Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Je crois entendre encore


Κυρίες και κύριοι, οι ευαισθησίες μας και οι συγκινήσεις μας είναι δικές μας και μόνον δικές μας. Οι σπάνιες πολύτιμες στιγμές στις οποίες τις μοιραζόμαστε με τους άλλους είναι απλώς αυτό: στιγμές.

Ευλογημένα λοιπόν τα πλάσματα που μας συντονίζουνε με τις ευαισθησίες τους. Βλέπουνε την πατρίδα τους να βουλιάζει κωμικοτραγικά κι ανεπιστρεπτί σαν σε ταινία του Γκίλιαμ, αισθάνονται τη ζωή, τη νιότη ή τον έρωτα να περνάει αφήνοντας πίσω αγάπη ή τίποτα, τους χτυπάει κατάστηθα το παιδί τους που μεγάλωσε και φεύγει ή (χειρότερα) που τους φτύνει στα μούτρα, τους μαχαιρώνει ανεπανόρθωτα ο θάνατος φίλου, παιδιού, της αγάπης τους. Και τι κάνουν κυρίες και κύριοι; τα θάβουνε μέσα τους; σε ημερολόγια; Όχι, οι τεχνίτες της απόκρυψης τα εκθέτουν υπαινικτικά μπροστά σας, σε μπλογκ κι άλλα τεχνουργήματα του διαδικτύου. Χαμηλόφωνα, σχεδόν γριφωδώς. Και μάλλον θα τα προσπεράσετε. Αλλά αν όχι, ίσως να συντονιστείτε μαζί τους. Και η στιγμή, η ευαισθησία, η συγκίνησή τους, ίσως και η διάρκεια του πόνου τους θα γίνουνε και δικές σας. Για λίγο.

Δε θέλω να ονομάσω αυτά τα πλάσματα (θα λένε πάλι ότι αβαντάρω τους ίδιους και τους ίδιους). Άλλωστε τον καθένα τον αγγίζουν και διαφορετικά πράγματα.

Από πού έρχονται όλα αυτά; Από τα σκοτεινά βάθη μας, τον σκοτεινό καθρέφτη όπου καθρεφτίζεται η ψυχούλα μας, από πού αλλού; Με ποια αφορμή; Αυτό το κομμάτι που είχα να ακούσω περίπου 30 χρόνια (όχι σε αυτή την εκτέλεση). Ο πατέρας μου, τεχνικός με αγάπη για τη μουσική, έφτιαχνε σιγά-σιγά δισκοθήκη με βινύλια αλλά έτρεμε τη φθορά και τα γρατσουνίσματα. Έτσι, μόλις αγόραζε έναν δίσκο τον έγραφε σε κασέτα αμέσως, σε κασέτα χρωμίου αν ήταν κλασική μουσική και σε χρωμίου-ογδίου (δεν έχω ιδέα τι εννοούσε) αν ήτανε καλή κλασική μουσική. Και ούτε αυτές τις κασέτες με άφηνε να τις παίζω μόνος, γιατί έπρεπε πρώτα να πατήσεις κάτι κουμπάκια στο στέρεο.

Τα χάιλαϊτς από τους "Αλιείς μαργαριταριών" του Μπιζέ ήτανε γραμμένα σε μια κοινή κασέτα Technics, οπότε μπορούσα να την ακούω όσο ήθελα. Δεν την άκουγα συχνά. Όταν όμως έπαιζε το Je crois entendre encore, η ψυχή μου σφιγγόταν ανελλιπώς. Όπως τώρα, σχεδόν 30 χρόνια μετά.

GatheRate

Μαύρη είναι η νύχτα

Μεγάλωσα επί Ανδρεοκρατίας, όταν τα κρατικά μέσα ενημέρωσης μάς τάιζαν το ενδεχόμενο πολέμου με την Τουρκία ή πυρηνικού πολέμου που θα ξεκινούσαν οι ΗΠΑ. Στη φαντασία μου έφτιαχνα σενάρια καταστροφής και αφανισμού, επικά σενάρια, που θα με κυνηγούσανε για χρόνια.

Η γενιά μου είναι στα μέσα και στα έξω πια. Οι άνθρωποι της γενιάς μου είναι έτοιμοι να έρθουνε στα πράγματα: έχουνε οικογένεια κι αμάξι και, μέχρι πρόσφατα, πλήρωναν μια χαρά τις δόσεις του δανείου τους για το ωραίο διαμέρισμά τους. Οι λίγο μεγαλύτεροί μας, που είναι ήδη στα πράγματα, έχουνε χάσει τη μπάλα. Βλέπουν τη λαϊκή ιδεολογία να μετασχηματίζεται αργά από πατριωτικό ελληνορθόδοξο εθνικισμό (που μας έδωσε στιγμές δόξης όπως η Μακεδονική οπερέττα) σε κανονικό ξενοφοβικό φασισμό. Σε απάντηση, οι λόγιοι που προέρχονται από τις τάξεις της γράφουν αστειότητες, εκθέσεις ιδεών. Κυρίως αυτό, γράφουν. Οι λίγο μικρότεροί μας μουτζοκλαίνε ότι δεν τους αξίζουν τα ερείπια στα οποία μετατρέπεται σιγά σιγά η αστραφτερή Ελλάδα του 2004. Παιδιά, κάλμα, μην κάνετε έτσι: θα μπορούσατε να έχετε γεννηθεί μεταξύ 1901 και 1930, ή να έχετε ζήσει τα νιάτα σας επί Χούντας.

Η δική μας γενιά τι κάνει;  Δραστηριοποιείται διαδικτυακά, όπως εγώ καλή ώρα, παρακολουθεί επικροτώντας Λαζόπουλο κττ. (το λαϊκό θέατρο που μας αξίζει, ηθικολογικό, γλυκερό, στερεοτυπικό). Προσπάθησε να διώξει τα λεφτά της στην Κύπρο (ώπα) και στην Ελβετία. Όσοι από τη γενιά μας δηλαδή δε χάνουν τη δουλειά τους κανονικά. Αυτό το καλοκαίρι έμαθα για τόσες απολύσεις που, συνηθισμένος από τη μίρλα της γενιάς μου και της προηγούμενης, νόμιζα στην αρχή ότι πρόκειται απλώς για κλάψα, ότι λ.χ. νόμιζαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι ότι απολύθηκαν, όπως κάποτε νόμιζαν ότι τα φέρνουνε βόλτα με το ζόρι (επειδή τους ζόριζε η δόση της μεζονέτας σε συνδυασμό με τα δάνεια δύο αμαξιών και τις διακοπές στη Βιέννη και στην Κοπεγχάγη, που είναι πάρα πολύ ωραία). Μετά με χαστούκισε η πραγματικότητα κι εμένα.

...


Γράφοντας το ποστ, διάβασα αυτό εδώ του Βυτίου. Επειδή τα λέει πολύ καλύτερα και πολύ πιο πηγαία απ' ό,τι θα μπορούσα να τα πω εγώ, αφήνω το δικό μου ποστ ημιτελές και σας παραπέμπω εκεί. Το αφήνω το δικό μου λοιπόν ημιτελές όχι μόνον ως μνημείο στην ευστοχία του Βυτίου αλλά και ως μνημείο της γενικότερης απελπισίας, της παγωμάρας.

GatheRate

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011

Μουσική για τη νύχτα

Διοτι, βεβαίως, ου εά με καθεύδειν τα του Θας τρόπαια (ένα εκ των οποίων εδώ)
Οπότε:


MusicPlaylist
Music Playlist at MixPod.com

Καλή ακρόαση,
Sraosha o slow

GatheRate

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

Επιμύθιο στο "παπάρια"

μεταμπλόγκιν ή ξενερέ αυνανισμός

Έμαθα πριν μια βδομάδα ότι ο μπλόγκερ συλλέγει στατιστικές: πόσοι διαβάζουν το μπλογκ, από πού έρχονται, πού κατοικοεδρεύουν. Ήδη από τον Μάιο του 2009.

Αργά χτες τη νύχτα μπήκα κι εγώ να δω τα στατιστικά αυτού του μπλογκ. Έμαθα δύο πράγματα.

Πρώτον, η ηλεκτρονική εκδοχή της Lifo αναδημοσίευσε το προηγούμενο ποστ (αυτό με τα παπάρια), με δική της ψαγμένη εικονογράφηση. Με ρώτησε; Όχι. Με ενημέρωσε εκ των υστέρων; Όχι. Πώς πρέπει να νιώθω; Κολακευμένος και τιμημένος; Πικαρισμένος; Εξαγριωμένος; Τιποτα. Δε βαριέσαι, υπάρχουν κι άλλα πράματα στη ζωή εκτός από "το μεγάλο σοσιαλμηντιακό ίδρυμα", που λέει και μια ψυχή. Δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε -- κι ο Θεός να λυπηθεί τους μπλοκάκηδες.

Δεύτερον, από τον Μάιο του 2009, το ποστ με τα παπάρια είναι ήδη το δεύτερο πιο δημοφιλές, ελέω και Lifo βεβαίως. Μέσα σε δύο μέρες. Ας το αναλύσουμε αυτό. Το ποστ της Δευτέρας αποτελείται από τρεις ρηχές σημειώσεις. Η πρώτη, που προλογίζεται ως τετριμμένη, εκθέτει α λα παλιό Κλικ με ολίγη από Μαλβινάκι-Θεός-σχωρεσ'το τα κριτήρια του κάθε τρόμπα για το τι κρύβεται πίσω από κάθε επιτυχημένη γυναίκα. Να υπενθυμίσω στους νεώτερους ότι αυτά μας τα έχει πει ο Ρακάσα πολύ καλύτερα πριν 6 χρόνια. Η δεύτερη σημείωση, όπως αγριωπά χώνει και η Niemandsrose, συμπληρώνει την δεύτερη:
"Και τελικά τι θέλαμε να πούμε; Ότι ζούμε σε μια συντηρητική κοινωνία, ο συντηρητισμός της οποίας απλώνεται μέχρι τις παρεούλες των νεοελλήνων διανοουμένων στο Κολωνάκι και τα πέριξ; Πολύ προφανές. Λες και δεν είχαμε καταλάβει τόσο καιρό από τα βιβλία τους για τι παπάρες (μια και ο λόγος) πρόκειται, περιμέναμε να μάθουμε πως κουτσομπολεύουν σα λιγούρια το βίο των ομότεχνών τους."
Η τρίτη σημείωση, καρικατούρα μιας καρικατούρας, μιλάει ξανά για τον κομφορμισμό ως διαδικασία επιλογής του ποια συγγραφέας ανεβαίνει και πουλάει και ποια κάθεται στα αυγά της.

Σε όλο το ποστ δεν υπάρχει ούτε μισό επιχείρημα, ούτε μία πρωτότυπη ματιά: παραδέχεται άλλωστε και το ίδιο ότι λέει τα γνωστά ή αυτονόητα. Το ίδιο ποστ, το δεύτερο πιο δημοφιλές εδώ και δύο χρόνια μέσα σε δύο μέρες, μάζεψε και κάμποσα σχόλια, ούτε που θυμάμαι από πότε έχω να δω τόσα σχόλια.

Ερωτήσεις:

α. Και τι το έγραψες ρε; Ε, μπλογκ είναι, γράφουμε. Οι παππούδες, ανήμποροι, μουτζώνουνε τον ΓΑΠ (παλιότερα μουτζώνανε τους προκατόχους του) στην τηλεόραση. Εγώ γράφω ποστ.

β. Βρίζεις τους αναγνώστες σου, ρε αλαζονικό παπάρι; Όχι, τους λέω να είναι πιο δύσπιστοι και εκλεκτικοί.

γ. Είσαι σχιζοφρενούλης; Όχι, μέμνημαι απιστείν, ακόμα και απέναντι στον εαυτό μου. Άλλωστε όποιος είναι αυστηρός με τους άλλους ("όλο σχεδόν χεστήρια είσαι ρε αδερφέ", μου είπε απόψε ένας φίλος), οφείλει να είναι πρώτα αυστηρός με τον εαυτό του.

Τελείωσα. Καληνύχτα.

P.S.: Διαβάστε αυτό.

GatheRate

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

Η σημασία του να έχεις παπάρια



σημειώσεις για τον σεξισμό των Ελλήνων πνευματικών ανθρώπων και της συνοδείας αυτών

Σχεδιάζω αυτό το ποστ καιρό, μετά από σχετικές συζητήσεις με δικούς μου ανθρώπους (Ι., Π., Ε., Κ., Σ. -- ευχαριστώ). Είχα σκοπό να γράψω κάτι ολοκληρωμένο με αρχή, μέση και τέλος και καταλεπτώς καταγγελτικό, με διευθύνσεις, ονόματα και τηλέφωνα (εντάξει, υπερβάλλω).

Αντ' αυτού, σημειώσεις: πάλι βρίσκομαι ανάμεσα στις συμπληγάδες της τρελής δουλειάς και της παραλυτικής βαρεμάρας...

Σημείωση πρώτη: η κρησάρα

Ι.
Ξεκινάμε με τα τετριμμένα: ας πούμε ότι είσαι γυναίκα και πετυχαίνεις υπερβολικά στον πνευματικό χώρο, από σινεμά μέχρι βιβλίο και από ποίηση μέχρι διοργάνωση εκδηλώσεων και θεαμάτων, από θέατρο μέχρι τραγούδι και από σκηνικά-κουστούμια μέχρι ζωγραφική. Η πρώτη αντίδραση όσων σε παρακολουθούν είναι να ψάξουν ποιανού είσι συ: γυναίκα, αδερφή, κόρη, ερωμένη. Φυσικό: ως γυναίκα, πώς αλλιώς θα σου δοθούν ευκαιρίες; Κακά τα ψέματα.

ΙΙ.
Ας πούμε ότι δεν είσαι γυναίκα, κόρη, ερωμένη κανενός. Ποιος να σε πάρει για γκόμενα έτσι που είσαι. Η επόμενη λοιπόν ερώτηση είναι, βεβαίως, "ποιος σε πηδάει", η ίδια που απευθύνουμε και στους πετυχημένους ορατά ή άουτ γκέι άντρες.

ΙΙΙ.
Ας πούμε ότι δε σε πηδάει κάποιος συγκεκριμένος. Το επόμενο ερμηνευτικό εργαλείο είναι αφοριστικό και όχι υπό μορφή ερώτησης: "αυτή έχει πάρει όλη την κοινωνία" (ενδεχομένως κατά το "εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω"). Η κοινωνία συνήθως ορίζεται ως σύνολο με πληθικό αριθμό μεγαλύτερο ή ίσο του 5. Γιατί όμως; Διότι, ως γνωστόν, για τις γυναίκες το σεξ δεν είναι απόλαυση αλλά μέσο αυτεπιβεβαίωσης, ατραπός τρυφερότητας, ατού στις επιδιώξεις τους. Όθεν, κάποια που έχει πάει με πάνω από 5, άρα με όλη την κοινωνία, είναι αδίστακτη. Ή πουτάνα. Ή αδίστακτη πουτάνα.

IV.
Σε αυτό το σημείο, αν είσαι γυναίκα και πετυχαίνεις υπερβολικά, μάλλον κάπως ήδη έχεις καλυφθεί. Εάν όχι, ε, είναι απλό: είσαι λεσβία.

Σημείωση δεύτερη: σιγή γυναιξί κόσμον φέρει

Η Χ είναι συγγραφέας. Τώρα τελευταία μάς τα έχει χαλάσει, αλλά τουλάχιστον πρόλαβε να ενοχλήσει, να τσαντίσει και να προκαλέσει τον φθόνο συντηρητικών, αριστερών ηθογράφων, οικογενειολατρών, νεκραναστημένων λειψάνων της γενιάς του 30, λεβεντοπροζάτων, ξινών κριτικών. Ωστόσο την πιο εύλογη κριτική για τη Χ δεν την άκουσα για μια σειρά από χαριτωμένα αλλά αδιάφορα βιβλία της, ούτε για άρθρα της που πρέπει να σερβίρονται με αγχολυτικό. Την άκουσα για την πολιτεία της Χ, και είναι χαρακτηριστική του πατριαρχικού-σεξιστικού γραφικού χωριού Κωσταλέξι που είμαστε: Η Χ δεν είναι μάνα, αδερφή, σύζυγος ή κόρη κανενός. Ίσα ίσα, όπως επιγραμματικά μού είπε κάποιος του χώρου, "μεθοκοπάει και τραβολογιέται με γκόμενους στα πάρτυ". Η αξιολόγηση μού έμεινε διότι εκείνη την ώρα ο εν λόγω άνθρωπος του χώρου ήταν ακόμα πιο μεθυσμένος κι από εμένα. Εντάξει, αν ήταν η Χ άντρας, θα ήταν πούστης, κρυφός κατά προτίμηση. Το θέμα δεν είναι εκεί. Το θέμα είναι στην τρίτη σημείωση:

Σημείωση τρίτη: τα βραχιόλια της βροντούν

Ποιες είναι οι ελληνίδες συγγραφείς που όλοι σέβονται; Σύζυγοι, μητέρες, σαλές ποιήτριες της πρόζας. Εντάξει. Είπαμε, πώς αλλιώς να σου δώσει σημασία ο χώρος.

Ποιες ελληνίδες συγγραφείς πουλάνε; Κυρίες με μισό δάχτυλο μέικαπ, βραχιόλια, περιδέραια, χάντρες πολλές, με το μαλλί σε απόχρωση βαφής φούρνου, απόφοιτοι και εργαζόμενες και συνταξιούχοι. Γράφουν για τον έρωτα (what else is there?). Ομαλά, λυρικά, ποιητικά. Με πάθη ωραία, αποστεγνωμένα, της καρδιάς κι όχι των βουβώνων. Τις φαντάζομαι να γράφουνε στον υπολογιστή και τα τζάτζαλα που φοράνε να κροταλίζουν. Από μέσα ακούγονται ο Καπουτζίδης στην τιβί και η Φιλιππινέζα που τραγουδάει χαμηλόφωνα να μην ενοχλεί την κυρία. Άλλες θα γράφουνε με Parker (η Montblanc, δώρο του συζύγου, της Εθνικής Τραπέζης, επί τη ευκαιρία της 46ης χιλιάδας, είναι αποκλειστικά για την υπογραφή αντιτύπων) γιατί είναι αισθαντικότερη η διαδικασία, δεν πατάς κουμπάκια σε ένα άψυχο μηχάνημα παρά σέρνεις πάνω στο παρθενικό χαρτί τον μικρό φαλλό που ξεχειλίζει γαλάζιους χυμούς αφήνοντας πίσω του γραφή. Βεβαίως, μιλάνε τελικά για τα βάσανα της μέσης ελληνίδας που έχει ανοίξει η χοάνη του γάμου και την έχει καταπιεί σχεδόν μέχρι τον λαιμό, σαν κάποιο υποχθόνιο σκάμμα στην κωνική Κολαση του Αλιγκιέρι. Ακόμα και όταν η ιστορία εκτυλίσσεται στα σκλαβοπάζαρα της Ζανζιβάρης και στα αρχοντικά της Βραΐλας. Αλλά όλοι για τα βάσανά μας μιλάνε. Ιδίως λ.χ. τα τούρκικα σήριαλ.

GatheRate

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Νιόνιο, αγάπη μου

Απόψε θυμήθηκα το Περιβόλι του Σαββόπουλου και πώς πρωτοάκουσα τον δίσκο "Το περιβόλι του τρελλού".

Όταν λοιπόν ήμουν πρώτη ή δευτέρα Γυμνασίου (τω καιρώ εκείνω), τη γιορτή της 25ης Μαρτίου την έκανε ένας μαθηματικός που ήταν ωραίος τύπος και αριστερός (έμοιαζε μάλιστα φατσικώς με τον Τάλω). Αντί λοιπόν για τα γνωστά πατριωτικά τραγούδια και φω τσαμικα, πέφτει και η "Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη", από τη χορωδία του Γυμνασίου υπό τη διεύθυνση μιας θεούσας καθηγήτριας μουσικής (πλην όμως καταπληκτικού ανθρώπου και δασκάλας -- της χρωστάω εν πολλοίς τη Μουσική). Παθαίνω τρελή πλάκα, τρελή όμως, και μετά τη γιορτή πηγαίνω στον μαθηματικό και τον ρωτάω τι είναι αυτό, από ποιον δίσκο κτλ. Μου λέει και πάω και γράφω τον δίσκο σε κασέτα, τον οποίο ακόμα θεωρώ από τους καλύτερους ελληνικούς δίσκους όλων των εποχών.

Μετά κόλλησα με τον Νιόνιο για χρόνια.

GatheRate

Κυριακή 28 Αυγούστου 2011

Η πόλις



Τα καλά ξεκίνησαν ήδη από χτες. Είδα έναν νέο φίλο και μιλήσαμε. Μου είπε πολύ σημαντικά πράγματα. Αν και ήμουνα βαρύς μέσα μου, αυτά που μου είπε τα κράτησα και τα δούλεψα.

Και σήμερα βαρύς ήμουν. Μετά όμως πήρα και έστειλα όμορφα μηνύματα, ο μόνος λόγος που πραγματικά μου αρέσει που έχω κινητό: τα μηνύματα. Εκείνη την ώρα περπατούσα πίσω από το Ιντερκοντινένταλ προς Καλλιρρόης. Σουρούπωνε. Η διαδρομή είχε μια αίσθηση μαγική. Η αγαπημένη πόλη, η πόλη των ονείρων μου. Κι ας λέω ότι έγινα άνθρωπος στο Λονδίνο, κι ας με γεμίζει νοσταλγία αβάσταχτη η θύμηση του Λονδίνου: στην Αθήνα υπήρξα ευτυχισμένος, της Αθήνας ο χάρτης είναι κατάστικτος με σημεία χαράς, με στίγματα συμπυκνωμένου χρόνου, έστω. Η Αθήνα είναι η μόνη μου πατρίδα, τελικά.

Συνέχισα να περπατάω. Έπεφτε το σκοτάδι ανάμεσα στα μεγάλα δέντρα της Καλλιρρόης. Το τραμ πέρασε από δίπλα μου κατάφωτο σαν έκπληξη, γεμάτο κόσμο. Ευτυχία με άγγιξε.

Και μετά αναλογίστηκα πως δεν υπάρχει κανένας λόγος να λυπάμαι όταν αφήνω αυτήν την πόλη που αγαπάω. Η πόλις με ακολουθεί, την κουβαλάω μέσα μου. Με έχει κρύψει μέσα της και μου έχει δώσει καταφύγια, την κατοικώ. Έχει αφήσει τον χάρτη της να αποκτήσει νόημα για μένα, διάσπαρτος με θαύματα. Στο τέλος, εντυπώθηκε μέσα μου κι αυτή.

Και με αυτή τη σκέψη κοίταξα ψηλά τον ουρανό της και χαμογέλασα.

GatheRate

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Οι τεχνίτες της απόκρυψης



Ακολουθεί άχρηστη αυτοαναφορική ανάρτηση.

Από τότε που ξεκίνησα το μπλογκ, η επικαιρότητα είναι συνήθως μια μελαγχολική υπόθεση και προσπαθώ, ανεπιτυχώς συνήθως, να της ξεφύγω. Κατά καιρούς, π.χ. όταν γράφει ο θας, ο οποίος με τον πάλαι Κουκουζέλη μου έδωσαν το έναυσμα να αρχίσω ελληνικό μπλογκ κι από τον οποίο έκλεψα τον τίτλο, με κάνουνε να στραφώ μέσα μου, να θέλω να πω ιστορίες. Τέτοιες φορές νιώθω την ανάγκη να πω κάτι δικό μου, τόσο μικρό που να μη φανερώνει παρά ένα μόνο κίνημα της ψυχής αλλά και τόσο σημαντικό, ώστε να το φανερώνει αυτό το κίνημα, αυτή τη διάθεση, αυτή την όψη πραγματικού εαυτού.

Μόνο που δεν ξέρω να λέω ιστορίες. Ούτε καν τις δικές μου. Ξεκινάω από αλλού γι' αλλού, πέφτω σε ατέλειωτες παρεκβάσεις (των οποίων στο σχολείο μάς έλεγαν ότι πατέρας είναι ο Ηρόδοτος), προδίδω τις λέξεις, με προδίδει η γλώσσα, χάνω το νήμα και στο τέλος σού λέει ο άλλος: κάλπη, κερατά, μπούρδα -- πάψε να παιδιαρίζεις. Ή απλώς βαριέται. Γι' αυτό δεν μπορώ να πω ιστορίες. Κι όταν θέλω να σας κάνω να γελάσετε (εσάς που με ξέρετε), δε σας λέω ανέκδοτα. Κάνω πνεύμα. Συνήθως με τον πόνο μου.

Αλλά έκανα παρέκβαση πάλι. Ξεκίνησα να φανερώσω ή να αποκρύψω κάτι δικό μου. Ή μάλλον, να δώσω σημάδια, όχι παραπειστικά, αλλά κρυφά. Όπως είπε και ο άνθρωπος που μας έδωσε το τσιτάτο 'child in time', ἁρμονίη ἀφανὴς φανερῆς κρείσσων. Ή, ακόμα καλύτερα: ὁ ἄναξ, οὗ τὸ μαντεῖόν ἐστι τὸ ἐν Δελφοῖς, οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει. Δε φανερώνει ούτε αποκρύπτει, παρά δίνει σημάδια. Άντε λοιπόν να δούμε.

Για ένα πράγμα με έχουν κατηγορήσει όλοι οι δικοί μου άνθρωποι ανεξαιρέτως, όλοι: ότι στη δική μου ζωή βλέπω δέντρα και ρυάκια εκεί που δεν υπάρχουν παρά κοπριές, μολόχες κι ένα λασπερό χαντάκι. Εγώ ο πιστοποιημένα απαισιόδοξος και οριακά κυνικός κατηγορούμαι συχνά στα προσωπικά μου για αφελή αισιοδοξία, εθελοτυφλία και εμπριμέ εξιδανικεύσεις. Θυμάμαι καβγάδες σαν καθημερινή εντριβή με γυαλόχαρτο επί μήνες, ότι το μόνο που υπάρχει γύρω μου είναι σίδερα και ντουβάρια κι εγώ βλέπω δρόμους και σημεία φυγής στον ορίζοντα. Θυμάμαι αναγγελίες ανά δεκαπενθήμερο για έναν ολόκληρο χρόνο ότι ήρθε το τέλος, ή ότι το τέλος έχει έρθει και μόνον εγώ δεν το ξέρω. Θυμάμαι καβγάδες που, λέει, ήταν ο πόλεμος της συντέλειας: μόνον εγώ μέσα στην αφέλειά μου νόμιζα ότι άμα ραγίσει το γυαλί ξανακολλάει. Θυμάμαι φιλίες που τέλειωσαν για πάντα, αλλά το "για πάντα" κράτησε μόνον οχτώ και δώδεκα μήνες. Θυμάμαι ότι καταδικάστηκα κι ότι μάταια έλπιζα, αλλά απαλλάχτηκα με βούλευμα (μεταφορικά μιλώντας -- δεν έχω δικαστεί ποτέ). Θυμάμαι ότι επέλεξα την εξορία (και καλά) και τη μοναξιά αλλά κι αυτές δεν κράτησαν. Μέχρι και έναν δωδεκαετή θυμό θυμάμαι που ξεφούσκωσε και έπεσε αθόρυβα σε μισή ώρα, αποκαλύπτοντας ένα θαυμάσιο τοπίο πίσω του. Θυμάμαι κι άλλα, αλλά μπήκατε στο νόημα: χαμένο κορμί με φωνάζουν κι αλήτη. Ξανά και ξανά. Δηλαδή, όχι χαμένο κορμί αλλά, ας πούμε, δεσμώτη της αυταπάτης.

Αγαπητοί αναγνώστες, που διαβάζετε αυτά τα ακατονόητα ακόμα, πάντοτε δικαιώθηκα. Όχι γιατί έχω δίκιο ή γιατί συνήθως έχω δίκιο. Όχι δα. Ίσα-ίσα, με δυο ρητά πορεύομαι: pecca fortiter είναι το ένα. Παρά γιατί, αν επιλέξω κάτι ή κάποιον, σημαίνει ότι το θέλω, όχι ότι έτυχε, ή ότι μου έκατσε. Μόνο μια ψυχή το κατάλαβε αυτό που μου είπε πριν 5-6 χρόνια ότι κάνω πάντα λες και θα αγοράσω σπίτι. Έτσι: όταν βλέπω δέντρα και ρυάκια εκεί που δεν υπάρχουν παρά κοπριές, μολόχες κι ένα χαντάκι δύο τινά συμβαίνουν: ή πράγματι βλέπω καλύτερα και πιο μακριά ή, συνήθως, είμαι έτοιμος να αρχίσω βαρβάτο σκάψιμο και συστηματική κηπουρική.

Κι αυτό είναι το μικρό μου μυστικό: βαριέμαι, αδιαφορώ, απέχω, αποφεύγω, γκρινιάζω (ω θε μου, η γκρίνια είναι δεύτερη φύση για μένα, αν έχετε διαβάσει Sraosha το ξέρετε), αλλά άμα θελήσω, θέλησα και θέλησα ολόψυχα και δίνομαι. Κι επίσης, όταν θέλω, εγώ ο γενικά ανυπόμονος, έχω γαϊδουρινή υπομονή. Κι αυτό είναι το δεύτερο ρητό: cunctando regitur mundus.

Να ευχηθώ σε όλους Ágætis byrjun (καλή αρχή).

GatheRate

Σάββατο 20 Αυγούστου 2011

Πίστις και σεξ



(Ο τίτλος, επίτηδες, παραπέμπει σε φυλλάδια χριστιανικών οργανώσεων, αυτών των αγνοημένων σοβιέτ που διαφεντεύουν ακόμη μέρος της χώρας και μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης.)

Πριν κάτι μέρες πήγα σ' ένα μοναστήρι να δω μια φίλη που έγινε μοναχή πριν περίπου 15 χρόνια.

Κάθε φορά που πάω σε μοναστήρι κάνω τις αναμενόμενες κοινότοπες σκέψεις: πώς είναι να μην το κάνεις καθόλου· μωρέ αυτοί που είναι να το κάνουν, το κάνουν -- ενώ εκείνοι που δεν το κάνουν, σκασιλάρα τους έτσι κι αλλιώς: ούτε έξω στον κόσμο θα το έκαναν· τέτοια χαζά.

Αυτή τη φορά, περιμένοντας τη φίλη που εγκατέλειψε τα εγκόσμια πριν 15 χρόνια, κάθησα σε ένα πεζούλι κάτω από ένα ωραίο δέντρο και κοιτούσα τους προσκυνητές και επισκέπτες που μπαινόβγαιναν στο καθολικό του μοναστηριού, προ δεκαπενταετίας ήταν οι κλασσικοί θεουσάνθρωποι, αλλά πλέον ο κόσμος έχει αλλάξει και βλέπεις κάθε καρυδιάς καρύδι, όχι ντε και καλά πονεμένο, παρά και διάφορους ξένους ορθόδοξους σε προσκυνηματικού τύπου εκδρομές.

Τους παρατηρούσα προσεκτικά φορώντας την έκφραση του ελαφρώς διψασμένου και πολύ αποσταμένου προσκυνητή που απλώς με καρτερία κοιτάζει εγκάρσια προς κάποιον τοίχο, γλάστρα ή γάτα μοναστηρίσια. Έτσι όλοι νομίζουν πως εύκολα διαβάζουν τις προθέσεις σου (νερό, γλυκό κουταλιού, ίσκιο, ξάπλα στο πούλμαν της επιστροφής), ενώ εσύ είσαι αλλού για αλλού. Αυτή τη φορά ήμουν εκεί, σε αυτές τις σκέψεις:

Τη δεκαετία του '60 (δηλαδή στα 1967-1973, που εμείς εδώ είχαμε χούντα) πάρα πολλοί πίστεψαν ότι το σεξ είναι εγγενώς και απολύτως καλό, εξ ορισμού όμορφο, ένα απόλυτο αγαθό. Την άλλη σύντομη δεκαετία του "Τραπεζάκια Έξω", του "Τεριρέμ" και του "αλφαβηταριού της πίστης" (ας την πούμε του '80) πάρα πολλοί πίστεψαν ότι η πίστη είναι εγγενώς και απολύτως καλή, εξ ορισμού μεταρσιωτική, ένα απόλυτο αγαθό. Μάλιστα, σε μια έξαρση συνθετικού οίστρου, κάποιοι οραματίστηκαν τη σύζευξη των δύο, και θεώρησαν ότι συνδυάζοντας τα δύο θα δούνε ό,τι και ο Δάντης στο τελευταίο άσμα του Παραδείσου: Θεού πρόσωπο. Και έπραξαν αναλόγως, ή προσπάθησαν τουλάχιστον: από απόδειπνο σε παραλία ερημική, από βαμβουνακική μοιχεία κι αρπαχτή σε αγρυπνία στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου, από αρχονταρίκι σε καυλαντίσματα με ωραίες αλλά απόρθητες θεούσες, από φοιτητομπερδεματα σε εκδρομές στο Όρος κτλ.

"Γιατί χλευάζεις, ρε μαλάκα;", θα μου πείτε. Δε χλευάζω ακριβώς. Απλώς οι δύο θέσεις, ότι το σεξ είναι πάντα και απόλυτα καλό και ότι η πίστη είναι πάντοτε απόλυτο αγαθό, είναι πλανερές εξώφθαλμα -- ακόμα κι αν δεις το σεξ και την πίστη στην καθαρή μορφή τους (ό,τι πάλι κι αν σημαίνει κι αυτό).

Το σεξ μπορεί να είναι ρουτίνα ή πηγή άγχους ή θλίψης, το σεξ μπορεί να είναι μπανάλ: θυμηθείτε ιταλικά τηλεοπτικά σόου και ιταλικές σεξοκωμωδίες. Μπορεί να είναι (και είναι για εκατομμύρια ανθρώπων) μέσο εκμετάλλευσης, καταστροφής και ανήκεστου πόνου με τη μορφή κάθε λογής βιασμού και εξαναγκασμένης εκπόρνευσης. Αυτονόητα πράματα.

Αντίστοιχα πράματα ισχύουν για την πίστη, και μάλιστα σε μαζικότερη κλίμακα. Η πίστη βεβαίως είναι πηγή άγχους ή θλίψης για εκατομμύρια ανθρώπων, ιδίως η πίστη των άλλων που σου τη φοράνε κατάσβερκα, η πίστη μπορεί να είναι μπανάλ: θυμηθείτε μαγαζάκια γύρω στη Μεγαλόχαρη, φυλαχτά κάθε λογής και γραφικούς ανθρώπους με τους οποίους ασχολούμαστε μόνο και μόνο γιατί εκπροσωπουν κάποια θεότητα. Μπορεί να είναι (και είναι για εκατομμύρια ανθρώπων) μέσο εκμετάλλευσης, καταστροφής και ανήκεστου πόνου -- κι εδώ ακόμα κι ένας συνοπτικός κατάλογος θα ήταν μακρύς κι αβάσταχτα θλιβερός αλλά και γεμάτος κακογουστιά: σκεφτείτε μόνον τη δυστυχία και το AIDS που σκορπίζει η άρνηση των καλών Καθολικών να σκουφώσουν το πουλί τους.

Και δηλαδή τι να κάνουμε, να καταργήσουμε το σεξ και την πίστη; Η κατάργηση του σεξ δεν πέτυχε, ούτε της πίστης θα πετύχει (ακόμα και αν της δίναμε κι αυτηνής καμμιά 20αριά αιώνες διορία). Όπως το σεξ είναι ό,τι είναι στην ουσία του (ό,τι πάλι κι αν σημαίνει κι αυτό), η πίστη στην ουσία της είναι ένα φάρμακο με την αρχαία σημασία της λέξης, δηλαδή και ναρκωτικό και ίαμα, αλλά και με την ψυχοτροπική: μαστουρώνει, δίνει ελπίδα, καταπραΰνει, μεταρσιώνει, δίνει χαρά.

Και, για να γίνω κι εγώ μπανάλ, τι είναι η ανθρώπινη κατάσταση παρά η δυστυχία που νιώθουμε και προκαλούμε κυνηγώντας τη χαρά.

GatheRate

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2011

Σημεία των καιρών

Το τοπίο γύρω μου με έκανε να ξεχνάω τον εγκληματικό καρόδρομο με τις κορίνες του και τους γνωστούς οδηγούς. Εκεί πριν την Ακράτα πέφτει μια διασκευή του 'Because the night'.

Το τραγούδι αυτό το αγαπώ και νομίζω πως συγκαταλέγεται στα καλύτερά μου ερωτικά τραγούδια. Δεν έχω ερωτευτεί χωρίς να μουγκρίσω μέσα μου (όπως η Πάτι Σμιθ της αυθεντικής εκτέλεσης) "come on now, try and understand / the way I feel under your command". Την Πάτι Σμιθ τη σέβομαι απεριόριστα σαν καλλιτέχνη· θα ήθελα να είναι θεια μου, να έρχεται λετσοχασικλωμένη στο σπίτι και να τη λοξοκοιτάζει ο πατέρας μου. Τέλος πάντων, τι να γράψεις για τη γυναίκα...

Μιλώντας για την Πάτι που μουγκρίζει στο συγκεκριμένο τραγούδι, νομίζω ότι λίγες φορές έχει εκφραστεί στο τραγούδι παγκοσμίως η παραμελημένη και αγνοημένη γυναικεία σεξουαλικότητα όπως στην αυθεντική εκτέλεση του 'Because the night'. Τέλος πάντων.

Άκουγα λοιπόν την ψιλοχορευτική αλλά αξιοπρεπή εκτέλεση και πιάνω το κοριτσάκι να τραγουδάει, αντί για "so take me now, take me now, take me now", "so touch me now, touch me now, touch me now".

Θύμωσα. Να μια χειροπιαστή απόδειξη του ότι πάμε προς τα πίσω: το 1978 μπορούσε μια γυναίκα να διεκδικεί στο ράδιο με ρώμη και αξιοπρέπεια, ούτε γατίσια ούτε πορνοσταριλίδικα, "πάρε με τώρα". Το 2011 ζητάει απλώς να την αγγίξουν.

GatheRate

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011

Προτεραιότητες

Υπέβαλα τον εαυτό μου στη δοκιμασία να παρακολουθήσει ειδησεογραφικές εκπομπές του Σκάι, του Άλφα, του Άλτερ. Το έχω ξαναπεί, σαν να βλέπεις ανατολικογερμανικές ειδήσεις είναι: καταστροφολογία, διαστρέβλωση, προπαγάνδα. Πόσους τόνους μάρμαρο έφαγαν οι αστυνομικοί, η αδιαλλαξία των ιδιοκτητών ταξί (μια φορά έχουνε δίκιο κι αυτοί οι άνθρωποι...) και καπάκι ρεπορτάζ για τα αλβανικά καλάσνικοφ: καινούργια όπλα κατά αστυνομικών -- λίγο να μην προσέχεις, νομίζεις ότι ο Σύριζα κατεβάζει στις διαδηλώσεις ένοπλους με καλάσνικοφ.

Είμαστε πάντως πια η χώρα των αλλού γι' αλλού προτεραιοτήτων. Μέτρα για τη μείωση του θορύβου, λέει. Και πολύ σωστά. Ξεκινάμε από τα φρικτά μηχανάκια; Όχι, από τις καμπάνες των ρολογιών. Μέτρα για τα κατοικίδια. Και πολύ σωστά. Ξεκινάμε από την εφαρμογή του νόμου για την κακοποίηση ζώων, και μάλιστα δημοσία, ή τις φόλες; Όχι, από το να φορολογήσουμε ιδιοκτήτες τριών ζώων.

Και πάλι, σε μεγάλη κλίμακα, το θέμα των αντεστραμμένων ιεραρχικά προτεραιοτήτων το βλέπουμε παντού, ας μην κολλάμε στα μικρά. Εντάξει, ναι, και πολύς κόσμος μιλάει για μισθούς, συντάξεις και τον ΦΠΑ του 23% -- ακόμα και στο τι θέλει το ΥΠΕΠΘ (ή πώς το λένε στο Newspeak) να κάνει στα πανεπιστήμια. Απ' όσο φαίνεται όμως οι αντεστραμμένες ιεραρχικά προτεραιότητες είναι συστημικές, ένα γενικευμένο μόντους οπεράντι, που θα έλεγε και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, αυτής της κυβέρνησης. Μια Ζεν προσέγγιση στην πολιτική πράξη, αλλά όπως θα καταλάβαινε το Ζεν ο Σταν Λη, ο κομιξάς όμως. Μετά το ταοϊστικό wu-wei του Κωστάκη, το τρελο-Ζεν του Γιωργάκη. Ο οποίος πλέον, όταν τον ακούς, είναι πλέον εξίσου καραγκιοζοπαίχτης με τον προκάτοχο, όταν ήταν πρωθυπουργός, πριν χάσει τη μιλιά του.

GatheRate

Κυριακή 24 Ιουλίου 2011

Ιούλιος

Ως γνωστόν, το καλοκαίρι με κουράζει ενώ τη ζέστη την απεχθάνομαι με ζέση, ειλικρίνεια και συνέπεια.

Όμως, ο Ιούλιος.

Ο Ιούλιος είναι μηνας συμφορών, όπως και κάθε μήνας τελικά. Απλώς, όταν άκουσα για τη νορβηγική εκατόμβη (κι αναρωτήθηκα -- "μα έχει εχθρούς η Νορβηγία;") θυμήθηκα την επίθεση στο Λονδίνο to 2007, στην παλιά γειτονιά μου, στο λεωφορείο που έπαιρνα να πάω σπίτι μου.

Ο Ιούλιος είναι και μήνας θαυμάτων όμως. Μεγάλων και μικρών. Αν ήμουν ο ολντμπόυ θα σας έλεγα τώρα για τη διάσκεψη κορυφής της 21ης Ιουλίου, αν ήταν θαύμα και τι θαύμα κι αν έγινε τελικά, αλλά ούτε που κατάλαβα τι προέκυψε. Άλλωστε τα θαύματα που έχω στον νου μου είναι ιδιωτικά θαύματα: όχι από αυτά που θα δείξουν επιτέλους στον κόσμο ποιος κυβερνά τις συγκυρίες, ή τίνος είναι η γη και το πλήρωμα αυτής, παρά εκείνες οι στιγμές επιφάνειας που μας φωτίζουν, και που θα τις πάρουμε μαζί μας.

Μεγάλα θαύματα: όλα στη ζωή μου τον Ιούλιο, πλην ενός.

Μικρά θαύματα: δύο πάρα πολύ πρόσφατα.

Χτες το απόγευμα, με τον ήλιο πίσω μου, μέσα στο νερό, κοιτάζω τους φωτεινούς ίσκιους απέναντί μου, ό,τι με αφήνει ο αστιγματισμός να διακρίνω, δηλαδή. Από το ίδιο σχεδόν σημείο (πώς να μπεις στο ίδιο σημείο μέσα στο νερό) τις κοιτούσα πριν τρία χρόνια. Τότε προσδοκούσα ήρεμος το αδιανόητο. Χτες χαιρόμουν τον ερχομό των μικρών πραγμάτων, περιμένοντας να τους αφοσιωθώ.

Το πρωί σήμερα πριν το πλοίο διάβασα αυτό, για τον Μπαγιαντέρα. Απόψε, πριν από λίγο, βγήκα στο σκοτάδι να απλώσω τα ρούχα. Θαύμαζα το αγαπημένο δέντρο στον ακάλυπτο και ξαφνικά ακούω από τη διπλανή πολυκατοικία κάποιον να τραγουδάει χαμηλόφωνα αλλά καθαρά -- όπως αρμόζει σε καλοκαιρινή οινοποσία που βγάζει στον ακάλυπτο -- "σα μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει". Μετά τραγούδησε άλλα τρία του ρεμπέτη. Όχι όμως το "ξεκινά μια ψαροπούλα" που, σε μια εκτέλεση λίγο τζαζομπαλαντίσια, επενδύει το ψοφόκρυο του Σικάγου στην πιο χαρακτηριστική κινηματογραφική εικονογράφηση της νοσταλγίας, στο 'Big fat Greek wedding'...

GatheRate

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

Μετς

Αφορμές να γράψεις πάντα υπάρχουν πολλές. Με ρωτάνε λ.χ. για την Κύπρο αλλά με καλύπτει αυτό, εκτός από την τελευταία παράγραφο: δεν υπάρχει λόγος να ντρέπεται κανείς για το πού γεννήθηκε: και στην Κύπρο ενδημεί ομόλογη καφρίλα άφθονη, απλώς διαφορετικών προδιαγραφών.

Άλλη αφορμή: μπαίνω σε ταξί και κλείνω την πόρτα. Το ράδιο λέει για τον φόνο στον Λαγανά και ότι η "τοπική κοινωνία είναι συγκλονισμένη και σοκαρισμένη". Τον ταξιτζη κι εμένα μας πιάνουν αμέσως νευρικά γέλια επιτόπου, λες και είμαστε συνεννοημένοι. "Πάντα αντιδρούμε λες και δεν ξέρουμε τίποτα, όπως με τα στημένα και τόσα άλλα", λέει στα μισά της σύντομης διαδρομής, Ζακυνθινός ο ίδιος.

Λοιπόν, όχι. Να σας πω για χτες. Κατά τις 6 κατέβαινα από το Κολωνάκι (του οποίου τον κόσμο σιχαίνομαι αμείωτα από τότε που ήμουν 16) κι είπα να κόψω μέσα από το Μετς και να κάνω πως χάνομαι εκεί μέσα κιόλας. Η ώρα ήταν όμορφη. Είχε ζέστη αλλά υποφερτή, ωραία ζέστη για πόλη, ζέστη με το αεράκι της. Όλα έλαμπαν κι αστράφταν, ήδη από τη Βασιλέως Κωνσταντίνου. Μέσα στους δρόμους κοιτούσα τις προσόψεις και ένιωθα την ησυχία. Μια ησυχία που μου υπενθύμιζε διαρκώς ότι περπατούσα ανάμεσα σε σπιτικά ανθρώπων. Είναι κρίμα που μια πόλη με τόσο διαφορετικές γειτονιές και τόσο διαφορετική αίσθηση από γειτονιά σε γειτονιά να την εκτιμούν τόσο λίγοι από τους κατοίκους της.

Μετάνιωσα που δεν είχα τη φωτογραφική μηχανή μαζί μου.

GatheRate

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

Υπο γωνία



Ντρέπομαι να ξεφωνίζω πράγματα που διαβάζω, όσο πλανεμένα ή και εξωφρενικά και αν τα βρίσκω, γιατί μου έχουνε σφυρίξει ότι αντί να αναιρέσω αυτό που θεωρώ πλάνη, το αποκαλώ παραλογισμό και αποκύημα ημιμάθειας ή αμάθειας και σταματώ εκεί.

Η αμάθεια δεν είναι ούτε χειρότερη ούτε καλύτερη από την ημιμάθεια. Δε νομίζω ότι τελικά εκεί βρίσκεται το θέμα: ό,τι ξέρει ξέρει ο καθένας, ό,τι καταλαβαίνει καταλαβαίνει. Όπως ξαναέγραψα πριν κάτι χρόνια, εδώ που βρισκόμαστε, ένα από τα προβλήματά μας είναι ότι ο άλλος, είτε αμαθής, είτε ημιμαθής, φρονεί ότι μπορεί να μας πουλήσει μυαλό και πολυπράγμονα σπουδαιοσύνη έτσι κι αλλιώς, με τουπέ και με άποψη περίσσια. Τέλος πάντων.

Ο λόγος που δεν προσπαθώ να αναιρέσω όσα θεωρώ προϊόντα πλάνης είναι γιατί συνήθως δεν είμαι σίγουρος ότι ο άλλος πλανάται. Επιπλέον, είμαι πολύ ανεκτικός στην πλάνη. Οπότε, άμα ασχολούμαι με κάτι για να το κράξω, ασχολούμαι συνήθως μόνο με πραγματικά κολοσσιαίες μπούρδες: είτε αποκυήματα αυτής της επιθετικής και τσαμπουκαλίδικης ημιμάθειας ή και αμάθειας, είτε αγυρτείες.

Ωστόσο ας προσπαθήσω να δω τρεις συζητήσεις που σίγουρα δε φαίνονται να είναι αποτέλεσμα ούτε επιθετικής ημιμάθειας, ούτε όμως και αγυρτείας (και παραγωγής προπαγάνδας) -- για να φανώ πολύ καλόπιστος. Η πρώτη αφορά τη συζήτηση περί πολιτικής βίας, καταστροφής του αστικού τοπίου και αστυνομικής διαχείρισης πλήθους. Η δεύτερη -- σαφώς πιο απλή στις παραμέτρους της -- περιστρέφεται γύρω από την Αθήνα ως τουριστικό προϊόν. Η τρίτη, η πιο σύνθετη από όλες, ταυτίζει την πολιτική ανυπακοή με την ανομία· γι' αυτήν την τρίτη απλώς κάποιες σκέψεις θα εκθέσω.

Τα πλήθη και τα στίφη

Διάβασα με έκπληξη κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου το οποίο, ανάμεσα στα άλλα, προχωράει στη διατύπωση δύο ισχυρισμών: ότι η κατάχρηση δακρυγόνων από την ΕΛ.ΑΣ. είναι συνέπεια της ελλιπούς κατάρτισής της στη διαχείριση πλήθους και ότι στην Ελλάδα ανεχόμαστε τη βία κατά της αστυνομίας και εν γένει τη βία των πολιτών αλλά απεχθανόμαστε και στηλιτεύουμε την αστυνομική βία.

Ενδεχομένως η ΕΛ.ΑΣ. να είναι ελλιπώς καταρτισμένη στη διαχείριση πλήθους, όπως και σε τόσα άλλα. Ενδεχομένως η ωμότητα, η μεθοδευμένη βαρβαρότητα και το περίσσευμα σκληρότητας και φονικής επιμονής να είναι αποτέλεσμα μόνον ελλιπούς κατάρτισης, όχι σαφών άνωθεν εντολών να σπάσει η πλατεία με κάθε τίμημα ή του πολιτικού ενστερνισμού εκ μέρους στελεχών και ομάδων της ΕΛ.ΑΣ. αυταρχικών και ολοκληρωτικών αντιλήψεων περί την καταστολή και αστυνόμευση. Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο ότι δεν έχουν έτσι τα πράγματα -- δεν παραθέτω παρά ένα λινκ. Επίσης, τελικά το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα δακρυγόνα αλλά το ελεεινό και σαρωτικό βρωμόξυλο εναντίον πολιτών, όχι μόνον στις 29 Ιουνίου αλλά πάντοτε: πας σε πορεία και ξέρεις ότι πιθανότατα θα φας ξύλο από τα ΜΑΤ, κι αυτό το λέει κάποιος που έχει πάει σε ελάχιστες πορείες, λόγω ιδιοσυγκρασίας και περιστάσεων. Δεύτερον, αν η ΕΛ.ΑΣ. έκανε kettling ή έριχνε βρωμόξυλο εφίππως, πέρα από το να ρίχνει δακρυγόνα, δε θα λύνονταν τα προβλήματά μας. Όταν ο γιατρός (για να χρησιμοποιήσω τη δικαιωμένη χουντική μεταφορά) είναι αλμπάνης, δε φταίνε τα ελαττωματικώς αποστειρωμένα εργαλεία του, αυτά απλώς χειροτερεύουν την κατάσταση.

Όσο για το αν προτιμάει ο Έλληνας την βία των πολιτών από την αστυνομική (εικάζοντας προς στιγμήν ότι δεν έχει λόγο να την προτιμάει, π.χ. επειδή είναι έκφραση αντίστασης απέναντι σε μια αδίστακτη και βαθιά πατερναλιστική εξουσία), νομίζω ότι η επισκόπηση των αντιδράσεων της κοινής γνώμης π.χ. στην υπόθεση Μελίστα ή τον Δεκέμβριο του 2008 θα είναι διαφωτιστικότατη. Βεβαίως και ο κοσμάκης θέλει ο αστυνόμος να μπορεί να ρίχνει και καμμιά ψιλή (ή χοντρή) όταν χρειάζεται.
Πέρα από τη Σώτη Τ., κι εγώ λυπάμαι για τα σπασμένα μάρμαρα, αλλά πιο πολύ λυπάμαι για τα σπασμένα κεφάλια, πλευρά, μύτες, κνήμες, τύμπανα, σπλήνες. Κι εγώ απεχθάνομαι τη βία αλλά δεν μπορώ να συμψηφίσω την απρόκλητη, βάναυση και κτηνώδη επίθεση στο πλήθος την 29η Ιουνίου με το έγκλημα της Μαρφίν ή -- πολύ περισσότερο -- με τους δικαιολογημένους προπηλακισμούς βουλευτών εκ μέρους όσων εκπροσωπούν στο αντιπροσωπευτικό νομοθετικό σώμα.

Come with me για να τη βρεις

Οι τουρίστες πηγαίνουν κάπου είτε γιατί κάτι μη-ιστορικό τους τραβάει το ενδιαφέρον (ήλιος, θάλασσα, βουνά, χιόνια, κορίτσια, αγόρια, κραιπάλη), είτε γιατί κάτι ιστορικό τους τραβάει το ενδιαφέρον (Ιερουσαλήμ, Αθήνα, Ρώμη, Παρίσι, Νέα Υόρκη), είτε -- σπανιότερα -- ένας συνδυασμός των δύο (Βαρκελώνη και περίχωρα). Οι μη-ιστορικοί προορισμοί μπορούν να διαμορφωθούν σχετικά άνετα ώστε να προσφέρουν στον τουρίστα το μη-ιστορικό τουριστικό προϊόν με τον προσφορότερο δυνατό τρόπο: ήλιο και θάλασσα στην Κόστα Μπράβα, ψώνια στο Ντουμπάι, συνέδρια στο Πόρτο Καρράς κτλ. Το να αναρωτιέσαι όμως γιατί η Αθήνα (ιστορικός προορισμός) δεν έχει το αεροδρόμιο του Τελ Αβίβ, τις προσόψεις του Παρισιού, τις συγκοινωνίες της Φρανκφούρτης, τα βαπόρια του Βανκούβερ ή τους πεντακάθαρους δρόμους της Σιγκαπούρης (αυταρχικής πόλεως-κράτους της Άπω Ανατολής) δεν είναι παρά ένα συγκεκαλυμμένο αίτημα να αντικαταστήσεις έναν ιστορικό προορισμό (με τη γεωγραφία, την κουλτούρα και την πολιτική του) με κάποιον άλλο, ενδεχομένως λιγότερο ιστορικό, προορισμό.

Ανομία κι ανυπακοή

Η απαγόρευση του καπνίσματος πολεμήθηκε και καταστρατηγήθηκε και στα πλαίσια αυτού που λέμε ανομία (το οποίο στην Ελλάδα μεταφράζεται σε πλήρη περιφρόνηση για τον δημόσιο χώρο, και δεν ανάγεται σε θεολογικές κατηγορίες, όπως ισχυρίστηκε η Κρίστεβα παλιότερα κι ο Ράμφος πρόσφατα) και ως πράξη πολιτικής ανυπακοής. Δεν είναι κάθε πράξη ανομίας, όπως το να παρκάρω όπου μου καπνίσει, πολιτική ανυπακοή. Δεν είναι κάθε πράξη πολιτικής ανυπακοής ανομία, όπως το να αμυνθώ κατά του μπάτσου που μου την πέφτει απρόκλητα.

GatheRate

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Βόλτα στον Κήπο

Με βόλτες στον Εθνικό Κήπο μεγάλωσε ο πατέρας μου αλλά κι εγώ. Νομίζω ότι ακόμα και τώρα είναι το αγαπημένο μου πάρκο στον κόσμο. Στον κόσμο. Διάστικτος από αναμνήσεις, μια γεωγραφία οικεία και όλο νόημα. Ακόμα και τώρα, νιώθω τον Εθνικό Κήπο σαν το πρότυπο πάρκου, ή και δάσους. Τόπος ευτυχίας για μένα. Άλλωστε για μένα, μόνον όπου υπάρχουν δέντρα πολλά και νερά που τρέχουν υπάρχει κι ο Θεός.

Η Παιδική Βιβλιοθήκη του Εθνικού Κήπου άνοιξε όταν ήδη θεωρούσα τον εαυτό μου πάρα πολύ μεγάλο για να διαβάζει παιδικά βιβλία, κι έτσι την είχα επισκεφτεί μόλις τέσσερις πέντε φορές τότε. Ξαναπήγα σήμερα για πρώτη φορά μετά το 1984 ή 1985. Ένα κομμάτι της Ελλάδας που τελειώνει: ένας χώρος ταγμένος στο να δίνει σε παιδιά βιβλία να διαβάζουν κι έναν όμορφο χώρο όπου να διαβάζουν. Δεν τον υποσκελίζει η ηλεκτρονική εποχή, τον υποσκελίζει η αδιαφορία της ελληνικής κοινωνίας μετά το 1985, και κυρίως από τη δεκαετία του 90 και μετά, για καθετί δυσκολο, τον καθιστά ντεμοντέ η γενικευμένη επιθυμία να υποκατασταθεί ο χρόνος με τα παιδιά (με περίπατο, παιχνίδι κτλ.) από νταντάδες, γιαγιάδες, τηλεοράσεις κτλ. Άλλωστε, στην Ελλάδα η ανάγνωση άρχισε δειλά δειλά να γίνεται απόλαυση μόλις επί Μάρως Βαμβουνάκη, και κυρίως για σαραντάρες σε διάσταση, ε, και εκεί έχει μείνει.

Η κυρία Στέλλα της βιβλιοθήκης ισχυρίστηκε ότι με θυμόταν. Ποιος ξέρει.

Μετά από τσίπουρα και καφέδες, πήγαμε να βγούμε από την Αμαλίας, από την οποία είχαμε μπει. Κλειδωμένη η πόρτα, μια πινακίδα με πληροφορούσε ότι η αστυνομία -- λέει -- ζήτησε να κλείσουν όλες οι έξοδοι του Εθνικού Κήπου πλην αυτής της Ηρώδου Αττικού. Να ελέγχεται το πλήθος. Ακολουθούμενοι από σαστισμένους τουρίστες βγήκαμε από εκεί, σιχτιρίζοντας. Ευτυχώς δεν είχαμε ανάπηρο ή γέροντα μαζί μας ή παιδί στην αγκαλιά. Αλλά θα μου πεις, μετά τη βάρβαρη και δολοφονικών προδιαγραφών επική επίθεση με χημικά, εσύ αυτή την εκδήλωση αυθαιρεσίας βρήκες να στηλιτεύσεις; Ε...

GatheRate

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

Άμυνα

(από τον ξάδερφό μου):

Πρόταση πρώην αστυνομικού:

οι διαδηλωτές να προμηθευτούν μπαλόνια, τα οποία να γεμίζουν με μπογιά, υγρή μελάνη ή κάποια παρόμοια κολλώδη, παχύρευστη και ακίνδυνη ουσία και να στοχεύουν τις ασπίδες και τις μάσκες αερίων των ματατζήδων. Μετά από μερικά χτυπήματα, οι ματατζήδες θα έχουν δυο επιλογές: ή δε θα βλέπουν τίποτα ή θα βγάλουν τις μάσκες και θα εισπνέουν τα χημικά μαζί με τον κόσμο.

GatheRate

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Ψυχραιμία ενώπιον προσχημάτων



Ψυχραιμία. Αυτό είναι, ψυχραιμία. Πρέπει να δείξω ψυχραιμία. Δε σε παίρνουν στα σοβαρά αν δεν είσαι ψύχραιμος.

Έβλεπα στην κατακόρυφα διχοτομημένη οθόνη αριστερά βουλευτές να συζητούν επί προσωπικού ή να χασκογελάνε με ευφυολογήματα τύπου Σεφερλή. Δεξιά θολούρα και καταχνιά, ωμή καταστολή, κυνική και απροκάλυπτη.

Για το δεξί κομμάτι τα έχουμε πει: η γνωστή μηχανή καταστολής του ελληνικού κράτους που παλιότερα απλώς μωλώπιζε ταραχοποιούς, ταραξίες, αναρχικούς, αλήτες και τσουβάλιαζε αδήλωτες από τους δρόμους και κίναιδους από τα πάρκα, ενώ μετά τον Δεκέμβρη του '08 απλώς βιαιοπραγεί αδιακρίτως, με ισραηλινό εξοπλισμό και χωρίς προσχήματα, ή μάλλον με το πρόσχημα της "ανομίας" που τόσο συγκινεί κάποιες ευαισθητές συνειδήσεις.

Το αριστερό κομμάτι μού δημιούργησε απελπισία. Ένιωσα ότι τελικά ο κοινοβουλευτισμός στην Ελλάδα ποτέ δεν καλλιεργήθηκε αλλά παρέμεινε κι αυτός ένα πρόσχημα. Ο κύριος Μαγκούφης ζητάει τον λόγο επί προσωπικού για να απαντήσει με ρητορισμούς της εποχής Τρικούπη σε εξυπνάδες (επιπέδου δημοτικού) του κυρίου Καρατζαφέρη. Και κανείς δεν τους γιουχάρισε, κανείς δεν τους έκραξε, κανείς δεν έκανε 'ου', όπως θα έκαναν οι συνάδερφοί τους στη Βουλή των Κοινοτήτων του Ηνωμένου Βασιλείου.

Όσο για την ψηφοφορία, θα την πω την εξυπνάδα μου και ίσως αποδειχθώ προφητικός (έχει συμβεί) ίσως όχι (έχει συμβεί), αλλά σιγά, χεστήκατε: τουλάχιστον δε με πληρώνουν να το παίζω αναλυτής πολιτικός και διορατικός σούπερ γουάου. Λέω λοιπόν ότι η αυταρχική και αντιδημοκρατική έννοια της κομματικής πειθαρχίας σήμερα καταστρατήγησε τον κοινοβουλευτισμό στην Ελλάδα.

Μου είναι αδιανόητο ότι ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ κύριος Ψ που εκλέγεται στην περιφέρεια Υπολοίπου Εορδαίας ή Β' Κυνουρίας ψήφισε ναι, αφού πρώτα -- πιθανότατα -- κλάφτηκε στον νεαρό του εραστή, στη γυναίκα του, στα παιδάκια του, στους ψηφοφόρους, στη μάνα του, στη γραμματέα (με την οποία διατηρεί δεσμό), στη μπατζανάκισσά του (με την οποία διατηρούν κτηματομεσιτικό), στον ξάδερφό του τον Μπάμπη (που διόρισε στις πολιτιστικές υπηρεσίες του Δήμου Νέας Αντιοχείας), στην προσωπική ιστοσελίδα του (που του έστησε ο εραστής μάλλον), σε τρία τοπικά κανάλια και σε δύο ραδιοφωνικούς σταθμούς εθνικής εμβέλειας. Κύριε Άγνωστε Βουλευτά, δε μας απασχολεί η συνείδησή σας, η βαρειά καρδιά σας ή ο λεπτεπίλεπτος ψυχισμός σας: είστε κυρίως η ψήφος σας και δευτερευόντως η φωνή όσων σας εκλέγουν. Τι τη θέλετε την κομματική πειθαρχία; ε; Έτσι κι αλλιώς, δε θα δείτε βουλευτική έδρα μετά τις επόμενες εκλογές (όταν η Βουλή θα γεμίσει ΝΔ, ΚΚΕ, Χρυσή Αυγή, ΛΑΟΣ -- γιατί ο Έλληνας το λατρεύει το κομματικό ισοδύναμο του άντρα του χύμα του κουραδόμαγκα που δέρνει τη γυναίκα του άμα λάχει), ενώ στις μεθεπόμενες ο εναπομείνας εν Ελλάδι ελληνικός λαός δε θα θυμάται καν τι είναι το Μνημόνιο (έχω ξανακλαφτεί για την εθνική μας επιλησμοσύνη).

Προσπαθώντας να επιστρέψω στην τάξη και στην ψυχραιμία: η κομματική πειθαρχία εκτός από αντιδημοκρατική είναι, στις παρούσες συνθήκες, και ατελέσφορη. Άλλωστε, μεσοπρόθεσμα, όλα συγχωρούνται: η μνήμη κοντή, η ζωή μεγάλη, ο Αντώνης αρχηγός κι αυριανός πρωθυπουργός.

Τέλος, δεν είναι λύση οι κυβερνήσεις συνεργασίας πολλών μικρών κομμάτων. Από την Κύπρο και την Ιταλία ξέρουμε ότι μικρό κόμμα εξουσίας σημαίνει μαγαζί διορισμών και ρουσφετιού, ελεεινός δονκιχωτισμός και προσχηματικές αρχές. Μας αρκεί η ύπαρξη δύο τέτοιων μαγαζιών, δε θέλουμε περισσότερα.

Όσον αφορά τι πρέπει να κάνουμε τώρα που μας πούλησαν (και ανακουφίστηκαν οι καημένες οι αγορές, όπως μάς έλεγε η Οντίν Λιναρδάτου, πράγμα κεφαλαιώδες, αφού έχουνε τα καρδιακά τους από το πολύ ξύγκι που καταναλώνουν, το δικό μας κυρίως): ό,τι έκαναν από τις 25 Μαΐου οι συγκεντρωμένοι στο Σύνταγμα, αλλά γενικευμένα. Διαμαρτυρία. Αυτοοργάνωση. Και Ανυπακοή.

GatheRate

Γυρνώντας σπίτι αργά



Φύσαγε ευχάριστα. Φόρεσα τα ακουστικά του iPod. Έριξα τη στολή, φορεμένη σε ξύλινη κρεμάστρα, πάνω από τον δεξί μου ώμο και πήρα το πηλίκιο στο αριστερό χέρι. Ξεκίνησα με τα πόδια. Ο κόσμος στον δρόμο με κοίταγε, μάλλον κοίταγε τη στολή. Στο iPod έπεσε το So Young των Suede. Αστείο μου φάνηκε στην αρχή αλλά μετά ένιωσα κι εγώ ένας από αυτούς τους πολύ νεώτερους. Ευφορικά αισθάνθηκα.

Σκεφτόμουν πολλά. Δε θέλω να γράψω τι. Ανάμεσα στα άλλα ότι, όσο τις πολιτικές τις φτιάχνουν οι πολιτικοί αλλά και όσοι χρειάζονται τη συναίνεση του κόσμου (του "λαού";), δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Όσο ο κόσμος διαμαρτύρεται και αντιστέκεται (και μετά από πάρα πάρα πολλά χρόνια θα ξαναταυτιστώ -- σχεδόν -- με τον Τσαγκαρουσιάνο), τόσο θα αναγκάζονται να αναθεωρούν σχέδια, σχεδιασμούς και πολιτικές όλοι τους, ακόμα και η Ιερά Συμμαχία στην οποία καταντήσαν οι ευρωσκεπτικιστές την ΕΕ.

Αν θα έλεγα κάτι, σίγουρα δε θα ήταν το ιταμό "τολμήστε". Θα έλεγα "μην υπακούετε". Ιδίως σε μια κυβέρνηση (και μια πολιτική ηγεσία ετών τεσσαράκοντα) τόσο έκδηλα αμήχανη και κουρασμένη που, όταν δε βρίσκει το πρόσχημα της βίας, το κομίζει η ίδια όπου χρειάζεται, και με το παραπάνω. Αφού βάλει τον από εικοσπενταετίας ημιμαθή βασιλέα-φιλόσοφο (μη γελάτε, θεωρεί τον εαυτό του αυξημένης διανοητικής ρώμης, μεγάλο πολιτικό διανοητή και, κυρίως, αδέκαστο και αδέσμευτο), τον λιμπερτίνο λάγνο εραστή των τεθωρακισμένων (από το Πεκίνο του '89 και δώθε) να απειλεί.

Κλείνω με δύο αποσπάσματα. Το ένα είναι από μια ανθολόγηση εδώ:
vasvas: [...] Είναι ανακρίβεια ότι τα συγκεκριμένα μέτρα, εν κενώ, επιβάλλονται ως απαραίτητα. **Επιλέγονται** επειδή επί εναμιση χρόνο δεν προχωρά καμμιά μεταρρύθμιση, επειδή η κυβέρνηση είχε τάξει κλείσιμο φορέων και δεν έχει κλείσει κανένα, επειδή είχε υποσχεθεί να σουλουπώσει τον ΟΣΕ και δεν το έκανε, επειδή είχε υποσχεθεί ορθολογικοποίηση των μισθών στο Δημόσιο (όχι οριζόντιες περικοπές) και δεν το έπραξε, επειδή κωλώνει να κόψει το ΔΙΒΕΕΤ [=Δικαιώματα Βεβαίωσης και Είσπραξης Εσόδων υπέρ Τρίτων] έστω και κατά ένα ευρώ, επειδή δεν έχει κάνει τίποτε για τις δαπάνες των νοσοκομείων κλπ. Το καθένα από αυτά μπορεί να μειώσει τα έξοδα *αύριο*, είναι άμεσης απόδοσης, και πιθανόν υψηλότερης από τα προτεινόμενα. Δεν είναι οι εταίροι που μας εκβιάζουν, είναι η κυβέρνηση που μας εκβιάζει. […]”

[...]

ermippos: “[...] Δεν δίνεις για εκατοστή φορά ευκαιρία, δεν δείχνεις καλή πίστη και δεν αφήνεις την μοίρα σου στα χέρια ανθρώπων που κάθε μέρα αποδεικνύουν την αλητεία τους επειδή απλά σε απειλούν. Ο καλύτερος τρόπος να συνεχίσεις να εκβιάζεσαι για όλη σου την ζωή είναι να υποκύπτεις στον εκβιασμό ελπίζοντας ότι θα είναι η τελευταία φορά. […]”
Το δεύτερο είναι του Τσαγκαρουσιάνου::
Συμμετέχω. Το Μεσοπρόθεσμο είναι πράξη πολιτικής αισχρότητας. Και έγκλημα εναντίον των φτωχών ανθρώπων. Δεν πρέπει να περάσει.
Υ.Γ. Γαμιέται η ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ. Οι κυνικοί αγύρτες της φάρας τους μάς έφεραν ως εδώ, αυτοί που αιωνίως καπηλεύονται τον "αγώνα" και την "αντίσταση" για να συνταξιοδοτούνται πρόωρα τα πουλάκια της με 4 χιλιαρικάκια το μήνα. Τους καταριέμαι βαρειά κατάρα: σύνταξη ΟΓΑ να πέσει πάνω σας, λεχρίτες. Σύνταξη ΟΓΑ σ' εσάς και στα τέκνα σας.

GatheRate

Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

Winter marches on



Το τραγούδι το είδα στον ύπνο μου χτες τη νύχτα. Είχα να το ακούσω 25 χρόνια περίπου.

GatheRate

Ο κρυμμένος κόσμος



"Και γιατί δε γράφεις για τα πράγματα που σου αρέσουν, που σε κάνουν ευτυχισμένο;", ρώτησε η συμβία.

Μοιραία ό,τι γράφουμε εδώ μέσα είναι ένα ίχνος: αποτυπώνει κυρίως τις σόλες των παπουτσιών μας, ούτε τα μαλλιά μας, ούτε το χαμόγελό μας, το βαρυστομάχιασμα ή τις επιθυμίες μας, ούτε τις χαρές, ούτε και πολλά άλλα. Σκεψούλες είναι τα ποστ, σκεψούλες που δεν κόλλησαν αλλού. Ποστ κι όχι ποστ-ντοκ, που είπε κι ο Ρακάσα. Πριν ένα χρόνο σκέφτηκα να βάλω ταγκ στις αναρτήσεις μου, να μαζευτούνε και να ταξινομηθούν κάπως: προέκυπταν κάτι κατηγορίες μάλλον άσχετες με τα ζωτικά μου ενδιαφέροντα και τις καθημερινές τέρψεις μου: "πολιτική", "αρχιτεκτονική", "η ελληνική κατάσταση", "αναμνήσεις", "θρησκεία", "επιστημοσύνες" και άλλα. Δε λέω, κι αυτά με ενδιαφέρουν. Αλλά, π.χ., δεν έχω γράψει σχεδόν ποτέ για ταξίδια, ποτά, φαγητό, χαρές μεγάλες, αγαπημένα τοπία, αγαπημένους μου ανθρώπους -- ούτε καν για τα βιβλία που μου αρέσουν. Για ταινίες έγραψα πρόσφατα και το αποτέλεσμα είναι μάλλον αδιάφορο.

Βεβαίως, μπορεί κανείς απλώς να πει πως ο,τι σου αρέσει, ό,τι σου δίνει χαρά, ό,τι σε κάνει ευτυχισμένο, ό,τι αγαπάς σου αρκεί να το ζεις. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να γράφεις γι' αυτό, εκτός και αν θες να το διαφημίσεις. Αλλά δεν είμαστε για τέτοια.

Άντε, να το πεις και αλλιώτικα: δε γράφονται όλα, και κυρίως δε γράφονται τα ωραία.

GatheRate

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

Απορίες ενός απολίτικου



Ο Αντώνης εδώ και πολλές μέρες γράφει κατά της διαρκούς συγκέντρωσης στο Σύνταγμα. Έχει επιχειρηματολογήσει εναντίον της από διάφορες σκοπιές. Χτες (για πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος, αφού δεν προλαβαίνω να τον παρακολουθώ συστηματικά) επικαλέστηκε το επιχείρημα που συνοψίζεται στο ότι "το κίνημα είναι κυρίαρχα και εμφαντικά μικροαστικού χαρακτήρα".

Από πολιτικές επιστήμες δεν ξέρω τιποτα. Από κοινωνικές επιστήμες δεν ξέρω περισσότερα από όσα ένας (τσακαλάτος) πτυχιούχος συναφούς Σχολής. Επίσης αντιλαμβάνομαι ότι η κριτική του Αντώνη ωρίμασε (δεν ξέρω πότε, δεν κατάλαβα πώς) στην υιοθέτηση μιας ορθόδοξης (ανόθευτης, αν θέλετε) μαρξιστικής-λενινιστικής σκοπιάς, οπότε -- όπως λέει κι ο ίδιος -- αν δε συμμερίζεται κάποιος αυτή τη σκοπιά, τότε η διαφωνία μαζί του είναι "κουβέντα να γίνεται".

Οπότε η κριτική μου έχει τους εξαρχής περιορισμούς της: θεωρητικά δε σκαμπάζω και δεν μπορώ να διαφωνήσω επί της αρχής. Ούτε μπορώ να επικαλεστώ τον κοινό νου: αφενός γιατί προκαταβολικά ο Αντώνης θεωρεί την επίκλησή του ως ακκισμό των προσηλύτων της αστικής ιδεολογίας ή των ντεκαφεϊνέ αριστερών, αφετέρου γιατί όντως ο κοινός νους μπορεί να είναι απλώς το προσωπείο της ιδεολογίας και γιατί η επίκληση του ορθού λόγου είναι δύσκολη και πονεμένη ιστορία στην Ελλάδα της αγυρτείας και του τσαμπουκλίδικου αντιορθολογισμού.

Ας πω λοιπόν τα εξής μόνο: αυτό που γίνεται στο Σύνταγμα δεν έχει ξαναγίνει. Είναι πρωτόγνωρο αλλά και πολύ αλλόκοτο, και μάλιστα στην Ελλάδα όπου η Αστυνομία ξύνεται για να δείρει και να προκαλέσει επεισόδια (που θα δικαιώσουν τον τρόπο που λειτουργεί κτλ. κτλ. κτλ.). Ναι, η διαρκής σύναξη στο Σύνταγμα δεν έχει στόχους και προοπτικές, αλλά προϋποθέτει πολιτική ωριμότητα και συνειδητοποίηση οι οποίες δε μας έχουνε δώσει δείγματα ύπαρξης από το 1973 και μετά. Με άλλα λόγια, όπως η βία του Δεκέμβρη του '08 έδειξε ότι μπορούνε και κανονικοί άνθρωποι (εντάξει, νέοι) να βγούνε στους δρόμους, έτσι η διαρκής συγκέντρωση στο Σύνταγμα δείχνει ότι μπορούν ενδιαφέροντα πράγματα να γίνουν άπαξ και ξεκινήσει κάποια συζήτηση με διάθεση περιφρούρησης του διαλόγου (πράγμα ανήκουστο όσων χρονών είμαι, κι αν έχετε πάει σε συνέλευση ως φοιτητές ή ως συνδικαλιστές, καταλαβαίνετε). Τι πράγματα; Θα δείξει, όπως θα έλεγε ο Αντώνης. Το φαινόμενο των συνάξεων με τις ενσαρκώσεις του (Τυνησία, Ταχρίρ, Μανάμα, Ισπανία, Σύνταγμα) είναι φαινόμενο της δεκαετίας του '10. Του 21ου αιώνα. Ο ίδιος ο Αντώνης το αποκαλεί "κίνημα". Υπάρχει ένα φαινόμενο, με ιδιαίτερα και ίσως καινοφανή χαρακτηριστικά, που αναζητά ερμηνεία, όχι να ξεγραφτεί a priori.

Κι εδώ θλίβομαι με την οιονεί τύφλωση που επιφέρει η σφοδρή επιθυμία για ριζικά μαρξιστικές-λενινιστικές ερμηνείες πολιτικών φαινομένων του 2011, και δη στην Ελλάδα. Αλλά όχι, δεν πρόκειται για τύφλωση, παρά για ανάλογο με αυτό που παθαίνουν οι backpackers-λετσοτουρίστες: φορτωμένοι με τριαντάκιλα σαμάρια στην πλάτη, αναγκάζονται να περπατούν, υπό το βάρος αυτής της αποσκευής, κάπως σκυφτοί και να κοιτάνε κάτω και πολύ κοντά τους. Έχουν άριστη εποπτεία του οδοστρώματος, αρκετή εποπτεία του οπτικού πεδίου μπροστά τους ώστε να αποφύγουν κάποιο όχημα που έρχεται κατά πάνω τους αλλά, αν ο σκοπός τους είναι να δούνε το τοπίο και τον κόσμο γύρω τους (και φορτώθηκαν την αποσκευή ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο), όλως παραδόξως η αποσκευή, το σαμάρι, τελικά τους εμποδίζει να τα δούνε. Ικανοποιούνται ωστόσο που κοιτάνε μπροστά, έστω κι όχι μακριά, κι ότι ξέρουν πού πατάνε.

Αφήνοντας κατά μέρος τη φαρμακεία των μεταφορών: ναι, μικροαστική είναι η συγκέντρωση, το κίνημα είναι κίνημα μικροαστών. Υπάρχει αστική τάξη στην Ελλάδα; Ίσως η κυρία Μπίστικα και οι φίλες της. Υπάρχουνε (μη μετανάστες) προλετάριοι στην Ελλάδα; Ελάτε τώρα: μόλις τώρα, χάριτι Παπανδρέου, πρόκειται να (ξανα)αποκτήσουμε Έλληνες που δε θα έχουνε τίποτε παρά τα χέρια τους. Τι να ήτανε λοιπόν η συγκέντρωση, Αντώνη; Εργατική; Στην Ελλάδα του 2011 οι περισσότεροι εργάτες έχουν έγγεια ιδιοκτησία (κι από αυτό θα μας απαλλάξει το ΔΝΤ, βεβαίως).

Και γιατί να δω αξιολογικά, απαξιωτικά δηλαδή, την αναλυτική κατηγορία "μικροαστικός"; Μια μικροαστική συγκέντρωση ειρηνική, δε γίνεται ενδεχομένως να εξελιχθεί σε βάθος χρόνου στο δικό μας 1905 (για να μιλήσω με λενινιστική εικονογραφία, όσο κατέχω), σε πηγή ζυμώσεων, πολιτικών εμπειριών και λύσεων ίσως; Μπορεί ναι, μπορεί όχι. Δεν αποτελεί δείκτη ουσιαστικής πολιτικής ζύμωσης, πραγματικής πολιτικής συμμετοχής, έξω από τις παρατάξεις σούπερ-μάρκετ;

Δε θέλω να ανοίξω συζήτηση, δεν μπορώ να ανοίξω συζήτηση, γιατί δε σκαμπάζω κι είμαι σίγουρος ότι κάπου κάτι έχει πει ο Μαρξ ή και ο καλός μας Τρότσκι για το ζήτημα, κάτι που οπωσδήποτε έπεισε "τις μάζες" το 1917-1922. Αλλά ακόμα και σαν παιδί αγρότισσας και εργάτη που ανατράφηκε με τα ιδανικά ενός μικροαστισμού που κοιτούσε προς την απέραντη Μεσαία Τάξη του 90% (των κοινωνικών φαντασιώσεών μας), δικαιούμαι να διατυπώνω αφελείς απορίες.

GatheRate

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

Ζόμπι και βρυκόλακες



Το Σάββατο έπαιζε το Dawn of the Dead στην τηλεόραση, το είδα στην αρχή αρχή μέχρι το σημείο που η επιζήσασα συναντάει τον μαύρο μπάτσο, ο οποίος φαντάζομαι θα δώσει τη ζωή του βορά στα ζόμπι για να σώσει τη μυξού κοπελιά (κι ίσως και κανα καλό παλληκάρι άσπρο) σε κάποια στιγμή αργότερα στην ταινία. Λέω "φαντάζομαι" γιατί δεν αντέχω να δω ταινίες με ζόμπι, εκτός από το "28 μέρες μετά" (που το πήγαινε αλλού) κι εκείνο το κωμικό όπου ο Γουίλ Σμιθ κι ο σκύλος του πολεμάνε κάτι φωτοφοβικά ζόμπια σε μια έρημη Νέα Υόρκη.

Δεν τις αντέχω αυτές τις ταινίες: το θέαμα του μαζικού εξαπανθρωπισμού μόνο φρίκες μου προκαλεί, γι' αυτό και δεν αντέχω και αφηγήσεις εγκλημάτων πολέμου από τον καιρό των Ασσύριων, των Χετταίων και δώθε. Ακόμα θυμάμαι μια προπαγανδιστική σκηνή (και με κυνηγάει πολύ άσχημα) στον Καιρό του Βουλγαροκτόνου όπου οι φρικτοί κι απαίσιοι Βούλγαροι μπαίνουνε στην Αδριανούπολη και εκτελούν βρέφη για πλάκα κοπανώντας τα στον τοίχο για να σκάσουν σαν καρπούζια, μια σκηνή που ίσως απηχεί πώς έτρωγε ο Πολύφημος συντρόφους (και της οποίας αντίστοιχη υπάρχει στον Αντρέι Ρουμπλιόφ). Δεν μπορώ να διανοηθώ ποιος άνθρωπος μπορεί να αντέχει τέτοιες αφηγήσεις χωρίς δυσφορία κι απαρέσκεια.

Γιατί λοιπόν ο κόσμος βλέπει τόσες ταινίες με ζόμπι; Ξεκάθαρα, τα ζόμπι εκφράζουν τους φόβους της κοινωνίας των μαζικών αγαθών και θεαμάτων και -- αν πιστέψουμε τους χαρντκόρ (μετα-)αντορνοϊκούς -- των μαζικών συναισθημάτων (εγώ δεν τους πιστεύω). Τον τρόμο μπροστά στο ενδεχόμενο να γίνουμε πανομοιότυπα ρακένδυτα σάρκινα ανδρείκελα, ακόμα χειρότερα: να γίνουν όσοι αγαπούμε ρακένδυτα σάρκινα ανδρείκελα, με σβησμένη κάθε μνημη, κάθε γνώρισμα προσωπικότητας και έκφρασης, ψυχής που λέμε. Ο έλεος και ο φόβος.

Γιατί όμως θυμήθηκα τα ζόμπι; Γιατί άνοιξα με την τσίμπλα στο μάτι το πρωί το μπαζ να ενημερωθώ και είδα τον dkamen (ο οποίος, ακόμα και για τα δικά του μέτρα, αυτή τη φορά το παράχεσε) να σχολιάζει το πρόσφατο κείμενο του βυτίου (το οποίο, οκέι, δε με μάγεψε κιόλας) έτσι: είμαστε όλοι υποψήφια ζόμπι που ζητούν από υποψήφιους αυτόχειρες να πέσουν από ταράτσες, που κάνουμε ντου ή που ζμπρωχνόμαστε αγεληδόν στο Σύνταγμα για να νιώσουμε το βαρβάτεμα του όχλου.



Περισσότερο μοδάτα κι από τα ζόμπι είναι τα κυριλλέ μακροξαδέρφια τους, απέθαντοι που όμως έχουν και παραέχουν προσωπικότητα. Οι (γενικά) συμπαθείς βρυκόλακες. Βεβαίως οι βρυκόλακες μετατράπηκαν στον συναρπαστικό Άλλο κυρίως μετά την κινηματογραφική εκδοχή της "Συνέντευξης με έναν βρυκόλακα". Εκτοτε έχουνε γίνει μόδα, σχεδόν αξιαγάπητη. Αλλά πάλι, υπάρχει λόγος: όσοι ξενύχτησαν χορεύοντας, κρύφτηκαν στα σκοτάδια για να ερωτοτροπήσουν, διάβασαν για εξετάσεις, έζησαν αϋπνίες -- όσοι δηλαδή ζούνε στις πόλεις και ζούνε τις πόλεις, εύκολα ταυτίζονται με βρυκόλακα: η νύχτα είναι η μέρα όσων αισθάνονται έστω και λίγο διαφορετικοί, καθένας για τους λόγους του.



Όπως τα ζόμπι, οι βρυκόλακες είναι απέθαντοι, αντίθετα όμως με τα ζόμπι, τους βαραίνει η πολλή και βαρειά προσωπικότητα, προσωπικότητα που την έχουνε πήξει και πυκνώσει αφόρητα οι ιδιαιτερότητες μιας ατέλειωτης ζωής που διακριτικά σνομπάρει το φως της μέρας: δε χρειάζεται να φάνε μυαλά, τους βαραίνει το δικό τους, "συμφορά από το πολύ μυαλό", που λένε κι οι Ρώσοι. Οι βρυκόλακες είναι οι άνθρωποι της εποχής, κάθε εποχής στην πόλη, όπου οι γείτονες και οι συγγενείς δεν έχουν απόλυτη εποπτεία της ζωής σου: οι βρυκόλακες έχουν κρυμμένο τραύμα (φωτοφοβία), διακριτικές ειδικές ανάγκες (πίνουν αίμα), ενίοτε μεταμορφώνονται σε τέρατα αλλά δεν το πολυδιασκεδάζουν. Όπως όλοι μας.



Επιπλέον, όσοι βρυκόλακες είναι φιλήδονοι, άγρυπνοι, κομψοί και κάπως σνομπ ενσαρκώνουν επίσης τον θαυμαστό κόσμο του έντυπου λάιφσταϊλ, του fashion channel που παιανίζουν νυχθημερόν οι τηλεοράσεις στις καφετέριές μας. Είναι βεβαίως κι αυτοί, πάνω απ' όλα, βρυκόλακες: έχουν κρυμμένο τραύμα (από πού να αρχίσει κανείς τώρα), διακριτικές ειδικές ανάγκες (πίνουν κόκα / βότκα / κτλ), ενίοτε μεταμορφώνονται σε τέρατα (ιδίως αφού ικανοποιήσουν τις ειδικές ανάγκες τους) αλλά μάλλον δεν το πολυδιασκεδάζουν. Κι είναι νέοι για πάντα.



Αντίθετα με τα ζόμπι, οι βρυκόλακες έχουνε ψυχή, κάπου την κρύβουν όμως.

GatheRate

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

A comedy of terrors



Σπανίως συμφωνώ με τον Αντώνη Ράντικαλ πια. Αλλά πριν δευτερόλεπτα με έστειλε εδώ μέσω του μπλογκ του. Σαρκάζει την αισθητική του λογότυπου-σήματος του Κινήματος των 10 (του προσβάλλει τα εικαστικά αρχέτυπα μάλλον -- δε θα έχει δει διαφήμιση βότκας τα τελευταία 20 χρόνια...). Εγώ έκανα κάτι άλλο: διάβασα τους τίτλους των επιμέρους άρθρων. Πάμε να ρίξουμε μια ματιά, που θα έλεγε κι ο Φρέντυ Γερμανός (ο οποίος δε ζει πια για να συμπράξει με τους 10 που είναι 12 ή 11). Προειδοποιώ τους αναγνώστες ότι ενδεχομένως αγνοώ κρίσιμους παράγοντες όσων οι 10 προτείνουν, και ζητώ ταπεινά συγγνώμη (και χωρίς ίχνος ειρωνείας ή ταπεινολογίας). Αυτό οφείλεται στο ότι ζω στην ξενιτειά αλλά και στο ότι δεν έστερξα να διαβάσω τα άρθρα τους -- μόνο τους τίτλους:

Ξεκινάμε με τα βαριά χασαποσέρβικα: ο Ράμφος (μέσα στους δέκα σοβαρότερους ανθρώπους στην Ελλάδα, το πάλαι) αναμασά το καταζαβλακωμένο κλισεδάκι "κρίση=κίνδυνος+ευκαιρία".

Συνεχίζουμε με την πολυσυζητημένη σαχλαμάρα του Σαββόπουλου. Αντιλαμβάνομαι ότι τα κοινωνικά αντανακλαστικά που αναπτύσσουμε με τα διαβάσματά μας (και με την καθοδήγηση του κομματόσκυλου που μας ντρεσάρει) αμβλύνονται όσο αυξάνει η περιουσία, η ηλικία, η μπάκα κι η φαλάκρα. Όμως η διαπιστωμένη ανθρώπινη ευαισθησία ενός καλλιτέχνη όπως ο Νιόνιος, πόσα στρώματα λίπους χρειάζεται για να μονωθεί τελείως από την εξωτερική πραγματικότητα; Και δε μιλάω για σωματικό λίπος, προς Θεού.

Σώτη: "Κυβέρνηση συνεργασίας: να διαπραγματευτεί γρήγορα και συνοπτικά μια καινούργια σχέση με την ΕΕ στη βάση της ισότητας και της αλληλεγγύης, όχι της τοκογλυφίας και της εκμετάλλευσης". Συμφωνώ. Όπως λέει κι ο Τάλως, ειρήνη και κοινωνική δικαιοσύνη, αμήν Παναγίτσα μου (κλεμμένο από τον Τζιμάκο, πριν κηρύξει κι αυτός πογκρόμ).

Ριβέλλης: "Να απαγορευτούν πορείες και απεργίες του Πλάτωνος ["Φαρμακεία"] Ριβέλλη". Ναι, ώστε να μπορούμε να χλευάζουμε ανενόχλητοι την απάθεια και αποχαύνωση της πλεμπάγιας τρώγοντας στο Αλάτσι ή στο Λαλού.

Παππάς: Συμφιλίωση με την πραγματικότητα. Αυτό κι αν είναι ουτοπικό. Πρέπει να περιμένουμε πρώτα να πεθάνουμε όοοολοι εμείς που έχουμε εκτεθεί στο κωλοβακτηρίδιο Ε. σχολείο, άρα όλοι άνω των 6, νοουμένου βεβαίως ότι αλλάζει αμέσως το εκπαιδευτικό σύστημα και δεν κατεβάζει ο Καραμπελιάς, ο Ζουράρις, ο Μίκης, η τριανδρία Άνθιμος-Σεραφείμ-Αμβρόσιος και ο Ψωμιάδης Δεσμώτης τον κόσμο στους δρόμους για να κάψουμε τη Δραγώνα στην πυρά (διαχρονικό αίτημα).

Γκορίτσας: να επιστρέψουν οι καλύτεροι. Ναι, οπωσδήποτε. Αμέσως. Αλλά πάλι, τι θα κάνουνε στην Ελλάδα; Θα πάνε για φραπέ αρχικά, οκέι. Μετά; πού να τους απασχολήσουμε; Στο Δημόσιο; Έχει Μνημόνιο. Στα Πανεπιστήμια; Μα εκεί ήδη η έρευνα απομυζά πόρους και ανθρώπινο δυναμικό, εμποδίζοντάς τα από το να επιτελέσουν το πραγματικό τους έργο: παραγωγή πτυχίων, εκκόλαψη κομματόσκυλων, τόνωση της επαρχίας, γαμοπάζαρο-νυφοπάζαρο, παραγωγή ψεύδους, ιδεολογίας και (βεβαίως) μανδαρίνων με στόμφο και άποψη (που την εκθέτουν και στο opus magnum τους, την προ δεκαπενταετίας διδακτορική διατριβή τους).

Θεοδωρόπουλος: Να σιωπήσουν οι οικονομολόγοι. Μωρ' να αγιάσει το στόμα του! Να σκάσουν, όχι να σιωπήσουν, οι τσαρλατάνοι. Είναι γενικότερο το αίτημα όμως: να πάψουν όλοι όσοι νομίζουν ότι κατέχουν την απόλυτη αλήθεια ενώ η άγνοιά τους γδέρνει σκνίπα στο χιλιόμετρο· να το βουλώσουν όσοι έχουνε γνώμη επί παντός του επιστητού ενώ το γνωστικό τους πεδίο είναι το ελάχιστο· να πάνε σπίτι τους οι "πανεπιστημιακοί" γκουρού-ξερόλες που δίδαξαν ένα εξάμηνο στο Πανεπιστήμιο Τιρμπουσόν· να επιστρέψουνε στη δουλειά τους οι αυτόκλητοι ιστορικοί, γλωσσολόγοι, γιατροί, κοινωνιολόγοι, εθνολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες.

Πολλά "να". Από τα "θα" του Αντρέα, στα "να" της εποχής ΓΑΠ. Πιο πρόσφατα: από τον απαθή πέσαμε στον αδαή και από αυτόν θα μας παραλάβει ο αδίστακτος. Εκτός κι αν επιστρέψει το μητσοτάκ δηλαδή, να μας σώσει και πάλι.

GatheRate

Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Επίμετρο στο ποστ που δεν έγραψα

Νομίζω ότι είναι μάλλον απρεπές άνθρωποι που έχουμε χρόνο (ή και αμοιβή) για να γράφουμε να κορυβαντιούμε διατυμπανίζοντας πόσο διαφωνούμε με την απολιτική, παιδαριώδη, ακατάστατη, κακόγουστη, αδιέξοδη, ψιλομπανάλ, εκτροπολαγνική κτλ. στάση, δράση και δραστηριότητα των "αγανακτισμένων" (θα εξηγήσω τα εισαγωγικά παρακάτω). Πώς το λέει ο γίγαντας: "Μπορεί κανείς να καγχάσει για την μέσω facebook μεθόδευση της καθόδου των μυριων, αλλά μόνο με τον ίδιο κυνισμό και την ίδια βλακεία που γελά με τις πανικόβλητες κραυγές του πυρόπληκτου, ή με τα ακατάληπτα βογγητά του μαχαιρωμένου."

Στην εφηβεία μου και μετά, "αγανακτισμένοι πολίτες" αποκαλούνταν σκιώδεις εγκάθετοι που αποτέλειωναν το λαμπόγυαλο στην Πατησίων μετά τα καθιερωμένα επεισόδια του Πολυτεχνείου. Αλλά το "απελπισμένοι" μάλλον προσκρούει στη φυσιωμένη μαγκιά και το κόρδωμα του Έλληνος: απελπίζονται, ωρέ, τα παλληκάρια;

Την επόμενη φορά: σχέσεις, έρωτας και πού είναι το σπίτι μας.

GatheRate

Το ποστ που δεν έγραψα

Έκατσα να γράψω ένα ποστ χτες, σχεδόν ξενύχτησα για να το γράψω, και μετά το έσβησα. Ήταν ένα χεστήριο κείμενο, διαφορετικό από ό,τι έχω γράψει: ούτε σαρκαστικό, ούτε τάχα μου υπεράνω αλλά επίτηδες πρόστυχα γραμμένο.

Έλεγα αυτά που έχω ξαναπεί, ότι η πνευματική ελίτ του τόπου αποτελείται από ανθρώπους όχι κουτούς, όχι πάντοτε μοχθηρούς και πουλημένους αλλά -- κυριότατα -- από βαθιά αμόρφωτους και σπερμολόγους ψευδολόγιους. Ισχυριζόμουν (χώνοντας πάντα και βρίζοντας θρασύτατα και ποταμηδόν, με αφορμή την ελεεινή διακήρυξη, τα καμώματα του αιώνιου Μίκη και πώς τον χαϊδεύουν, αλλά και τους δημοσιογράφους μας οι οποίοι γεννήθηκαν προχτές και μάλλον σε κάποιο απομονωμένο υψίπεδο της Νέας Γουινέας) ότι η μανία μας να παράγουμε λόγο και τέχνη χωρίς να έχουμε προσλάβει ποσώς λόγο και τέχνη (συνήθως δουλεύοντας μια μανιέρα που -- βεβαίως -- μόνον εμείς κατέχουμε), η μικρόνοη καχυποψία και κομπλεξική απέχθειά μας προς οτιδήποτε δε μας φαίνεται συνέχεια κάποιου ελληνικού στοιχείου και η ανύπαρκτη επαφή μας με, τι να πω, οτιδήποτε μας οδηγούν εδώ που είμαστε: άναρθρους και άτεχνους και χαμένους σε εικοτολογίες, στερεότυπες κουταμάρες, σπουδαιοφανείς υπεραπλουστεύσεις και προβολές κάθε είδους συλλογικής ανασφάλειας με μορφή "σκέψης".

Αυτά έλεγα πάνω κάτω αλλά τα έχω ξαναπεί, το ύφος του κειμένου ενοχλούσε πρώτα-πρώτα εμένα, κανείς δεν ενδιαφέρεται έτσι κι αλλιώς και, τέλος, έχω κάνει τάμα να μην ασχολούμαι με το πολιτικό: από τη στιγμή που βγήκαν οι άνθρωποι στους δρόμους (για καλό ή για κακό) η κοινωνία θα πάρει τον δρόμο της· έτσι όπως τα κάναμε, οι φτωχοί θα υποφέρουν έτσι κι αλλιώς (το ζητούμενο είναι γιατί και για πόσο)· οι φασίστες θα μας βρούνε μπροστά τους.

GatheRate

Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Δήλωση φρονημάτων



Προσπαθώ εδώ και πολλά χρόνια να καταλάβω τη μία παράμετρο, τη μία ειδοποιό διαφορά που μας κάνει καλύτερους σε όλα από τους Ιταλούς (όπου η πολιτική βλακεία και το ελεεινό γούστο ενδημούν και τους αποδίδονται και εύσημα) και διαφορετικούς από τους Ισπανούς (δε θα τους τα χώσω απόψε), λιγότερο καπάτσους από τους Βαλκάνιους και πιο γαϊδάρους από τους Τούρκους, πιο αγχίνοες και συγκρουσιακούς από τους Κύπριους και πιο άξεστους και τσομπάνους από τους (σλαβο)Μακεδόνες, λιγότερο ψυχάκηδες από τους Σέρβους αλλά πολύ πιο ψυχαναγκαστικούς από τους Βούλγαρους ή τους Ρουμάνους. Εικάζω ότι πρόκειται για κάτι που έχει να κάνει με την Παιδεία μας, με την ευρεία έννοια:. Με άλλα λόγια, κάτι από αυτά που μας ταΐζουν από παιδιά μας κάνει έτσι, και μάλιστα με σχετική ομοιομορφία: σκέφτομαι παιδιά γκασταρμπάιτερ, σκέφτομαι 'Ελληνες φοιτητές στη Βρετανία, κτλ κτλ κτλ. Σκέφτομαι τη (μη) σχέση μας με τον δημόσιο χώρο, τον ηθικό μας κυνισμό, στα όρια της αγυρτείας, τον μελό τρόπο που αντιμετωπίζουμε το σύμπαν, τη μη-αλκοολική ευθυμία μας, τη διάθεσή μας να ασχοληθούμε με τον άλλο.

Φυσικά, αυτά είναι μια άσκηση εκ του προχείρου: γίνομαι ανθρωπολόγος εκ του προχείρου, "έχων τη μορφή του χοίρου", που έλεγε και ο συγχωρεμένος.

Πιο πολύ ακόμα και πολύ πιο έντονα με απασχολεί η φύση του έρωτα. Δεν προσπαθώ να την αναλύσω, την αντιμετωπίζω σαν ένα επείγον μα επίμονο μυστήριο που δεσπόζει στη ζωή μου. Αντιλαμβάνομαι ότι ενδεχομένως σύντομα ο έρωτας για τον έρωτα θα είναι κάτι παρωχημένο και κοινωνικά αξιόψογο. Πιθανόν οι επόμενες γενιές να νιώθουν και να κάνουν έρωτα αποκλειστικά ώστε να γίνουν κάτι άλλο: σύζυγοι, μητέρες, οικογενειάρχες, προϊστάμενοι, άντρες, γυναίκες, μέλη του τάδε ή του δείνα κλαμπ και ποιος ξέρει τι. Όμως για μένα ο έρωτας είναι ο μόνος τρόπος (και καμμιά φορά ο μόνος λόγος) να αισθάνομαι άνθρωπος κι όχι αδειασμένη σακβουαγιάζ σωριασμένη στα πλακάκια. Δεν ξέρω πώς ή γιατί· δεν μπορώ να το εξετάσω ή να το διερευνήσω και ούτε έχω και τη διάθεση. Πάντως ποτέ δεν έκανα έρωτα για να αποδείξω κάτι, ούτε για να κερδίσω κάτι (πέρα ίσως από περισσότερο έρωτα). Ομολογώ ότι αυτό μάλλον σημαίνει ότι έχω προβληματική και ελλειμματική κοινωνικοποίηση αλλά για μένα ο έρωτας, η ζωή του πνεύματος και -- πάνω από όλα -- η αγάπη είναι ο λόγος που είμαι άνθρωπος και όχι, λ.χ., γάτος.

Δεν ξέρω αν βγαίνει νόημα. Μάλλον δε βγαίνει.

GatheRate

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Left behind



Η σειρά πρέπει να σας είναι τελείως άγνωστη. Διάβασα γι' αυτήν πριν 3-4 χρόνια, τυχαία. Έχει πουλήσει περίπου 40.000.000 αντίτυπα. Ναι, στη γνωστή χώρα, στον τόπο της αμορφωσιάς, τόσο μακριά από την Ελλάδα και τον θεό της, ή μάλλον, τους θεούς της: τους προφήτες των καναλιών, τους κήρυκες των εφημερίδων, τους σεπτούς κληρικούς του μίσους, το χαύνο ιερατείο, τον λαό του θεού και τον υπόλοιπο λαμπρό θίασο. Ξαναθυμήθηκα τη σειρά με αφορμή τον ψευδοπροφήτη και μια περίληψη των 16 βιβλίων (μασαλλά! που έλεγε κι ο παππούς) υπάρχει εδώ.

Ωραία, εμάς γιατί μας αφορά; Μας αφορά γιατί αποτελεί μια άλλη πτυχή, πιο μπρουτάλ, του μεσσιανισμού και της εσχατολογίας που έχει επιπέσει σαν ηφαιστειακή στάχτη. Άλλοι περιμένουν τον Δρόμο του Κόρμακ Πώς-τον-λένε (το έχω τέσσερα χρόνια, εκατόν τόσες σελίδες, κι αρνούμαι να το διαβάσω). Άλλοι περιμένουν πυρηνικό όλεθρο (ακόμα). Άλλοι το 2012 των Μάγια. Άλλοι την κατάρρευση του καπιταλισμού. Άλλοι την επίθεση του Τούρκου, που θέλει να πάρει ή το Αγαθονήσι ή το Φαρμακονήσι ή το Παχυνήσι. Άλλοι το φαλιμέντο των τραπεζών και με παίρνουνε τηλέφωνο πού να τα βάλουνε τα λεφτά που δεν έχουν -- λέω να αρχίσω να παίρνω μίζες. Ο Αντώνης περιμένει καινούργιο εμφύλιο, εγκαθιστά ρολόι σταματημένο (Doomsday Clock, ενδεχομένως), που όμως πάει σωστά δύο φορές την ημέρα, και κάνει έπαρση της σημαίας με το σφυροδρέπανο και το τιμημένο κόκκινο άστρο της Κρασνάγια Άρμια. Όλοι περιμένουν κάποιο τέλος. Θεαματικό κατά προτίμηση.

Για τον φίλο μου τον Α. δεν προβλέπεται τέλος. Έχει δύο παιδιά, μικρά. Τη γυναίκα του τη σχολάσανε όταν ήταν έγκυος στο πρώτο (ναι, γίνεται, όλα γίνονται άμα θες, απλώς μέχρι πρόσφατα γίνονταν στη ζούλα) και για να την προσλάβουν κάπου τη βάζανε να φιλήσει σταυρό ότι δε σκοπεύει να ξαναγκαστρωθεί. Για να ζήσει την οικογένεια ο Α. έκανε δυο δουλειές, η μία τον σχόλασε, η άλλη πια τον θέλει μόνο τρεις φορές την εβδομάδα. Παλιά έπαιρνε και τίποτα εξωτερικές δουλειές, όμως αυτά πάνε προ πολλού. Επειδή είναι από τους μαλάκες τους προλετάριους που δεν έχουνε χτήματα, ούτε καν αμάξι, και επειδή είναι και αλλοτριωμένος από την ιδεολογία και του άρεσε η δουλειά του, τριγυρνάει άπραγος πια τα κενά πρωινά με το μικρό παιδί στο καρότσι. Ευτυχώς στο σπίτι ζει και η μάνα του, κάτι τσοντάρει από όση σύνταξη της έμεινε. Δεν υπάρχει θεαματικό τέλος και Kingdom Come για τον Α. Οπότε, οι ψυχολογικές ενοχλήσεις για το πού πάει ο τόπος και η ταραχή των λογισμών του μαλάκα του Σραόσα, ο οποίος προς το παρόν εργάζεται, ποσώς ενδιαφέρουν ή θα έπρεπε να ενδιαφέρουν οποιονδήποτε.

Λένε πάντως οι Ισπανοί, οι οριχινάλ αρχιμουρόχαυλοι της Ευρώπης (ο Ξυδάκης το λέει πιο ευγενικά εδώ), ότι κοιμόμαστε. Δεν κοιμόμαστε, αποπληξία έχουμε πάθει, εγκεφαλικό, μπρος γκρεμός και πίσω ζόμπι: είμαστε παγιδευμένοι μεταξύ της εξόντωσής μας στα χέρια των μαθητευόμενων μάγων (έβλεπα τον Ναπολέοντα Μαραβέγια το πρωί να λέει ότι εκεί στο ΔΝΤ δεν ξέρουν καλά την ελληνική οικονομία, γι' αυτό και (της) πήραν λάθος μέτρα...) και της ανέφικτης επιστροφής στην ολόμαυρη Εδέμ της γνωστής κι οικείας μας φαυλότητας, της φαυλόπιτας που ανέθρεψε πολιτικά με παροχές και ρουφιανιλίκια τόσες και τόσες γενιές. Ο αγώνας έχει προ πολλού εκχωρηθεί στους συνδικάλες ή εξουδετερώθηκε επιτυχώς μετά τον Δεκέμβρη του 2008.

Στο μεταξύ, ο Α. έχει πραγματικά ξεμείνει κι έχει μείνει πίσω· αν μπορεί κάποιος να του πει τι να κάνει, να του το πει. Κάτι άλλο εκτός από ανοησίες όπως "υπομονή".

GatheRate

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011



Το 1992 νόμιζα ότι αυτός είναι ο ήχος του μέλλοντος. Όχι η μουσική του μέλλοντος αλλά ο ήχος του. Το 2011 μού φαινόταν αδιανόητο τότε αλλά νόμιζα ότι η κιθάρα του Edge σε αυτό το κομμάτι προσέγγιζε ικανοποιητικά το πώς θα ακουγόταν το ίδιο το μέλλον, το μέλλον ως αφηρημένη οντότητα, το μέλλον των υπολογιστών (ούτε που μυριζόμασταν κινητά και δικτύωση τότε), της απροσμάχητης και εξαπλούμενης ελευθερίας, της αναπότρεπτης Ευρώπης, των τηλεπικοινωνιακών δορυφόρων και των διαστημικών λεωφορείων και του Hubble. Το 1992 έβγαλα το πρώτο μου διαβατήριο. Πήγα για πρώτη και τελευταία φορά στη Μύκονο. Ερωτεύτηκα εκεί που δεν το περίμενα και μυήθηκα στη σκοτεινή κι απαιτητική τέχνη της ερωτικης αλληλογραφίας.

Έχει πλάκα πώς αυτά ακούγονται ακριβώς σαν εκείνα που μας έλεγαν το 1992 για το 1973, για τα παντελόνια καμπάνες, τα κοτλέ και τις γελοίες φαβορίτες, σαν τις φωτογραφίες στα άλμπουμ που γίνονταν κόκκινες καθώς ξεθώριαζαν, σαν τα τραγούδια που έπαιζαν ακόμα σε κάτι μυστήρια κασετόφωνα από κασέτες χοντρές κι ανοικονόμητες που έμοιαζαν με μικρές βιντεοκασέτες.

GatheRate

Πέμπτη 12 Μαΐου 2011

Περίλυπος... έως θανάτου

Η κατάσταση στην οποία έχει φέρει τη χώρα το Μνημόνιο ως ιδεολογία, δηλαδή (για να μην παίζουμε τις κουμπάρες) ο χύδην νεοφιλελευθερισμός, ο ίδιος που θα μας έκανε όλους σούπερ πλούσιους και μάγκες, είναι πράγματι αδιανόητη. Πέρα από τη φτώχεια και την κατάλυση του κράτους πρόνοιας, πέρα από τον συνοπτικό τουφεκισμό της οικονομίας (όπως καταγράφεται από την κατακόρυφη πτώση των εσόδων του κράτους και, πιο εικονογραφικά, από τα κλεισμένα μαγαζιά), πέρα από τη συντεχνιακή αποθράσυνση, πέρα από την αποθηρίωση μιας ολόκληρης κοινωνίας, έχουμε φανερά πια και μιας μορφής πολιτειακή συστροφή (δε θα την πω ακόμα "εκτροπή" -- τα πλάγια δικά μου):
Δεν θέλει η κυβέρνησή μας και οι συνεργάτιδες κυβερνήσεις να αντιδρούμε άλλο. Και κυρίως δεν θέλει να το κάνουμε ορατά και ηχηρά. Στην προηγούμενη μεγάλη διαδήλωση, η ΕΛ.ΑΣ είχε σπείρει από το πρωί τόσα δακρυγόνα στο Σύνταγμα ώστε να είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί η ολονύχτια καθιστική διαμαρτυρία που είχε εξαγγελθεί. Χθες, τα ΜΑΤ χτύπησαν εγκληματικά αθώους ανθρώπους – πολλούς! – ώστε να μην σταθούν μπροστά στη Βουλή. Και το τελευταίο 48ωρο, η νεοναζιστική οργάνωση Χρυσή Αυγή κυκλοφορεί με περίπολα στο κέντρο της πόλης και ξυλοφορτώνει όποιον την φαίνεται ξένος – φασιστικά περίπολα που εκδικούνται δήθεν στο όνομά σας, εσάς των δημοκρατών. Χθες τα χαράματα σκότωσαν έναν. Αλλά η ΕΛ.ΑΣ πολεμούσε αλλού.

Δεν συμπαθώ τις συνθηματολογικές κορώνες. Δεν μου αρέσει ο ξύλινος λόγος των συνδικάτων, δεν αντέχω καμιά «συνταγή». Μην τις συμπαθείτε ούτε εσείς. Μην συμπαθήσετε καμία παράταξη, κανένα κόμμα, το ίδιο μου κάνει. Αλλά θέλω να πιστεύω ότι θυμάστε πως κάπου στην καρδιά αυτού του πράγματος που ονομάζουμε, συχνά με ελαφρότητα πολιτισμό, υπάρχει η ηθική. Όχι η ηθικολογία. Η ηθική. Ηθική σημαίνει: είμαι με την πλευρά της ζωής.

Και σας ρωτώ: αν δεν είστε οι δημοκράτες πολίτες μιας δημοκρατίας, τότε τι είστε;
Ναι, είπα ότι θα επιστρέψω στα μίνιμα, μέσα. Ναι, αλλά τι να γράψω: για σινεμά και ερωτικές περιπτύξεις; Για λοξό διάχυτο φως μπροστά στο παράθυρο; Για τι; Δεν ξέρω, απόψε δεν μπορώ.

GatheRate

Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Ιστορίες φρίκης ενός ηττοπαθούς



Θα μπορούσα να είμαι ο διαδηλωτής που έπεσε σε κώμα, θα μπορούσα να είμαι ο ανθρωπάκος που τον έσφαξαν γιατί τόλμησε να κρατάει κάμερα νυχτιάτικα. Έχω υπάρξει και οι δύο, αλλά γλύτωσα τυχαία, λόγω χρονικής συγκυρίας.

Έχετε καταλάβει ότι έτσι νιώθω εδώ και καιρό, αλλά να το πω κιόλας: μου είναι πια αδύνατο να αρθρώσω την παραμικρή κουβέντα για τα κοινά, για την Κατάσταση Ελλάδα. Έχουμε μπει αλλού πια. Κρίμα που δε χαρήκαμε την ευμάρεια και την ασφάλεια όσο τις είχαμε, παρά κλαιγόμασταν και καρδιοπαθούσαμε από το στρες σα γνήσιοι Έλληνες, που λένε.

Η Κατάσταση Ελλάδα, το Κακό -- πείτε το όπως θέλετε-- ξεκίνησε τυπικά στις 5 Μαΐου 2010. Κατά μερικούς γκρινιάρηδες σαν εμένα, κυοφορείται χρόνια. Πλέον όμως ξεπερνάει τη μαγκιά, την ευστροφία, τη μπλαζεδιά και τη διορατικότητά μας.

Θα επιστρέψω μέσα, στο Μέσα και στα μίνιμα. Εγώ που δε με κάψανε, δε με βιτριολίσανε, δε με σφάξανε, δε με σκότωσαν στο ξύλο, δε μ' έχουν να περιφέρομαι σε δημόσια νοσοκομεία άρρωστος, δε με πυροβόλησαν, δε με σκότωσε η αμέλεια του εργοδότη ή βόμβα νιχιλιστική στα σκουπίδια, κτλ, κτλ. Ήδη αναπτύσσω ενοχή επιζώντων.

GatheRate

Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

Μέσα

Σταμάτησα να δουλεύω στις 11.20, πιο αργά απ' ό,τι συνήθως αλλά όχι αρκετά αργά. Τέλος πάντων. Ευκαιρία να γράψω για το Μέσα του Δημήτρη Παπαϊωάννου.

Είδα συνολικά δύο ώρες από τις έξι. Ξεκινώντας από τα περιφερειακά γνωρίσματα της παράστασης, η σκηνογραφία και τα σκηνικά ευρήματα δημιουργούν αμέσως τη σωστή ατμόσφαιρα. Ξεκάθαρα. Επίσης, οι χορευτές και οι χορεύτριες φαίνεται να έχουν επιλεγεί με βάση τα σώματά τους να μην έχουν κάτι το ιδιάζον, το υπερβολικά θελκτικό ή το εντυπωσιακά άρτιο πάνω τους: είναι μεν όλα σώματα ανθρώπων που κάνουνε χορό, αλλά κοντινά στα δικά μας, ούτε υπερβολικά ποθεινά, ούτε άσαρκα και νευρώδη: αναπαριστούν τελικά σώματα καθημερινών ανδρών και γυναικών. Ο φωτισμός είναι μεταμορφωτικός όπως ακριβώς πρέπει: καθόμουν εκεί μέσα στο Παλάς και σχεδόν νοστάλγησα το λοξό πρωινό φως μέσα από τα πατζούρια και την κουρτίνα του υπνοδωματίου μου μόλις μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά, όπως το είχα αντικρύσει ελάχιστες ώρες πρωτύτερα.

Το έργο είναι αποθεωτικό της φόρμας, και μάλιστα της μινιμαλιστικής φόρμας, επαναληπτικό με ενδιαφέρουσες πυκνώσεις και αραιώσεις: άλλοτε ένας επί σκηνής, άλλοτε μέχρι και έντεκα, άλλοτε ακολουθείται η τάδε ακολουθία κινήσεων, άλλοτε άλλη, άλλοτε οι χρόνοι είναι συνοπτικοί, άλλοτε εξακολουθητικοί. Μέσα από αυτή τη μινιμαλιστική επανάληψη όμως βγαίνει συναίσθημα, ίσως όχι εκρηκτικό, σαν πίδακας, αλλά γαργαριστό και λίγο-λίγο.

Η συγκίνηση, το συναίσθημα, πηγάζουν ακριβώς από τη μινιμαλιστικά επαναληπτική φόρμα: μέσα από την επανάληψη ο θεατής γρήγορα εξασκείται στο να προσέχει λεπτομέρειες: τις μικρές κινήσεις, τις μικρές διαφορές στις ίδιες κινήσεις από διαφορετικούς χορευτές (το άνοιγμα της μπαλκονόπορτας, ένα ποτήρι νερό, το βγάλσιμο του εσώρουχου, ο διακόπτης του θερμοσίφωνα, η στάση μπροστά στο παράθυρο...) , τις όψεις των σωμάτων. Αναδεικνύονται κινήσεις και σώματα και τελικά αυτά πρωταγωνιστούν στο Μέσα, με φόντο τα αστικά τοπία έξω από το Μέσα, ως θέα από το μπαλκόνι. Το θέαμα ολόκληρο αναλύεται σε κινήσεις και σε μέλη, η ματιά από ηδονοβλεπτική και ερευνητική του καθέκαστου ημερεύει και ασκείται στο να δει το σώμα, την κίνηση και, μέσα από αυτά, το πυκνό αλλά ανομολόγητο συνήθως συναίσθημα που περιέχει η καθημερινότητά μας, αυτό που λέμε ρουτίνα. Η ίδια η σωματικότητα λοιπόν, όχι λ.χ. η ομορφιά ή η χάρη, δίνει περιεχόμενο και βάρος στο σκούπισμα με μια πετσέτα, στην κατάκλιση, στο πάτημα του διακόπτη, στο θρόνιασμα στη λεκάνη ή το μάζεμα του πιάτου.

Το Μέσα πάει και πιο πέρα, στο σχόλιο: ακόμα και όταν συνυπάρχουν και κινούνται ταυτόχρονα παραπάνω από ένας χορευτής επί σκηνής, είναι φανερό ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι ζούνε μόνοι -- κάτι που στην Ελλάδα της δεκαετίας του '10 είναι τόσο ριζοσπαστικό ή άγαρμπο όσο περίπου το να λες ότι είσαι αριστερός στην Ελλάδα του '50. Συνυπάρχουν στον ίδιο σκηνικό χώρο σαν να έχει συμπτυχθεί ο χρόνος π.χ. δεκαετίας, κατά τον οποίο πολλοί ένοικοι κατέλαβαν διαδοχικά ένα διαμέρισμα, μέσα σε λίγα λεπτά. Υπάρχει μόνο μία εξαίρεση, ένα αμφίσημο ζευγάρι που δεν ξέρεις αν συνυπάρχει ή αν είναι κι αυτό δυο φαντάσματα που χωρίζει ο χρόνος: το είδα μια φορά μόνο στις δύο ώρες αλλά το σχεδόν υπαινικτικό αγκάλιασμά τους και η ανάληψή τους στους ουρανούς, όπου η πόλη χάνεται και το μπαλκόνι βγάζει στον γαλανό ουρανό, είναι από τα συγκινητικότερα και σθεναρότερα εγκώμια του έρωτα (κι εμένα προσωπικά με έκανε να θέλω να ξαναφωτογραφίσω).

Τέλος, η εξάωρη κίνηση επί σκηνής βρίσκεται σε παραπληρωματική σχέση με τη διαρκή κίνηση του κοινού. Ώσπου οι χορευτές αφήνουνε τη σκηνή και διώχνουν το κοινό.

GatheRate

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

ἄρθρα ταῦτα τᾶν φρενῶν

Η ερώτηση τέθηκε επανειλημμένα, πριν καιρό για πρώτη φορά: τι να κάνουμε.

Δεν είμαι σε θέση να την απαντήσω. Όμως αυτό τον Απρίλη αισθάνθηκα ότι ίσως να μπορούσα να διατυπώσω κάποιες ιδέες σχετικά, περισσότερα σαν ενδείξεις για γρίφο, παρά σαν ορισμούς σταυρολέξου (όπου η απάντηση είναι μία). Φταίει και η δουλειά μου, που έγκειται στο να ψάχνουμε πρακτικές και κομψές λύσεις, συνήθως εκεί όπου δεν υπάρχουν. Τέλος πάντων.

Ζουαντεβίβρ
Έχω γκρινιάξει πολλές φορές ότι δε χαιρόμαστε, δε φχαριστιόμαστε, δεν απολαμβάνουμε. Επίσης, πίνοντας καφέ με τον Ρακάσα, μου είπε κάτι που δεν περίμενα, ότι η εθνική μας ιδεολογία είναι ο καταναλωτισμός κι ότι κανείς δε θέλει να αλλάξει αυτό. Συνδέοντας τα δύο αυτά θέματα, φαίνεται τελικά ότι έχουμε εναποθέσει την ικανότητά μας για χαρά ή έστω για απόλαυση κυρίως στην αγοραστική μας δύναμη. Έτσι, ενώ παλιότερα ήμασταν σφιγμένοι και βικτωριανοί και πουριτανιασμένοι λόγω των απειλών της Κόλασης, της επαναστατικής ακεραιότητας, του κοινωνικού ελέγχου κτλ., νομίζω ότι πλέον είμαστε τέτοιοι και χειρότεροι γιατί έχουμε μεταθέσει τη χαρά και την απόλαυση, την όποια χαρά και απόλαυση, στο πεδίο της αναπαράστασης και της κατανάλωσης, μακριά από τη δύσκολη αρένα της εμπειρίας ή του βιώματος. Π.χ. σημασία δεν έχει να απολαμβάνεις το κρασί σου αλλά να πίνεις κρασί που θα δίνει την εντύπωση ότι απολαμβάνεις (αφ' υψηλού κατά προτιμηση). Περισσότερο σε φτιάχνει να κουβεντιάσεις τι (δεν) κάνει η πιστοποιημένα δυστυχής και ατάλαντη εθνική ροζ δεσποινίς ή έστω οι τηλεοπτικοί άνθρωποι παρά τι (αποκοτιές, ενδεχομένως) κάνεις πίσω από κλειστές πόρτες. Επειδή τα έχω ξαναπεί στα τρία λινκάκια, να μην σας τα ζαλίζω πάλι.

Η επαρχιώτικη κατσικοσύνη και η βλοσυρή κατήφεια στο Κωσταλέξι πέθαναν, το λάιφσταϊλ το παίρνει ο διάολος (μαζί με τη χώρα και τους φτωχούς -- αλίμονο). Λέω να γυρίσουμε στη χαρά του αφράτου κεφτέ, αφού το μπισκ δεν το νιώθουμε όλοι· του τραγουδιού που μας αρέσει και του τοπίου που μας φτιάχνει· στα μαγαζιά που περνάμε καλά, κι όχι εκεί που θα δούμε τον Χατζηαπαυτόνανε με την Κοντοσταυλίδου· στα ποτά που μας φτάχνουνε· στη βόλτα στο πάρκο (εποχή που είναι) κι όχι για σουβλάκια-κινητό στο μωλ και σκατουτσίνο με μισή χούφτα ζάχαρη· στα ατελή αλλά πρόθυμα ζωντανά κορμιά· στην παρέα που μοιράζεται τη χαζαμάρα μας· στα ταξίδια που μπορούμε και τις διακοπές που μας αρέσουν· στους φίλους που μας αγαπούν ανεξήγητα ή έστω δε μας φασκελώνουνε· στους ανθρώπους· στους ανθρώπους· στους ανθρώπους. Και να φχαριστιόμαστε κιόλας, τρελά.

Τι να πω: ψόφο στον καταναλωτισμό, ζήτω ο ηδονισμός; Ανακριβές αλλά ευσύνοπτο. Ορίστε, το 'πα.

Σεξωστρέφεια
Διάβασα αυτό και απόρησα: ψιλοκατακραυγή μυρίστηκα. Ξεκινάω από τα προφανή (αλλά κι εδώ, αμ θα μου ξεφεύγατε;) και παρακάμπτω την ενόχλησή μου που ακόμα υπάρχει τόση εμπάθεια απέναντι σε ανθρώπους που, ξέρω γω, πηδιούνται επί σκηνής ή κατ' ιδίαν (ενώ άμα εξευτελίζεσαι επί σκηνής είναι οκέι). Έχει κανείς αντίληψη του τι είναι το πανεπιστήμιο; Το πανεπιστήμιο δεν είναι το Βατικανό του Έθνους ούτε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Ευπρεπείας. Είναι χώρος διαλόγου και διαφωνίας. Αλλά πάλι γκρινιάζω.

Πρέπει να ανοίξουμε προς τα έξω. Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός διασκεύασε την ιστορία του Σιντάρτα Γκαουτάμα Σακυαμούνι (του Βούδα) ως την ιστορία του Ιωσαφάτ και Βαρλαάμ γιατί προφανώς του φάνηκε πνευματικότατη, η Άννα η Κομνηνή προσπάθησε να το παίξει έως και Θουκυδίδης γιατί προφανώς πίστεψε ότι μπορούσε. Οι Ινδοί έκαναν την πατάτα αναπόσπαστο κομμάτι της αρχαίας κουζίνας τους μέσα σε 100 χρονάκια. Οι Γιαπωνέζοι το έχουνε ξεφτιλίσει. Εμείς καθόμαστε και ανασκαλεύουμε την παράδοση ξανά και ξανά. Και καλά κάνουμε: η παράδοση είναι αυτό που είμαστε, ακόμα κι όταν είναι επινοημένη, λιμαρισμένη, βερνικωμένη ή ευφάνταστα αναστυλωμένη. Αλλά δεν μπορούμε να μένουμε εκεί. Δεν μπορεί να γυρίζουμε στα ίδια και στα ίδια. Προσέχτε: δε λέω καν να κοιτάξουμε (μόνον) έξω και μακριά όπως ο Δαμασκηνός ή Άννα Κομνηνή. Λέω να πάψουμε να γυρίζουμε στα ίδια και στα ίδια, ιδίως λ.χ. στη μουσική και στα λογοτεχνικά. Υπάρχουνε κι αλλού φόρμες και θέματα, και πολλές φορές μας αφορούν τρελά.

Το εργόχειρο
Και ναι: πώς θα βγούμε από την κρίση; Δε θα βγούμε. Ξεχάστε το. Είπαμε: λάιφσταϊλ και καταναλωτισμός τέλος (εκτός και αν μένετε Φιλοθέη-Πανόραμα-Νίκαια Λάρισας οπότε μη στενοχωριέστε: ούτε εσείς χάνεστε, ούτε το τρίλιτρό σας, ούτε οι γόβες σας). Το ζήτημα δεν είναι αν θα βγούμε φτωχότεροι, θα βγούμε φτωχότεροι. Το θέμα είναι να μην καταστραφεί και ξεπουληθεί ολοκληρωτικά η χώρα. Να σώσουμε τα νοσοκομεία και τα σχολεία.

Ναι, αλλά τι να κάνουμε; Ό,τι ξέρουμε. Να συνεχίσουμε να κάνουμε ό,τι ξέρουμε. Το ευνοεί και η εποχή: κάνε μουσική, δε χρειάζεσαι πια πανάκριβα όργανα, γράφε, δε χρειάζεται πια να ξημεροβραδιάζεσαι σε ταβέρνες με ξινούς διανοούμενους που ψάχνουν αίμα νεανικό για να σου βγάλουνε το ποίημα, κάνε θέατρο και βίντεα και ξέρω γω και βαλ' τα στο διαδίκτυο, βγάλε φωτογραφίες χωρίς σκοτεινό θάλαμο, κόκκινη λάμπα και κωλοχημικά τον καιρό του φλίκερ. Κάντε όχι ό,τι ξέρετε αλλά ό,τι σας αρέσει. Όλο και κάτι θα βγάλετε.

(Υμνητική κριτική του 'Μέσα' του Παπαϊωάννου προσεχώς, ήδη έχω κωλοβαρέσει ανεπίτρεπτα.)

GatheRate