Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Κηληθμός


Βλέπω αυτό το βίντεο ξανά και ξανά εδώ και δυο βδομάδες. Το ξέρω το τραγούδι, φυσικά. Μεγάλωσα ακούγοντάς το ξανά και ξανά στα ραδιόφωνα αλλά και στις τηλεοράσεις, σε εκδοχές με βασιλείς και βασιλόπαιδες αλλά και άνευ, σε διαφημίσεις, σε παιδικά πάρτυ από βινύλια με ξεχασμένες επιτυχίες, σε διασκευή με τα Ζουζούνια του Κουρή. Έχει πάρει το μάτι μου τους γονείς μου να κάνουν τις σχετικές χορευτικές κινήσεις, υπαινικτικά και σχεδόν συνωμοτικά. Για χρόνια υπέθετα ότι το Jeronimo Yanka ήτανε για τη γενιά τους ό,τι είναι το Rasputin και το Ma' Baker των Boney M για τη δικιά μου: ένα ποπ χαλί και τίποτε άλλο (μόνο που αυτά τα δύο των Boney M είναι καλύτερα, γιατί έχουνε διπλές εισαγωγές -- εντάξει, πλάκα κάνω). Πάντως η Γιάνκα στην εποχή της πρέπει να ήτανε κάτι σαν αυτοπαρώδηση του συγκροτήματος, κάτι σαν τα Παπάκια αργότερα, το Πουλάκι Τσίου και -- ενδιάμεσα -- ολόκληρο το oeuvre των Army of Lovers.

Και μετά βρίσκω αυτό το βίντεο. Βλέπω πραγματικό κόσμο να χτυπιέται πραγματικά στη ζωντανή εκτέλεση της Γιάνκας. Οι αντιδράσεις του, αν κοιτάξω προσεκτικά, είναι κάτι μεταξύ αυτών που πάθαιναν όσοι πήγαιναν σε Έλβις, σε Μπητλς αλλά και σε Σεξ Πίστολς. Μετά οι τσιρίδες και τα ουρλιαχτά έγιναν σήμα κατατεθέν κάτι παιδοειδώλων. Αν κοιτάξω πιο ψύχραιμα, θα δω ότι το κοινό των Forminx που ακούει (το γράφω και γελάω) τη Γιάνκα, διονυσιάζεται. Με την καλή και καθαρή έννοια: μεταρσιώνεται μέσω της μανίας. Φεύγει. Όπως έφευγα εγώ τον σύντομο καιρό της "τέκνο", που ξεκίνησε με Prodigy και τελείωσε με τους Faithless.

Δεν περιφρονώ το τραγουδάκι, απλώς αναρωτιέμαι πώς γίνεται να χτυπιέσαι μαζί του. Αυτό και μόνο. Αναρωτιέμαι πόσο ισχνό μπορεί να είναι το υπόθεμα της έκστασης. Αφήστε κατά μέρος τα ερωτικά, στα ερωτικά μπλέκονται άνθρωποι με τα ζωντανά κορμιά τους και τις φωνες τους τελικά και αυτό αλλάζει τα πάντα. Ας μιλήσουμε για τον διονυσιασμό και την έκσταση.

Αλλά για τον διονυσιασμό και την έκσταση δε μιλάς, τα νιώθεις. Σε καταλαμβάνουν και σε σείουν σα μαράκα. Έστω και με αφορμή τον Βαγγέλη να λαλάει τα πλήκτρα και με τον ντράμερ να κάνει φωνή καρτούν, φωνή από Mad. Η έκσταση δε χρειάζεται αιτιολόγηση και υπόβαθρο -- μια αφορμή ψάχνει.

GatheRate

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Εγώ και το Υπερεγώ μου


Έχω ένα ισχυρό Υπερεγώ ταχείας επέμβασης. Είμαι εν μέρει ένα ισχυρό Υπερεγώ ταχείας επέμβασης. Είναι οπλισμένο και ευέλικτο, συνήθως καταφθάνει πρώτο στον τόπο της ταραχής ή των ταραχών και διακριτικά αλλά αξιόπιστα μαζεύει την αταξία. Είναι το όνειρο κάθε κατασταλτικού μηχανισμού: γρήγορο κι αποτελεσματικό, με σκληρό κέλυφος, πυρίμαχο (εκτός πια κι αν καίγεται ο τόπος).

Δεν έχει πια την υποστήριξη κανενός καθεστωτικού διανοούμενου, πουλημένου γραφιά, στοχαστή της πλάκας να νομιμοποιεί τη δράση του, να δικαιώνει την ακαμψία του με βάση πλειονότητες που θέλουν να ζήσουν ήσυχα, ήρεμα, ατάραχα. Αυτοί εξέλιπαν πριν περίπου δύο δεκαετίες, αποσύρθηκαν ήσυχα ελπίζοντας ότι θα ξεχαστεί η δράση και ο λόγος τους που υποδαύλιζαν και εξηγούσαν ως αναγκαία την τυραννία.

Το Υπερεγώ συνεχίζει όμως. Όχι ακάθεκτο πια, πάρα πολύ αποδυναμωμένο και εν πολλοίς απαξιωμένο αλλά πάντοτε σε φόρμα. Πολλές φορές αναλαμβάνει πρωτοβουλίες δικές του, όπως κάθε κατασταλτικός μηχανισμός που σέβεται τον εαυτό του, αυτονομείται και προκαλεί χάος -- γιατί χάος και οχλοκρατία όσο η ατσάλινη καταστολή κανένας άλλος δεν ξέρει να οργανώνει. Μετά την παράλυση που προκαλεί, μαζεύεται: διαλαλεί ότι έσωσε τον τόπο από την αναρχία -- έχοντας σπείρει στην πραγματικότητα την αγκύλωση και έχοντας εξαπλώσει την ερημιά.

Ούτε θεαματικές κρούσεις εναντίον του, ούτε σπασμωδική ανοργάνωτη βία, ούτε βεβαίως ήρεμος διάλογος πιάνουν. Το Υπερεγώ δεν καταλαβαίνει από διάλογο, γιατί υποκρίνεται ότι εκπροσωπεί τη λογική. Μπορεί να μην έχει πια ιδέες να το στηρίζουν αλλά έχει τα όπλα: παραλυτικά αέρια, γκλομπ που πονάνε χωρίς να αφήνουνε πάντα σημάδια, τέιζερ, χειροπέδες πλαστικές, δαιμονικές λεγεώνες, τον ίδιο τον Φόβο.

Το Υπερεγώ ούτε πείθεται ούτε πειθαναγκάζεται, ξέρει να περιμένει καρτερικά τις άγριες εξεγέρσεις και ορμάει να τις καταστείλει την κατάλληλη στιγμή: στην αρχή τους ή μόλις αποκτήσουν αυτοπεποίθηση. Το Υπερεγώ καταβάλλεται μόνο με διαρκή επανάσταση, οργανωμένη με τις δικές της αρχές, με τη δική της μέθοδο.

Φωτογραφία: Marco Ciofalo

GatheRate

Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Δύο παλιά αντιαπαγορευτικά ποστάκια

Το 2005 αναρωτιόμουν για την αρχή στην κατηφόρα και τη σύγχυση μεταξύ των

80% του Β έκανε Α
80% του Α θα κάνει Β

Το 2009 καταπιάστηκα με εθισμούς, μπριζολάκια και το δικό μας το καλό.

GatheRate

Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Εν τούτω νίκα


Όπως φαίνεται στη φωτογραφία, το Γιορκ (η Παλιά Υόρκη, δηλαδή) τίμησε αρκούντως τον Μονοκράτορα Αύγουστο, που τον γιορτάζουμε μουσάτο και παρέα με τη μανούλα του, αφού γυναίκα και παιδί τα έσφαξε στο πίτσι φυτίλι και η δυναστεία που άφησε ήταν κάτι παραζαλισμένοι μελητές που δεν ήξεραν τι να κάνουνε στο γιαπί στας εξοχάς του Βοσπόρου. Ο τύπος υπέγραψε το διάταγμα ανεξιθρησκείας, δεν έκανε τον Χριστιανισμό επίσημη θρησκεία. Ούτε ήτανε τόσο θρήσκος όσο του καταλογίζουν, ίσα ίσα. Αυτό ότι προέδρευσε στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, μάλλον ράδιο αρβύλα. Είναι σαν να πήγαινε ο Ομπάμα να προεδρεύσει σε σύνοδο Μορμόνων.

Σκεφτόμουν ότι το Πιστεύω, προϊόν της Α' Οικουμενικής Συνόδου, είναι μάλλον προϊόν κάποιας επιτροπής που το υπέβαλε στη Σύνοδο για έγκριση κι υπερψήφιση. Θα μαζεύτηκαν εκεί καμμιά εικοσαριά αρχαίοι δεσποτάδες (λένε κι ο ΑγιοΣπυρίδωνας, μεγάλη η χάρη του, που την Ένωση της έδρας του με το Βάσανο εορτάζουμε σήμερα επίσης) και θα ψάξανε κάμποσο τη διατύπωση. Αν σκεφτείτε λίγο τη διατύπωση του Πιστεύω, είναι κομματάκι σα διακήρυξη κομματική, σαν πολιτικό μανιφέστο, σαν ανακοινωθέν ωραίου μεγάλου αυταρχικού ολοκληρωτικού Κάπα Κάπα που θα διευκρινίσει ξεκάθαρα μια και καλή τι δεν είναι αίρεση: τον μονογενή... γεννηθέντα, ου ποιηθέντα... κατά τας Γραφάς. Από μια επιτροπή στη Νίκαια, σε μια Ολομέλεια, μετά στον κόσμο: 17 αιώνες.

Έτσι μιλάει το Άγιο Πνεύμα: σε σοφίτες, μέσω επιτροπών, μέσω κεντρικών επιτροπών, σε καφενεία στη Βιέννη, σε κονκλάβια μέσα σε παρεκκλήσια, σε Συνόδους που τις έχουν ετοιμάσει επιτροπές. Εκ των υστέρων θα πουν ότι όλα έγιναν με την επίνευση του Μονοκράτορα, του Αγίου Πατρός, του Πατέρα, του Πατερούλη. Οι επιτροπές διασφαλίζουν ότι οι Σύνοδοι και οι Ολομέλειες θα διαφυλάξουν τη συνέχεια, την ορθοδοξία, τη γνησιότητα: semper eadem, fluctuat nec mergitur, ένα είναι το Κόμμα.

Μεγάλο πράγμα η συνέχεια. Ο βασιλιάς των Ελλήνων που πήρε τη Σαλονίκη είχε ως τίτλο  Κωνσταντίνος ΙΒ'. Ποιος ήταν ο ΙΑ'; Μα ο Δραγάσης, ο Παλαιολόγος, ο ουνίτης: ο πρώτος Νεοέλληνας ίσως. Ποιος ήταν ο Α'; Μα αυτός ο Ιλλυριός στρατιωτικός που ξεκίνησε από το Εβοράκο της Βρετανίας και κατέληξε να χτίζει την Πόλη. Που τα ελληνικά θα τα ήξερε κουτσά στραβά.

Κι αν ξεκινάγαμε από την αρχή; Κι αν ξεχνάγαμε τον ένα Μεγάλο, και τις Επιτροπές που ρύθμισαν και διατύπωσαν την Αλήθεια, και τα ονόματα των άλλων, κάποιων ξένων, που κουβαλάμε; Κι αν αρχίζαμε πάλι από την αρχή; Πάλι θα φτιάχναμε τις προλήψεις που μας αξίζουν, τα ταμπού που χρειαζόμαστε για να παραμυθιαζόμαστε και να μη λέμε συνέχεια "θάνατος", "φόβος" και "ανασφάλεια"; Πάλι θα βρίσκαμε τρόπους να μη χαιρόμαστε, να μην είμαστε ελεύθεροι, να μη ζούμε; Πάλι;


GatheRate

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Η κόκκινη καραμέλα της αγάπης

"Είναι ωραίο τα καλά πράγματα να κρατάνε για πάντα", διαπιστώνει η διαφήμιση, αφού μας έχει δείξει από πολύ κοντά τα πρόσωπα ενός ερωτευμένου ζευγαριού καθώς ασπάζονται το ένα το άλλο διαχρονικά από την εφηβεία μέχρι τα γεράματα, σε μια συνοπτική ερωτοτροπία. Η κάμερα παραμένει προσηλωμένη στα πρόσωπα ενώ το φόντο, σε φλου, αλλάζει: βορειοευρωπαϊκός κήπος, κλαμπ, φοιτητικό δωμάτιο, οικογενειακό σπίτι με σιλουέτα παιδιού στο βάθος -- σπίτι από το οποίο δεν ξεφεύγουμε μέχρι το τέλος της σύντομης περιστροφής της ματιάς μας γύρω από τα δύο πρόσωπα.

Ο τρόπος που παριστάνεται το ζευγάρι λέει "έρωτας": υπάρχει το απότομο τέντωμα αλλά και η ένταση της επιθυμίας. Λέει και "διάρκεια παρά τις αντιξοότητες": περνούν και κάποιες σκυθρωπές σκιές από τα πρόσωπα. Λέει, τελικά, "αγάπη": η κινηματογράφηση την υπονοεί σαφέστατα. Αυτή η αγάπη είναι ο όρος σύγκρισης για πρόγραμμα κινητής τηλεφωνίας.

Η χυδαιότητα του να χρησιμοποιείς τη σχέση δύο ανθρώπων, σχέση που έχει διάρκεια και εξυπακούει 'αγάπη', για να πεις "να, έτσι είναι και το πρόγραμμα που προσφέρουμε" είναι προφανής και θα αποτελούσε αφορμή έντονης δυσφορίας, αν δεν είχαμε πια συνηθίσει πολλά και τρισχειρότερα. Δε θέλω να σταθώ σε αυτό όμως, παρά στο πώς γίνεται η αγάπη ως καραμέλα να χρησιμοποιείται για να διαφημιστούν προγράμματα κινητής τηλεφωνίας. Γιατί να είναι πρόσφορο να πουλήσεις ένα προϊόν χρησιμοποιώντας μια μακροχρόνια σχέση ενός ζευγαριού, ταυτίζοντάς την μάλιστα με την αγάπη;

Η αγάπη στην επίμαχη διαφήμιση είναι μια μεταφορά για τη διάρκεια του συμβολαίου. Η ταύτιση ερωτικού πάθους, μακροχρόνιας συμβίωσης και αγάπης παρουσιάζεται ως πηγαία, αυτονόητη και αβίαστη, ως κάτι νορμάλ. Τέλος, σχολιάζεται ως "καλό πράγμα" -- και ποιος θα διαφωνούσε;

Από πού προέρχεται αυτή η ταύτιση πάθους, συζυγίας και αγάπης; Μάλλον δεν πρόκειται για εμπειρική παρατηρήση που προκύπτει αν κοιτάξει κανείς τα ζευγάρια γύρω του. Άρα μάλλον πρόκειται για κάποιο ιδανικό. Η μονογαμικότητα, έτσι κι αλλιώς, είναι πανάρχαιο αίτημα, που παραδοσιακά προοριζόταν να διαφυλάξει τη γνησιότητα των τέκνων και να ρυθμίσει ζητήματα κληρονομιάς. Την παραδοσιακή μονογαμικότητα όμως δεν την έτρεφε το ερωτικό πάθος, ούτε η παραδοσιακή μονογαμική σχέση εκπήγαζε από την αγάπη. Στον αντίποδα αυτής της πιο πρακτικής και πραγματιστικής (πεζής, ίσως, και σίγουρα πατριαρχικής) αντίληψης της μονογαμίας, βρίσκεται η εποχή μας: η διάρκεια στη σχέση έχει πλέον στηθεί ως ένα ηθικό είδωλο στο οποίο έρωτας, συντροφικότητα, κοινός βίος και αγάπη ταυτίζονται αδιαιρέτως ως ομοούσια.

Νομίζω πως αυτή η ταύτιση του έρωτα με τη συζυγία και με την αγάπη προέκυψε από τη συνάντηση του Χόλυγουντ, που τη θεωρεί δεδομένη και την προβάλλει ως τη μία και μοναδική λύση σε κάθε πρόβλημα ανθρώπινων σχέσεων, και της σεμνής, ας πούμε νεορθόδοξης, ερωτικής χειραφέτησης που χρονολογείται από τη δεκαετία του '80.

Πιο αναλυτικά: στην Ελλάδα μετά τον χουντικό γύψο ακολουθήθηκε βεβαίως η πoρνογραφική οδός αντίδρασης: η απελευθέρωση των επιθυμιών θα επερχόταν, δια της σοσιαλδημοκρατικής μεθόδου, με σεξουαλική διαπαιδαγώγηση πρώτα στα τσοντοσινεμά και αργότερα μέσω βίντεο.

Σχεδόν παράλληλα διατυπώθηκε και έγινε δημοφιλής η (ας την πούμε) νεορθόδοξη μέθοδος. Ακούγονταν φωνές ότι και οι πατέρες μας (οι μητέρες δεν αγγίζονται τόσο εύκολα) μίλησαν για τον έρωτα, ότι και στων Ελλήνων τις κοινότητες ερωτευόταν ο κόσμος, ότι τα δημοτικά τραγούδια μιλάγανε για εκτός γάμου σχέσεις αλλά και για πάθη έκνομα. Δε χρειαζόμαστε λοιπόν τη βιομηχανική πορνογραφία της Δύσης: έχουμε την παραδοσιακή μας τέχνη και οικοτεχνία. Τέλος, γραπτά εκκλησιαστικών πατέρων όπως ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο Μάξιμος ο Ομολογητής και άλλοι επιστρατεύτηκαν επιμελώς για να στηρίξουν την καθ' ημάς ερωτική μεταρρύθμιση. Η όλη προσπάθεια συνοψίστηκε σε ένα εκτός συμφραζομένων πρόσταγμα του ιερού Αυγουστίνου: "αγάπα και κάνε ό,τι θες". Δεν ήτανε και λίγο κάτι τέτοιο για τη βαθιά θρησκόληπτη νεοελληνική κοινωνία: ο Θεός μάς λέει να "κάνουμε έρωτα" και να γίνουμε, ενδεχομένως, παραβατικοί στο όνομα του έρωτα. Δηλαδή της αγάπης.

Κι έτσι, η ερωτική χειραφέτηση συσχετίστηκε, ή μάλλον μπερδεύτηκε γλυκά, με την αγάπη. Η αγάπη, από κάτι που περιέγραφε δεσμούς γονικούς και φιλικούς και βαθιάς συζυγικής αφοσίωσης, σύντομα βρέθηκε παντού: στις ανοικονόμητες τρέντυ εκφράσεις, στις εξιδανικευμένες αφηγήσεις γελοίων ερώτων που έμαθαν τον Έλληνα να διαβάζει πεζογραφία, στην περιγραφή οποιουδήποτε δεσμού μεταξύ ανθρώπων. Και η αγάπη έγινε καραμέλα, και μάλιστα κατακόκκινη: το ερωτικό πάθος έπαψε να είναι σκέτο πάθος, με το ζόρι κατέστη και πειστήριο ή ένδειξη αγάπης. Η ερωτική προσκόλληση, η εμμονή του πάθους και οι άγριοι έρωτες έγιναν αγάπες ιερές και καθαγιασμένες -- ή έπρεπε να οδηγούν προς τα εκεί, τουλάχιστον. Όσοι προσπαθούσαν να διαχωρίσουν πόθο από έρωτα, από αγάπη και από γάμο, στιγματίστηκαν στα μάτια της νέας κανονικότητας ως κυνικοί, ως άνθρωποι με ψυχολογικά προβλήματα ή έρμαια των παθών τους, ως τσούλες και καψούρηδες.

Από εκεί μέχρι το ιδανικό της μονογαμικής σχέσης, όλο ερωτική ευωχία και οργασμική τρυφή, που είναι και παθιασμένη και ισόβια, που δημιουργεί οικογένειες και αγοράζει σπίτια, που ουδέποτε πίπτει και που πηγάζει από αληθινή αγάπη -- είναι ένα τσιγάρο δρόμος, από τα τσιγάρα που γίνονται μετά τη συνεύρεση και ανάκραση ψυχών.

Αυτό το στιλπνό ιδανικό του "για πάντα" είναι λοιπόν στην περίπτωσή μας παιδί του Χόλυγουντ και του "αγάπα και κάνε ό,τι θες": ένα παιδί θαύμα που διαφημίζει κόκκινα (όπως η μόδα προστάζει) συμβόλαια τηλεφωνίας, και αυτά "για πάντα", όπως η ευτελισμένη αγάπη.

Για τη στήλη 'Blogs in print' της Ελευθεροτυπίας της 18.V.2013

GatheRate

Σάββατο 4 Μαΐου 2013

Αργυραμοιβός ή πόρνη;

Ο Χρυσόπουλος στον 'Φακό στο Στόμα' εξηγεί τη διαφορά μεταξύ του να είσαι διαβάτης στην πόλη και του να είσαι περιπατητής στην ύπαιθρο, και μάλιστα το απόσπασμα είναι παράθεμα από παλιότερο βιβλίο του (το οποίο θα αντιγράψω όταν βρω υπομονή και χρόνο). Οι λεπτομέρειες μετράνε στην πόλη, αλλά όχι μόνο στην περιδιάβασή τους ως τοπίων, κατά τη διάρκεια της flânerie, αλλά και όταν ακούς ιστορίες μέσα από την πόλη.

Σε ένα αυτοκίνητο που προσπερνάει πινακίδες 'αγοράζω χρυσό' τη μία πίσω από την άλλη, ακούω ότι οι δουλειές δεν πάνε καλά, ότι εξαπάτησαν τον κόσμο και του αγόρασαν για ένα κομμάτι ψωμί ό,τι χρυσό και κόσμημα είχε ήδη από την αρχή της μνημονιακής εποχής. "Αυτό είναι ατιμία", είπα. Αναρωτήθηκα μέσα μου ποιος θα διαπομπεύσει και θα διασύρει αυτούς τους νόμιμους μαυραγορίτες.

Μέσα σε ένα μεζεδοπωλείο που παίζει Joy Division και Cure και τέτοια, ακούω την παιδική μου φίλη, το καμάρι της παρέας από το Γυμνάσιο, καθηγήτρια πανεπιστημίου στη Φινλανδία, να μου περιγράφει την ανελέητη κι ατέρμονη θλίψη της ζωής στο Ελσίνκι. Να χαίρεται σαν παιδί που τρώει ντάκο και μαραθόπιτα. Να μου λέει πόσο αμαθείς φοιτητές και ανίκανους να διαβάσουν άρθρο πέντε σελίδων βγάζει το φινλανδικό εκπαιδευτικό σύστημα, πέντε μεταπτυχιακούς φοιτητές επιλεγμένους από 68 υποψήφιους.

Από τον ουρανό πέφτουν μπλε ελικοπτεράκια μέσα στο σκοτάδι. Πιο κάτω, στη Βύρωνος, θα συναντηθούν πολλοί επιτάφιοι. Δεν ακολουθώ κανέναν, δεν έχει σημασία αν πιστεύω ή τι πιστεύω αλλά ότι δεν αισθάνομαι πια ότι το όποιο τελετουργικό θα μας πάει οπουδήποτε, στον Θεό ή και σε πιο κοντινούς και αναγκαίους προορισμούς, είτε προσωπικούς είτε συλλογικούς. Κάθομαι μακριά από το τελετουργικό, πάνω σε μια πέτρα δίπλα στο Φανάρι του Διογένη. Τα πόδια μου πατάνε το οδόστρωμα της αρχαίας οδού Τριπόδων, η χάραξη της οποίας είναι 3000 ετών. Κάτι παιδιά κυνηγιούνται μπροστά μου.

Η Μεγάλη Βδομάδα είναι, παραδόξως, γεμάτη αναμνήσεις ερωτοπραξιών. Όπως και ο Μάης έχει τις ερωτικές επετείους του -- αλλά αυτό είναι πιο αναμενόμενο.

Το Σάββατο του Λαζάρου ο μεσόκοπος Ζωρζ Πιλαλί τραγουδάει την 'O.D (Ωδή στη ψωλή του Μηλιώνη', ένα βαθιά πανκ τραγούδι με καταβολές στα αποκριάτικα που διέσωσε η Δόμνα Σαμίου και με καθόλου μέλλον σαν είδος, κατά τα φαινόμενα.

Η εποχή απαιτεί παρρησία. Περάσαμε δεκαετίες μέσα στις ευπρέπειες, μέσα στα μισόλογα και στους κομψευόμενους ευφημισμούς. Χαριστήκαμε στα αποσιωπητικά, στις περιφράσεις και στους ποιητισμούς. Πιστέψαμε στην αναγκαιότητα να μην ταράζει ο λόγος, να μην αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας, να μη διαφαίνονται τα πάθη. Ακόμα περισσότερο, να μην οξύνονται τα πάθη: ερωτικά, αισθητικά, πολιτικά. Ο έρωτας έπρεπε να παριστάνεται ως σχηματική παντομίμα, σχεδόν καμπούκι, χωρίς φωτιές, χωρίς φαρμάκια και κυρίως χωρίς υγρά: να εξιστορείται και να περιγράφεται ελεγχόμενα ελευθερόστομος, κοσμοπολιτάνικα περιγραφικός και να τείνει προς το ιλουστρασιόν ιδεώδες. Η αισθητική έπρεπε να διατυπώνεται με όρους κονσένσους και ψύχραιμης ουδετεροφιλίας. Το ίδιο και η πολιτική, αλλά αυτά είναι γνωστά.

Όμως η εποχή απαιτεί παρρησία και κυριολεξία (εκεί όπου χρειάζεται κυριολεξία). Η εποχή πρέπει να αποσκορακίσει κάτι "μαμήσι", "πώλος" και τέτοια. Να ξαναμάθει τη διαφορά ψωλής και κλινικού πέους, ιατρικών αιδοίων και μουνιών. Να κυριολεκτεί πότε κάνουμε έρωτα, πότε το κάνουμε, πότε πηδιόμαστε, παιρνόμαστε, γαμιόμαστε κτλ. Όπως κάθε φορά το απαιτούν τα συμφραζόμενα και όχι με βάση αξιολογικές κλίμακες και πλατωνικά ενοποιημένα ιδεώδη, όπου όλα συνδέονται γλυκά και όπου το σύμπαν συνωμοτεί για να καταστήσει το γαμήσι μέτρο της αγάπης κουτουλού.

Η εποχή απαιτεί παρρησία, έστω και ως υπεραναπλήρωση. Όχι καταγγελτικότητα: μπουχτίσαμε. Όχι κραυγές: μιθριδατιστήκαμε. Όχι ρητορείες και κορώνες και κουβέντες τρανές: είμαστε υποψιασμένοι και καθόλου αφελείς. Να ξαναβρούμε την κυριολεξία και να ανακαλύψουμε το επιχείρημα. Στο αισθητικό και στο πολιτικό δεν είναι όλες οι γνώμες ισοβαρείς κι ισάξιες, δεν είναι τα πάντα θέμα "οπτικής γωνίας". Δεν υπάρχουν οι "δύο απόψεις" που αλληλοαναιρούνται ή αλληλοσυμπληρώνονται ή που στο τέλος θα συντεθούν γλυκά κι ανώδυνα, σε μια παρωδία διαλεκτικής. Υπάρχει διαφωνία λόγω αρχών: δεν θα τα βρούμε ντε και καλά άμα επικοινωνήσουμε. Η επίφαση του αποστασιοποιημένου διανοητή είναι πια επικίνδυνη φρεναπάτη, το σοφιστικό-σχετικιστικό "ναι μεν αλλά" που απαξιώνει και, τάχα, εξουδετερώνει την αλλιώτικη σκέψη δεν είναι παρά τοξικές υποκρισίες.

Στο ερώτημα "αργυραμοιβός ή πόρνη;" η απάντηση είναι και πρέπει να είναι "χίλιες φορές πόρνη".

GatheRate

Μεγαλοβδομαδιάτικος ρεμβασμός στην Αθήνα

Τη βραδιά που κανα-δυο χιλιόμετρα από το σπίτι μου η Βουλή των Ελλήνων ρύθμιζε νομικά την εξώθησή μας στην ανεργία και τη φτώχεια για τις επόμενες μια-δυο γενιές σκεφτόμουν ότι, τελικά, πολλοί θεωρήσαμε ότι η κρίση ήταν ευκαιρία. Όχι μόνον οι "sure, tax me: find me", οι εργολάβοι, οι δογματικοί νεοφιλελεύθεροι ή οι απολίτικοι διανοητές μικρομεσαίου βεληνεκούς. Αλλά και όσοι νομίσαμε ότι η μεθοδική και μαζική εξαθλίωση, το συστηματικό και μεγάλης κλίμακας ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου, ο πόλεμος ψεύδους και προπαγάνδας και η βάναυση καταστολή θα διαμόρφωναν συνειδήσεις και θα αφύπνιζαν όσους συνήθως δεν ασχολούνται "με αυτά". Όχι ντε και καλά για να επισυμβούν τεκτονικές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές, για να ανατραπεί ο καπιταλισμός "σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο", ούτε καν για να εξυγιανθεί η δημοκρατία. Αλλά για να αποκτήσουν περισσότεροι Έλληνες επίγνωση του ότι κανένα δικαίωμα δεν είναι δεδομένο, ότι καμμία (μα καμμία όμως) κατάκτηση κοινωνική δεν είναι 'κεκτημένη'. Για να γίνει αντιληπτό ότι, όταν υπάρχει αυτόματος πιλότος στα κοινά, οι προνομιούχοι μοιράζονται μεταξύ τους τα αλεξίπτωτα και οι υπόλοιποι, προσδεμένοι, πηγαίνουμε σούμπιτοι και καρφωτοί προς την πλαγιά.

Και βεβαίως διαψευστήκαμε: η μόνη σοβαρή αλλαγή που βλέπουμε είναι αφενός η κατά κράτος νίκη του ψεύδους και της προπαγάνδας, αφετέρου ο θρίαμβος της ηθικολογίας και της χρηστομάθειας, που σου διδάσκει ότι είσαι άθλιος αμαρτωλός και ότι το λιγότερο που μπορείς να κάνεις είναι να πάψεις να παραπονιέσαι. Και η επακόλουθη νομιμοποίηση του νεοναζισμού στις συνειδήσεις του κόσμου, σε μικροκοινωνικό επίπεδο: από γειτονιά σε οικογενειακό τραπέζι, από ταξί σε παιδική χαρά, από τα ειδικά εφέ της καταστολής μέχρι τους άνεργους νέους στα παγκάκια παρατημένων πεζοδρόμων.

Μιλώντας για παρατημένους πεζοδρόμους: διάβασα πριν λίγες μέρες μονορούφι το "Φακός στο στόμα" του Χρήστου Χρυσόπουλου, ένα κείμενο που δραστικά φώτισε την πόλη (την Αθήνα, δηλαδή) και τη φύση της περιπλάνησης στην πόλη. Μέσα από το βιβλίο αναδύεται για άλλη μια φορά μία λεπτή αλλά θεμελιώδης διαφορά: άλλο παρατημένη και εγκαταλελειμμένη πόλη (που είναι, δυστυχώς, η Αθήνα, σχεδόν επίτηδες ενδεχομένως) και άλλο πόλη που αναπτύσσεται ζωντανά, οργανικά, αυτορρυθμιζόμενα -- όπως δηλαδή αρμόζει σε μεγαλούπολη. Αυτά βεβαίως τα λέει εδώ και δεκαετίες ο Δημήτρης Φιλιππίδης. Σύμφωνοι. Όμως ο Χρυσόπουλος τα επαναδιατυπώνει όχι από τη σκοπιά του θεωρητικού της Αρχιτεκτονικής, παρά με τη ματιά του διαβάτη που διαβάζει ξανά και ξανά την πόλη στην οποία περπατάει και που διαρκώς αλλάζει.

Και ναι: στη ματιά βρίσκεται το νόημα. Γι' αυτό και είναι πολύτιμο το θέατρο: επί σκηνής συμβαίνουν πολλά και ως θεατής είσαι ελεύθερος να επιλέξεις πού θα στρέψεις το βλέμμα σου, αφού δε σε τραβάει από τη ματιά το μεγάλο (ή μικρότερο) κινηματογραφικό κάδρο, αφού δεν υπάρχουν προνομιακές αποστάσεις και οπτικές γωνίες ή κοντινά πλάνα για να σου επιβληθούν. Δυστυχώς για μένα, το θέατρο το έμαθα αργά, από τη Ζ., αφού ήδη είχα φύγει από την Ελλάδα. Κάθε φορά λοιπόν που επιστρέφω στην κατασυκοφαντημένη και παρατημένη πόλη μου, θαυμάζω όχι μόνον ότι έχει περισσότερα θέατρα από το Λονδίνο ή τη Νέα Υόρκη, κυρίως από εκείνα που έβαλε σκοπό να κλείσει ο κύριος δήμαρχος, αλλά και το πόσο πρωτοποριακό, ευρηματικό και απροσδόκητο θέατρο δουλεύεται, καλλιεργείται και παριστάνεται εδώ. Θυμάμαι ότι πήγαινα σε πολυδιαφημισμένες αβανγκάρντ παραστάσεις στο Λονδίνο και μερικές βδομάδες μετά σε "οκέι, μια χαρά" παραστάσεις στην Αθήνα: η διαφορά υπέρ της Αθήνας ήταν ανεξαιρέτως καταιγιστική. Όταν στο Λονδίνο ακόμα παραληρούσαν με το Copenhagen του Φρέυν, εμείς εδώ βλέπαμε το Bella Venezia των Διαλεγμένου και Βογιατζή.

Παγιδευμένοι σε οράματα βιεννέζικης ομοιομορφίας και παριζιάνικης (στα καλά αροντισμάν) ευταξίας, αδυνατούμε να δούμε τι θαυμαστά τοπία και τι ανθρώπους έχει αυτή η πόλη, ή -- χειρότερα -- τι τοπία και λόγο και ματιές δημιουργούν οι άνθρωποι αυτής της πόλης. Κι αυτά τα ένιωσα το Σάββατο του Λαζάρου, για πολλοστότατη φορά, εν προκειμένω με αφορμή την λοξή αλλά καίρια ματιά του βαριετέ-μεταεπιθεώρησης "Αδέσποτες Σκύλες στο Βαλς των Βρώμικων Δρόμων Νο. 3": δε θα έβλεπες κάτι τέτοιο επί σκηνής στη Νέα Υόρκη ούτε off Broadway, νομίζω.

Προσδοκώ την εθελούσια ανάσταση αυτής της πόλης και των ανθρώπων της.

Για τη στήλη 'Blogs in print' της Ελευθεροτυπίας της 3.V.2013

GatheRate

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Επίμετρο στις "Πατρίδες"

Όταν ξαναέπλαθα μέσα μου από την αρχή την Ελλάδα που είχα αφήσει πίσω για πάντα και χωρίς επιστροφή, όπως νόμιζα τότε, στο δωμάτιο 5 επί 4 που ζούσα (συν μία κουζίνα, συν ένα μπάνιο), από τον Μελωδία ονλάιν έπαιζε συνέχεια το 'Όταν χαράζει'. Δε μου άρεσε καθόλου μα καθόλου αυτό το τραγούδι.

Πριν λίγα λεπτά, πάλι από Μελωδία ονλάιν, δέκα χρόνια και βάλε μετά, σε έναν άλλο τόπο, σε ένα άλλο κλίμα, ένας άλλος άνθρωπος ξανάκουσε το τραγούδι να παίζει πολύ σιγά. Πρώτα το αντανακλαστικό της νοσταλγίας, αναιμικό κι ασθενές, πόσο να νοσταλγήσει και πόσο να ωραιοποιήσει πια κανείς τη θλίψη; Μετά ένα κίνημα από εντός: όμορφο τραγούδι είναι αυτό. Και άρχισε να μιλάει το τραγούδι, να ανακεφαλαιώνει συνοπτικά και σχεδόν ιλιγγιωδώς τα χρόνια μεταξύ εκείνων των απρόθυμων ακροάσεων και αυτής.

Και ανοίξαν εντελώς οι κουρτίνες. Το ευγενικό φως από το μέλλον έξω φώτισε για τα καλά το παρελθόν. Πολύ ωραία: αφού ξέρω πια πού είμαι, αφού φάνηκε το δωμάτιο που λέγεται παρελθόν στις περισσότερες από τις λεπτομέρειές του, μέσα στο φως του μέλλοντος, τώρα μπορώ να κοιτάξω έξω από το παράθυρο και να δω πού πραγματικά βρίσκομαι, πού είναι το δωμάτιο, να δω το μέλλον. Και να κινηθώ αναλόγως. Να βγω στο μέλλον.

Ευχαριστώ, Θανάση Παπακωνσταντίνου. Και Γιάννη Αγγελάκα.

GatheRate

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Αναπόδραστη τροπικότητα του ορατού...

Το βλέμμα είναι πανίσχυρο. Λένε ότι δεν είναι τυχαίο που ο κύκλος της ανθρώπινης ίριδας είναι ευδιάκριτος πάνω στο άσπρο του ματιού (για το οποίο στάνταρ θα υπάρχει κάποιος καταπληκτικός ανατομικός όρος, που δεν ξέρω): μπορούμε εξαιτίας αυτού του σχεδιαστικού χαρακτηριστικού να παρακολουθούμε ο ένας τη ματιά του άλλου. Κοινωνικοποιούμαστε και έτσι: παρακολουθώντας ο ένας τη ματιά του άλλου, κουμπώνοντας κάποτε τη ματιά μας με μια άλλη.

Οι καλοί τρόποι και οι θρησκείες μας προτρέπουν να μην καρφώνουμε με το βλέμμα τους άλλους.

Οι μεν καλοί τρόποι κωδικοποιούν αυτό που όλοι λίγο πολύ νιώθουμε: με το να καρφώνεις τον άλλο με το βλέμμα είναι κάπως σαν να πιάνεις το όνομά του στο στόμα σου. Γι' αυτό, όταν σε κοιτάζουν επίμονα, η καλύτερη απάντηση μπορεί και να είναι να ανταποδώσεις το επίμονο κοίταγμα.

Οι θρησκείες πασχίζουν να τιθασέψουν το βλέμμα γιατί ξέρουν ότι η ελευθερία του βλέμματος είναι το αντικλείδι της φυλακής του πνεύματος στην οποία μεθοδικά μετατρέπουν το σώμα. Βεβαίως το επιχείρημα ή πρόσχημα των θρησκειών είναι είτε ότι θέλουν να διαφυλάξουν την ιερότητα του σώματος είτε ότι θέλουνε να στρέψουνε το βλέμμα προς την ενατένιση του αιωνίου. Κι έτσι, η χριστιανική ασκητική έχει μεριμνήσει με επιμονή και επιμέλεια να ρίξει τα βλέμματα στο χώμα και να ποδηγετήσει τις αναπαραστατικές τέχνες, ενώ η ισλαμική να τα κάνει να πεινάσουν περιβάλλοντας το σώμα με μπερντέδες και καταργώντας την αναπαραστατική τέχνη.

Εδώ κολλάει το προφανές τσιτάτο: "Ineluctable modality of the visible: at least that if no more, thought through my eyes. Signatures of all things I am here to read [...]". Δε θα το παραθέσω όμως: θα συνόψιζε ό,τι έχω (και δεν έχω) να πω και θα καθιστούσε όλα τα άλλα λόγια περιττά.

Νομίζω ότι η καταπίεση και η διακριτική βία κατά του βλέμματός μας, η επίμονη και (δυστυχώς) όχι πάντα μάταιη αγωνία μας να το καθυποτάξουμε αποτελεί πηγή βαθειάς και διαρκούς δυστυχίας. Το βλέμμα πρέπει να είναι φιλοπερίεργο και ατίθασο, πρόκειται για μία από τις λίγες εξασκήσεις της ελευθερίας μας που μας παίρνει να είναι αχαλίνωτες. Το ελεύθερο βλέμμα φτιάχνει χαρακτήρα, το ποδηγετημένο και το αλυσοδεμένο είναι παράγοντας μαρασμού του πνεύματος και εξάχνωσης της ψυχής μας, της όποιας φωτιάς κουβαλάει ο καθένας. Αντί να ελέγχουμε το βλέμμα, ίσως πρέπει σιγά σιγά να το αφήνουμε να μας πηγαίνει αυτό και να μας διδάσκει αυτό -- ακόμα κι αν γνωρίζουμε ότι μπορεί οι άλλοι να βλέπουν τι κοιτάμε.

GatheRate

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Η Χούντα του λαού

Είμαι κατά των επετείων και σε επίπεδο αρχής και για λόγους ιδιοσυγκρασίας, αν και αντιλαμβάνομαι την αναγκαιότητά τους. Θα είμαι σύντομος λοιπόν.

Το 30% που, κατά τη δημοσκόπηση, θεωρεί ότι περνάγαμε (ποιοι άραγε; ποιας ηλικίας είναι όσοι φρονούν κάτι τέτοιο;) καλύτερα επί Χούντας δε δημιουργήθηκε πρόπερσι και δεν έχει σχέση με τη ναζιστική συμμορία. Σταματήστε επιτέλους να πέφτετε από τα σύννεφα: ο φασισμός στην Ελλάδα έχει ερείσματα και ρίζες, τέλος. Διαβάστε το Χαστουκόδεντρο, αν τα θέλετε αφηγηματικώς και με πηγές.

Εγώ πάντως, από παιδί τα άκουγα: "με τον Παπαδόπουλο περνάγαμε καλά, είχαμε ησυχία, χάρισε τα δάνεια: δεν είχανε τον νου τους στο πώς να φάνε. Όποιος καθόταν στα αυγά του και δεν ανακατευόταν με τα πολιτικά δεν τον ενοχλούσε κανείς -- τους ιδεολόγους, ε, και πριν τους κυνηγούσαν".

Μεγαλώνοντας, έβλεπα κάθε 21η Απριλίου τα τηλεοπτικά αφιερώματα: και επί πασοκταετίας και μετά παρουσιαζόταν ως μια γκροτέσκα εποχή, οι εκπομπές σοβάρευαν για λίγο με αναφορές σε ήρωες (Γεωργάκη, Καράγιωργα, Παναγούλη), σε βασανισμούς και στο Πολυτεχνείο. Η Χούντα παρουσιαζόταν σαν μια εποχή τόσο μακρινή όσο η Κατοχή ή και ο Εθνικός Διχασμός. Γκροτέσκα εποχή: υλικό για επιθεωρήσεις και τραγουδάκια λογοκριμένα. Γκροτέσκα και σχεδόν τίποτε άλλο.

Πριν πολλά χρόνια, στην κηδεία του παππού μου, στην οποία παρευρέθηκα σχεδόν κατά λάθος μια και ο θάνατός του ήταν μάλλον απροσδόκητος, εμφανίστηκε ο αρχιβασανιστής ξάδερφος της γιαγιάς. Η γιαγιά, ως "κομμουνίστρια" αρνιόταν για χρόνια την ίδια του την ύπαρξή. Αυτή την άρνηση τη διευκόλυνε το ότι με την πτώση της Χούντας ο αρχιβασανιστής (αυτό ήτανε το ανομολόγητο παρατσούκλι του -- μπορεί βεβαίως να ήταν απλός βασανιστής, χοιρινό απλό κι όχι αρχιχοιρινό) έφυγε για την Τζέντα "γιατί θα τον λιανίζανε", από την οποία τελικά επέστρεψε στα μέσα της δεκαετίας του '90. Μετά το ξόδι, στον καφέ, η ξαδέρφη του πατέρα μου με γύριζε γύρω γύρω με ένα ποτήρι κονιάκ στο χέρι και με επιδείκνυε στο σόι. "Κι αυτός είναι ο [αρχιβασανιστής], ήτανε χρόνια στην Τζέντα." Τον κοίταξα καλά, αν και αποφεύγω να κοιτάζω ανθρώπους στα μάτια συνήθως. Ένα σιτεμένο χαμογελαστό γεροντάκι. Μου είπε ότι έχει ακούσει πολλά για μένα, πόσο χαιρόταν που με γνώριζε κτλ. Δεν απάντησα, άλλωστε είχα και το πρόσχημα του πένθους για να παραμείνω αμίλητος -- πρόσχημα όμως. Μου έδωσε το χέρι και μου το έσφιξε. Η αποστροφή που αισθάνθηκα είναι απερίγραπτη, ακόμα και μετά από τόσα χρόνια.

GatheRate

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

Πέμπτη; Χα χα χα χααα.

Την Πέμπτη είχα να την ακούσω από 15 χρονών, από τους δίσκους του μπαμπά (έχει την κασετίνα με τις εννιά του θεού, με φον Κάραγιαν και Φιλαρμονική Βερολίνου). Τα μουσικά κλισέ, ως γνωστόν δεν τα ακούς, ξέρεις ότι υπάρχουν, αυτό και τελείωσε. Απέφευγα συστηματικά οποιαδήποτε ακρόασή της όλα αυτά τα χρόνια, μάλιστα το σιντί το πήρα για την Εβδόμη (την οποία μέχρι και 19 με 20 χρονών δεν μπορούσα να ακούσω).

Την ξανάκουσα σήμερα. Κατάλαβα κάτι κορώνες του 19ου αιώνα ότι με τον Μπετόβεν τελείωσε η μουσική, τουλάχιστον η δυτική μουσική όπως πορευόταν από τον Μοντεβέρντι και μετά. Δε θέλω να γράψω ούτε σχόλια, ούτε παρατηρήσεις. Εννοείται ότι δεν 'κατάλαβα' την Πέμπτη, απλώς συναισθάνθηκα πόσο με ξεπερνάει παρακολουθώντας ασθμαίνοντας το έργο και την παμπόνηρη αλλά αδιαφιλονίκητη ομορφιά του. Όταν λοιπόν ο Κωστίνιος μού έλεγε πρόσφατα ότι ο θεός είναι θεός, ε, ήξερε πάρα πολύ καλά τι έλεγε.

Πρωτοάκουσα τα τελευταία κουαρτέτα του θεού όταν ήμουνα τριάντα και τις τελευταίες του σονάτες λίγο πιο μετά. Τώρα ξέρω ότι εκεί λίγο πριν τα ενενήντα, θα έρθω σε επίγνωση του μεγαλείου τους.

GatheRate

Από πού φυσάει ο άνεμος

Μόλις διάβασα για τη βομβιστική επίθεση στον μαραθώνιο της Βοστώνης. Το να μιλήσει κανείς απλώς για φρίκη και καταδίκη είναι ευτελές: κανονικά, όσοι είναι άνθρωποι αηδιάζουν με τέτοιες βαναυσότητες χωρίς να τις εντάσσουν σε κάποιο σχήμα, όπως αηδιάζουν με τις αόρατες σφαγές στη Συρία και στο Ιράκ ή με το να δολοφονείς εκατοντάδες αμάχους ανά έναν ταλιμπάν με μη-επανδρωμένα αεροσκάφη στο Αφγανιστάν και στο Πακιστάν. Ο μάλλον φτωχός Αφγανός ή Πακιστανός που πάει σε γάμο, στο τζαμί ή στην αγορά δεν ευθύνεται περισσότερο για τα εγκλήματα (αν υπάρχουν) άλλων Αφγανών ή Πακιστανών από όσο ευθύνεται για τα εγκλήματα πολέμου των ΗΠΑο όχι τόσο φτωχός Βοστωνέζος που συμμετέχει σε ένα όμορφο αγώνισμα. Οι νεκροί άμαχοι, όπως γράφτηκε στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης στο ίντερνετ, δε συμψηφίζονται, παρά αθροίζονται φρικτά. Αυτονόητα πράγματα που, όσο περνάει ο καιρός, θα πρέπει να επαναλαμβάνουμε όλο και πιο συχνά.

Οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε κάπου αλλού να επαναλαμβάνουμε όσα μας απασχολούν, αυτονόητα ή μη, παρά μόνο στο ίντερνετ. Εκεί υπάρχει επίφαση ελευθερίας, πολυφωνίας και δημοκρατικότητας, εκεί δημιουργούνται κοινότητες. Εκεί κυκλοφορούν μηνύματα, κείμενα, μουσικές, εικόνες και βίντεο. Ένα υπερμέσο, ίσως. Όμως, πιο σημαντικό και από το κατά πόσον το διαδίκτυο θα απορροφήσει την τηλεόραση, τον τύπο και το ραδιόφωνο είναι το εξής: ποιος ελέγχει το ίντερνετ.

Όταν μιλάω για έλεγχο δεν αναφέρομαι ούτε στο να κόψει ένα καθεστώς τα καλώδια, ούτε στο να λογοκρίνει ό,τι δεν εγκρίνει, ούτε στο να επιβάλει νομοθεσίες που περιορίζουν και φιμώνουν, ούτε καν στο σφράγισμα ανεπιθύμητων σέρβερ. Βεβαίως και όλα τα παραπάνω αποτελούν καταστρατηγήσεις της ελευθερίας του λόγου ή απλώς ωμές πράξεις καταστολής της. Αλλά τουλάχιστον δημιουργούν επίγνωση ότι αποτελούν λογοκρισία και καταστολή. Σχετικά με τα νέα μέσα, με το ίντερνετ τέλος πάντων, εμένα με απασχολεί περισσότερο κάτι άλλο: ποιος ελέγχει τις τάσεις και ποιος καθορίζει τι συζητιέται, τι θεωρείται σημαντικό, τι αποτελεί καυτό ζήτημα. Ακριβώς επειδή αγνοεί ο χρήστης των κοινωνικών μέσων ή των ενημερωτικών ιστότοπων ότι σε αυτές τις περιπτώσεις υφίσταται έλεγχος.

Με το τι θα ασχοληθούμε όσοι "ενημερωνόμαστε από το διαδικτυο" δεν προκύπτει ούτε δημοκρατικά και κατά πλειοψηφία, ούτε καν μέσα στις επιμέρους διαδικτυακές κοινότητες κι ομάδες. Σε θέματα ενημέρωσης και γνώμης, λόγου χάρη, την ατζέντα την ορίζουν τα παραδοσιακότερα μέσα και κατά κύριο λόγο η τηλεόραση. Αρκεί να μπει κανείς στο τουίτερ ή στο φέισμπουκ κατά τη διάρκεια ποδοσφαιρικού αγώνα, δημοφιλούς τηλεπαιχνιδιού ή πολιτικής συζήτησης: λίγοι ασχολούνται με κάτι άλλο. Και ας πούμε ότι εν προκειμένω ο κόσμος ακολουθεί την επικαιρότητα: την εξ αντανακλάσεως συγκίνηση του αθλήματος ως θεάματος, την αίσθηση ανωτερότητας που δημιουργούν στον απαθή (αφού απλώς παρακολουθεί) θεατή οι όλο πάθη κι ελαττώματα διαγωνιζόμενοι των ριάλιτυ, τις υλακές νεοναζιστών βουλευτών να συμπλέκονται με τον ίσκιο του πρωθυπουργού ή με τα μανικά και διψώδη ρητορικά σχήματα του κυρίου Βενιζέλου.

Η ατζέντα στο ίντερνετ όμως καθορίζεται και αλλιώς. Ποδηγετείται από την επίμονη προβολή θέσεων και απόψεων που δεν είναι καινούργιες και δεν είναι πρωτότυπες και δεν είναι καθόλου μα καθόλου ορθολογικές (πρέπει γρήγορα κάποιος να αποκαταστήσει τον ορθολογισμό και τον διαφωτισμό στον ελληνικό δημόσιο λόγο, προς το παρόν τον καπηλεύονται κακοί μαθητές του Νίκου Δήμου ή, χειρότερα, καλοί μαθητές της Άυν Ραντ). Η παλιά κακή χρονογραφία του αθηναϊκού τύπου ξαναζεί και παίρνει το αίμα της πίσω τροφοδοτώντας τις διαδικτυακές συζητήσεις: με τις εικοτολογίες της, με τον καζουισμό της, με την ευλογοφάνειά της. Κείμενα που γενικώς στηλιτεύουν και ειδικώς λοιδωρούν, που κατασκευάζουν ιστορίες ("αφηγήματα" λέγονται πια) και μετά τα εγκαταλείπουν, που ανάγουν το 'ναι μεν αλλά' σε επιχείρημα: αυτά συζητιούνται, κοινοποιούνται, ανακυκλώνονται, αναιρούνται, αποδομούνται, αλλά τελικά χρησιμοποιούνται ως πηγές και παρατίθενται.

Τελικά ξεχνιούνται τα κείμενα που λ.χ. συζήταγαν την ακαλαισθησία του δείνα (ενώ ο ανώνυμος τάδε συνθλίβεται) και άλλα παρόμοια κείμενα παίρνουνε τη θέση τους. Η ανατροφοδοτημένη τηλεόραση θα μιλήσει για "σάλο στο ίντερνετ" με αφορμή τα κείμενα αυτά, όμως τα πάθη που εξήψαν θα καταλαγιάσουν. Κάποιοι θα κουνήσουν το κεφάλι, οι περισσότεροι θα πεισθούν ότι τίποτα τελικά δεν έχει νόημα, ότι η πολιτική είναι κάτι που απλώς συμβαίνει, μια θεομηνία. Ο ακατάστατος κι ατελέσφορος θόρυβος που προκλήθηκε θα επιβεβαιώσει αυτό που ξέρουν ήδη, αυτό που πάντοτε μας έλεγαν: ότι 'η αλήθεια είναι πάντοτε κάπου στη μέση', ότι 'όλα εξαρτώνται από το πώς τα βλέπεις' και ότι (βεβαίως) 'αυτό θα φάει τον Έλληνα: ο Έλληνας τον Έλληνα'.

Κι έτσι η κυλάει η ζωή μέσα στο διαδίκτυο, ενώ έξω από αυτό ολοένα λιγοστεύει.

Για τη στήλη 'Blogs in print' της Ελευθεροτυπίας της 20.IV.2013

GatheRate

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

Γράμματα

Είμαι τόσο κουρασμένος που δεν μπορώ να δουλέψω άλλο, ούτε την πιο μηχανική δουλειά δεν μπορώ να κάνω. Είμαι τόσο κουρασμένος που δεν έχω να συζητήσω τίποτε. Δεν είμαι όμως τόσο κουρασμένος ώστε να μην μπορώ να μονολογήσω, εδώ.

ѽ

Δεν είναι σκουλήκι, τα σκουλήκια τρώνε πεθαμένους, εσύ ζεις. Δεν είναι νόσος, οι νόσοι καταβάλλουν κι απισχνώνουν και στεγνώνουν και σε ποτίζουνε φόβο, εσύ ζεις απ' αυτό και γι' αυτό. Είναι, όπως σου δίδαξαν, μια φωτιά που καίει σκοτάδια κι άγρια ερέβη παράγοντας θερμότητα. Κάποτε παράγει και φως.

Ϫ

Καμμιά φορά ξαναθυμάμαι απροειδοποίητα πράγματα που χρόνια έχω ξεχασμένα. Τις προάλλες θυμήθηκα τον τεχνικό όρο locus desperatus, τον οποίο ο καθηγητής που μας τον έμαθε αποκαλούσε 'terminus teχnicus'. Έλεγα τότε: 'locus desperatus, απελπισμένος τόπος'. Ο καθηγητής που μας τον έμαθε παντρεύτηκε φοιτήτριά του και, όπως κραύγαζε κάποιος στα αμφιθέατρα, φρόντισε να την κάνει διδάκτορα με "σκουπίδια". Αυτός που κραύγαζε μας έβριζε που δεν ήμασταν αιμοδότες. Locus desperatus, χαμένη υπόθεση: φθαρμένο χωρίο, για πάντα τελειωμένο.

Ѩ

Δεν πρέπει να ασχολείσαι με το μέλλον πάρα πολύ, μόνον ως προς τα βασικά του. Το μέλλον δεν είναι χρονικό διάστημα, παρά ένα μπουκέτο παράλληλοι κόσμοι: κάθε στιγμή, κάθε ώρα, κάθε μέρα που περνάει μαραίνει αναρίθμητους και βάζει καινούργιους να πετάξουνε μπουμπούκι. Ναι, όπως κι αν διανοηθείς το μέλλον, αυτό είναι αδιανόητο κι απρόβλεπτο, κάτι πολύ δύσκολο και στενόχωρο πολλές φορές. Μπορεί όμως να είναι και το πιο απελευθερωτικό πράγμα στις ζωές μας, που τις διαφεντεύουν τα στενόχωρα, τα μέτρια κι οι φόβοι.

۞

(Άμα κοιτάζεις προς το παρελθόν και το παρακολουθείς με προσοχή κι επιμέλεια, τελικά πρόβα μέλλοντος κάνεις. Αλλά χιλιοειπωμένο αυτό, σιγά)

ə

Αετοί και λιοντάρια, βασιλικά αρπακτικά: σκηπτροφόρα, ξιφουλκούντα, κρώζουν και βρυχώνται. Εμένα δώστε μου χελιδόνια και παγόνια, κύκνους και γάτους όλο τσαχπινιά και χάρη. Δράκοντες της φωτιάς ή του νερού; Δελφίνια θέλω. Άστρα και ήλιοι και φεγγάρια, όχι: εμένα δώστε μου σύννεφα και ίριδες. Πουλιά δικέφαλα φερμένα από την Ινδία, μπαϊράκια αυτοκρατόρων; μόνον ο φοίνικας μ' αρέσει, που ξαναζεί γιατί κάηκε, που μάλλον καίγεται συνεχώς -- κι ας τον σφετερίστηκαν τα καθήκια. Από τα τα 23 μου αναρωτιόμουν τι τατουάζ θα χτυπήσω, το ανακάλυψα τον προηγούμενο μήνα: τίποτε από τα παραπάνω, πάντως.

Ϡ

Για όποιον αγαπάει τη μουσική δεν έχουνε χαθεί όλες οι ελπίδες. Και να μην απασχολεί την ψυχή σας ο φασισμός, μόνον τις φωνές και τους σιελογόνους και τις γροθιές σας: αποστολή του είναι να ψοφήσει, αποστολή μας είναι να ψοφήσει ογλήγορα και με όσο λιγότερα θύματα. Σημασία έχει ότι, για τη δική μας γενιά τουλάχιστον, η φενάκη 'των μεν και των δε' μαδήθηκε και τρίφτηκε και πάει. Όπως έλεγε και η Γκορίτσεβα που διάβαζα μικρός: κράτα τον νου σου  στην κόλαση και μην απελπίζεσαι.

Ѯ

Και, ναι, να το κάνεις μεθυσμένος έχει κι αυτό τη χάρη του: δε θυμάσαι καθέκαστα και συμβάντα, παρά τη μέθη μέσα στη μέθη, στιγμές κι αισθήσεις ασύνδετες και λαμπρές που δεν μπορείς να αξιολογήσεις όμως.

GatheRate

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Arlanda

Αυτές οι μέρες έχουνε πυκνότητα. Δεν οφείλεται αυτό σε πολλά γεγονότα και σε εμπειρίες έντονες και διαφημιστικές, τουναντίον: μέρες άχρωμες και ξεθυμασμένες, είναι γεμάτες δουλειά και όχι από αυτή που λες δημιουργική, γεμάτες οργή και όχι από αυτή που θα νόμιζες γόνιμη, γεμάτες λίγο ύπνο και πολλά ερωτηματικά και κάποιες μικροπρέπειες. Αλλά έχουνε πυκνότητα, οριακά συνθλίβονται κάτω από το ίδιο τους το βάρος και νομίζεις ότι στο τέλος θα σε καθηλώσουνε κι εσένα. Αλλά δεν είναι έτσι, ποτέ δεν είναι έτσι. Ό,τι σε πλακώνει, σε πλακώνει γιατί το αφήνεις. Έτσι, απλά, παολοκοελικά. Κι αν δεν μπορείς να το αποσείσεις από πάνω σου το βάρος, γι' αυτό υπάρχουν οι άλλοι. Αν τολμάς. Γιατί οι άλλοι είναι πάντα ρίσκο, ακόμα και για όσους δεν πέφτουν έξω στους ανθρώπους (αυτό είναι το ένα μου χάρισμα, τίποτε άλλο). Και στο κάτω κάτω, γι' αυτό υπάρχουν οι ειδικοί. Οι ψυχολόγοι, οι ψυχίατροι, οι ψυχαναλυτές. Χρόνια παρακολουθώντας ανθρώπους να μεγαλώνουν, παρατηρώ ότι η αδυναμία της ηλικίας δεν εκδηλώνεται πια τόσο σωματικά, όπως παλιότερα, όσο ψυχικά. Εκεί στα 30 με 50 δεν ασχολήθηκαν οι νυν ηλικιωμένοι με την ψυχική τους υγεία κι αυτό φαίνεται στο πόσο εύθραυστοι γίνονται όταν μεγαλώνουνε πια, γερνούν στην ψυχή. Ίσως θα έπρεπε η ψυχοθεραπεία και η μέριμνα για την ψυχική υγεία να είναι το αντίστοιχο του γυμναστηρίου και της σωστής διατροφής. Μένοντας στους ανθρώπους που παρακολουθώ: αφενός, κοινότοπα μιλώντας, όχι, δεν πρόκειται να εξαφανιστούν τα ζητήματα που έχεις επειδή δεν τα κουβεντιάζεις, επειδή δεν τα αρθρώνεις -- ίσα ίσα, θα περιμένουν να εξασθενήσεις και θα έρθουνε να σε γεράσουν πρόωρα. Αφετέρου, οι φίλοι με τις συμβουλές που σε ακούνε καρτερικά και σου λένε την περιζήτητη γνώμη τους -- ρόλος που επιτελώ επί 25ετία -- θα σε βοηθήσουνε μέχρι το σημείο να σου δώσουνε μια (πολύτιμη ενίοτε) οπτική γωνία διαφορετική από τη δική σου, από τη δική σου της αυτολύπησης, της αυτοδικαίωσης, του ναρκισσισμού, της ανασφάλειας, της αμνησίας και της απώθησης. Μέχρι εκεί. Καθόλου παραπέρα. Οι φιλικές συμβουλές και κάτι ωραίες γενικόλογες ατάκες τύπου ωροσκόπιο απαντούν σε κάθε μας πρόβλημα αλλά με τον ξύλινο τρόπο των πολιτικών: ανώδυνα, ανεύθυνα κι άνευ περιεχομένου.

Αυτές οι μέρες έχουνε πυκνότητα. Βεβαίως, το παρόν έχει εξ ορισμού μεγαλύτερη πυκνότητα από το παρελθόν: τόσο βάρος σε τόσο λίγο χώρο, τον χώρο μιας στιγμής, άλλωστε. Και το μέλλον είναι αυτό που ξέρεις, λες, προς τα πού πάει. Παπάρια που πάει εκεί που λες πώς πάει. Υπάρχει μέλλον απείρως βαρύ αλλά διάρκειας τριών ωρών, υπάρχει μέλλον απείρως βαρύ διάρκειας μιας ζωής, υπάρχει και μέλλον-ακορντεόν που ανοίγει ανασαίνοντας, κλείνει εκπνέοντας νότες μακρόσυρτες ή γρήγορες. Κι εσύ νομίζεις πως κρατάς τη μελωδία. Ύστερα, είναι και το άλλο: το παρόν είναι πυκνό κι ανακατωμένο, ενώ το παρελθόν κροκιδώνεται σιγά σιγά: κάτι καθιζάνει, κάτι ανεβαίνει στον αφρό, διαχωρίζονται το λάδι, το νεράκι, η φωτιά, η σκόνη, κάτι στάχτες. Και το κοιτάς και λες: να το ένα, να το άλλο, να αυτό ήταν εκείνο και το άλλο ήτανε -- βεβαίως -- κάτι άλλο. Και αν είσαι και τέτοιος τύπος, ίσως μπορεί να πεις ότι έχεις την ερμηνεία των αναλογιών, των κράσεων και των μίξεων, της πλησμονής και της κένωσης, πώς αλληλεπίδρασαν και πώς αντέδρασαν οι ουσίες και τα υλικά και πώς κάτι κατέλυσε τις μεταξύ τους αντιδράσεις. Άλλωστε, in hindsight, everything makes sense. Σημασία έχει, όπως κάθε φορά βεβαίως, να μην μπαίνουν οι αφηγήσεις πάνω από την αλήθεια. Άλλωστε η απάντηση του Χριστού στο "τι δ' εστί αλήθεια" είναι η σιωπή. Σιωπή που μπορεί να σημαίνει "you can't handle the truth"· που μπορεί να σημαίνει "τέτοια ώρα, τέτοια λόγια"· που μπορεί να σημαίνει "πόση ώρα έχουμε στη διάθεσή μας;"· που μάλλον σημαίνει "μ' έφερες εδώ να με κρεμάσεις, δεν είμαστε για συζητήσεις περί αλήθειας".

Αυτές οι μέρες έχουνε μια πυκνότητα. Κάπως θα οσμωθεί το περιεχόμενό τους με όσα βρίσκονται πίσω από τη λεπτή μεμβράνη χωρίζει το παρόν από το μέλλον. Η άνοιξη έρχεται όχι σαν κύμα από Νότο προς Βορρά που κάνει κερασιές να ανθίζουν και πόλεις να μυρίζουν αλλόκοτα και μαυλιστικά, παρά σαν κλεφτης μέσα στη νύχτα, για να σου αδειάσει το σπίτι, συνήθως από τη σαβούρα.

Κι όπως όλες οι μοντέρνες ιστορίες, κάθε ιστορία, κι αυτή εδώ, θα κλείσει με μια απογείωση. Στην προσγείωση θα περιμένει την έναρξή της μια καινούργια. Κι ενδιάμεσα υπάρχει η πτήση, ο τάχα μου μετεωρισμός πάνω από μια θάλασσα ωραία κι αφράτα, σχεδόν στέρεα, σύννεφα.

GatheRate

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Φωτογραφίες

Alice Russell 1

Ξεκίνησε να τραβάει φωτογραφίες με μια Ζενίτ, την έχει ακόμα, κανείς πια δε θυμάται τι είναι η Ζενίτ. Μετά σταμάτησε. Δεν μπορούσε να βρει θέματα, δεν τον άφηνε η λαιμαργία της όρασης να σταθεί πίσω από τον καθρέφτη της ριφλέξ του.

UCL

Μετά από χρόνια ξανάρχισε σιγά σιγά. Δεν ήξερε αν ήθελε να φτιάξει αρχείο ή να αιχμαλωτίσει το φως, που τον παίδευε από παιδί. Δεν ήξερε αν ήθελε να καταστρατηγήσει τη λήθη ή να στήσει κάδρα. Ίσως και αυτά αλλά και άλλα πολλά.

Readiness

Τον προβλημάτιζε ότι οι φωτογραφίες δεν ήτανε πια υλικές. Στο γραφείο του επάνω είχε μία φωτογραφία από δύο σημεία του κόσμου: το ένα μύριζε ξύλο και χαρτί και του υπενθύμιζε να είναι αυτός που είναι και κανένας άλλος. Το άλλο ήταν από μια μέρα που ανακάλυψε την καταγωγή του και την ιστορία του μέσα από την όψη, μέσα από το να ξαναδεί σαν να μην είχε ξαναδεί τις αχανείς γειτονιές της πόλης του.

Bus station morning

Ειδικευόταν στα άδεια τοπία. 'Γεωμετρικά' θα τα έλεγες αν ήθελες να τον κολακέψεις, 'έρημα' αν ήθελες να είσαι ειλικρινέστερος. Δεν υπήρχαν πουθενά άνθρωποι, παρά από μακριά και σαν σκιές μακρινές, σα μέρη του τοπίου, σαν προσχήματα ή σαν πλήθη. Πολλές φορές σε αφύσικες στάσεις τζακομεττικές ή από παραστάσεις του Μπέκετ και νουβέλ βαγκ, σαν εκείνον τον αγκυλωμένο από τους Αστούς του Καλαί.

 To the left, the North

Άλλοτε τράβαγε λεπτομέρειες. Πολύ τον δυσκόλευαν τα πορτραίτα. Τράβαγε ανόργανες και σχηματικές λεπτομέρειες. Φόρμες, μοτίβα, γραμμές, σκιές, ματιέρες. Κυρίως σκιές, θολές κατά προτίμηση. Παιχνίδια με το φως, απατηλά.

 Brussels

Μετά αποφάσισε να τραβήξει ανθρώπινες μορφές. Όχι πορτραίτα, τα πορτραίτα περιέχουνε βλέμματα, τα βλέμματα καίνε το κάδρο και, όταν δεν καίνε, τότε παρασύρουνε το βλέμμα σου σε γραμμές φυγής δικές τους. Απευθύνθηκε σε φίλο καλλιτέχνη, του βρήκε μοντέλο. Το μοντέλο τον τρόμαξε.

At the sign of the pale white disc
Απευθύνθηκε σε φίλη, όμως η φίλη ήθελε να τη βγάλει όμορφη, αλλά αυτός δεν είχε τέτοιους σκοπούς γιατί έψαχνε πάνω στο σώμα λεπτομέρειες: φόρμες, μοτίβα, γραμμές, σκιές, ματιέρες. Κυρίως σκιές, θολές κατά προτίμηση. Παιχνίδια με το φως, απατηλά. Και όσα υπαινίσσονται τα μικροσκοπικά αλλά απέραντα τοπία των σωμάτων: κόπωση, πόθο, ηλικία κι απειρία, γαλήνη, σοφία, πόνο, καρτερία και πλησμονή, φροντίδα, περηφάνεια και το κενό της αναμονής. Ιστορία και βιολογία. Ελευθερία.

New Year at Els Quatre Gats II
Καμμιά φορά θα ήθελε να βλέπει άλλα από εκείνα που βλέπει, όμως όσα αναλώσιμα παγιδεύουν οι πρόθυμοι σένσορες, τώρα που η πιο ακριβή χημεία των φιλμ χάνεται του λένε να κοιτάξει και όσα φωτογραφίζει.

Working
Κι εξακολουθεί να θεωρεί τους ανθρώπους τα πιο ευφρόσυνα τοπία.

 liberty

GatheRate

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Χωρίς φωτό

Τα τοπία εδώ που είμαι είναι σαν την ίδια την άνοιξη: πολύ μα πολύ εφήμερες υποθέσεις, αφού υπάρχουνε για μία με δύο εβδομάδες, μέχρι να επέλθει η Μεγάλη Ζέστη (Μάιο με Οκτώβριο) και να τα κατακάψει όλα, να μαράνει τα πάντα, να ερημώσει το στείρο χώμα από κάθε ίχνος πόας, αναδεικνύοντας τα καύκαλα της γης από κάτω, κάτι ασβεστόλιθους και πωρόλιθους και γρανίτη με εμφυτευμένα δέντρα ασθενικά και ταλαίπωρα. Αν έχει βρέξει, τα τοπία εδώ μπορεί και να ζήσουνε για ένα, ενάμιση μήνα. Μόνον η θάλασσα είναι αμετάβλητη, δηλαδή περιμένει τη Μεγάλη Ζέστη για να δοξαστεί το ηγεμονικό και μεταλλικώς απλοειδές μπλε της, το πράσινό της που παριστάνει τη διαφάνεια. Αλλά τη θάλασσα, την ἀτρύγετο, ποτέ δεν την αγάπησα πολύ.

Κι έτσι ονειρεύομαι την Κρήτη, με τα λουλούδια της και τα Λευκά Όρη. Το Μέτσοβο και το Ανήλιο, ούτε που τολμώ: ό,τι είναι μακρινό μου δεν τολμώ καν να το ποθώ συνήθως.

Κι όμως τα εφήμερα αυτά τοπία, έχουνε τη δική τους δόξα. Όπως οι ελαφρώς λιγότερο εφήμερες ζωές μας. Καμμιά φορά λάμπουν κι αστράφτουν. Κοιτάζεις τον χάρτη και λες "πού είμαι;". Κάπου ανώνυμα, κάπου όπου έχεις ξαναπάει και δε θυμάσαι. Οι χάρτες όλο τέτοια μικρά ψέματα λένε. Οι χάρτες σε κάνουν να πιστεύεις ότι γνωρίζεις κι ότι εποπτεύεις, ενώ αποσιωπούν τα πιο σπουδαία, τα πιο πραγματικά (όσα καρφιτσάκια-πινεζάκια και να τους καρφώσεις) και σίγουρα τα πιο όμορφα: τις στιγμές σου, τις μικρές, τις εφήμερες, ομορφιές που δε βλέπει κανείς χαρτογράφος, κανείς τοπογράφος, κανείς δορυφόρος.

Λόγου χάρη: τον τρελό χορό τρελών χελιδονιών. Τα περιστέρια ας είναι σύμβολα της Θεότητας, του Αγίου Αθανάτου, των μεγάλων και ωραίων ιδανικών: τα χελιδόνια δε θα γίνουνε ποτέ σύμβολα, θα ζούνε πάντα μέσα στον τρελό χορό της χαράς τους, ερωτευμένα και γοργόφτερα, παίζοντας και μεγαλώνοντας μικρά, χτίζοντας και παίζοντας με τον αέρα. Τα χελιδόνια θα είναι άνθρωποι.

Λόγου χάρη: χωράφια από κριθάρι ήδη ώριμο, που σταματούν στη θάλασσα. Μια χαρουπιά στη μέση.

Και μετά, η θάλασσα, αυτή η απεραντοσύνη αλατόνερου, αχανής σα θάνατος, σχεδόν ευγενική.

GatheRate

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

Woburn Place

Το 1997 ή το 1998, δε θυμάμαι πια, ο Κινέζος πρόεδρος επισκέπτεται το Λονδίνο. Είναι χειμώνας πάντως. Αρθρώνονται και τυπώνονται κάποιες φωνές διαμαρτυρίας, δεν έχει ξεχαστεί η Τιεν Αν Μεν ακόμα, οι Κινέζοι δεν είναι (ακόμα) φίλοι μας. Για να μην είμαι καλός με τους Άγγλους -- ποτέ δεν είμαι -- είναι και το Χονγκ Κονγκ που έχει αλλάξει χέρια το καλοκαίρι του '97, υπάρχουν ανησυχίες για το μέλλον της δημοκρατίας στην πρώην αποικία. Την ώρα της παράδοσης της πόλης-κράτους στη μητέρα Κίνα τον Ιούλιο του '97, άνοιξε ένα παράθυρο στο Hong Kong House, κάπου προς Σόχο μεριά ήτανε, νομίζω, βγήκε ένα χέρι, άρπαξε την αποικιακή σημαία του Χονγκ Κόνγκ όπως αδράχνεις παντελόνι που στέγνωσε στο πιο μακρινό σκοινί της απλώστρας πάνω από τον ακάλυπτο, μην τυχόν και πέσει, την τράβηξε μέσα και έκλεισε το παράθυρο. Πάντως στην επίσκεψη του Κινέζου προέδρου τα μέτρα ασφαλείας ήταν εκτεταμένα και ζόρικα.

Περιμένανε διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις λοιπόν, τα μέτρα ασφαλείας ήταν αυξημένα. Εγώ είχα πάει να δω τον φίλο μου τον ρεθεμνιώτη κι ανεβαίναμε τo Woburn Place, εκεί μεταξύ Coram St. και Tavistock. Φορούσα το μακρύ μαύρο παλτό που έχω ακόμα (τι χρήση να κάνεις ένα παλτό στη Μέση Ανατολή) και κρατούσα μια καλά τυλιγμένη ομπρέλα, από τις μπαστουνέ με την επικίνδυνα οξυγώνια μύτη. Συζητούσαμε γκομενικά με τον ρεθεμνιώτη (τέλος πάντων, όχι ακριβώς αλλά stet, δε γαμιέτ'). Τότε, αλλά ακόμα και τώρα πολλές φορές, περπάταγα κοιτώντας κάτω, η ξαδέρφη μου με κορόιδευε γι' αυτό.

Σε μια στιγμή αλλόκοτης ησυχίας σηκώνω το βλέμμα, έρημο το Woburn. Κοιτώντας προς τη μεριά του Γιούστον διακρίνω περιπολικά και μοτοσυκλέτες. Πολλά περιπολικά και πολλές μοτοσυκλέτες. Είπαμε, "ζόρικα κι εκτεταμένα" μέτρα. Στεκόμαστε και λέω στον ρεθεμνιώτη: "ο Κινέζος!". Τα περιπολικά και οι μοτοσυκλέτες περνάν από μπροστά μας αλλά Κινέζος πουθενά. Από μακριά βλέπω να έρχεται τώρα ένα μαύρο αυτοκίνητο, χαρακτηριστικά και γνώριμα κακοσχηματισμένο, με το λάβαρο της βασίλισσας πάνω στον ουρανό του. "Όχι, ρε, η Λιζ είναι", λέω, ακολουθώντας το χούι των λονδρέζων αντιμοναρχιστών συμφοιτητών μου που μετέστρεψε στην κληρονομική ελέω Θεού βασιλεία ο θάνατος της Νταϊάνας και οι ασταμάτητοι λαϊκοί θρήνοι και κοπετοί σε δρόμους, πλατείες, κανάλια, εκκλησίες και παμπ. Το μαύρο αυτοκίνητο πλησιάζει. "Πού;", ρωτάει ο ρεθεμνιώτης. "Εκεί ρε μαλάκα", του λέω, σηκώνω την ξιφόμορφη ομπρέλα και δείχνω την Ελισάβετ Ουίνζορ, βασίλισσα και κεφαλή της Κοινοπολιτείας. Φορούσε κάτι σαν άσπρο πουλερικό γύρω της και, έχοντας μας πλησιάσει αρκετά, την είδα να με κοιτάζει καθόλου ατάραχη κατάματα μέσα από το τζάμι να τη σημαδεύω με την ομπρέλα. Δίπλα της καθόταν ο Έλλην πρίγκιψ Μάουντμπάτεν, και αιώνιος σύζυγός της, που δεν είχε πάρει πρέφα τίποτα. Ο ρεθεμνιώτης είδε κι αυτός τη γιαγιά των δύο ενωμένων βασιλείων και απότομα κοίταξε δεξιά "Σραόσα!", φώναξε. Ενστικτωδώς κατέβασα την ομπρέλα, ενώ το κακάσχημο αυτοκίνητο των δύο προνομιούχων ηλικιωμένων μάς είχε ήδη προσπεράσει. Ρώτησα τι έγινε. "Σε αγριοκοίταξαν κάτι αστυνομικοί", μου είπε, "ένας επιβράδυνε κιόλας".

Ήμουνα τυχερός. Απλώς με αγριοκοίταξαν. Δεν έγινε κανένα λάθος. Δεν οπλοφορούσαν. Δεν πανικοβλήθηκαν από τον μελαχρινό μαυροφόρο με τη σχεδόν βουλγάρικη ομπρέλα. Δεν υπήρχε λόγος να φοβηθεί κανείς μια ομπρέλα που σημάδευε τον αρχηγό του κράτους (κι αυτού και άλλων). Δεν είχε έρθει η ώρα που η ασφάλεια υπερκέρασε την ελευθερία. Δεν είχε έρθει η δικαιολογία να υπερτερήσει επιτέλους η υστερία. Δε με λέγανε Ζαν Τσαρλς, εν πάση περιπτώσει. Αυτά ήτανε για τον επόμενο αιώνα.

GatheRate

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Από την Ελλάδα του Χαστουκόδεντρου

Κάθησα να δω το 'Δεμένη κόκκινη κλωστή'. Άντεξα περίπου δέκα λεπτά: το εμφυλιοπολεμικό θέαμα είναι πια υπερβολικά επίκαιρο σε μια χώρα στης οποίας τα σύνορα πεθαίνουν εκατοντάδες άμοιροι άνθρωποι, στους δρόμος της οποίας αλωνίζουνε συμμορίες ναζιστών ενώ η αστυνομία της έχει αφοσιωθεί στη στυγνή καταστολή, που μέσα στις εφημερίδες της πίνουνε καφέ και γράφουν άνθρωποι έτοιμοι για όλα, έτοιμοι να δικαιολογήσουνε τα πάντα προκειμένου να γλυτώσουμε από την ανομία και την "ακροαριστερή βία".

Για μια φορά ακόμα σκέφτηκα το προφανές: δεν υπάρχουνε δύο άκρα. Υπάρχει η πλευρά των λίγων, προνομιούχων και καλά οπλισμένων που επιτίθεται. Υπάρχει και η πλευρά των πολλών που υφίστανται την κατακρεούργηση, την εξαθλίωση, τη σύνθλιψη, την υποδούλωση (το "εξανδραποδισμός" ακούγεται σαν ανεπίτρεπτη καλλιέπεια πια) και την καταπίεση. Κάποιοι από τους πολλούς αμύνονται. Τότε είναι που οι λίγοι επικαλούνται τη μεσότητα, τη σωφροσύνη, την κοσμιότητα, την πραότητα, τη μετριοπάθεια. Συνήθως δι' αντιπροσώπων.

Μετά την αποτυχημένη απόπειρά μου να δω την ταινία, ξαναθυμήθηκα το 'Χαστουκόδεντρο' του Άρη Μαραγκόπουλου. Τελειώνοντας τη δική μου ανάγνωση του βιβλίου πριν λίγο καιρό αποκόμισα έντονα, έκτυπα σχεδόν, δύο συμπεράσματα. Ενδεχομένως 'συμπεράσματα' να είναι ο λάθος όρος: επρόκειτο για κάτι βαθύτερο και σαφέστερο από 'εντυπώσεις', αλλά και πιο υπόρρητο και υπαινικτικό από τα 'συμπεράσματα' στα οποία καταλήγει κανείς μελετώντας π.χ. μια μονογραφία ή μια ιστορική πραγματεία.

Το πρώτο συμπέρασμα το υπαινίχθηκα ήδη: μεγάλωσα σε μια οικογένεια και σε μια κοινωνία στις οποίες οι μακρινές και ξορκισμένες (νομίζαμε) αναμνήσεις του Εμφυλίου και του ζόρικου 1950-1967 αποδίδονταν σε "φαγωμάρες για τα πολιτικά", λες και τα πολιτικά είναι κάποιου είδους βίαιο και υψηλού ρίσκο ποδόσφαιρο, όπου εξ ορισμού κανείς δεν έχει δίκιο ή άδικο. Άκουγα για τη "διχόνοια της φυλής" που γεννάει εμφυλίους και διχασμούς, λες και επρόκειτο για λ.χ. τη βρώση ζωικού λίπους και κατάποση άφθονων ποσοτήτων αλκοόλ που κουτσουρεύουν τα προσδόκιμα ζωής των λαών του ευρωπαϊκού Βορρά: ενός είδους πολιτισμική ιδιορρυθμία. Μιλούσανε για "τους μεν και τους δε", λες και ο θίασος των βλαχοαστών που παρελαύνουν από το Χαστουκόδεντρο (και την Ελλάδα του '50, του '60 και του '70) είναι εξίσου ισχυροί και προνομιούχοι με τον ακτήμονα, τον εργάτη του Μαντζάκου, ή και τον πατέρα μου, γιο τυπογράφου που είχε φάκελο (αν και με περιεχόμενα διόλου ηρωικά ή αγωνιστικά). Με δυο λόγια: η ισότιμη κι ισοβαρής αντιπροσώπευση των δύο "παρατάξεων", "άκρων" αν θέλετε, είναι μαζί μας από τη δεκαετία του '40: ίσα κι όμοια ο κατσαπλιάς κι ο αντάρτης με τον ταγματασφαλίτη και τον χίτη -- με το αόρατο Κέντρο να απαρτίζεται από όσους ήσυχα έκαναν αντίσταση μέσα στη φαντασία τους. Ο νεόπλουτος μαυραγορίτης ή από τα περιουσιακά εξοντωμένων Εβραίων ίσα κι όμοια με τον εξόριστο και βασανισμένο κομμουνιστή κι "ιδεολόγο" -- ενώ το φαντασιακό Κέντρο στελεχώνεται με δηλωσίες, φιλήσυχους νομοταγείς, "οικογενειάρχες". Και πάει λέγοντας. Και εν πάση περιπτώσει, το  Χαστουκόδεντρο τα λέει τάξεις μεγέθους καλύτερα από μένα.

Το δεύτερο συμπέρασμα: το Χαστουκόδεντρο είναι πανοραμικό, πολυφωνικό βιβλίο. Όταν λέω πολυφωνικό εννοώ γνήσια πολυφωνικό, με την μπαχτινική έννοια: οι πολλές φωνές που αρθρώνονται δεν συγκλίνουν προς μία και δεσπόζουσα ερμηνεία είτε της βασικής πλοκής είτε του ελληνικού πανοράματος που πλαισιώνει την πλοκή. Ίσα-ίσα, οι φωνές εξακτινώνονται τελικά, αφού συνδιαλεχθούνε μεταξύ τους, λοξά συνήθως, αφού η μία -- μερικώς και ημιτελώς πολλές φορές -- απαντήσει στην άλλη. Αποτελεί κείμενο γεμάτο τάσεις και εντάσεις μεταξύ όχι αντιθέτων αλλά ανάμεσα σε διακριτές αποχρώσεις, διαθέσεις και (σίγουρα) αρχές: έρωτας και πολιτική, Ελλάδα και αλλού, Ωνάσης και Πάππας, Μπελογιάννης και Λαμπράκης, ελευθεριακότητα και κομματικός αυταρχισμός, αίμα και γέλιο, επαρχία και Αθήνα, εστεμμένοι και σελέμπριτυ, Σπυριδούλα και...  -- και πάει λέγοντας. Μέσα από αυτό το πολυφωνικό και πολυπρισματικό έργο (ασυνήθιστα τεκμηριωμένο σε κάποια σημεία, ανέμελο μυθοπλαστικά σε άλλα) συντίθεται μια εικόνα πολύ ενδιαφέρουσα, όσο και ανησυχητική: αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα μετά το 2008, αυτό που ο Rakasha συζήτησε με όρους της 'κατάστασης εξαίρεσης' του Agamben, δεν είναι καθόλου μα καθόλου κατάσταση εξαίρεσης, παρά το business as usual της εκάστοτε άρχουσας τάξης. Της εκάστοτε άρχουσας τάξης (πείτε τους 'διαπλεκόμενους' ή ό,τι άλλο) που μόνον προσχηματικά ενδιαφέρεται για εργασιακά, πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα, η οποία τιμά τους δημοκρατικούς θεσμούς με τον τρόπο που χειρίζονταν οι παλιοί αγρότες την κρεωφαγία: ως δαπανηρή και ίσως περιττή πολυτέλεια.

GatheRate

Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

Με αφορμή την Κύπρο

Τρεις σημειώσεις, χωρίς όμως κάποια συμπεράσματα

Σημείωση πρώτη:

Στην Κύπρο οι ηγεσίες έχουν ως πάγια τακτική τους να παρουσιάζουν συμφωνημένες ή μόνιμες διευθετήσεις για προσωρινές. Πέντε παραδείγματα μόνο:

α) Η διχοτόμηση της Λευκωσίας το 1957, με μια πράσινη γραμμή στο χάρτη, παρουσιάστηκε από την αποικιακή κυβέρνηση ως προσωρινή λύση, μέχρι να καταλαγιάσουν οι δικοινοτικές ταραχές. Αυτά σχετικά με τα τετελεσμένα.

β) Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος μετά τη Ζυρίχη παρουσίασε την ανεξαρτησία ως ένα προστάδιο της ένωσης με την Ελλάδα. Δεν επρόκειτο για ρητορικό εύρημα: αυτή ακριβώς υπήρξε η πολιτική των ηγετών της ελληνοκυπριακής ηγεσίας αλλά και διάφορων παρακρατικών και παραστρατιωτικών οργανώσεων μέχρι και το 1974. Αυτά σχετικά με το Σύνταγμα της Ζυρίχης "που δε δούλευε".

γ) Οι πρόσφυγες του 1974 έμειναν σε αντίσκηνα για πολύ περισσότερο από όσο ήταν αναγκαίο, αφού η πολιτική ηγεσία δεν είχε σκοπό να τους στεγάσει σε οικισμούς, πράγμα το οποίο τελικά αναγκάστηκε να πράξει. Ο λόγος ήταν ότι το θέαμα των σκηνιτών θα συγκινούσε τη διεθνή κοινή γνώμη ώστε να τερματίσει την τουρκική κατοχή, η οποία, έτσι κι αλλιώς, ήτανε μια προσωρινή και ανώμαλη κατάσταση. Αυτά σχετικά με τον ρεαλισμό ή με τη χρήση των οδυνών.

δ) Ο πρόεδρος Παπαδόπουλος και το ΑΚΕΛ καλούσαν τους Ελληνοκύπριους να καταψηφίσουν το σχέδιο λύσης του 2004 γιατί μέχρι τον Δεκέμβριο του 2004 θα δίνονταν πάρα πολλές ευκαιρίες για μια καλύτερη, "ευρωπαϊκή" λύση του Κυπριακού. Μέχρι το 2013 δεν έχει αναφανεί καμμία, απεναντίας η διχοτόμηση έχει πλέον αμετάκλητα παγιωθεί με τους χειρότερους δυνατούς όρους για την ελληνοκυπριακή πλευρά. Αυτά σχετικά το Κυπριακό.

ε) Μετά το παραλίγο κανόνι της Λαϊκής Τράπεζας, αφού ο Βγενόπουλος τη φόρτωσε ελληνικά ομόλογα που εν συνεχεία κουρεύτηκαν, η κυβέρνηση Χριστόφια εφάρμοσε εισπρακτικά μέτρα και περικοπές για να εξευμενίσει τον επερχόμενο Μολώχ της τρόικας. Ο νεοεκλεγείς Αναστασιάδης επέλεξε να αφανίσει τον τραπεζικό τομέα, τη βασική πηγή πλούτου της Κύπρου μαζί με τον τουρισμό, και όχι να βγάλει τη χώρα ηρωικώς από το ευρώ -- μια λύση πιθανότατα λιγότερο ζημιογόνα από αυτήν που επιλέχθηκε. Αυτά σχετικά με την προσδοκία να γεμίσει το νησί φωτοβολταϊκά και φυσικό αέριο (που δε θα διαρπάξουν οι ισχυροί της περιοχής και της γης).

Σημείωση δεύτερη:

Αντιλαμβάνομαι, όπως και κάθε τίμιος άνθρωπος, τις εγκληματικές ευθύνες της Ελλάδας για το τι συμβαίνει στην Κύπρο τα τελευταία 60 χρόνια. Η Ελλάδα άλλωστε συμπεριφέρεται σταθερά, μέχρι και σήμερα, ως ιδιότυπα νεοαποικιακή δύναμη στο νησί. Παράλληλα, ο σεφεριάζων λυρικός κυπροφετιχισμός μας ούτε ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ούτε εξυπηρετεί κανέναν -- πολύ περισσότερο τους Ελληνοκύπριους.

Όσο κι αν μας κάνει μια τέτοια εικόνα να βουρκώνουμε και να ανατριχιάζουμε, οι Ελληνοκύπριοι δεν είναι ούτε λαός ηρώων (ή αγυρτών), ούτε ακρίτες κανενός. Δεν είναι τα απόπαιδα της Ελλάδας, παρά ένας μικρός, εξαρτημένος κι ανυπεράσπιστος λαός σε ένα πολύ συγκεκριμένο γεωπολιτικό και ιστορικό περιβάλλον που συνοψίζεται ως "αποικιοκρατία, Μέση Ανατολή, ελληνισμός, δεξιά βαρβαρότητα".

Σημείωση τρίτη:

Το βίαιο ξύπνημα των Ελληνοκυπρίων τον Μάρτιο του 2013 συνοδεύτηκε με απότομο, βαθύ και, ενδεχομένως, μόνιμο ρήγμα στην έως τώρα τυφλή πίστη τους στους θεούς του κεφαλαίου και των "επενδύσεων". Στις αντιμνημονιακές ("αντιαποικιακές", καλύτερα) συγκεντρώσεις για πρώτη φορά κυριάρχησαν αντικαπιταλιστικά συνθήματα.

Αυτά συνέβησαν σε μια χώρα όπου "βγαίνω στους δρόμους" σήμαινε "κραδαίνω ελληνικές σημαίες για να διαλαλήσω τον ελληνισμό μου ή και το πόσο θύμα είμαι". Αυτά επίσης συνέβησαν σε μια χώρα χωρίς κοινοβουλευτική Αριστερά, αφού το ΑΚΕΛ τοποθετείται πολιτικά περίπου όπου και η ΔΗΜΑΡ αλλά και με τον τρόπο της ΔΗΜΑΡ. Όμως ας αναλάβουν άλλοι να εξηγήσουν το προφανές: ότι το ΑΚΕΛ είναι ένα κατεστημένο που λειτουργεί σαν κομμουνιστικό κόμμα και που απλώς στέκει ως αντίπαλο δέος απέναντι στη νεοφεουδαρχική Εκκλησία της Κύπρου.

Για τη στήλη 'Blogs in print' της Ελευθεροτυπίας της 30.III.2013

GatheRate

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013

Πατρίδες

Από μικρός τρωγόμουνα να φύγω. Στα 15 μου έγραψα ένα ποίημα (από αυτά που έκαψα στην μπανιέρα του πατρικού μου, χρόνια μετά) με τίτλο 'Φυγή'. Δε με χώραγε το σπίτι, δε με χώραγε η Αθήνα, δε με χώραγε η Ελλάδα. Ή έτσι νόμιζα ο έρμος. Ξημεροβραδυαζόμουν πάνω από άτλαντες και χάρτες, έβλεπα road movies, δοκίμαζα φαγητά από αλλού.

Έψαχνα να μιλήσω με ξένους, να καταλάβω τι είναι ανθρώπινο και τι απλώς ελλαδικό: βρήκα έναν Σέρβο αγιογράφο, Κύπριους συμφοιτητές, έναν Άγγλο παπά πιτσιρικά και τη γυναίκα του, μια αμερικάνα ζωντοχήρα με παιδί που ήθελε να πηδηχτούμε, μια ομογενή κοπελιά που είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στη Σαουδική Αραβία, έναν ελληνοαμερικανό συνομήλικο, έναν Ολλανδό χαουζά, τον ελληνορουμάνο κολλητό (τζίνιους), τον ελληνογαλλοτσέχο φίλο του (δημοσιογράφο), τον ελληνοπολωνό φίλο του (σούπερ καλλιτέχνης), τον ομογενή από Βουλγαρία φίλο του (μου χάρισε το δώρο του να διαβάζω κόμικ), μια Λονδρέζα που φασωθήκαμε: δύσκολα έβρισκες ξένους στην Αθήνα τότε.

Στον ύπνο μου έρχονταν (και έρχονται και θα έρχονται) ο Ταΰγετος, η Αλάσκα, ο λαβύρινθος που λέγεται μεγαλούπολη, η ησυχία του δάσους, το λοξό φως του Βερμέερ (αργότερα έμαθα κι άλλους), χώρες με τετράμηνους χειμώνες.

Τελειόφοιτος πήγα στη Γαλλία. Την επόμενη χρονιά στο Λονδίνο. Η άφιξη περιγράφεται εδώ:
... ένα πρωινό Κυριακής με καμπάνες σε μια Λέστερ Σκουέαρ που μύριζε πίσσα, κάτουρα και μπαγιάτικα μπυρόνια, καλυμμένη από λιγδερές λαδόκολλες που σάριζε ο άνεμος, σπαρμένη κομματιασμένα μπουκάλια, ποτισμένη από ξερατά, ξερατά και ξερατά. Ήταν η αρχή κυριολεκτικά ενός πολιτισμικού και προσωπικού σοκ (δε χρησιμοποιώ το 'κυριολεκτικά' μεταφορικά, όπως είθισται, παρά το χρησιμοποιώ κυριολεκτικά). Στην Αγγλία έμαθα ότι είμαστε η βιολογία μας, η ελεύθερη βούλησή μας αλλά και η ιστορία μας. Ο δάσκαλός μου, ο σημαντικότερος ίσως δάσκαλος που είχα ποτέ, του οποίου το όνομα κρατάω με καμάρι, τιμή κι αγάπη μυστικό για να μην καρφώνομαι εδώ ποια σχολή αγγειοπλαστικής έβγαλα, αφού με πέθανε στο καψόνι επί δύο συναπτά τρίμηνα, μου λέει μια μέρα: "Don't be sorry. It is important to know the art of self-restraint, however it is even more important to be yourself."
Για χρόνια έλεγα ότι στην Αγγλία έγινα άνθρωπος. Όχι επειδή μού έδωσε τα φώτα του το κακομοιρονήσι, όποιος έχει ζήσει εκεί εκτός ελληνικών γκέτο έστω και 2 μήνες, ξέρει πολύ καλά τι εννοώ. Όχι μόνον επειδή επιτέλους έφυγα μακριά από όσα δε με χώραγαν. Έγινα άνθρωπος γιατί ξεκίνησα εκεί να μαθαίνω να είμαι ο εαυτός μου, όχι αυτό που οι άλλοι νόμιζαν ή περίμεναν από εμένα. Γιατί έμαθα ότι είμαστε αυτοί που είμαστε και τα υπόλοιπα είναι προσχήματα, δικαιολογίες και μεταμέλειες περιττές και μάταιες: με αυτό που είμαστε πρέπει να δουλέψουμε, όχι με την προσδοκία να γίνουμε κάποιος άλλος ή κάτι άλλο.

Στην Αγγλία, μια εποχή που είχα βεβαιωθεί ότι δε θα επέστρεφα ποτέ στην Ελλάδα, ανοικοδόμησα τη δική μου Ελλάδα από το μηδέν. Μουσικά στην αρχή, με τις 'Εικόνες' της Βενετσάνου και με Τρύπες (τη 'Νύχτα των άλλων' και το 'Κεφάλι γεμάτο χρυσάφι'). Μετά μαγειρεύοντας. Μετά ξαναδιαβάζοντας δειλά ποίηση και μυθιστόρημα ελληνικό (ας ειν' καλά η Ζ.). Μετά κάνοντας παρέα με Έλληνες που δεν ήταν Ελληνάρες της Αγγλίας, που δεν ήταν κωλόπαιδα Βου-Που-κι-απ'-αλλού με όλο το sense of entitlement της οικουμένης. Μετά αναπολώντας, βασανιστικά, ατέλειωτα, επώδυνα κι ατελώς την Αθήνα. Αυτό το τελευταίο ήτανε μια κόλαση σαν του πόθου: το μεσοδιάστημα μεταξύ όσων αναπολείς λιγάκι και όσων, μάταια ίσως, προσδοκάς κρυφά, το μεσοδιάστημα που κυρίως αντηχεί από την πλαστή νηνεμία μεταξύ τους.

Το Λονδίνο το ερωτεύτηκα. Το απομυθοποίησα όταν αντίκρυσα τη Βοστώνη: ένα Λονδίνο πιο καλά καμωμένο, αμερικάνικα φτιαγμένο (αλλά πολύ πιο πληκτικό). Στη Νέα Υόρκη το Λονδίνο το απολησμόνησα: αγόρασα κι ένα δαχτυλίδι όταν ξαναπήγα εκεί και είπα: "εδώ θα αποφασίσεις, με αυτό το δαχτυλίδι, να αλλάξεις τη ζωή σου". Έκανα έναν αρραβώνα μεταξύ του εαυτού μου και της ζωής μου. Και φόρεσα το δαχτυλίδι.

Στη Νέα Υόρκη δε θα ζήσω ποτέ. Το Λονδίνο το λέω ακόμα 'πατρίδα'. Όπως και την Ολλανδία των λίγων ευτυχισμένων εβδομάδων, σκορπισμένων εδώ κι εκεί. Την Ελλάδα την ξανάφτιαξα μέσα μου από την αρχή.

Αλλ' όμως άνθρωπος, λέει, έγινα στο Λονδίνο.

GatheRate

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Παστουρμάς. Βότκα. Πλάνες. Σεξ.

Μετά από 10 ώρες δουλειάς, ικανοποιημένος, αν και με διαλείμματα για φαγητό (μεσημέρι: αυγά με παστουρμά Μιράν, μια δική μου μαντλέν που μετά σε διαποτίζει και σε κάνει να ψιλοζέχνεις· βράδυ: ψευτοπαέγια) και επουσιώδεις παρεμβάσεις στο φέισμπουκ, έχοντας τελειώσει κάτι έστω και λίγο, λέω να κάτσω να γράψω κάτι βαρυσήμαντο. Βάζω μια βότκα με πολύ πάγο, ρίχνω και μισό παιδικό χυμό του ανιψιού μέσα.

Λέω να κάτσω να γράψω ότι μια βασική πλάνη είναι να αντιλαμβάνεσαι τις διαφορές ως αντιθέσεις, ως αντιθετικά ζεύγη: να αντιλαμβάνεσαι το διαφορετικό ως το αντίθετο. Λέω να κάτσω να γράψω κάτι ερωτογραφικό από αυτά όπου μπερδεύονται γλυκά παρελθόν και παρόν και μέλλον σε δωμάτια κλειστά με φως λοξό, ανάμνηση κι επινόηση και φαντασίωση, γυναίκες που έχω και είχα και δεν είχα και δεν έχω, μια μια, δυο δυο, στην μπανιέρα κι αλλού. Όμως επιστημολογία, παστουρμάς και έρως δεν πάνε μαζί. Ιδίως παστουρμάς και έρως. Όσοι έχετε φάει παστουρμά, ξέρετε. Ξέρετε καλά.

Κι έτσι λέω να δω τι μου λέει να διαβάσω ο κόσμος στο φέισμπουκ. Και πέφτω πάνω σε αυτή τη μαλακία. Και να με συγχωρείτε που εκφράζομαι έτσι, αλλά δεν μπορώ να πιστέψω ότι αυτά τα τριπλά λογικά άλματα στον πάγο, αυτά τα από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα, τα "αν η γιαγιά μου ήταν ο Τζίμης Πανούσης τότε θα είχα ρουλεμάν" δημοσιεύονται σε εφημερίδα, ενώ εγώ ο χατζημαλάκας (συγγνώμη και πάλι, παραφέρομαι, το ξέρω) κάθομαι και αγωνιώ και δουλεύω και ξαναδουλεύω τι θα γράψω κάθε δεύτερο Σάββατο;

Και με αυτές τις σκέψεις, επιστρέφω στη βότκα μου.

GatheRate

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

I have crossed oceans of time to find you


στον εθνικό μας Τάλω, που έχει γενέθλια σήμερα. να μας ζήσει!

Ο Δράκουλας του Κόππολα με έχει απασχολήσει περισσότερο από όσο θα περίμενα: αυτή είναι η τρίτη φορά που θα μιλήσω για την ταινία εδώ.

Η ταινία είναι εικαστικά μοναδική. Τα κουστούμια της είναι έργα αναφοράς. Το τραγούδι με την Άννι Λέννοξ από τα πιο ωραία τραγούδια που οι άνθρωποι και τα στοιχειά της κρύας φωτιάς (άραγε είναι κρύα; ή μήπως καίει προς τα μέσα; θα ξέρουν οι βρυκόλακες) θα μπορούσαν να τραγουδήσουν. Η φωτογραφία μοναδική και τα σκηνοθετικά κλεισίματα ματιού αποκαλύπτονται τη δεύτερη ή την τρίτη φορά που θα δει κανείς την ταινία. Με απασχολούσε όμως ένα ζήτημα χαρακτήρων: καταρχήν ο Δράκουλας στην ταινία είναι μια βασανισμένη ύπαρξη, όχι μόνον από τη μοναξιά της απεθαντοσύνης του αλλά και από έρωτα, ένας παλαιού τύπου και πολύ ερωτευμένος ευγενής. Μάλιστα, το πραγματικό κτήνος στην ταινία είναι τελικά ο Βαν Χέλσινγκ, ένα φανατικό θηρίο που καταστρέφει την ομορφιά επειδή είναι σατανική, που χρησιμοποιεί όσια και ιερά (όστιες, αγιασμό, σταυρούς, προσευχές κτλ.) ως ματόχαντρα, μαγγανείες και φυλαχτά στον πόλεμό του. Η Μίνα Χάρκερ δείχνει να αναγνωρίζει τον Δράκουλα στη συνάντησή τους στον κινηματογράφο και εκείνος της απαντάει "I have crossed oceans of time to find you" (αλίμονο σ' αυτούς που δεν το ένιωσαν): είναι μετενσάρκωση της αγαπημένης του που αυτοκτόνησε αιώνες πριν. Ο Τζόναθαν Χάρκερ είναι διασταύρωση λουκουμά και κουραμπιέ. Τέλος, σε μια φάση ο Δράκουλας, όταν του μοστράρουν έναν σταυρό, τον κάνει μπουρλότο με την ανάσα του λέγοντας κάτι του στυλ "τα χαϊμαλιά σας να τα βάλετε εκεί που ξέρετε". Αναρωτιόμουν αν όλα αυτά (αδρανείς σταυροί, μετενσαρκώσεις, ερωτική πείνα, βρυκόλακες με πόνο ψυχής) μπορεί να προέρχονται από ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε από έναν βικτωριανό.

Διάβασα το βιβλίο του Μπραμ Στόκερ πολύ πρόσφατα. Ο Δράκουλας είναι ένα απρόσωπο κτήνος, ένα στυγνό θηρίο, συνδυάζει κτηνώδη δύναμη με "μυαλό μικρού παιδιού" (child brain): θέλει απλώς να τραφεί και γι' αυτό πάει στο Λονδίνο. Ο Βαν Χέλσινγκ είναι διασταύρωση πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ' και καθηγητή Φον Ντρέικ: ένας πρακτικά θρησκευάμενος και κάπως αδέξιος λόγιος Ολλανδός που μελετάει και αντιμετωπίζει επιστημονικώς μια πρωτάκουστη επιδημία που μας έρχεται από τα αυστρο-ουγγρικά Μπαλκάνια. Υπάρχουν κάποια κεφάλαια στη βόρεια Αγγλία της γκρίζας πέτρας, των νοτισμένων λιθόστρωτων και της ζοφερής θάλασσας κάτω από έναν ανακατεμένο ουρανό, με παραθαλάσσια πολυκαιρισμένα πέτρινα μνήματα και λοιπές γοτθίλες. Η Μίνα είναι μια ευφυής πρωτο-σουφραζέτα, δυναμική και (το κατά δύναμη) πιστή σύζυγος, δεν είναι μετενσάρκωση καμμιάς. Δεν τον αναγνωρίζει τον Δράκουλα, δε φαίνεται να προχωρούνε πέρα από τα ματωμένα φασώματα που τη μετατρέπουνε (σχεδόν) σε βρυκόλακα. Δεν τον ερωτεύεται τον Κόμη, ο Κόμης στο βιβλίο είναι μια μεταφορά αρκετά ασαφής για να διαβαστεί σαν επιδημία, απειλή εξ Ανατολών, το φάσμα της άθεης εποχής -- o altra cosa. Στον βαθμό που μπαίνει μέσα της ο Δράκουλας, μπαίνει όπως θα έμπαινε ο διάολος. Άλλωστε, dracul στα ρουμάνικα σημαίνει "ο διάολος". Όλα τα εργαλεία του Βαν Χέλσινγκ (από τα παλούκια μέχρι τις όστιες και από τον αγιασμό μέχρι τους σκορδανθούς) δουλεύουνε στην εντέλεια. Ο Τζόναθαν Χάρκερ είναι διασταύρωση λουκουμά και κουραμπιέ. Ο Τομ Γουέιτς είναι ο ίδιος καημένος, αλλά στο βιβλίο (που είναι, παρεμπιπτόντως, επιστολικό-ημερολογιακό μυθιστόρημα!) αναλύεται με βάση την επιστήμη της Ψυχολογίας (αν και δεν ονομάζεται έτσι), με τρόπο που θυμίζει Βιζυηνό (ίσως ο μεγαλύτερος Έλληνας πεζογράφος) στις "Συνέπειες της παλαιάς ιστορίας".

Όπως καταλαβαίνετε, αυτός ο διάλογος δεν υπάρχει. Ούτε το "I have crossed oceans of time to find you".

GatheRate

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

0 ml αιθυλικής αλκοόλης

Όχι σπιντ, αρκεί η μουσική. Προς το παρόν τουλάχιστον.

Το σύστημα έχει κόφτη. Αν το βλέμμα του και το μαγνητικό βλέμμα της άγνωστης παραμείνουν σε σύζευξη για παραπάνω από ένα με ενάμισυ δευτερόλεπτο, μπαίνει σε λειτουργία ο κόφτης και διώχνει το δικό του βλέμμα στα δεξιά ή προς τα πάνω. Αυτή τη φορά όμως όχι μόνον το βλέμμα του το κλείδωσε πρώτη η άγνωστη, πράγμα που σπάνια συμβαίνει, αλλά και κατάφερε να μπλόκαρει τον κόφτη. Κι έτσι τα βλέμματά τους παρέμειναν σε σύμπλεξη για τέσσερα ίσως και πέντε δευτερόλεπτα.

Ω, μα κάθε φορά που το πεπρωμένο τον χτύπησε, το κατάλαβε. Μια χαρά το κατάλαβε. Το πεπρωμένο χτυπάει απροειδοποίητα, σφοδρά και κατακέφαλα. Μια φορά, αμέσως μετά το χτύπημά του, κοίταξε τα κωμικά παπούτσια του και γέλασε νευρικά. Ατελέσφορα και πολύ νευρικά. Μια άλλη φορά λύσσαξε, κορδώθηκε, he took up arms against a sea of troubles and by opposing ended them: έκανε ό,τι δεν ήταν λογικό ν' αποτολμήσει. Μια άλλη φορά το πεπρωμένο τον κοίταξε στο πρόσωπο και του φύσηξε πνοή παγωμένη. Και πάγωσε, και πέτρωσε, και το κέλυφός του θρυμματίστηκε όπως ένα κομμάτι άκακο ύφασμα που το περιέχυνες στο εργαστήριο με υγρό άζωτο για πλάκα. Δεν είναι μόνον η κεφαλή της Μέδουσας που σε πετρώνει, που σε αφήνει στυτικό κι αγκυλωμένο και άκαμπτο. Είναι και το παγερό πεπρωμένο.

Between ideals and fact
Between the thought and the act
You sink without trace
Grow to hate your face
Will you sell all you own
To sit in a shadow by a throne
Will you run to me, run to me, run to me?
You try to fly, but you cannot fly
You try to hide, but I'm by your side

You try to run from me, run from me, run from me
I am the adversary
I am the adversary
I am the adversary
I am your foe
I go where you go

Μπήκε στην αίθουσα. Παντού ωραίες γυναίκες. Παντού. Αλλόκοτο. Πριν από αυτό όμως τον χτύπησε η μυρωδιά γυναίκας. Όχι το άρωμα γυναίκας στην ταινία με τον τυφλό Πατσίνο ή στην άλλη με τον Χάνιμπαλ Λέκτερ: αυτό είναι η οσμή ευωδίας νοτισμένων φύλλων ξερών που αναδίδει το μουνάκι. Μύριζε γυναίκα: το άθροισμα πολλών αρωμάτων με βάση κορμί θηλυκό μόλις ιδρωμένο. Η μουσική έπαιζε. Τα βλέμματα τον περιεργάζονταν. Παντού γυναίκες.

GatheRate

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Επικαιρικό: ένα άξιο Όχι

Το ελληνοκυπριακό Όχι του 2004, που χαιρετίστηκε στην Ελλάδα του τότε αχαλίνωτου εθνικισμού ως πράξη περηφάνειας και αντίστασης, παγίωσε τη διχοτόμηση του νησιού και αφελλήνισε οριστικά περιοχές του νησιού με παμπάλαια ελληνική παρουσία. Μια ήσυχη συμφορά που κανείς δε θέλει να αντικρύσει και για την οποία όλοι θέλουν να αισθάνονται πολύ μα πολύ περήφανοι.

Το Όχι του 2013 μπορεί να ειπώθηκε για τον φόβο των Ρώσων γκάνγκστερ, οι οποίοι έχουν αγοράσει τη Λεμεσό και οι οποίοι κατέφθαναν όλο το τριήμερο για να σηκώσουν τις καταθέσεις τους, με τα ιδιωτικά τζετ τους να έχουνε γεμίσει το αεροδρόμιο Λάρνακας. Επιπλέον, ένα Ναι θα αφάνιζε το πολιτικό προσωπικό της Κυπριακής Δημοκρατίας, αυτούς τους κουτοπόνηρους μουχτάρηδες και μεταπράτες -- αν και ακούγονταν μέχρι και σήμερα το πρωί φωνές όπως "ο Πρόεδρος είπε ότι το κούρεμα είναι μονόδρομος, εγώ πρώτη θα ζημιωθώ 135 χιλιάρικα".

Επίσης, οι Γερμανοί κατάφεραν να ζημιώσουν ανεπανόρθωτα την τραπεζική πίστη μέσα στην Ευρωζώνη. Καμμιά εγγύηση, καμμιά ασφάλεια πια.

Όμως:

Η Βουλή λειτούργησε άψογα, ενώ η (κατά τεκμήριο αυταρχική και διεφθαρμένη κυπριακή) Αστυνομία δεν κινήθηκε κατά των συγκεντρωμένων.

Η κοινή γνώμη δεν έδωσε την παραμικρή σημασία στους εξωνημένους χαλβάδες που έβγαιναν στα τοπικά κανάλια και μίλαγαν για μονοδρόμους, χρεοκοπίες και για όλα τα θεολογικά-σολωμονικά που κηρύττουν στην Ελλάδα εδώ και τρία χρόνια νεοκόποι κι οψιμαθείς διανοούμενοι και Μεγκασκάιδες των μεγαλοεργολάβων.

Ένας λαός κομφορμιστών και απολίτικων εφησυχασμένων κατέβηκε κατά χιλιάδες στους δρόμους, ταπεινώνοντας το εκτός ελέγχου Διευθυντήριο της πολυεθνικής ολιγαρχίας που λέγεται ΕΕ, η οποία έχει αναλάβει να ενταφιάσει το ευρωπαϊκό ιδεώδες βαθιά, πολύ βαθιά.

Ας μη γελιόμαστε: η Κύπρος δεν είναι μικρό γαλατικό χωριό, είναι Παλμύρα. Όμως η αποψινή ταπείνωση -- η πρώτη -- των μαθητευόμενων μάγων που αφανίζουν κοινωνίες και ζωές στο πέρασμά τους, είναι νίκη του μικρού και ασυνάρτητου αλλά γενναίου τελικά ελληνικού κυπριακού λαού, που κατοικεί ένα κρατίδιο πολλαπλώς υποτελές και εξαρτημένο. Δεν πρέπει να τρέφονται αυταπάτες αλλά η αποψινή νίκη είναι του λαού. Και η πολιτική αφύπνισή του λαού αυτού, μετά από 53 χρόνια κολοβής ανεξαρτησίας, κατά τα οποία "βγαίνω στους δρόμους" σήμαινε "κραδαίνω ελληνικές σημαίες για να διαλαλήσω τον ελληνισμό μου ή και το πόσο θύμα είμαι".

Οι συγκρίσεις με τη Βουλή των Ελλήνων της 12ης Φεβρουαρίου 2012 και την ελληνική πολιτική ηγεσία των τελευταίων ετών είναι συντριπτικές και βαθιά ταπεινωτικές για μένα, που ήρθα εδώ από την εξωστρεφή Ελλάδα των κοινωνικών αγώνων, της πολιτικής ιστορίας ενάμιση αιώνα και της πολύμορφης κοινωνίας.

GatheRate

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Αλεπουδίτσα

Δε με τρομάζει το αίμα. Καθόλου. Λέει ο Ανρί Τρουαγιά, διά στόματος ενός ήρωά του προς το τέλος του πρώτου τόμου των Eygletière: "μη φοβάσαι το αίμα, τίποτε δεν είναι πιο καθαρό από το αίμα". Το αίμα μυρίζει σφαγείο, μυρίζει και σίδερο. Δε με φρικάρουν τα πτώματα, τα οικτίρω. Δε μου φέρνουν αποστροφή ξεριζωμένα σπλάχνα και μυαλά χυμένα, κορμιά καμένα από τα χημικά του Μποπάλ το '84 (και αργότερα). Όταν βλέπω ή αναλογίζομαι κομμένα κεφάλια για τρόπαια, βγαλμένα μάτια, κομμένα δάχτυλα κι αυτιά και γεννητικά όργανα για τιμωρία, πολτοποιημένα βρέφη για παραδειγματισμό, αισθάνομαι βουβή και άλαλη φρίκη για τη μεθοδικότητα της βίας, καθαρή αποστροφή για τη συμβολική της χρήση: αν ποτέ κατέφευγα στην αυτοδικία, θα το διέπραττα κτηνωδώς, ορμητικά και μέσα σε μια βουή παραφοράς. Χωρίς μηχανές και μέθοδο, χωρίς σχέδιο. Χωρίς σκοπό.

Απεναντίας, αισθάνομαι φρίκη στην ιδέα ότι υποφέρει κάποιος. Ότι σπαταλιέται, έστω και ήσυχα, έστω και χωρίς πόνο. Με στοιχειώνουνε βεβαίως παιδιά που σβήνουν, καρκινοπαθείς και ζωντανά σφάγια που παρακαλούν για μορφίνη, θύματα βασανιστηριών κάθε μορφής, εγκλωβισμένοι σε ερείπια. Με ταράζει η σκέψη ανθρώπων που υποφέρουν γιατί πεινάνε τα παιδιά τους, γιατί πονάνε τα παιδιά τους, γιατί τα παιδιά τους πέθαναν. Με σκοτώνει η ανημπόρια να βοηθήσεις και να κάνεις κάτι ουσιαστικό, σαν τυπικός πρωτότοκος που είμαι: γι' αυτό και δεν έγινα γιατρός.

Όπως λοιπόν είναι σαφές, τα ταριχευμένα ζώα δε με φρικάρουν καθόλου. Για χρόνια, το σπίτι του αγαπημένου (και μοναδικού πλέον) θείου μου κοσμούσε μία βαλσαμωμένη αλεπού με ένα πουλάκι στο στόμα. Την είχε σκοτώσει κατά λάθος στο Πήλιο με το αμάξι, την περισυνέλεξε και την έδωσε για ταρίχευση, σαν ενός είδους εξιλέωση. Μη λησμονείτε, άλλωστε, πως τη δεκαετία του '70 τα βαλσαμωμένα ζώα ήταν πρώτης τάξεως μπιμπελό: θυμηθείτε τσόντα της εποχής με μουσάτους και μακρυμαλλούσες στη φλοκάτη υπό το ασώματο βλέμμα κάποιας εντοιχισμένης κεφαλής ζαρκαδιού ή αλκής ή κάπρου.

Η αλεπουδίτσα ήτανε μικρή. Ξάπλωνα στον υπερσέβεντις καναπέ και έπαιρνα το ταριχευμένο σύμπλεγμα στα χέρια μου: αλεπού και πουλάκι. Το περιεργαζόμουν. "Ταχιρευμένη" την έλεγα τότε την αλεπού και δεν είχα δει ποτέ καμμία ζωντανή του είδους της. Δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι υπήρξε ποτέ ζωντανή, η γούνα της είχε την αφή λούτρινου πολύ κακής ποιότητας, με τη σκληρή της τρίχα. Άλλωστε τα μάτια και της αλεπούς και του ζώου ήταν γυάλινα. Γενικά, κάτι πολύ αφύσικο είχαν αυτά τα πλάσματα του δάσους που ζούσανε στο σαλόνι της οδού Ιωλκού.

Ο πατέρας του θείου, ο παππούς μου, μισούσε τις αλπούδες. Έμπαιναν στο κοτέτσι και αφάνιζαν τις κότες. Δεν τις έτρωγαν όλες, όχι: κάποιες τις έπνιγαν για πλάκα και μόνο, πολλές κότες πάθαιναν ανακοπή και μόνο στο θέαμα της αλεπούς που είχε μπουκάρει. Εγώ κοίταγα τη βαλσαμωμένη, την "ταχιρευμένη" αλεπού και αναρωτιόμουν πώς αυτό το όμορφο ζώο, αν ήταν ποτέ ζώο ζωντανό κι αληθινό, θα μπορούσε να είναι πιο τρομερό από μια κακιά γάτα, λ.χ. από εκείνη την παλιόγατα την Ερμιόνη που μου είχε καταγδάρει τα χέρια γιατί νόμιζα ότι η ουρά της ήτανε χερούλι. Ήτανε πιο όμορφη κι από γάτα η αλεπού, πιο όμορφη από γάτα (και στις γάτες είμαι πάντοτε αφοσιωμένος).

Πολλά χρόνια μετά, ο φίλος μου ο Π. μού συστησε να διαβάσω το "Ακριβό φαρμάκι" της Μαίρης Γουέμπ. Το διάβασα, δεν κατάλαβα και πάρα πολλά. Λίγους μήνες μετά, από σύμπτωση, ο πρώτος μου έρωτας, που έμοιαζε κάπως με αλεπουδίτσα, μου πρότεινε να διαβάσω την "Αλεπουδίτσα" της Μαίρης Γουέμπ. Μου άρεσε. Δε θυμάμαι πολλά, παρά ότι μιλάει για μια κοπέλα που ήθελε να είναι ανεξάρτητη κι ελεύθερη. Είχε και μια αλεπουδίτσα. Που της την έφαγαν, νομίζω, σε κάποιο κυνήγι αλεπούς. Έκτοτε αποφάσισα ότι συμπαθώ τις αλεπούδες, που είναι ίσως πιο όμορφες κι από γάτες.

Ζωντανή αλεπού είδα χρόνια μετά. Αφού προσπέρασα με οίκτο δυο-τρεις πολτοποιημένες από αυτοκίνητα. Ζωντανή ήτανε το πιο όμορφο και χαριτωμένο πλάσμα που έχω δει. Ντροπαλό αλλά σίγουρα τσαχπίνικο και κρυφά τρυφερό: άλλωστε η κρυμμένη τρυφερότητα είναι το πιο ισχυρό βάλσαμο, το πιο ακριβό φάρμακο που υπάρχει. Η αλεπού φαινόταν ακόμα πιο όμορφη από όσο ήταν, όπως και κάθε παρεξηγημένο πλάσμα σε αυτόν τον κόσμο.

GatheRate

Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

Το νησί, η μάντρα

Προκαταρκτικά

Δεν έχω περιουσιακά εκτός από ένα αμάξι-κουβά που πήρα με δάνειο και ένα μικρό διαμέρισμα στην Αθήνα, που το κληρονόμησα. Οικονομίες έχω μόνο σε καταθέσεις στην Κύπρο, αστείες σε ύψος, προϊόν μισθωτής εργασίας από το 2007 και μετά, ό,τι δεν έφαγαν γιατροί, νοσοκομεία, η ΔΟΥ μου και η ΔΕΗ στην Ελλάδα. Πριν το 2007 ήμουνα στο 'μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει' και πολλές φορές δεν έβγαινε. (Αυτά τα λέω γιατί από κακοήθεια, αυθαίρετα συμπεράσματα και ρουφιανιλίκια κτλ στο μικρό χωριό / Άδη των σοσιαλμήντια, άλλο τίποτα.)

Εισαγωγή

Η ελληνοκυπριακή κοινωνία είναι πολύ κομφορμιστική. Στον κυπριακό νότο προβάλλεται εκτενώς και καλλιεργείται και θεραπεύεται η εμπιστοσύνη στην αυθεντία και στην εξουσία. Μεγάλο μέρος της κοινωνίας αξιολογεί θετικά την αυθεντία και διακρίνεται από δουλοπρεπή αντανακλαστικά.

Επίσης, η ελληνοκυπριακή κοινωνία είναι πυκνά δικτυωμένη, οι κοινωνικές σχέσεις είναι πρωταρχικής σημασίας. Η ενσωμάτωση των ξένων που δεν παντρεύονται ντόπιους είναι αργή και ποτέ δεν προχωρεί πολύ[...]. Οι ελληνοκύπριοι και δε βρίζουν και αποφεύγουν αντιπαραθέσεις, καβγάδες και συγκρούσεις, ωστόσο δε θα διστάσουν να σας μαχαιρώσουν πισώπλατα. Πρόκειται για μια κοινωνία μη-συγκρουσιακή: οι Καλαμαράδες θεωρούμαστε θερμόαιμοι Βαλκάνιοι με τις εκδηλωτικότητες, τις καταγγελτικότητες και τις έριδές μας. Μιλάμε για μια κοινωνία περισσότερο αυτάρεσκη και κλειστή, παρά ξενόφοβη. Οποιοδήποτε δείγμα αντίδρασης, διαμαρτυρίας, εξεγερτικότητας αντιμετωπίζεται σαν απρέπεια, και μάλιστα νομοτελειακά ατελέσφορη: συγκαταβατικά ή ως 'νεκατώματα'.

Το ψητό

Το τρίπτυχο ακίνητο-αμάξι-ευζωία σημαίνει ότι τα ελληνοκυπριακά νοικοκυριά είναι από τα πιο χρεωμένα του κόσμου, με δυσβάστακτα δάνεια: νομίζω, αν θυμάμαι καλά έναν οικονομοτέτοιο που έπινε ουίσκια δίπλα μου την περασμένη Τετάρτη, ότι το μέσο χρέος ανα νοικοκυριό είναι 300.000. Δεδομένου ότι σύμφωνα με τον νόμο τα ακίνητα ανήκουνε στις τράπεζες μέχρι να εξοφληθούν, δεν είναι εύκολο να κάνεις εισπρακτική μπάζα βάζοντας χαράτσια. Επίσης οι προνομιούχοι έχουν εικονικές ή πραγματικές εταιρείες (είμαστε στην παιδική χαρά του όφσορ), χρυσό και γη. Χτυπώντας τις καταθέσεις χτυπάς και κόσμο που μαζεύει λεφτά για προκαταβολή του περιπόθητου και πανάκριβου εδώ σπιτιού (25% της αξίας του, 33% για τους μη Κύπριους), αλλά και μη-προνομιούχους που έχουνε τέσσερα-πέντε χιλιάρικα στην άκρη, όχι μόνο Ρώσους κροίσους κτλ.

Παρεμπιπτόντως, το μαντάτο για το κούρεμα έφτασε στα δικά μου αυτιά (ξένου, αδικτύωτου, με δουλειά άντε γεια) στα μέσα του Φλεβάρη. Γνωρίζοντας τους μικροπωλητές που αποτελούν την πολιτική ηγεσία εδώ, κάθε φορά που άκουγα τις διαβεβαιώσεις τους σιγουρευόμουν όλο και πιο πολύ ότι θα το διαπράξουν. Αλλά δεν μπορούσα να κάνω και πολλά: δεν είμαι ορφανός ακόμα, πρέπει να βρίσκεται ρευστό.

Ο κυνισμός του Διευθυντηρίου της ΕΕ είναι λοιπόν αποσβολωτικός: επέλεξαν ένα κρατίδιο, πολλαπλώς εξαρτημένο, με χρέος δημιούργημα του Βγενόπουλου και εν γένει των τραπεζών, για να επιβάλουν αυτό που θα έβγαζε την Κομμούνα και το CNT/FAI και το ΕΑΜ στους δρόμους άλλων χωρών: την αρπαγή μέρους των καταθέσεων από το πρώτο κιόλας ευρώ. Αντιλαμβάνεστε ότι εδώ δε σώζεται η πατρίδα, δεν παίζεται η παραμονή στο ευρώ κτλ.: τα χρέη της Marfin Laiki που αγόρασε αβέρτα ελληνικά ομόλογα λίγο πριν το κούρεμά τους πληρώνουμε.

Και για να εξηγούμαι: ήδη έχουμε υποστεί νεοφιλελέ αυξήσεις της τάξης του 50% με 80% μέσα σε έναν χρόνο στο ρεύμα, ήδη πληρώνουμε την εγκληματική αμέλεια του Χριστόφια με μηνιαίο χαράτσι για να ξαναχτιστεί ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός, ήδη έχουμε υποστεί μειώσεις μισθών 10% με 15%, ήδη η ανεργία έκανε άλμα από το 3% στο 14%. Ωστόσο, θα δεχόμουν λ.χ. να βάλουνε χέρι στις καταθέσεις πάνω από 3000 (νορμάλ μηνιαίο εισόδημα νοικοκυριού), 5000, 10000, 20000 ευρώ...

Για μετά

Αντ' αυτού νιώσαμε πάλι εγκλεισμό κι εγκλωβισμό, αυτούς που μόνο τα νησιά προσφέρουν απλόχερα: no escape. Για να μην το παίζω υπεράνω, το πρωί προσπάθησα να διώξω χρήματα. Η τράπεζα είχε αφαιρέσει, βεβαίως, την επιλογή εμβασμάτων από το σύστημα ηλεκτρονικών συναλλαγών. Επίσης, το τηλεφωνικό τους κέντρο ήτανε κλειστό. Τι θα γλύτωνα, 100, 200 ευρώ σε εισφορά; Συμβολικές κινήσεις σπασμωδικές ήταν. Και για άλλη μια φορά ένιωσα εκείνο που είχα αισθανθεί όταν πρωτοήρθα: "από εδώ μέσα μόνο με αεροπλάνο θα φύγεις, αν έχει αεροπλάνο". Είναι μάντρα ασφαλείας τα νησιά. Όχι corralito, αλλά corral. Και καμμία σχέση με Coral Bay κι άλλες ομορφιές.

 

GatheRate

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Οχτώ χρόνια


Ε ναι, αυτό. Τι περιμένετε. Τίποτα βαθυστόχαστο; Καμμιά ανάλυση;

Πέρασε ακόμα ένας χρόνος, αυτά. Να 'μαστε καλά. Δηλαδή εσείς να είστε καλά.

GatheRate

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Η βίζιτα

Μου είπε να περάσω μέσα, μου χαμογέλασε. Ήταν πολύ όμορφη. Πολύ όμως. Δεν το περίμενα. Έκλεισε την πόρτα και ανταλλάξαμε μια αμήχανη κάπως χειραψία. Μου έκανε νόημα να ξαπλώσω και μετά ήρθε από πάνω μου. Μου ζήτησε να χαλαρώσω και ταυτόχρονα άρχισε να μου μιλάει, να μου εξηγεί κάπως ανέμελα τι θα μου κάνει. Εγώ πάλι την κοίταγα στα μάτια, κάπως απλανώς αλλά και επίμονα. Σε λίγο φόρεσε μια μάσκα και έβαλε δυο δάχτυλά της στο στόμα μου. Εγώ είχα παραλύσει ξαπλωμένος, ακόμα κάπως σφιγμένος αλλά κι αναπάντεχα χαλαρός, μέχρι και άνετος θα έλεγα.

Μετά από λίγο πήρε ένα εργαλείο που έμοιαζε μάλλον εντυπωσιακό και το έβαλε στο στόμα μου. Εγώ ακίνητος και ύπτιος, αυτή πάντοτε σκυμμένη πάνω μου. Μου μίλαγε συνέχεια αλλά δεν μπορώ να πω ότι καταλάβαινα και πολλά από όσα μου έλεγε. Παρατήρησα τότε ότι μας έπαιρνε μια κάμερα που προέβαλλε σε πραγματικό χρόνο όσα έβλεπε ο φακός της σε μια μεγάλη οθόνη στον τοίχο στα δεξιά μου. Ενώ συνέχισε να χειρίζεται το εργαλείο της επιδέξια, μού είπε:

"Θα κοστίσει 200 ευρώ."

Δεν έφερα καμμία αντίρρηση, απλώς ένευσα 'ναι' με τα μάτια. Στη θέση που βρισκόμουν ήταν αδύνατο να φέρω αντίρρηση σε οδοντίατρο.

GatheRate

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

λ

 ὡυτὸς δὲ Ἀίδης καὶ Διόνυσος (Ηράκλειτος, απ. 15)

Απρόσωποι, ασώματοι, ψευδώνυμοι περιφερόμαστε στα σοσιαλμήντια.

Κάποιοι έχουμε παράλληλα ζωές και έξω από αυτά, όπου είμαστε ο καθένας σώμα με ονόμα, με πρόσωπο και χαρακτηριστικά (σχήμα ματιών, επιλεκτικές τριχοφυίες, ελιές, μυρωδιά, ρούχα και κλειδιά, μικρές γκριμάτσες). Όλοι όμως μέσα στα σοσιαλμήντια είμαστε σκιές με -- λίγο ή πολύ -- χρόνο στα χέρια τους, που διαθέτουν στο να ανταλλάσσουν αναμνήσεις και κουβέντες και εικόνες από αλλού, στη συζήτηση, στην αυτοπροβολή, στην αποπλάνηση.

Είναι εδώ ένας ωραίος και άνετος Άδης, με κρυφό φωτισμό, πορτατίφ ή λάμπες φθορίου και πυράκτωσης στο ταβάνι, το σύνολο όλων των καρεκλών, πολυθρονών, καναπέδων, κρεβατιών, χαλιών, πάγκων κουζίνας από τα οποία εκπορεύονται οι σκιές που συναντιόμαστε: απρόσωπες, ασώματες, ψευδώνυμες.

Κουβαλάμε εδώ μέσα, απρόσωποι, ασώματοι, ψευδώνυμο, ό,τι μπορούμε και ό,τι θέλουμε και ό,τι μας πονάει και ό,τι λαχταρούμε από τον Πάνω Κόσμο. Καμμιά φορά παίρνουμε μαζί μας γυρνώντας πίσω στον Πάνω Κόσμο από εδώ κάτι: έναν χρησμό, αναμνήσεις, δύο σοφές συμβουλές, μια γνωριμία -- άυλα όλα από τον Άδη των σκιών. Υπάρχουνε πάντως, και λέγονται, θρύλοι για κάποιους Ορφείς, που απαλλοτρίωσαν κάποια σκιά και μαζί της ταξίδεψαν στον Πάνω Κόσμο, για λίγο ή για πολύ, μέσα στις νύχτες και στις μέρες του Πάνω Κόσμου.

Κάποιοι έχουμε σκηνώσει εδώ, αιωνίως εγκάτοικοι της χώρας των σκιών, αν και φυσικά διψάμε για το αίμα της ζωής: τον ιδρώτα, τους χυμούς, τα χαμόγελα, την υλικότητα των αντικειμένων, τα συντροφικά ποτά και τις ίδιες κουβέντες που γίνονται κι εδώ, αλλά με βλέμματα και μέσα στις νύχτες και στις μέρες του Πάνω Κόσμου. Κάποιοι είμαστε περαστικοί, ερχόμαστε εδώ μέσα κάτι ψάχνοντας, συζητάμε με άλλες σκιές είτε δικών μας είτε επιφανείς και ξαναφεύγουμε -- όπως ο Οδυσσέας στη Νέκυια. Γι' αυτούς ο Άδης δεν είναι τελικός προορισμός αλλά μέσο.

Εδώ μέσα είμαστε ελεύθεροι, η ψευδωνυμία μάς προστατεύει και μας κινεί. Αλλά εκτός από ψευδώνυμοι, παραμένουμε απρόσωποι κι ασώματοι, εικόνες υποσχέσεων και κάποτε υποσχέσεις εικονικές. Ονειρευόμαστε να επαναπατριστούμε οριστικά στον Πάνω Κόσμο, έχοντας πάρει μαζί μας από τον Άδη των σοσιαλμήντια κάτι -- σαν παλιννοστούντες μετανάστες πλουτισμένοι.

GatheRate