ανθρώπινη κατάσταση παρά η δυστυχία που νιώθουμε και προκαλούμε κυνηγώντας τη χαρά.

GatheRate

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2011

Σημεία των καιρών

Το τοπίο γύρω μου με έκανε να ξεχνάω τον εγκληματικό καρόδρομο με τις κορίνες του και τους γνωστούς οδηγούς. Εκεί πριν την Ακράτα πέφτει μια διασκευή του 'Because the night'.

Το τραγούδι αυτό το αγαπώ και νομίζω πως συγκαταλέγεται στα καλύτερά μου ερωτικά τραγούδια. Δεν έχω ερωτευτεί χωρίς να μουγκρίσω μέσα μου (όπως η Πάτι Σμιθ της αυθεντικής εκτέλεσης) "come on now, try and understand / the way I feel under your command". Την Πάτι Σμιθ τη σέβομαι απεριόριστα σαν καλλιτέχνη· θα ήθελα να είναι θεια μου, να έρχεται λετσοχασικλωμένη στο σπίτι και να τη λοξοκοιτάζει ο πατέρας μου. Τέλος πάντων, τι να γράψεις για τη γυναίκα...

Μιλώντας για την Πάτι που μουγκρίζει στο συγκεκριμένο τραγούδι, νομίζω ότι λίγες φορές έχει εκφραστεί στο τραγούδι παγκοσμίως η παραμελημένη και αγνοημένη γυναικεία σεξουαλικότητα όπως στην αυθεντική εκτέλεση του 'Because the night'. Τέλος πάντων.

Άκουγα λοιπόν την ψιλοχορευτική αλλά αξιοπρεπή εκτέλεση και πιάνω το κοριτσάκι να τραγουδάει, αντί για "so take me now, take me now, take me now", "so touch me now, touch me now, touch me now".

Θύμωσα. Να μια χειροπιαστή απόδειξη του ότι πάμε προς τα πίσω: το 1978 μπορούσε μια γυναίκα να διεκδικεί στο ράδιο με ρώμη και αξιοπρέπεια, ούτε γατίσια ούτε πορνοσταριλίδικα, "πάρε με τώρα". Το 2011 ζητάει απλώς να την αγγίξουν.

GatheRate

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

Προτεραιότητες

Υπέβαλα τον εαυτό μου στη δοκιμασία να παρακολουθήσει ειδησεογραφικές εκπομπές του Σκάι, του Άλφα, του Άλτερ. Το έχω ξαναπεί, σαν να βλέπεις ανατολικογερμανικές ειδήσεις είναι: καταστροφολογία, διαστρέβλωση, προπαγάνδα. Πόσους τόνους μάρμαρο έφαγαν οι αστυνομικοί, η αδιαλλαξία των ιδιοκτητών ταξί (μια φορά έχουνε δίκιο κι αυτοί οι άνθρωποι...) και καπάκι ρεπορτάζ για τα αλβανικά καλάσνικοφ: καινούργια όπλα κατά αστυνομικών -- λίγο να μην προσέχεις, νομίζεις ότι ο Σύριζα κατεβάζει στις διαδηλώσεις ένοπλους με καλάσνικοφ.

Είμαστε πάντως πια η χώρα των αλλού γι' αλλού προτεραιοτήτων. Μέτρα για τη μείωση του θορύβου, λέει. Και πολύ σωστά. Ξεκινάμε από τα φρικτά μηχανάκια; Όχι, από τις καμπάνες των ρολογιών. Μέτρα για τα κατοικίδια. Και πολύ σωστά. Ξεκινάμε από την εφαρμογή του νόμου για την κακοποίηση ζώων, και μάλιστα δημοσία, ή τις φόλες; Όχι, από το να φορολογήσουμε ιδιοκτήτες τριών ζώων.

Και πάλι, σε μεγάλη κλίμακα, το θέμα των αντεστραμμένων ιεραρχικά προτεραιοτήτων το βλέπουμε παντού, ας μην κολλάμε στα μικρά. Εντάξει, ναι, και πολύς κόσμος μιλάει για μισθούς, συντάξεις και τον ΦΠΑ του 23% -- ακόμα και στο τι θέλει το ΥΠΕΠΘ (ή πώς το λένε στο Newspeak) να κάνει στα πανεπιστήμια. Απ' όσο φαίνεται όμως οι αντεστραμμένες ιεραρχικά προτεραιότητες είναι συστημικές, ένα γενικευμένο μόντους οπεράντι, που θα έλεγε και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, αυτής της κυβέρνησης. Μια Ζεν προσέγγιση στην πολιτική πράξη, αλλά όπως θα καταλάβαινε το Ζεν ο Σταν Λη, ο κομιξάς όμως. Μετά το ταοϊστικό wu-wei του Κωστάκη, το τρελο-Ζεν του Γιωργάκη. Ο οποίος πλέον, όταν τον ακούς, είναι πλέον εξίσου καραγκιοζοπαίχτης με τον προκάτοχο, όταν ήταν πρωθυπουργός, πριν χάσει τη μιλιά του.

GatheRate

Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

Ιούλιος

Ως γνωστόν, το καλοκαίρι με κουράζει ενώ τη ζέστη την απεχθάνομαι με ζέση, ειλικρίνεια και συνέπεια.

Όμως, ο Ιούλιος.

Ο Ιούλιος είναι μηνας συμφορών, όπως και κάθε μήνας τελικά. Απλώς, όταν άκουσα για τη νορβηγική εκατόμβη (κι αναρωτήθηκα -- "μα έχει εχθρούς η Νορβηγία;") θυμήθηκα την επίθεση στο Λονδίνο to 2007, στην παλιά γειτονιά μου, στο λεωφορείο που έπαιρνα να πάω σπίτι μου.

Ο Ιούλιος είναι και μήνας θαυμάτων όμως. Μεγάλων και μικρών. Αν ήμουν ο ολντμπόυ θα σας έλεγα τώρα για τη διάσκεψη κορυφής της 21ης Ιουλίου, αν ήταν θαύμα και τι θαύμα κι αν έγινε τελικά, αλλά ούτε που κατάλαβα τι προέκυψε. Άλλωστε τα θαύματα που έχω στον νου μου είναι ιδιωτικά θαύματα: όχι από αυτά που θα δείξουν επιτέλους στον κόσμο ποιος κυβερνά τις συγκυρίες, ή τίνος είναι η γη και το πλήρωμα αυτής, παρά εκείνες οι στιγμές επιφάνειας που μας φωτίζουν, και που θα τις πάρουμε μαζί μας.

Μεγάλα θαύματα: όλα στη ζωή μου τον Ιούλιο, πλην ενός.

Μικρά θαύματα: δύο πάρα πολύ πρόσφατα.

Χτες το απόγευμα, με τον ήλιο πίσω μου, μέσα στο νερό, κοιτάζω τους φωτεινούς ίσκιους απέναντί μου, ό,τι με αφήνει ο αστιγματισμός να διακρίνω, δηλαδή. Από το ίδιο σχεδόν σημείο (πώς να μπεις στο ίδιο σημείο μέσα στο νερό) τις κοιτούσα πριν τρία χρόνια. Τότε προσδοκούσα ήρεμος το αδιανόητο. Χτες χαιρόμουν τον ερχομό των μικρών πραγμάτων, περιμένοντας να τους αφοσιωθώ.

Το πρωί σήμερα πριν το πλοίο διάβασα αυτό, για τον Μπαγιαντέρα. Απόψε, πριν από λίγο, βγήκα στο σκοτάδι να απλώσω τα ρούχα. Θαύμαζα το αγαπημένο δέντρο στον ακάλυπτο και ξαφνικά ακούω από τη διπλανή πολυκατοικία κάποιον να τραγουδάει χαμηλόφωνα αλλά καθαρά -- όπως αρμόζει σε καλοκαιρινή οινοποσία που βγάζει στον ακάλυπτο -- "σα μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει". Μετά τραγούδησε άλλα τρία του ρεμπέτη. Όχι όμως το "ξεκινά μια ψαροπούλα" που, σε μια εκτέλεση λίγο τζαζομπαλαντίσια, επενδύει το ψοφόκρυο του Σικάγου στην πιο χαρακτηριστική κινηματογραφική εικονογράφηση της νοσταλγίας, στο 'Big fat Greek wedding'...

GatheRate

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

Μετς

Αφορμές να γράψεις πάντα υπάρχουν πολλές. Με ρωτάνε λ.χ. για την Κύπρο αλλά με καλύπτει αυτό, εκτός από την τελευταία παράγραφο: δεν υπάρχει λόγος να ντρέπεται κανείς για το πού γεννήθηκε: και στην Κύπρο ενδημεί ομόλογη καφρίλα άφθονη, απλώς διαφορετικών προδιαγραφών.

Άλλη αφορμή: μπαίνω σε ταξί και κλείνω την πόρτα. Το ράδιο λέει για τον φόνο στον Λαγανά και ότι η "τοπική κοινωνία είναι συγκλονισμένη και σοκαρισμένη". Τον ταξιτζη κι εμένα μας πιάνουν αμέσως νευρικά γέλια επιτόπου, λες και είμαστε συνεννοημένοι. "Πάντα αντιδρούμε λες και δεν ξέρουμε τίποτα, όπως με τα στημένα και τόσα άλλα", λέει στα μισά της σύντομης διαδρομής, Ζακυνθινός ο ίδιος.

Λοιπόν, όχι. Να σας πω για χτες. Κατά τις 6 κατέβαινα από το Κολωνάκι (του οποίου τον κόσμο σιχαίνομαι αμείωτα από τότε που ήμουν 16) κι είπα να κόψω μέσα από το Μετς και να κάνω πως χάνομαι εκεί μέσα κιόλας. Η ώρα ήταν όμορφη. Είχε ζέστη αλλά υποφερτή, ωραία ζέστη για πόλη, ζέστη με το αεράκι της. Όλα έλαμπαν κι αστράφταν, ήδη από τη Βασιλέως Κωνσταντίνου. Μέσα στους δρόμους κοιτούσα τις προσόψεις και ένιωθα την ησυχία. Μια ησυχία που μου υπενθύμιζε διαρκώς ότι περπατούσα ανάμεσα σε σπιτικά ανθρώπων. Είναι κρίμα που μια πόλη με τόσο διαφορετικές γειτονιές και τόσο διαφορετική αίσθηση από γειτονιά σε γειτονιά να την εκτιμούν τόσο λίγοι από τους κατοίκους της.

Μετάνιωσα που δεν είχα τη φωτογραφική μηχανή μαζί μου.

GatheRate

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

Υπο γωνία



Ντρέπομαι να ξεφωνίζω πράγματα που διαβάζω, όσο πλανεμένα ή και εξωφρενικά και αν τα βρίσκω, γιατί μου έχουνε σφυρίξει ότι αντί να αναιρέσω αυτό που θεωρώ πλάνη, το αποκαλώ παραλογισμό και αποκύημα ημιμάθειας ή αμάθειας και σταματώ εκεί.

Η αμάθεια δεν είναι ούτε χειρότερη ούτε καλύτερη από την ημιμάθεια. Δε νομίζω ότι τελικά εκεί βρίσκεται το θέμα: ό,τι ξέρει ξέρει ο καθένας, ό,τι καταλαβαίνει καταλαβαίνει. Όπως ξαναέγραψα πριν κάτι χρόνια, εδώ που βρισκόμαστε, ένα από τα προβλήματά μας είναι ότι ο άλλος, είτε αμαθής, είτε ημιμαθής, φρονεί ότι μπορεί να μας πουλήσει μυαλό και πολυπράγμονα σπουδαιοσύνη έτσι κι αλλιώς, με τουπέ και με άποψη περίσσια. Τέλος πάντων.

Ο λόγος που δεν προσπαθώ να αναιρέσω όσα θεωρώ προϊόντα πλάνης είναι γιατί συνήθως δεν είμαι σίγουρος ότι ο άλλος πλανάται. Επιπλέον, είμαι πολύ ανεκτικός στην πλάνη. Οπότε, άμα ασχολούμαι με κάτι για να το κράξω, ασχολούμαι συνήθως μόνο με πραγματικά κολοσσιαίες μπούρδες: είτε αποκυήματα αυτής της επιθετικής και τσαμπουκαλίδικης ημιμάθειας ή και αμάθειας, είτε αγυρτείες.

Ωστόσο ας προσπαθήσω να δω τρεις συζητήσεις που σίγουρα δε φαίνονται να είναι αποτέλεσμα ούτε επιθετικής ημιμάθειας, ούτε όμως και αγυρτείας (και παραγωγής προπαγάνδας) -- για να φανώ πολύ καλόπιστος. Η πρώτη αφορά τη συζήτηση περί πολιτικής βίας, καταστροφής του αστικού τοπίου και αστυνομικής διαχείρισης πλήθους. Η δεύτερη -- σαφώς πιο απλή στις παραμέτρους της -- περιστρέφεται γύρω από την Αθήνα ως τουριστικό προϊόν. Η τρίτη, η πιο σύνθετη από όλες, ταυτίζει την πολιτική ανυπακοή με την ανομία· γι' αυτήν την τρίτη απλώς κάποιες σκέψεις θα εκθέσω.

Τα πλήθη και τα στίφη

Διάβασα με έκπληξη κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου το οποίο, ανάμεσα στα άλλα, προχωράει στη διατύπωση δύο ισχυρισμών: ότι η κατάχρηση δακρυγόνων από την ΕΛ.ΑΣ. είναι συνέπεια της ελλιπούς κατάρτισής της στη διαχείριση πλήθους και ότι στην Ελλάδα ανεχόμαστε τη βία κατά της αστυνομίας και εν γένει τη βία των πολιτών αλλά απεχθανόμαστε και στηλιτεύουμε την αστυνομική βία.

Ενδεχομένως η ΕΛ.ΑΣ. να είναι ελλιπώς καταρτισμένη στη διαχείριση πλήθους, όπως και σε τόσα άλλα. Ενδεχομένως η ωμότητα, η μεθοδευμένη βαρβαρότητα και το περίσσευμα σκληρότητας και φονικής επιμονής να είναι αποτέλεσμα μόνον ελλιπούς κατάρτισης, όχι σαφών άνωθεν εντολών να σπάσει η πλατεία με κάθε τίμημα ή του πολιτικού ενστερνισμού εκ μέρους στελεχών και ομάδων της ΕΛ.ΑΣ. αυταρχικών και ολοκληρωτικών αντιλήψεων περί την καταστολή και αστυνόμευση. Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο ότι δεν έχουν έτσι τα πράγματα -- δεν παραθέτω παρά ένα λινκ. Επίσης, τελικά το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα δακρυγόνα αλλά το ελεεινό και σαρωτικό βρωμόξυλο εναντίον πολιτών, όχι μόνον στις 29 Ιουνίου αλλά πάντοτε: πας σε πορεία και ξέρεις ότι πιθανότατα θα φας ξύλο από τα ΜΑΤ, κι αυτό το λέει κάποιος που έχει πάει σε ελάχιστες πορείες, λόγω ιδιοσυγκρασίας και περιστάσεων. Δεύτερον, αν η ΕΛ.ΑΣ. έκανε kettling ή έριχνε βρωμόξυλο εφίππως, πέρα από το να ρίχνει δακρυγόνα, δε θα λύνονταν τα προβλήματά μας. Όταν ο γιατρός (για να χρησιμοποιήσω τη δικαιωμένη χουντική μεταφορά) είναι αλμπάνης, δε φταίνε τα ελαττωματικώς αποστειρωμένα εργαλεία του, αυτά απλώς χειροτερεύουν την κατάσταση.

Όσο για το αν προτιμάει ο Έλληνας την βία των πολιτών από την αστυνομική (εικάζοντας προς στιγμήν ότι δεν έχει λόγο να την προτιμάει, π.χ. επειδή είναι έκφραση αντίστασης απέναντι σε μια αδίστακτη και βαθιά πατερναλιστική εξουσία), νομίζω ότι η επισκόπηση των αντιδράσεων της κοινής γνώμης π.χ. στην υπόθεση Μελίστα ή τον Δεκέμβριο του 2008 θα είναι διαφωτιστικότατη. Βεβαίως και ο κοσμάκης θέλει ο αστυνόμος να μπορεί να ρίχνει και καμμιά ψιλή (ή χοντρή) όταν χρειάζεται.
Πέρα από τη Σώτη Τ., κι εγώ λυπάμαι για τα σπασμένα μάρμαρα, αλλά πιο πολύ λυπάμαι για τα σπασμένα κεφάλια, πλευρά, μύτες, κνήμες, τύμπανα, σπλήνες. Κι εγώ απεχθάνομαι τη βία αλλά δεν μπορώ να συμψηφίσω την απρόκλητη, βάναυση και κτηνώδη επίθεση στο πλήθος την 29η Ιουνίου με το έγκλημα της Μαρφίν ή -- πολύ περισσότερο -- με τους δικαιολογημένους προπηλακισμούς βουλευτών εκ μέρους όσων εκπροσωπούν στο αντιπροσωπευτικό νομοθετικό σώμα.

Come with me για να τη βρεις

Οι τουρίστες πηγαίνουν κάπου είτε γιατί κάτι μη-ιστορικό τους τραβάει το ενδιαφέρον (ήλιος, θάλασσα, βουνά, χιόνια, κορίτσια, αγόρια, κραιπάλη), είτε γιατί κάτι ιστορικό τους τραβάει το ενδιαφέρον (Ιερουσαλήμ, Αθήνα, Ρώμη, Παρίσι, Νέα Υόρκη), είτε -- σπανιότερα -- ένας συνδυασμός των δύο (Βαρκελώνη και περίχωρα). Οι μη-ιστορικοί προορισμοί μπορούν να διαμορφωθούν σχετικά άνετα ώστε να προσφέρουν στον τουρίστα το μη-ιστορικό τουριστικό προϊόν με τον προσφορότερο δυνατό τρόπο: ήλιο και θάλασσα στην Κόστα Μπράβα, ψώνια στο Ντουμπάι, συνέδρια στο Πόρτο Καρράς κτλ. Το να αναρωτιέσαι όμως γιατί η Αθήνα (ιστορικός προορισμός) δεν έχει το αεροδρόμιο του Τελ Αβίβ, τις προσόψεις του Παρισιού, τις συγκοινωνίες της Φρανκφούρτης, τα βαπόρια του Βανκούβερ ή τους πεντακάθαρους δρόμους της Σιγκαπούρης (αυταρχικής πόλεως-κράτους της Άπω Ανατολής) δεν είναι παρά ένα συγκεκαλυμμένο αίτημα να αντικαταστήσεις έναν ιστορικό προορισμό (με τη γεωγραφία, την κουλτούρα και την πολιτική του) με κάποιον άλλο, ενδεχομένως λιγότερο ιστορικό, προορισμό.

Ανομία κι ανυπακοή

Η απαγόρευση του καπνίσματος πολεμήθηκε και καταστρατηγήθηκε και στα πλαίσια αυτού που λέμε ανομία (το οποίο στην Ελλάδα μεταφράζεται σε πλήρη περιφρόνηση για τον δημόσιο χώρο, και δεν ανάγεται σε θεολογικές κατηγορίες, όπως ισχυρίστηκε η Κρίστεβα παλιότερα κι ο Ράμφος πρόσφατα) και ως πράξη πολιτικής ανυπακοής. Δεν είναι κάθε πράξη ανομίας, όπως το να παρκάρω όπου μου καπνίσει, πολιτική ανυπακοή. Δεν είναι κάθε πράξη πολιτικής ανυπακοής ανομία, όπως το να αμυνθώ κατά του μπάτσου που μου την πέφτει απρόκλητα.

GatheRate

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Βόλτα στον Κήπο

Με βόλτες στον Εθνικό Κήπο μεγάλωσε ο πατέρας μου αλλά κι εγώ. Νομίζω ότι ακόμα και τώρα είναι το αγαπημένο μου πάρκο στον κόσμο. Στον κόσμο. Διάστικτος από αναμνήσεις, μια γεωγραφία οικεία και όλο νόημα. Ακόμα και τώρα, νιώθω τον Εθνικό Κήπο σαν το πρότυπο πάρκου, ή και δάσους. Τόπος ευτυχίας για μένα. Άλλωστε για μένα, μόνον όπου υπάρχουν δέντρα πολλά και νερά που τρέχουν υπάρχει κι ο Θεός.

Η Παιδική Βιβλιοθήκη του Εθνικού Κήπου άνοιξε όταν ήδη θεωρούσα τον εαυτό μου πάρα πολύ μεγάλο για να διαβάζει παιδικά βιβλία, κι έτσι την είχα επισκεφτεί μόλις τέσσερις πέντε φορές τότε. Ξαναπήγα σήμερα για πρώτη φορά μετά το 1984 ή 1985. Ένα κομμάτι της Ελλάδας που τελειώνει: ένας χώρος ταγμένος στο να δίνει σε παιδιά βιβλία να διαβάζουν κι έναν όμορφο χώρο όπου να διαβάζουν. Δεν τον υποσκελίζει η ηλεκτρονική εποχή, τον υποσκελίζει η αδιαφορία της ελληνικής κοινωνίας μετά το 1985, και κυρίως από τη δεκαετία του 90 και μετά, για καθετί δυσκολο, τον καθιστά ντεμοντέ η γενικευμένη επιθυμία να υποκατασταθεί ο χρόνος με τα παιδιά (με περίπατο, παιχνίδι κτλ.) από νταντάδες, γιαγιάδες, τηλεοράσεις κτλ. Άλλωστε, στην Ελλάδα η ανάγνωση άρχισε δειλά δειλά να γίνεται απόλαυση μόλις επί Μάρως Βαμβουνάκη, και κυρίως για σαραντάρες σε διάσταση, ε, και εκεί έχει μείνει.

Η κυρία Στέλλα της βιβλιοθήκης ισχυρίστηκε ότι με θυμόταν. Ποιος ξέρει.

Μετά από τσίπουρα και καφέδες, πήγαμε να βγούμε από την Αμαλίας, από την οποία είχαμε μπει. Κλειδωμένη η πόρτα, μια πινακίδα με πληροφορούσε ότι η αστυνομία -- λέει -- ζήτησε να κλείσουν όλες οι έξοδοι του Εθνικού Κήπου πλην αυτής της Ηρώδου Αττικού. Να ελέγχεται το πλήθος. Ακολουθούμενοι από σαστισμένους τουρίστες βγήκαμε από εκεί, σιχτιρίζοντας. Ευτυχώς δεν είχαμε ανάπηρο ή γέροντα μαζί μας ή παιδί στην αγκαλιά. Αλλά θα μου πεις, μετά τη βάρβαρη και δολοφονικών προδιαγραφών επική επίθεση με χημικά, εσύ αυτή την εκδήλωση αυθαιρεσίας βρήκες να στηλιτεύσεις; Ε...

GatheRate

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

Άμυνα

(από τον ξάδερφό μου):

Πρόταση πρώην αστυνομικού:

οι διαδηλωτές να προμηθευτούν μπαλόνια, τα οποία να γεμίζουν με μπογιά, υγρή μελάνη ή κάποια παρόμοια κολλώδη, παχύρευστη και ακίνδυνη ουσία και να στοχεύουν τις ασπίδες και τις μάσκες αερίων των ματατζήδων. Μετά από μερικά χτυπήματα, οι ματατζήδες θα έχουν δυο επιλογές: ή δε θα βλέπουν τίποτα ή θα βγάλουν τις μάσκες και θα εισπνέουν τα χημικά μαζί με τον κόσμο.

GatheRate

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Ψυχραιμία ενώπιον προσχημάτων



Ψυχραιμία. Αυτό είναι, ψυχραιμία. Πρέπει να δείξω ψυχραιμία. Δε σε παίρνουν στα σοβαρά αν δεν είσαι ψύχραιμος.

Έβλεπα στην κατακόρυφα διχοτομημένη οθόνη αριστερά βουλευτές να συζητούν επί προσωπικού ή να χασκογελάνε με ευφυολογήματα τύπου Σεφερλή. Δεξιά θολούρα και καταχνιά, ωμή καταστολή, κυνική και απροκάλυπτη.

Για το δεξί κομμάτι τα έχουμε πει: η γνωστή μηχανή καταστολής του ελληνικού κράτους που παλιότερα απλώς μωλώπιζε ταραχοποιούς, ταραξίες, αναρχικούς, αλήτες και τσουβάλιαζε αδήλωτες από τους δρόμους και κίναιδους από τα πάρκα, ενώ μετά τον Δεκέμβρη του '08 απλώς βιαιοπραγεί αδιακρίτως, με ισραηλινό εξοπλισμό και χωρίς προσχήματα, ή μάλλον με το πρόσχημα της "ανομίας" που τόσο συγκινεί κάποιες ευαισθητές συνειδήσεις.

Το αριστερό κομμάτι μού δημιούργησε απελπισία. Ένιωσα ότι τελικά ο κοινοβουλευτισμός στην Ελλάδα ποτέ δεν καλλιεργήθηκε αλλά παρέμεινε κι αυτός ένα πρόσχημα. Ο κύριος Μαγκούφης ζητάει τον λόγο επί προσωπικού για να απαντήσει με ρητορισμούς της εποχής Τρικούπη σε εξυπνάδες (επιπέδου δημοτικού) του κυρίου Καρατζαφέρη. Και κανείς δεν τους γιουχάρισε, κανείς δεν τους έκραξε, κανείς δεν έκανε 'ου', όπως θα έκαναν οι συνάδερφοί τους στη Βουλή των Κοινοτήτων του Ηνωμένου Βασιλείου.

Όσο για την ψηφοφορία, θα την πω την εξυπνάδα μου και ίσως αποδειχθώ προφητικός (έχει συμβεί) ίσως όχι (έχει συμβεί), αλλά σιγά, χεστήκατε: τουλάχιστον δε με πληρώνουν να το παίζω αναλυτής πολιτικός και διορατικός σούπερ γουάου. Λέω λοιπόν ότι η αυταρχική και αντιδημοκρατική έννοια της κομματικής πειθαρχίας σήμερα καταστρατήγησε τον κοινοβουλευτισμό στην Ελλάδα.

Μου είναι αδιανόητο ότι ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ κύριος Ψ που εκλέγεται στην περιφέρεια Υπολοίπου Εορδαίας ή Β' Κυνουρίας ψήφισε ναι, αφού πρώτα -- πιθανότατα -- κλάφτηκε στον νεαρό του εραστή, στη γυναίκα του, στα παιδάκια του, στους ψηφοφόρους, στη μάνα του, στη γραμματέα (με την οποία διατηρεί δεσμό), στη μπατζανάκισσά του (με την οποία διατηρούν κτηματομεσιτικό), στον ξάδερφό του τον Μπάμπη (που διόρισε στις πολιτιστικές υπηρεσίες του Δήμου Νέας Αντιοχείας), στην προσωπική ιστοσελίδα του (που του έστησε ο εραστής μάλλον), σε τρία τοπικά κανάλια και σε δύο ραδιοφωνικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας. Κύριε Άγνωστε Βουλευτά, δε μας απασχολεί η συνείδησή σας, η βαρειά καρδιά σας ή ο λεπτεπίλεπτος ψυχισμός σας: είστε κυρίως η ψήφος σας και δευτερευόντως η φωνή όσων σας εκλέγουν. Τι τη θέλετε την κομματική πειθαρχία; ε; Έτσι κι αλλιώς, δε θα δείτε βουλευτική έδρα μετά τις επόμενες εκλογές (όταν η Βουλή θα γεμίσει ΝΔ, ΚΚΕ, Χρυσή Αυγή, ΛΑΟΣ -- γιατί ο Έλληνας το λατρεύει το κομματικό ισοδύναμο του άντρα του χύμα του κουραδόμαγκα που δέρνει τη γυναίκα του άμα λάχει), ενώ στις μεθεπόμενες ο εναπομείνας εν Ελλάδι ελληνικός λαός δε θα θυμάται καν τι είναι το Μνημόνιο (έχω ξανακλαφτεί για την εθνική μας επιλησμοσύνη).

Προσπαθώντας να επιστρέψω στην τάξη και στην ψυχραιμία: η κομματική πειθαρχία εκτός από αντιδημοκρατική είναι, στις παρούσες συνθήκες, και ατελέσφορη. Άλλωστε, μεσοπρόθεσμα, όλα συγχωρούνται: η μνήμη κοντή, η ζωή μεγάλη, ο Αντώνης αρχηγός κι αυριανός πρωθυπουργός.

Τέλος, δεν είναι λύση οι κυβερνήσεις συνεργασίας πολλών μικρών κομμάτων. Από την Κύπρο και την Ιταλία ξέρουμε ότι μικρό κόμμα εξουσίας σημαίνει μαγαζί διορισμών και ρουσφετιού, ελεεινός δονκιχωτισμός και προσχηματικές αρχές. Μας αρκεί η ύπαρξη δύο τέτοιων μαγαζιών, δε θέλουμε περισσότερα.

Όσον αφορά τι πρέπει να κάνουμε τώρα που μας πούλησαν (και ανακουφίστηκαν οι καημένες οι αγορές, όπως μάς έλεγε η Οντίν Λιναρδάτου, πράγμα κεφαλαιώδες, αφού έχουνε τα καρδιακά τους από το πολύ ξύγκι που καταναλώνουν, το δικό μας κυρίως): ό,τι έκαναν από τις 25 Μαΐου οι συγκεντρωμένοι στο Σύνταγμα, αλλά γενικευμένα. Διαμαρτυρία. Αυτοοργάνωση. Και Ανυπακοή.

GatheRate

Γυρνώντας σπίτι αργά



Φύσαγε ευχάριστα. Φόρεσα τα ακουστικά του iPod. Έριξα τη στολή, φορεμένη σε ξύλινη κρεμάστρα, πάνω από τον δεξί μου ώμο και πήρα το πηλίκιο στο αριστερό χέρι. Ξεκίνησα με τα πόδια. Ο κόσμος στον δρόμο με κοίταγε, μάλλον κοίταγε τη στολή. Στο iPod έπεσε το So Young των Suede. Αστείο μου φάνηκε στην αρχή αλλά μετά ένιωσα κι εγώ ένας από αυτούς τους πολύ νεώτερους. Ευφορικά αισθάνθηκα.

Σκεφτόμουν πολλά. Δε θέλω να γράψω τι. Ανάμεσα στα άλλα ότι, όσο τις πολιτικές τις φτιάχνουν οι πολιτικοί αλλά και όσοι χρειάζονται τη συναίνεση του κόσμου (του "λαού";), δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Όσο ο κόσμος διαμαρτύρεται και αντιστέκεται (και μετά από πάρα πάρα πολλά χρόνια θα ξαναταυτιστώ -- σχεδόν -- με τον Τσαγκαρουσιάνο), τόσο θα αναγκάζονται να αναθεωρούν σχέδια, σχεδιασμούς και πολιτικές όλοι τους, ακόμα και η Ιερά Συμμαχία στην οποία καταντήσαν οι ευρωσκεπτικιστές την ΕΕ.

Αν θα έλεγα κάτι, σίγουρα δε θα ήταν το ιταμό "τολμήστε". Θα έλεγα "μην υπακούετε". Ιδίως σε μια κυβέρνηση (και μια πολιτική ηγεσία ετών τεσσαράκοντα) τόσο έκδηλα αμήχανη και κουρασμένη που, όταν δε βρίσκει το πρόσχημα της βίας, το κομίζει η ίδια όπου χρειάζεται, και με το παραπάνω. Αφού βάλει τον από εικοσπενταετίας ημιμαθή βασιλέα-φιλόσοφο (μη γελάτε, θεωρεί τον εαυτό του αυξημένης διανοητικής ρώμης, μεγάλο πολιτικό διανοητή και, κυρίως, αδέκαστο και αδέσμευτο), τον λιμπερτίνο λάγνο εραστή των τεθωρακισμένων (από το Πεκίνο του '89 και δώθε) να απειλεί.

Κλείνω με δύο αποσπάσματα. Το ένα είναι από μια ανθολόγηση εδώ:
vasvas: [...] Είναι ανακρίβεια ότι τα συγκεκριμένα μέτρα, εν κενώ, επιβάλλονται ως απαραίτητα. **Επιλέγονται** επειδή επί εναμιση χρόνο δεν προχωρά καμμιά μεταρρύθμιση, επειδή η κυβέρνηση είχε τάξει κλείσιμο φορέων και δεν έχει κλείσει κανένα, επειδή είχε υποσχεθεί να σουλουπώσει τον ΟΣΕ και δεν το έκανε, επειδή είχε υποσχεθεί ορθολογικοποίηση των μισθών στο Δημόσιο (όχι οριζόντιες περικοπές) και δεν το έπραξε, επειδή κωλώνει να κόψει το ΔΙΒΕΕΤ [=Δικαιώματα Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων υπέρ Τρίτων] έστω και κατά ένα ευρώ, επειδή δεν έχει κάνει τίποτε για τις δαπάνες των νοσοκομείων κλπ. Το καθένα από αυτά μπορεί να μειώσει τα έξοδα *αύριο*, είναι άμεσης απόδοσης, και πιθανόν υψηλότερης από τα προτεινόμενα. Δεν είναι οι εταίροι που μας εκβιάζουν, είναι η κυβέρνηση που μας εκβιάζει. […]”

[...]

ermippos: “[...] Δεν δίνεις για εκατοστή φορά ευκαιρία, δεν δείχνεις καλή πίστη και δεν αφήνεις την μοίρα σου στα χέρια ανθρώπων που κάθε μέρα αποδεικνύουν την αλητεία τους επειδή απλά σε απειλούν. Ο καλύτερος τρόπος να συνεχίσεις να εκβιάζεσαι για όλη σου την ζωή είναι να υποκύπτεις στον εκβιασμό ελπίζοντας ότι θα είναι η τελευταία φορά. […]”
Το δεύτερο είναι του Τσαγκαρουσιάνου::
Συμμετέχω. Το Μεσοπρόθεσμο είναι πράξη πολιτικής αισχρότητας. Και έγκλημα εναντίον των φτωχών ανθρώπων. Δεν πρέπει να περάσει.
Υ.Γ. Γαμιέται η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ. Οι κυνικοί αγύρτες της φάρας τους μάς έφεραν ως εδώ, αυτοί που αιωνίως καπηλεύονται τον "αγώνα" και την "αντίσταση" για να συνταξιοδοτούνται πρόωρα τα πουλάκια της με 4 χιλιαρικάκια το μήνα. Τους καταριέμαι βαρειά κατάρα: σύνταξη ΟΓΑ να πέσει πάνω σας, λεχρίτες. Σύνταξη ΟΓΑ σ' εσάς και στα τέκνα σας.

GatheRate

Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

Winter marches on



Το τραγούδι το είδα στον ύπνο μου χτες τη νύχτα. Είχα να το ακούσω 25 χρόνια περίπου.

GatheRate

Ο κρυμμένος κόσμος



"Και γιατί δε γράφεις για τα πράγματα που σου αρέσουν, που σε κάνουν ευτυχισμένο;", ρώτησε η συμβία.

Μοιραία ό,τι γράφουμε εδώ μέσα είναι ένα ίχνος: αποτυπώνει κυρίως τις σόλες των παπουτσιών μας, ούτε τα μαλλιά μας, ούτε το χαμόγελό μας, το βαρυστομάχιασμα ή τις επιθυμίες μας, ούτε τις χαρές, ούτε και πολλά άλλα. Σκεψούλες είναι τα ποστ, σκεψούλες που δεν κόλλησαν αλλού. Ποστ κι όχι ποστ-ντοκ, που είπε κι ο Ρακάσα. Πριν ένα χρόνο σκέφτηκα να βάλω ταγκ στις αναρτήσεις μου, να μαζευτούνε και να ταξινομηθούν κάπως: προέκυπταν κάτι κατηγορίες μάλλον άσχετες με τα ζωτικά μου ενδιαφέροντα και τις καθημερινές τέρψεις μου: "πολιτική", "αρχιτεκτονική", "η ελληνική κατάσταση", "αναμνήσεις", "θρησκεία", "επιστημοσύνες" και άλλα. Δε λέω, κι αυτά με ενδιαφέρουν. Αλλά, π.χ., δεν έχω γράψει σχεδόν ποτέ για ταξίδια, ποτά, φαγητό, χαρές μεγάλες, αγαπημένα τοπία, αγαπημένους μου ανθρώπους -- ούτε καν για τα βιβλία που μου αρέσουν. Για ταινίες έγραψα πρόσφατα και το αποτέλεσμα είναι μάλλον αδιάφορο.

Βεβαίως, μπορεί κανείς απλώς να πει πως ο,τι σου αρέσει, ό,τι σου δίνει χαρά, ό,τι σε κάνει ευτυχισμένο, ό,τι αγαπάς σου αρκεί να το ζεις. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να γράφεις γι' αυτό, εκτός και αν θες να το διαφημίσεις. Αλλά δεν είμαστε για τέτοια.

Άντε, να το πεις και αλλιώτικα: δε γράφονται όλα, και κυρίως δε γράφονται τα ωραία.

GatheRate

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

Απορίες ενός απολίτικου



Ο Αντώνης εδώ και πολλές μέρες γράφει κατά της διαρκούς συγκέντρωσης στο Σύνταγμα. Έχει επιχειρηματολογήσει εναντίον της από διάφορες σκοπιές. Χτες (για πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος, αφού δεν προλαβαίνω να τον παρακολουθώ συστηματικά) επικαλέστηκε το επιχείρημα που συνοψίζεται στο ότι "το κίνημα είναι κυρίαρχα και εμφαντικά μικροαστικού χαρακτήρα".

Από πολιτικές επιστήμες δεν ξέρω τιποτα. Από κοινωνικές επιστήμες δεν ξέρω περισσότερα από όσα ένας (τσακαλάτος) πτυχιούχος συναφούς Σχολής. Επίσης αντιλαμβάνομαι ότι η κριτική του Αντώνη ωρίμασε (δεν ξέρω πότε, δεν κατάλαβα πώς) στην υιοθέτηση μιας ορθόδοξης (ανόθευτης, αν θέλετε) μαρξιστικής-λενινιστικής σκοπιάς, οπότε -- όπως λέει κι ο ίδιος -- αν δε συμμερίζεται κάποιος αυτή τη σκοπιά, τότε η διαφωνία μαζί του είναι "κουβέντα να γίνεται".

Οπότε η κριτική μου έχει τους εξαρχής περιορισμούς της: θεωρητικά δε σκαμπάζω και δεν μπορώ να διαφωνήσω επί της αρχής. Ούτε μπορώ να επικαλεστώ τον κοινό νου: αφενός γιατί προκαταβολικά ο Αντώνης θεωρεί την επίκλησή του ως ακκισμό των προσηλύτων της αστικής ιδεολογίας ή των ντεκαφεϊνέ αριστερών, αφετέρου γιατί όντως ο κοινός νους μπορεί να είναι απλώς το προσωπείο της ιδεολογίας και γιατί η επίκληση του ορθού λόγου είναι δύσκολη και πονεμένη ιστορία στην Ελλάδα της αγυρτείας και του τσαμπουκλίδικου αντιορθολογισμού.

Ας πω λοιπόν τα εξής μόνο: αυτό που γίνεται στο Σύνταγμα δεν έχει ξαναγίνει. Είναι πρωτόγνωρο αλλά και πολύ αλλόκοτο, και μάλιστα στην Ελλάδα όπου η Αστυνομία ξύνεται για να δείρει και να προκαλέσει επεισόδια (που θα δικαιώσουν τον τρόπο που λειτουργεί κτλ. κτλ. κτλ.). Ναι, η διαρκής σύναξη στο Σύνταγμα δεν έχει στόχους και προοπτικές, αλλά προϋποθέτει πολιτική ωριμότητα και συνειδητοποίηση οι οποίες δε μας έχουνε δώσει δείγματα ύπαρξης από το 1973 και μετά. Με άλλα λόγια, όπως η βία του Δεκέμβρη του '08 έδειξε ότι μπορούνε και κανονικοί άνθρωποι (εντάξει, νέοι) να βγούνε στους δρόμους, έτσι η διαρκής συγκέντρωση στο Σύνταγμα δείχνει ότι μπορούν ενδιαφέροντα πράγματα να γίνουν άπαξ και ξεκινήσει κάποια συζήτηση με διάθεση περιφρούρησης του διαλόγου (πράγμα ανήκουστο όσων χρονών είμαι, κι αν έχετε πάει σε συνέλευση ως φοιτητές ή ως συνδικαλιστές, καταλαβαίνετε). Τι πράγματα; Θα δείξει, όπως θα έλεγε ο Αντώνης. Το φαινόμενο των συνάξεων με τις ενσαρκώσεις του (Τυνησία, Ταχρίρ, Μανάμα, Ισπανία, Σύνταγμα) είναι φαινόμενο της δεκαετίας του '10. Του 21ου αιώνα. Ο ίδιος ο Αντώνης το αποκαλεί "κίνημα". Υπάρχει ένα φαινόμενο, με ιδιαίτερα και ίσως καινοφανή χαρακτηριστικά, που αναζητά ερμηνεία, όχι να ξεγραφτεί a priori.

Κι εδώ θλίβομαι με την οιονεί τύφλωση που επιφέρει η σφοδρή επιθυμία για ριζικά μαρξιστικές-λενινιστικές ερμηνείες πολιτικών φαινομένων του 2011, και δη στην Ελλάδα. Αλλά όχι, δεν πρόκειται για τύφλωση, παρά για ανάλογο με αυτό που παθαίνουν οι backpackers-λετσοτουρίστες: φορτωμένοι με τριαντάκιλα σαμάρια στην πλάτη, αναγκάζονται να περπατούν, υπό το βάρος αυτής της αποσκευής, κάπως σκυφτοί και να κοιτάνε κάτω και πολύ κοντά τους. Έχουν άριστη εποπτεία του οδοστρώματος, αρκετή εποπτεία του οπτικού πεδίου μπροστά τους ώστε να αποφύγουν κάποιο όχημα που έρχεται κατά πάνω τους αλλά, αν ο σκοπός τους είναι να δούνε το τοπίο και τον κόσμο γύρω τους (και φορτώθηκαν την αποσκευή ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο), όλως παραδόξως η αποσκευή, το σαμάρι, τελικά τους εμποδίζει να τα δούνε. Ικανοποιούνται ωστόσο που κοιτάνε μπροστά, έστω κι όχι μακριά, κι ότι ξέρουν πού πατάνε.

Αφήνοντας κατά μέρος τη φαρμακεία των μεταφορών: ναι, μικροαστική είναι η συγκέντρωση, το κίνημα είναι κίνημα μικροαστών. Υπάρχει αστική τάξη στην Ελλάδα; Ίσως η κυρία Μπίστικα και οι φίλες της. Υπάρχουνε (μη μετανάστες) προλετάριοι στην Ελλάδα; Ελάτε τώρα: μόλις τώρα, χάριτι Παπανδρέου, πρόκειται να (ξανα)αποκτήσουμε Έλληνες που δε θα έχουνε τίποτε παρά τα χέρια τους. Τι να ήτανε λοιπόν η συγκέντρωση, Αντώνη; Εργατική; Στην Ελλάδα του 2011 οι περισσότεροι εργάτες έχουν έγγεια ιδιοκτησία (κι από αυτό θα μας απαλλάξει το ΔΝΤ, βεβαίως).

Και γιατί να δω αξιολογικά, απαξιωτικά δηλαδή, την αναλυτική κατηγορία "μικροαστικός"; Μια μικροαστική συγκέντρωση ειρηνική, δε γίνεται ενδεχομένως να εξελιχθεί σε βάθος χρόνου στο δικό μας 1905 (για να μιλήσω με λενινιστική εικονογραφία, όσο κατέχω), σε πηγή ζυμώσεων, πολιτικών εμπειριών και λύσεων ίσως; Μπορεί ναι, μπορεί όχι. Δεν αποτελεί δείκτη ουσιαστικής πολιτικής ζύμωσης, πραγματικής πολιτικής συμμετοχής, έξω από τις παρατάξεις σούπερ-μάρκετ;

Δε θέλω να ανοίξω συζήτηση, δεν μπορώ να ανοίξω συζήτηση, γιατί δε σκαμπάζω κι είμαι σίγουρος ότι κάπου κάτι έχει πει ο Μαρξ ή και ο καλός μας Τρότσκι για το ζήτημα, κάτι που οπωσδήποτε έπεισε "τις μάζες" το 1917-1922. Αλλά ακόμα και σαν παιδί αγρότισσας και εργάτη που ανατράφηκε με τα ιδανικά ενός μικροαστισμού που κοιτούσε προς την απέραντη Μεσαία Τάξη του 90% (των κοινωνικών φαντασιώσεών μας), δικαιούμαι να διατυπώνω αφελείς απορίες.

GatheRate