Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Δήλωση φρονημάτων



Προσπαθώ εδώ και πολλά χρόνια να καταλάβω τη μία παράμετρο, τη μία ειδοποιό διαφορά που μας κάνει καλύτερους σε όλα από τους Ιταλούς (όπου η πολιτική βλακεία και το ελεεινό γούστο ενδημούν και τους αποδίδονται και εύσημα) και διαφορετικούς από τους Ισπανούς (δε θα τους τα χώσω απόψε), λιγότερο καπάτσους από τους Βαλκάνιους και πιο γαϊδάρους από τους Τούρκους, πιο αγχίνοες και συγκρουσιακούς από τους Κύπριους και πιο άξεστους και τσομπάνους από τους (σλαβο)Μακεδόνες, λιγότερο ψυχάκηδες από τους Σέρβους αλλά πολύ πιο ψυχαναγκαστικούς από τους Βούλγαρους ή τους Ρουμάνους. Εικάζω ότι πρόκειται για κάτι που έχει να κάνει με την Παιδεία μας, με την ευρεία έννοια:. Με άλλα λόγια, κάτι από αυτά που μας ταΐζουν από παιδιά μας κάνει έτσι, και μάλιστα με σχετική ομοιομορφία: σκέφτομαι παιδιά γκασταρμπάιτερ, σκέφτομαι 'Ελληνες φοιτητές στη Βρετανία, κτλ κτλ κτλ. Σκέφτομαι τη (μη) σχέση μας με τον δημόσιο χώρο, τον ηθικό μας κυνισμό, στα όρια της αγυρτείας, τον μελό τρόπο που αντιμετωπίζουμε το σύμπαν, τη μη-αλκοολική ευθυμία μας, τη διάθεσή μας να ασχοληθούμε με τον άλλο.

Φυσικά, αυτά είναι μια άσκηση εκ του προχείρου: γίνομαι ανθρωπολόγος εκ του προχείρου, "έχων τη μορφή του χοίρου", που έλεγε και ο συγχωρεμένος.

Πιο πολύ ακόμα και πολύ πιο έντονα με απασχολεί η φύση του έρωτα. Δεν προσπαθώ να την αναλύσω, την αντιμετωπίζω σαν ένα επείγον μα επίμονο μυστήριο που δεσπόζει στη ζωή μου. Αντιλαμβάνομαι ότι ενδεχομένως σύντομα ο έρωτας για τον έρωτα θα είναι κάτι παρωχημένο και κοινωνικά αξιόψογο. Πιθανόν οι επόμενες γενιές να νιώθουν και να κάνουν έρωτα αποκλειστικά ώστε να γίνουν κάτι άλλο: σύζυγοι, μητέρες, οικογενειάρχες, προϊστάμενοι, άντρες, γυναίκες, μέλη του τάδε ή του δείνα κλαμπ και ποιος ξέρει τι. Όμως για μένα ο έρωτας είναι ο μόνος τρόπος (και καμμιά φορά ο μόνος λόγος) να αισθάνομαι άνθρωπος κι όχι αδειασμένη σακβουαγιάζ σωριασμένη στα πλακάκια. Δεν ξέρω πώς ή γιατί· δεν μπορώ να το εξετάσω ή να το διερευνήσω και ούτε έχω και τη διάθεση. Πάντως ποτέ δεν έκανα έρωτα για να αποδείξω κάτι, ούτε για να κερδίσω κάτι (πέρα ίσως από περισσότερο έρωτα). Ομολογώ ότι αυτό μάλλον σημαίνει ότι έχω προβληματική και ελλειμματική κοινωνικοποίηση αλλά για μένα ο έρωτας, η ζωή του πνεύματος και -- πάνω από όλα -- η αγάπη είναι ο λόγος που είμαι άνθρωπος και όχι, λ.χ., γάτος.

Δεν ξέρω αν βγαίνει νόημα. Μάλλον δε βγαίνει.

GatheRate

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Left behind



Η σειρά πρέπει να σας είναι τελείως άγνωστη. Διάβασα γι' αυτήν πριν 3-4 χρόνια, τυχαία. Έχει πουλήσει περίπου 40.000.000 αντίτυπα. Ναι, στη γνωστή χώρα, στον τόπο της αμορφωσιάς, τόσο μακριά από την Ελλάδα και τον θεό της, ή μάλλον, τους θεούς της: τους προφήτες των καναλιών, τους κήρυκες των εφημερίδων, τους σεπτούς κληρικούς του μίσους, το χαύνο ιερατείο, τον λαό του θεού και τον υπόλοιπο λαμπρό θίασο. Ξαναθυμήθηκα τη σειρά με αφορμή τον ψευδοπροφήτη και μια περίληψη των 16 βιβλίων (μασαλλά! που έλεγε κι ο παππούς) υπάρχει εδώ.

Ωραία, εμάς γιατί μας αφορά; Μας αφορά γιατί αποτελεί μια άλλη πτυχή, πιο μπρουτάλ, του μεσσιανισμού και της εσχατολογίας που έχει επιπέσει σαν ηφαιστειακή στάχτη. Άλλοι περιμένουν τον Δρόμο του Κόρμακ Πώς-τον-λένε (το έχω τέσσερα χρόνια, εκατόν τόσες σελίδες, κι αρνούμαι να το διαβάσω). Άλλοι περιμένουν πυρηνικό όλεθρο (ακόμα). Άλλοι το 2012 των Μάγια. Άλλοι την κατάρρευση του καπιταλισμού. Άλλοι την επίθεση του Τούρκου, που θέλει να πάρει ή το Αγαθονήσι ή το Φαρμακονήσι ή το Παχυνήσι. Άλλοι το φαλιμέντο των τραπεζών και με παίρνουνε τηλέφωνο πού να τα βάλουνε τα λεφτά που δεν έχουν -- λέω να αρχίσω να παίρνω μίζες. Ο Αντώνης περιμένει καινούργιο εμφύλιο, εγκαθιστά ρολόι σταματημένο (Doomsday Clock, ενδεχομένως), που όμως πάει σωστά δύο φορές την ημέρα, και κάνει έπαρση της σημαίας με το σφυροδρέπανο και το τιμημένο κόκκινο άστρο της Κρασνάγια Άρμια. Όλοι περιμένουν κάποιο τέλος. Θεαματικό κατά προτίμηση.

Για τον φίλο μου τον Α. δεν προβλέπεται τέλος. Έχει δύο παιδιά, μικρά. Τη γυναίκα του τη σχολάσανε όταν ήταν έγκυος στο πρώτο (ναι, γίνεται, όλα γίνονται άμα θες, απλώς μέχρι πρόσφατα γίνονταν στη ζούλα) και για να την προσλάβουν κάπου τη βάζανε να φιλήσει σταυρό ότι δε σκοπεύει να ξαναγκαστρωθεί. Για να ζήσει την οικογένεια ο Α. έκανε δυο δουλειές, η μία τον σχόλασε, η άλλη πια τον θέλει μόνο τρεις φορές την εβδομάδα. Παλιά έπαιρνε και τίποτα εξωτερικές δουλειές, όμως αυτά πάνε προ πολλού. Επειδή είναι από τους μαλάκες τους προλετάριους που δεν έχουνε χτήματα, ούτε καν αμάξι, και επειδή είναι και αλλοτριωμένος από την ιδεολογία και του άρεσε η δουλειά του, τριγυρνάει άπραγος πια τα κενά πρωινά με το μικρό παιδί στο καρότσι. Ευτυχώς στο σπίτι ζει και η μάνα του, κάτι τσοντάρει από όση σύνταξη της έμεινε. Δεν υπάρχει θεαματικό τέλος και Kingdom Come για τον Α. Οπότε, οι ψυχολογικές ενοχλήσεις για το πού πάει ο τόπος και η ταραχή των λογισμών του μαλάκα του Σραόσα, ο οποίος προς το παρόν εργάζεται, ποσώς ενδιαφέρουν ή θα έπρεπε να ενδιαφέρουν οποιονδήποτε.

Λένε πάντως οι Ισπανοί, οι οριχινάλ αρχιμουρόχαυλοι της Ευρώπης (ο Ξυδάκης το λέει πιο ευγενικά εδώ), ότι κοιμόμαστε. Δεν κοιμόμαστε, αποπληξία έχουμε πάθει, εγκεφαλικό, μπρος γκρεμός και πίσω ζόμπι: είμαστε παγιδευμένοι μεταξύ της εξόντωσής μας στα χέρια των μαθητευόμενων μάγων (έβλεπα τον Ναπολέοντα Μαραβέγια το πρωί να λέει ότι εκεί στο ΔΝΤ δεν ξέρουν καλά την ελληνική οικονομία, γι' αυτό και (της) πήραν λάθος μέτρα...) και της ανέφικτης επιστροφής στην ολόμαυρη Εδέμ της γνωστής κι οικείας μας φαυλότητας, της φαυλόπιτας που ανέθρεψε πολιτικά με παροχές και ρουφιανιλίκια τόσες και τόσες γενιές. Ο αγώνας έχει προ πολλού εκχωρηθεί στους συνδικάλες ή εξουδετερώθηκε επιτυχώς μετά τον Δεκέμβρη του 2008.

Στο μεταξύ, ο Α. έχει πραγματικά ξεμείνει κι έχει μείνει πίσω· αν μπορεί κάποιος να του πει τι να κάνει, να του το πει. Κάτι άλλο εκτός από ανοησίες όπως "υπομονή".

GatheRate

Δευτέρα 16 Μαΐου 2011



Το 1992 νόμιζα ότι αυτός είναι ο ήχος του μέλλοντος. Όχι η μουσική του μέλλοντος αλλά ο ήχος του. Το 2011 μού φαινόταν αδιανόητο τότε αλλά νόμιζα ότι η κιθάρα του Edge σε αυτό το κομμάτι προσέγγιζε ικανοποιητικά το πώς θα ακουγόταν το ίδιο το μέλλον, το μέλλον ως αφηρημένη οντότητα, το μέλλον των υπολογιστών (ούτε που μυριζόμασταν κινητά και δικτύωση τότε), της απροσμάχητης και εξαπλούμενης ελευθερίας, της αναπότρεπτης Ευρώπης, των τηλεπικοινωνιακών δορυφόρων και των διαστημικών λεωφορείων και του Hubble. Το 1992 έβγαλα το πρώτο μου διαβατήριο. Πήγα για πρώτη και τελευταία φορά στη Μύκονο. Ερωτεύτηκα εκεί που δεν το περίμενα και μυήθηκα στη σκοτεινή κι απαιτητική τέχνη της ερωτικης αλληλογραφίας.

Έχει πλάκα πώς αυτά ακούγονται ακριβώς σαν εκείνα που μας έλεγαν το 1992 για το 1973, για τα παντελόνια καμπάνες, τα κοτλέ και τις γελοίες φαβορίτες, σαν τις φωτογραφίες στα άλμπουμ που γίνονταν κόκκινες καθώς ξεθώριαζαν, σαν τα τραγούδια που έπαιζαν ακόμα σε κάτι μυστήρια κασετόφωνα από κασέτες χοντρές κι ανοικονόμητες που έμοιαζαν με μικρές βιντεοκασέτες.

GatheRate

Πέμπτη 12 Μαΐου 2011

Περίλυπος... έως θανάτου

Η κατάσταση στην οποία έχει φέρει τη χώρα το Μνημόνιο ως ιδεολογία, δηλαδή (για να μην παίζουμε τις κουμπάρες) ο χύδην νεοφιλελευθερισμός, ο ίδιος που θα μας έκανε όλους σούπερ πλούσιους και μάγκες, είναι πράγματι αδιανόητη. Πέρα από τη φτώχεια και την κατάλυση του κράτους πρόνοιας, πέρα από τον συνοπτικό τουφεκισμό της οικονομίας (όπως καταγράφεται από την κατακόρυφη πτώση των εσόδων του κράτους και, πιο εικονογραφικά, από τα κλεισμένα μαγαζιά), πέρα από τη συντεχνιακή αποθράσυνση, πέρα από την αποθηρίωση μιας ολόκληρης κοινωνίας, έχουμε φανερά πια και μιας μορφής πολιτειακή συστροφή (δε θα την πω ακόμα "εκτροπή" -- τα πλάγια δικά μου):
Δεν θέλει η κυβέρνησή μας και οι συνεργάτιδες κυβερνήσεις να αντιδρούμε άλλο. Και κυρίως δεν θέλει να το κάνουμε ορατά και ηχηρά. Στην προηγούμενη μεγάλη διαδήλωση, η ΕΛ.ΑΣ είχε σπείρει από το πρωί τόσα δακρυγόνα στο Σύνταγμα ώστε να είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί η ολονύχτια καθιστική διαμαρτυρία που είχε εξαγγελθεί. Χθες, τα ΜΑΤ χτύπησαν εγκληματικά αθώους ανθρώπους – πολλούς! – ώστε να μην σταθούν μπροστά στη Βουλή. Και το τελευταίο 48ωρο, η νεοναζιστική οργάνωση Χρυσή Αυγή κυκλοφορεί με περίπολα στο κέντρο της πόλης και ξυλοφορτώνει όποιον την φαίνεται ξένος – φασιστικά περίπολα που εκδικούνται δήθεν στο όνομά σας, εσάς των δημοκρατών. Χθες τα χαράματα σκότωσαν έναν. Αλλά η ΕΛ.ΑΣ πολεμούσε αλλού.

Δεν συμπαθώ τις συνθηματολογικές κορώνες. Δεν μου αρέσει ο ξύλινος λόγος των συνδικάτων, δεν αντέχω καμιά «συνταγή». Μην τις συμπαθείτε ούτε εσείς. Μην συμπαθήσετε καμία παράταξη, κανένα κόμμα, το ίδιο μου κάνει. Αλλά θέλω να πιστεύω ότι θυμάστε πως κάπου στην καρδιά αυτού του πράγματος που ονομάζουμε, συχνά με ελαφρότητα πολιτισμό, υπάρχει η ηθική. Όχι η ηθικολογία. Η ηθική. Ηθική σημαίνει: είμαι με την πλευρά της ζωής.

Και σας ρωτώ: αν δεν είστε οι δημοκράτες πολίτες μιας δημοκρατίας, τότε τι είστε;
Ναι, είπα ότι θα επιστρέψω στα μίνιμα, μέσα. Ναι, αλλά τι να γράψω: για σινεμά και ερωτικές περιπτύξεις; Για λοξό διάχυτο φως μπροστά στο παράθυρο; Για τι; Δεν ξέρω, απόψε δεν μπορώ.

GatheRate

Τετάρτη 11 Μαΐου 2011

Ιστορίες φρίκης ενός ηττοπαθούς



Θα μπορούσα να είμαι ο διαδηλωτής που έπεσε σε κώμα, θα μπορούσα να είμαι ο ανθρωπάκος που τον έσφαξαν γιατί τόλμησε να κρατάει κάμερα νυχτιάτικα. Έχω υπάρξει και οι δύο, αλλά γλύτωσα τυχαία, λόγω χρονικής συγκυρίας.

Έχετε καταλάβει ότι έτσι νιώθω εδώ και καιρό, αλλά να το πω κιόλας: μου είναι πια αδύνατο να αρθρώσω την παραμικρή κουβέντα για τα κοινά, για την Κατάσταση Ελλάδα. Έχουμε μπει αλλού πια. Κρίμα που δε χαρήκαμε την ευμάρεια και την ασφάλεια όσο τις είχαμε, παρά κλαιγόμασταν και καρδιοπαθούσαμε από το στρες σα γνήσιοι Έλληνες, που λένε.

Η Κατάσταση Ελλάδα, το Κακό -- πείτε το όπως θέλετε-- ξεκίνησε τυπικά στις 5 Μαΐου 2010. Κατά μερικούς γκρινιάρηδες σαν εμένα, κυοφορείται χρόνια. Πλέον όμως ξεπερνάει τη μαγκιά, την ευστροφία, τη μπλαζεδιά και τη διορατικότητά μας.

Θα επιστρέψω μέσα, στο Μέσα και στα μίνιμα. Εγώ που δε με κάψανε, δε με βιτριολίσανε, δε με σφάξανε, δε με σκότωσαν στο ξύλο, δε μ' έχουν να περιφέρομαι σε δημόσια νοσοκομεία άρρωστος, δε με πυροβόλησαν, δε με σκότωσε η αμέλεια του εργοδότη ή βόμβα νιχιλιστική στα σκουπίδια, κτλ, κτλ. Ήδη αναπτύσσω ενοχή επιζώντων.

GatheRate

Δευτέρα 2 Μαΐου 2011

Μέσα

Σταμάτησα να δουλεύω στις 11.20, πιο αργά απ' ό,τι συνήθως αλλά όχι αρκετά αργά. Τέλος πάντων. Ευκαιρία να γράψω για το Μέσα του Δημήτρη Παπαϊωάννου.

Είδα συνολικά δύο ώρες από τις έξι. Ξεκινώντας από τα περιφερειακά γνωρίσματα της παράστασης, η σκηνογραφία και τα σκηνικά ευρήματα δημιουργούν αμέσως τη σωστή ατμόσφαιρα. Ξεκάθαρα. Επίσης, οι χορευτές και οι χορεύτριες φαίνεται να έχουν επιλεγεί με βάση τα σώματά τους να μην έχουν κάτι το ιδιάζον, το υπερβολικά θελκτικό ή το εντυπωσιακά άρτιο πάνω τους: είναι μεν όλα σώματα ανθρώπων που κάνουνε χορό, αλλά κοντινά στα δικά μας, ούτε υπερβολικά ποθεινά, ούτε άσαρκα και νευρώδη: αναπαριστούν τελικά σώματα καθημερινών ανδρών και γυναικών. Ο φωτισμός είναι μεταμορφωτικός όπως ακριβώς πρέπει: καθόμουν εκεί μέσα στο Παλάς και σχεδόν νοστάλγησα το λοξό πρωινό φως μέσα από τα πατζούρια και την κουρτίνα του υπνοδωματίου μου μόλις μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά, όπως το είχα αντικρύσει ελάχιστες ώρες πρωτύτερα.

Το έργο είναι αποθεωτικό της φόρμας, και μάλιστα της μινιμαλιστικής φόρμας, επαναληπτικό με ενδιαφέρουσες πυκνώσεις και αραιώσεις: άλλοτε ένας επί σκηνής, άλλοτε μέχρι και έντεκα, άλλοτε ακολουθείται η τάδε ακολουθία κινήσεων, άλλοτε άλλη, άλλοτε οι χρόνοι είναι συνοπτικοί, άλλοτε εξακολουθητικοί. Μέσα από αυτή τη μινιμαλιστική επανάληψη όμως βγαίνει συναίσθημα, ίσως όχι εκρηκτικό, σαν πίδακας, αλλά γαργαριστό και λίγο-λίγο.

Η συγκίνηση, το συναίσθημα, πηγάζουν ακριβώς από τη μινιμαλιστικά επαναληπτική φόρμα: μέσα από την επανάληψη ο θεατής γρήγορα εξασκείται στο να προσέχει λεπτομέρειες: τις μικρές κινήσεις, τις μικρές διαφορές στις ίδιες κινήσεις από διαφορετικούς χορευτές (το άνοιγμα της μπαλκονόπορτας, ένα ποτήρι νερό, το βγάλσιμο του εσώρουχου, ο διακόπτης του θερμοσίφωνα, η στάση μπροστά στο παράθυρο...) , τις όψεις των σωμάτων. Αναδεικνύονται κινήσεις και σώματα και τελικά αυτά πρωταγωνιστούν στο Μέσα, με φόντο τα αστικά τοπία έξω από το Μέσα, ως θέα από το μπαλκόνι. Το θέαμα ολόκληρο αναλύεται σε κινήσεις και σε μέλη, η ματιά από ηδονοβλεπτική και ερευνητική του καθέκαστου ημερεύει και ασκείται στο να δει το σώμα, την κίνηση και, μέσα από αυτά, το πυκνό αλλά ανομολόγητο συνήθως συναίσθημα που περιέχει η καθημερινότητά μας, αυτό που λέμε ρουτίνα. Η ίδια η σωματικότητα λοιπόν, όχι λ.χ. η ομορφιά ή η χάρη, δίνει περιεχόμενο και βάρος στο σκούπισμα με μια πετσέτα, στην κατάκλιση, στο πάτημα του διακόπτη, στο θρόνιασμα στη λεκάνη ή το μάζεμα του πιάτου.

Το Μέσα πάει και πιο πέρα, στο σχόλιο: ακόμα και όταν συνυπάρχουν και κινούνται ταυτόχρονα παραπάνω από ένας χορευτής επί σκηνής, είναι φανερό ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι ζούνε μόνοι -- κάτι που στην Ελλάδα της δεκαετίας του '10 είναι τόσο ριζοσπαστικό ή άγαρμπο όσο περίπου το να λες ότι είσαι αριστερός στην Ελλάδα του '50. Συνυπάρχουν στον ίδιο σκηνικό χώρο σαν να έχει συμπτυχθεί ο χρόνος π.χ. δεκαετίας, κατά τον οποίο πολλοί ένοικοι κατέλαβαν διαδοχικά ένα διαμέρισμα, μέσα σε λίγα λεπτά. Υπάρχει μόνο μία εξαίρεση, ένα αμφίσημο ζευγάρι που δεν ξέρεις αν συνυπάρχει ή αν είναι κι αυτό δυο φαντάσματα που χωρίζει ο χρόνος: το είδα μια φορά μόνο στις δύο ώρες αλλά το σχεδόν υπαινικτικό αγκάλιασμά τους και η ανάληψή τους στους ουρανούς, όπου η πόλη χάνεται και το μπαλκόνι βγάζει στον γαλανό ουρανό, είναι από τα συγκινητικότερα και σθεναρότερα εγκώμια του έρωτα (κι εμένα προσωπικά με έκανε να θέλω να ξαναφωτογραφίσω).

Τέλος, η εξάωρη κίνηση επί σκηνής βρίσκεται σε παραπληρωματική σχέση με τη διαρκή κίνηση του κοινού. Ώσπου οι χορευτές αφήνουνε τη σκηνή και διώχνουν το κοινό.

GatheRate

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

ἄρθρα ταῦτα τᾶν φρενῶν

Η ερώτηση τέθηκε επανειλημμένα, πριν καιρό για πρώτη φορά: τι να κάνουμε.

Δεν είμαι σε θέση να την απαντήσω. Όμως αυτό τον Απρίλη αισθάνθηκα ότι ίσως να μπορούσα να διατυπώσω κάποιες ιδέες σχετικά, περισσότερα σαν ενδείξεις για γρίφο, παρά σαν ορισμούς σταυρολέξου (όπου η απάντηση είναι μία). Φταίει και η δουλειά μου, που έγκειται στο να ψάχνουμε πρακτικές και κομψές λύσεις, συνήθως εκεί όπου δεν υπάρχουν. Τέλος πάντων.

Ζουαντεβίβρ
Έχω γκρινιάξει πολλές φορές ότι δε χαιρόμαστε, δε φχαριστιόμαστε, δεν απολαμβάνουμε. Επίσης, πίνοντας καφέ με τον Ρακάσα, μου είπε κάτι που δεν περίμενα, ότι η εθνική μας ιδεολογία είναι ο καταναλωτισμός κι ότι κανείς δε θέλει να αλλάξει αυτό. Συνδέοντας τα δύο αυτά θέματα, φαίνεται τελικά ότι έχουμε εναποθέσει την ικανότητά μας για χαρά ή έστω για απόλαυση κυρίως στην αγοραστική μας δύναμη. Έτσι, ενώ παλιότερα ήμασταν σφιγμένοι και βικτωριανοί και πουριτανιασμένοι λόγω των απειλών της Κόλασης, της επαναστατικής ακεραιότητας, του κοινωνικού ελέγχου κτλ., νομίζω ότι πλέον είμαστε τέτοιοι και χειρότεροι γιατί έχουμε μεταθέσει τη χαρά και την απόλαυση, την όποια χαρά και απόλαυση, στο πεδίο της αναπαράστασης και της κατανάλωσης, μακριά από τη δύσκολη αρένα της εμπειρίας ή του βιώματος. Π.χ. σημασία δεν έχει να απολαμβάνεις το κρασί σου αλλά να πίνεις κρασί που θα δίνει την εντύπωση ότι απολαμβάνεις (αφ' υψηλού κατά προτιμηση). Περισσότερο σε φτιάχνει να κουβεντιάσεις τι (δεν) κάνει η πιστοποιημένα δυστυχής και ατάλαντη εθνική ροζ δεσποινίς ή έστω οι τηλεοπτικοί άνθρωποι παρά τι (αποκοτιές, ενδεχομένως) κάνεις πίσω από κλειστές πόρτες. Επειδή τα έχω ξαναπεί στα τρία λινκάκια, να μην σας τα ζαλίζω πάλι.

Η επαρχιώτικη κατσικοσύνη και η βλοσυρή κατήφεια στο Κωσταλέξι πέθαναν, το λάιφσταϊλ το παίρνει ο διάολος (μαζί με τη χώρα και τους φτωχούς -- αλίμονο). Λέω να γυρίσουμε στη χαρά του αφράτου κεφτέ, αφού το μπισκ δεν το νιώθουμε όλοι· του τραγουδιού που μας αρέσει και του τοπίου που μας φτιάχνει· στα μαγαζιά που περνάμε καλά, κι όχι εκεί που θα δούμε τον Χατζηαπαυτόνανε με την Κοντοσταυλίδου· στα ποτά που μας φτάχνουνε· στη βόλτα στο πάρκο (εποχή που είναι) κι όχι για σουβλάκια-κινητό στο μωλ και σκατουτσίνο με μισή χούφτα ζάχαρη· στα ατελή αλλά πρόθυμα ζωντανά κορμιά· στην παρέα που μοιράζεται τη χαζαμάρα μας· στα ταξίδια που μπορούμε και τις διακοπές που μας αρέσουν· στους φίλους που μας αγαπούν ανεξήγητα ή έστω δε μας φασκελώνουνε· στους ανθρώπους· στους ανθρώπους· στους ανθρώπους. Και να φχαριστιόμαστε κιόλας, τρελά.

Τι να πω: ψόφο στον καταναλωτισμό, ζήτω ο ηδονισμός; Ανακριβές αλλά ευσύνοπτο. Ορίστε, το 'πα.

Σεξωστρέφεια
Διάβασα αυτό και απόρησα: ψιλοκατακραυγή μυρίστηκα. Ξεκινάω από τα προφανή (αλλά κι εδώ, αμ θα μου ξεφεύγατε;) και παρακάμπτω την ενόχλησή μου που ακόμα υπάρχει τόση εμπάθεια απέναντι σε ανθρώπους που, ξέρω γω, πηδιούνται επί σκηνής ή κατ' ιδίαν (ενώ άμα εξευτελίζεσαι επί σκηνής είναι οκέι). Έχει κανείς αντίληψη του τι είναι το πανεπιστήμιο; Το πανεπιστήμιο δεν είναι το Βατικανό του Έθνους ούτε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Ευπρεπείας. Είναι χώρος διαλόγου και διαφωνίας. Αλλά πάλι γκρινιάζω.

Πρέπει να ανοίξουμε προς τα έξω. Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός διασκεύασε την ιστορία του Σιντάρτα Γκαουτάμα Σακυαμούνι (του Βούδα) ως την ιστορία του Ιωσαφάτ και Βαρλαάμ γιατί προφανώς του φάνηκε πνευματικότατη, η Άννα η Κομνηνή προσπάθησε να το παίξει έως και Θουκυδίδης γιατί προφανώς πίστεψε ότι μπορούσε. Οι Ινδοί έκαναν την πατάτα αναπόσπαστο κομμάτι της αρχαίας κουζίνας τους μέσα σε 100 χρονάκια. Οι Γιαπωνέζοι το έχουνε ξεφτιλίσει. Εμείς καθόμαστε και ανασκαλεύουμε την παράδοση ξανά και ξανά. Και καλά κάνουμε: η παράδοση είναι αυτό που είμαστε, ακόμα κι όταν είναι επινοημένη, λιμαρισμένη, βερνικωμένη ή ευφάνταστα αναστυλωμένη. Αλλά δεν μπορούμε να μένουμε εκεί. Δεν μπορεί να γυρίζουμε στα ίδια και στα ίδια. Προσέχτε: δε λέω καν να κοιτάξουμε (μόνον) έξω και μακριά όπως ο Δαμασκηνός ή Άννα Κομνηνή. Λέω να πάψουμε να γυρίζουμε στα ίδια και στα ίδια, ιδίως λ.χ. στη μουσική και στα λογοτεχνικά. Υπάρχουνε κι αλλού φόρμες και θέματα, και πολλές φορές μας αφορούν τρελά.

Το εργόχειρο
Και ναι: πώς θα βγούμε από την κρίση; Δε θα βγούμε. Ξεχάστε το. Είπαμε: λάιφσταϊλ και καταναλωτισμός τέλος (εκτός και αν μένετε Φιλοθέη-Πανόραμα-Νίκαια Λάρισας οπότε μη στενοχωριέστε: ούτε εσείς χάνεστε, ούτε το τρίλιτρό σας, ούτε οι γόβες σας). Το ζήτημα δεν είναι αν θα βγούμε φτωχότεροι, θα βγούμε φτωχότεροι. Το θέμα είναι να μην καταστραφεί και ξεπουληθεί ολοκληρωτικά η χώρα. Να σώσουμε τα νοσοκομεία και τα σχολεία.

Ναι, αλλά τι να κάνουμε; Ό,τι ξέρουμε. Να συνεχίσουμε να κάνουμε ό,τι ξέρουμε. Το ευνοεί και η εποχή: κάνε μουσική, δε χρειάζεσαι πια πανάκριβα όργανα, γράφε, δε χρειάζεται πια να ξημεροβραδιάζεσαι σε ταβέρνες με ξινούς διανοούμενους που ψάχνουν αίμα νεανικό για να σου βγάλουνε το ποίημα, κάνε θέατρο και βίντεα και ξέρω γω και βαλ' τα στο διαδίκτυο, βγάλε φωτογραφίες χωρίς σκοτεινό θάλαμο, κόκκινη λάμπα και κωλοχημικά τον καιρό του φλίκερ. Κάντε όχι ό,τι ξέρετε αλλά ό,τι σας αρέσει. Όλο και κάτι θα βγάλετε.

(Υμνητική κριτική του 'Μέσα' του Παπαϊωάννου προσεχώς, ήδη έχω κωλοβαρέσει ανεπίτρεπτα.)

GatheRate

Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

Frashokereti!



Προς τη Δύση

Μεγάλη Παρασκευή. Σε αντίθεση με τον άθλιο δρόμο Κορίνθου-Πατρών, τώρα και ξεχαρβαλωμένο από βραδυκίνητα έργα, η ανοιξιάτικη φύση ήταν για θαύμασμα.

Γύφτοι
Μετά τον Γέροντα πέσαμε σε μποτιλιάρισμα. Ρωτήσαμε τι συμβαίνει και μας είπαν ότι κάτι γύφτοι έκλεισαν τη γέφυρα του Ευήνου. Κατάλαβα το "γύφτοι" για βρισιά και υπέθεσα ότι μάλλον επρόκειτο για κλιμάκωση πάγιων διαμαρτυριών των κατοίκων της περιοχής που ζητούσαν την ίδρυση Δήμου Ευήνου ήδη από τον Καποδίστρια (το σχέδιο, όχι τον Κυβερνήτη).

Οι διαμαρτυρόμενοι όντως είχανε κλείσει τη γέφυρα του Ευήνου κι αφήνανε την κυκλοφορία να περνάει με το σταγονόμετρο. Μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω κάποιος οδηγός που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση μας έδειξε μια προκήρυξη, την οποία όμως δε μας έδωσε γιατι ήθελε να την κρατήσει ο ίδιος για να αποδείξει στη γυναίκα του ότι δε χασομέρησε αναίτια στον δρόμο. Μας είπε πάντως ότι τον δρόμο τον είχανε κλείσει κάτι γύφτοι γιατί πέθανε μια γύφτισσα που είχε πάει στην Αθήνα για εξωσωματική γονομοποίηση.

Στο μεταξύ, μερικοί από όσους είχαμε κολλήσει στην ουρά σταματούσαν κάποια οχήματα που μας προσπερνούσαν από αριστερά, χρησιμοποιώντας το κενό αντίθετο ρεύμα, και λογομαχούσαν με τους οδηγούς τους, μερικές φορές απειλώντας με χειροδικία και τέτοια.

Μετά από περίπου 90 λεπτά από το πρώτο φρενάρισμα φτάσαμε στο μπλόκο. Ένα πανώ πληροφορούσε ότι μια γυναίκα 38 χρονών, μητέρα τεσσάρων παιδιών, πέθανε στην Αθήνα από ιατρικό λάθος (άρα μάλλον δεν ίσχυαν τα περί εξωσωματικής γονομοποίησης), το πανώ ζητούσε να αναληφθούν ευθύνες. Πράγματι, φαίνονταν τσιγγάνοι αυτοί που είχανε κλείσει τον δρόμο, χαρακτηριστικά ξανθοκάστανοι και μαυριδεροί, άρα τζάμπα ταλαιπωρούσαν εμάς τους ανθρώπους την ώρα της Αποκαθήλωσης. Στο κάτω-κάτω, γύφτισσα πέθανε, εντάξει. Αυτοί γενικά πεθαίνουν, όταν δε σκοτώνονται μεταξύ τους. Τέλος πάντων, πέρα από κουβέντες, ούτε την πρώτη στιγμή που άκουσα τη φήμη ότι η διαμαρτυρία ήτανε για κάποια που πέθανε, ούτε όταν έμαθα γιατί, στη γέφυρα του Ευήνου, ούτε ενδιάμεσα, ένιωσα αγανάκτηση που μια χούφτα ανθρώπων έκοψε τον δρόμο, τον δρόμο μου, μεγαλοπαρασκευιάτικα. Ίσως επειδή ξέρω ότι αν είσαι Τσιγγάνο (ή Ρομ, αν προτιμάτε) η ζωή σου είναι λίγο πιο φτηνή από ενός αδέσποτου σκύλου, ίσως επειδή νόμισα ότι δε θα καθόταν κανείς να επανδρώσει μπλόκα για ασήμαντη αφορμή. Ίσως γιατί ήταν όμορφα τριγύρω.

Πυγολαμπίδες
Το βράδυ μετά τον Επιτάφιο είδα πυγολαμπίδες μέσα στα χορτάρια. Δεν είχα ξαναδεί.

Στον γάμο του Καραγκιόζη
Η Ανάσταση στο χωριό ήτανε σοκ. Έχω κάνει Ανάσταση σε τουλάχιστον τρία-τέσσερα χωριά, δεν ήμουνα και κανας πρωτάρης. Στο συγκεκριμένο χωριό πάντως δεν έβγαλαν Ανάσταση σε εξέδρα, παρά μέσα στην εκκλησία. Γενικά, ήταν καλή ιδέα να παραμείνει κανείς μέσα στην εκκλησία, αφού διάφορα κακόμοιρα (κανονικά θα τα έλεγα 'μαλακισμένα' και 'καυλωμένα', αλλά δεν κάνει, εντάξει) χωριατόπαιδα πετούσαν αλλεπάλληλα κροτίδες μέσα στον κόσμο. Το αποτέλεσμα ήταν πάρα πολύ δυσάρεστο, δυο-τρεις φορές το ωστικό κύμα ζούπηξε τα στομάχια μας, κλαίγαν τα μωρά, δεν ακούστηκε τίποτα, κανείς δεν κατάλαβε τίποτε για ακόμη μια χρονιά. Η πίστη σε αυτό που λέμε "Ορθοδοξία" έχει πλέον δώσει τη θέση της στην Ορθοδοξία ως κουλτούρα, σε αυτό το πράμα που έχει και χιώτικους αναστάσιμους πυραυλικούς αγώνες και έθιμα που μας θυμίζουν τα παιδικάτα μας και ωραίες περικοπές κι ύμνους από ακολουθίες και ξωκκλήσια με παπαρούνες και εικονίσματα και, και, και. Πίστη τέλος, μόνον κουλτούρα. Πρέπει να διαβάσω το σχετικό βιβλίο του Ζουμπουλάκη. Άσε που η ίδια η πίστη φαίνεται να έχει περάσει στα χέρια κυρίως φανατικών.

Αρνιά
Μετά από το κενό περιεχομένου μεταίχμιο της Ανάστασης (δεύτε λάβετε φως, Ευαγγέλιο που κανείς δεν άκουσε, φάλτσο Χριστός Ανέστη που κάλυπτε η μηχανική καμπάνα και οι εκρήξεις, φευγιό του εκκλησιάσματος ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός), το χωριό έφαγε, ίσα-ίσα έχοντας μετά βίας προλάβει να κάψει έναν πόντο λαμπάδα με μπάρμπι ή τρανσφόρμερς, ή ποια ητανε φέτος η μόδα. Μετά κοιμήθηκε για να ξυπνήσει και να φάει μωρά ζώων, αφού τα ψήσει υπό τους ήχους της πιο τελειωμένης μουσικής που μπορεί να βγάλει ένας πολιτισμός. Αν έχετε πληροφορία οτι κάπου στην ιδανική επαρχία το Πάσχα ο κόσμος ακούει δημοτικά και χορεύει τσάμικα-καλαματιανά-νησιώτικα-μπαϊντούσκες ή έστω Γαβαλά-Αγγελόπουλο-Χριστοδουλόπουλο-Μπάση, παρακαλώ να τη μοιραστείτε μαζί μου. Για να μην είμαι άδικος, το πρωί με ξύπνησαν τα άπαντα της Αλεξίου (πασχαλιάτικα!), ενώ από μακριά ακουγόντουσαν Κιάμος, ακατονόμαστα ψευτοποπάκια κι ένας που νομίζει πως είναι Καζαντζίδης.

Λοιπόν, σοβαρά τώρα: Χριστός Ανέστη, χριστιανοί. Στους υπόλοιπους, τις καλυτερες πασχαλινές ευχές μου.

GatheRate

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Elementary, dear.



Μπήκα πριν μισή ώρα στο σπίτι. Είμαι τόσο αλοιφή που θα τη βγάλω με τιβί, ίντερνετ και άντε κανα βιβλίο απόψε.

Σκεφτόμουν περπατώντας στον δρόμο ότι στην Ελλάδα η ελευθερία του λόγου δεν ήταν ποτέ ανάμεσα στις προτεραιότητές μας. Δεν αναφέρομαι σε καμμιά περίπτωση στον γνωστό νόμο, για τον οποίο έχω διαβάσει πολλά κι έχω καταλάβει ελάχιστα. Μιλάω για το ότι όσο και αν σκεφτώ, πηγαίνοντας ακόμα και πίσω στον νεοελληνικό διαφωτισμό, την ελευθερία του λόγου δεν τη θεωρούμε θεμέλιο της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας. Όσες υπερασπίσεις της ελευθερίας του λόγου και της ελευθεροτυπίας μπορώ να σκεφτώ είναι θεμελιωμένες στο αίτημα να "μη φιμώνεται η αλήθεια", να "ξεσκεπαστούν οι Χ", να "μάθει ο κόσμος τι συμβαίνει". Απεναντίας, ελευθερία του λόγου είναι να λέει ο καθένας ό,τι τον φωτίσει ο θεός του ή, καλύτερα και ακριβολογώντας, να λέει ο καθένας ελεύθερα ό,τι του καυλώσει.

Γυρνώντας σπίτι διάβασα για τον Γουώτσον και το καδρόνι, εκδήλωση προσεγμένης καφρίλας, που λέει κι η helion. Τα έχω ξαναγράψει τότε με τη Σώτη και τ' αυγά. Όσοι το (ξανα)διαβάσετε θα σπεύσετε να μου πείτε ότι ταλαντεύομαι κι εγώ ο ίδιος όσον αφορά τα όρια της ελευθερίας του λόγου. Θα σας απαντήσω ότι άλλο να προβληματίζομαι (και γενικά μεμνάσθαι απιστείν) και άλλο να θεωρώ την ελευθερία του λόγου διακοσμητικό και δευτερεύον αξεσουάρ της δημοκρατίας. Η ελευθερία του λόγου είναι το θεμέλιο της δημοκρατίας -- κατά το παλαιό, φθαρμένο και ψευδεπίγραφα βολταίρειο: "διαφωνώ με ό,τι λες αλλά κτλ κτλ κτλ".

Η περίπτωσή του Γουώτσον πάντως είναι γνωστή στους παροικούντες. Σε όσους με ρωτάνε "μα πώς γίνεται επιστήμονας άνθρωπος να λέει τέτοια πράγματα", προτείνω να διαβάσουν το Golem, το οποίο με ακλόνητα επιστημονικά επιχειρήματα βγαλμένα από τη ζωή αποδεικνύει ότι οι επιστήμονες είναι άνθρωποι άρα, ενίοτε, κουμασάκια. Όσο για την περίπτωση του Γουώτσον, ακόμα και οι επιστήμονες ξεκουτιαίνουν.

GatheRate

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

Nolo contendere



Δουλεύω πάρα πολύ τις τελευταίες βδομάδες και η κατάσταση θα γίνει χειρότερη. Φυσικά δεν παραπονιέμαι, αγαπώ τη δουλειά μου. Απλώς είμαι πάρα πάρα πολύ κουρασμένος. Από τότε που άνοιξα το μπλογκ πρέπει να είναι η δεύτερη ή η τρίτη φορά που δε γράφω γιατί δεν προλαβαίνω ή δεν έχω κουράγιο.

Δεν είναι όμως μόνον αυτός ο λόγος που δεν είδα ή δε θα δω το Debtocracy. Ο λόγος είναι ότι δε βλέπω βίντεο παρά σπάνια. Ειδικά ντοκυμαντέρ και τέτοια, αν δεν έχουν κινηματογραφικές αρετές, όπως λ.χ. μιας φίλης μου που δε θα ονομάσω. Γιατί δε βλέπω βιντεάκια και ντοκυμαντέρ; μα γιατί βαριέμαι: τα περισσότερα χρειάζονται 30 και 60 λεπτά από τη ζωή σου για να σου πουν ό,τι μια σελίδα εφημερίδας. Ίσως κιόλας να φταίει ότι διαβάζω γρήγορα.

Πάντως, στην περίπτωση του Debtocracy, δεν είμαι σίγουρος και τι θα καταλάβω, αν θα το καταλάβω σωστά και ποιο θα είναι το αποτέλεσμα. Δε θα ξανακάνω την πλάκα που έκανα κάποτε ότι τα οικονομικά δεν είναι επιστήμη. Ενδεχομένως να είναι επιστήμη, αλλά κοινωνική: το πολύ να μπορεί να ερμηνεύσει τα φαινόμενά της, να προβλέψει δεν μπορεί, πάει και τελείωσε. Να πάψουνε να παίζουνε με τα μοντέλα τους.

Βεβαίως, οι οικονομοτέτοιοι του 21ου αιώνα είναι σαν τους ιστορικούς και τους φιλολόγους του 19ου και τους φιλοσοφους του 20ου: είναι τόσο βαθιά χωμένοι στο πολιτικό παιχνίδι, στη διαμόρφωση συνειδήσεων, στον ρόλο τους ως οινοχόοι της εξουσίας, που είναι αδύνατο να κάνουνε σωστά τη δουλειά τους. Έτσι, οι ιστορικοί και οι φιλόλογοι του 19ου εργάζονταν λ.χ. για τη δόξα της Γερμανίας και του εκάστοτε έθνους, οι φιλόσοφοι του 20ου υφαίνανε τη σάρκα της ιδεολογίας που χρειαζόντουσαν οι δυτικοευρωπαϊκές αστικές δημοκρατίες, ο σοσιαλισμός ή (άλλα) ανοσιουργήματα, οι οικονομοτέτοιοι του 21ου υπηρετούν τις τράπεζες, τις "αγορές", τις πολυεθνικές. Άντε να βγάλεις επιστήμη και τέτοια μετά.

Γράφω λοιπόν το μπλογκ 6 χρόνια και μονίμως γκρινιάζω. Το γράφω τακτικά, μετά τους Ολυμπιακούς είμαστε στον κατήφορο. Και βέβαια μού την πέφτουνε πολλοί ότι οι Ολυμπιακοί ήτανε μια πολυδάπανη φιέστα, αλλά τι δεν είναι πολυδάπανο και υπερτιμολογημένο στην Ελλάδα; και αναλογικά με τη φιέστα που βγάλαμε και με τη σημασία της, χαλάλι οι σπατάλες: εδώ πληρώναμε τις πλαστικές σημαίες του Μπιρσίμ για τον θνήσκοντα Παπανδρέου, πληρώσαμε τις φωτιές του Ανιψιού, πληρώνουμε λεφτά πεταμένα σε ημιτελή έργα υποδομής ή σάπια -- γιατί κλαίμε τα ολυμπιακά δις που θα μπορούσανε να μας δώσουν όραμα και να γίνουν απαρχή αναγέννησης της Αθήνας; Αλλά, όπως κλαίγομαι επί εξαετία, Ελλάδα και όραμα είναι έννοιες που δύσκολα συγκατοικούν. Σαν να λέμε Εγγλέζος και προσωπική υγιεινή: με το ζόρι και μόνο για τα μάτια του κόσμου.

Γρήγορα κατάλαβα (τον Δεκέμβριο του '08 και, μετά, τον Μάη του '10) ότι αυτά περί οράματος είναι ξεπιάσματα. Δεν υπάρχει η στοιχειώδης αλληλεγγύη στην κοινωνία μας. Μετά από τόσους μήνες κρίσης, δείτε τι γίνεται: όσοι ευθύνονται -- και, ελάτε, ξέρουμε ποιοι έχουν ευθύνες, πάλι θα τα λέμε; -- εξακολουθούν να κάνουν τα ίδια και χειρότερα, όσοι χυδαίοι και γλοιώδεις δεν έχουν αποθρασυνθεί δηλαδή, ενώ οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα έθιγαν λ.χ. όσους προμηθεύουν το Στράτευμα ή παρασιτούν σε αυτό (ένα τυχαίο παράδειγμα έφερα) είναι πλέον φανερό ότι δε θα γίνουνε ποτέ, ακόμα και σε όσους έχουνε τη λάμψη στα μάτια του καλέσματος σε Μετάνοια "να αλλάξουμε". Παράλληλα, η κυβέρνηση του Γιου πελεκάει συστηματικά ό,τι έχει μείνει από το κράτος πρόνοιας, οδηγώντας εκατοντάδες χιλιάδες στη φτώχεια, κι έχουμε ακόμα αυτόκλητους σχολάρχες και ιεροκήρυκες να μας ψέγουν που δεν είμαστε αρκούντως πειθήνιοι, εφησυχασμένοι και πρόθυμοι να συμμορφωθούμε. Μα κύριοι δημοσιογράφοι, ο ελληνικός λαός κοντεύει να ξεπεράσει τα επίπεδα άψογης συμμόρφωσης και συνεργασίας που επέδειξε επί χούντας, ιδίως αν σκεφτεί κανείς ότι τώρα πρόκειται να πεινάσει.

Οπότε: όραμα, τον πούλο· αλληλεγγύη, τον πούλο. Ποιος είναι ο τρίτος πούλος; Μα φυσικά η πνευματική παραγωγή, η παραγωγή σκέψης. Δε θα μιλήσω για τη λογοτεχνία, γιατί θα ανοίξω αναίτιο μέτωπο, κυρίως μέσα από μια αλληλουχία παρεξηγήσεων. Σκεφτείτε τον πολιτικό λόγο. Επιτρέπεται να παράγει ο παιγνιώδης ολντμπόυ, ο αινιγματώδης Αντώνης ράντικαλ και ο καταρρακτώδης Τάλως σημαντικότερη πολιτική σκέψη και λόγο από μια στρατιά στοχαστώνε, δημοσιογράφωνε και πνευματικών ανθρώπωνε; Επιτρέπεται να μην υπάρχει ουσιωδέστερη υπεράσπιση του Μνημονίου από την Ξαφά και (με τον τρόπο του) τον Γεωργελέ; Επιτρέπεται να αναπολούμε το Μαλβινάκι το καλό; Επιτρέπεται να σχολιάζουμε εκτενώς κι εμβριθώς χρονογραφηματάκια του Πρετεντέρη, του Μανδραβέλη, του Γιανναρά ή και του Ξυδάκη, αν θέλετε, λες και είναι βαρυσήμαντα ολοσέλιδα κείμενα γνώμης; Επιτρέπεται η σάτιρα να είναι στα χέρια του κουρασμένου Λάκη και του αμήχανου Κανάκη; Βεβαίως ο πούλος που λέγεται ένδεια σκέψης συνεπάγεται ότι, να, ο ολντμπόυ, ο Αντώνης, ο Τάλως και όλοι οι άλλοι έχουν την ευκαιρία να επηρεάσουν κόσμο, ενδεχομένως μια ολόκληρη γενιά. Αυτό είναι καλό για εκείνους. Ίσως και για τη γενιά. Δεν παύουν όμως να είναι οι ψαρούκλες μέσα στη χαβούζα, που λένε κι οι Αμερικάνοι: φαίνονται ψαρούκλες επειδή η χαβούζα είναι μικρή. Κι αν νομίζετε ότι η χαβούζα ήτανε κάποτε, ξέρω γω επί γενιάς του '30, λίμνη ή και η Κασπία, παρηγορηθείτε: τουλάχιστον εξέλιπαν ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, ο Παπανούτσος κι ο Κώστας Ουράνης. Πίσω δεν πήγαμε αλλά ούτε και μπροστά.

Γενικά, δε νομίζω ότι πάμε πουθενά εδώ και πολύ καιρό: οι ζωές των φτωχών ξοδεύονται συστηματικά και πολλές φορές σπαταλιούνται, όπως πάντα. Και για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες θα έχουμε σύντομα περισσότερους φτωχούς, ακόμα και πολύ κοντά σε όσους διαβάζουν αυτά που γράφει ένας κουρασμένος άνθρωπος πριν πάει για ύπνο.

GatheRate

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Με αφορμή ταινίες

Μιλώντας για το τι μας αρέσει, μιλάμε για τον εαυτό μας. Ο ολντμπόι το έκανε με πολύ θάρρος εδώ, μιλώντας φυσικά για τις αγαπημένες του ταινίες. Βεβαίως, ο άνθρωπος έχει δει περίπου 15 φορές περισσότερες ταινίες από τον μέσο άνθρωπο.

Ωστόσο, ζήλεψα και θέλω να πω κι εγώ για τις αγαπημένες μου ταινίες. Βεβαίως δεν είμαι σινεφίλ, είμαι μάλλον της μουσικής, της ζωγραφικής και των βιβλίων. Άρα δεν έχω με τις ταινίες τη σχέση ενός ανθρώπου που πραγματικά αγαπάει το σινεμά. Επίσης είναι αλήθεια ότι δε βλέπω τόσο σινεμά όσο παλιότερα, ενώ εδώ και πολλούς μήνες έχω κόψει και τα ντιβιντί. Είναι επίσης γεγονός ότι όταν διαλέγεις δέκα ταινίες, αφήνεις έξω πολλές, πάρα πολλές: The Piano, Από την άκρη της πόλης, 9 Songs, Συνήθεις ύποπτοι, A bout de souffle, Brazil, Τα κόκκινα φανάρια, In the Mood for Love, ο Δρακουλας του Κόππολα, Monster's Ball, Στέλλα, Old Boy, Ου μοιχεύσεις, Ου φονεύσεις, Manhattan, Τα 400 χτυπήματα, The Hudsucker Proxy, 25th Hour, Ο Νονός (1, 2, 3), American History X, και πάμπολλες άλλες (θα δίνω τους τίτλους όπως τους θυμάμαι). Επίσης αφήνεις έξω ταινίες που μπήκαν μέσα σου και σε κατέλαβαν, σαν απρόσωπο δαιμόνιο, για μήνες ή και χρόνια και που μετά τις ξόρκισες και τις ξέχασες. Θα φέρω ένα αστείο παράδειγμα: όταν ήμουν 4 ή 5 χρονών είδα τη Μαίρη Πόππινς κι έπαθα πλάκα. Η ταινία που πήρε τη θέση της ήτανε το Footloose, πολλά χρόνια μετά, το 1984. Τέλος, υπάρχουν ταινίες που βρέθηκαν στις δέκα πρώτες σου (κρατάω λίστες σε παμπάλαια ημερολόγια) και απλώς εξαφανίστηκαν γενικώς, αφήνοντας ωραίες αναμνήσεις, ωραιότερες από την ίδια την ταινία: Αμελί, My own private Idaho, Η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται, Bowling for Columbine, Μάτριξ κτλ.

Πάμε λοιπόν, χωρίς ιδιαίτερη σειρά:

Αντρέι Ρουμπλιόφ. Ίσως η ουσιαστικότερη ταινία που έχει γίνει ποτέ. Και ανάμεσα στις ομορφότερες. Την είδα για πρώτη φορά στην τότε πρόσφατα αποκατεστημένη εκδοχή της στο Άλφαβιλ όταν ήμουν μαθητής και βγήκα κλαίγοντας. Έκτοτε την ξαναείδα τρεις φορές, κλαίγοντας αλλά αγαλιάζοντας στο τέλος. Μπορώ να πω απίστευτες μεγαλοστομίες για αυτήν την ταινία αλλά προτιμώ, όπως συνήθως τώρα τελευταία, να σιωπήσω και να προτείνω να τη δείτε.

Δαμάζοντας τα κύματα. Την έχω δει μία φορά, στο Renoir στο Λονδίνο, και τη θυμάμαι πεντακάθαρα. Ό,τι έχει να πει κανείς για τον έρωτα. Το αριστούργημα του Φον Τρίερ, μεταξύ των δύο φάσεων του έργου του. Την πήρα σε ντιβιντί πριν πολλά χρόνια, το οποίο όμως δεν έχω δει ποτέ γιατί φοβάμαι ότι τώρα πια η ταινία θα μου φανεί κατώτερη της εμπειρίας του 1996 -- το ντιβιντί είναι δηλαδή λίγο σαν τον δαυλό του Μελέαγρου.

Τα φτερά του έρωτα. Κάτι παρόμοιο συνέβαινε με την καλύτερη ταινία του Βέντερς (μετά τον κατέστρεψε ανεπιστρεπτί η σχωρεμένη η Σολβέιγ), αλλά την είχα ήδη δει 3-4 φορές. Παραμένει ταινιάρα. Αυτό που λένε "ποιητικός κινηματογράφος", αλλά χωρίς πόζα και ανοησία, χωρίς στόμφο.

Damage. Λουί Μαλ και ξερό ψωμί. Ανεπανάληπτες ερμηνείες, "ισορροπημένο δραματούργημα, η αποθέωση του γαλλικού σινεμά. Όλη η αμηχανία, η ερημιά και η δόξα και του έρωτα σε μια ταινία".

Intimacy. "Αριστούργημα. Σπαρακτική αλλά ψύχραιμη ματιά στον έρωτα και στις ανθρώπινες σχέσεις, χαμηλών τόνων ωστόσο, με φόντο το Λονδίνο όπως το έζησα." Όταν όμως λέμε "σπαρακτική", εννοούμε σπαρακτική. Επίσης, η μόνη ταινία που μπορώ να μυρίσω.

Blade Runner. Τι να πω. Αναρωτιέμαι πώς ένας τόσο κουτός σκηνοθέτης κατάφερε τόσα πολλά και τόσο άρτια στην εποχή του Star Wars. Εδώ δε χρειάζεται να μυρίσεις το Νέο Λος Άντζελες, χώνεσαι μέσα του. Και δεν είναι μόνον το όραμα, όραμα έχει και ο υπερφίαλος Κιούμπρικ (ο πιο υπερτιμημένος σκηνοθέτης όλων των εποχών), όραμα έχει κι ο Τεό. Εδώ όμως το όραμα ζει κι ανασαίνει κινηματογραφικά, παρότι -- σημειωτέον -- η ταινία πάσχει σεναριακά ακόμα και στην περίφημη βερσιόν του σκηνοθέτη.

Πολίτης Κέιν. Ταινία του '41. Τόσο λιβανισμένη, τόσο αναλυμένη, που κάθησα να τη δω με τη χειρότερη δυνατή διάθεση κριτικά. Ηττήθηκα κατά κράτος. Τι να πω. Τι δεν έχει αυτή η ταινία; Δεν ξέρω, χρώμα. Όλα τα άλλα τα έχει.

Trainspotting. Δεν ξέρω. Την έχω τέσσερις ή πέντε φορές. Κάθε φορά μου αρέσει εξίσου. Περνάω καλά. Τη χαίρομαι. Ταυτίζομαι και με τον ήρωα, αφού δεν είμαι του αυτοελέγχου και της αυτοκυριαρχίας, εκτός όταν είμαι. Κι έχει πελώριο σάουντρακ. Είναι ακριβώς η εποχή της. Μ' αρέσει.

Μπλε Ταινία. Ιστορία μου αμαρτία μου. Είχα δει τη Βερόνικα. Είχα πάθει απόλυτη πλάκα. Απόλυτη. Εντάξει, φοιτητής ήμουνα, μην έχουμε κι απαιτήσεις. Πήγαινα στα δισκάδικα και παρακαλούσα για το σάουντρακ: "μόνο σε σιντί", "μα δεν έχω σιντί". Μετά βγήκε η Μπλε. Την είδα μια κρύα βραδιά στην Έλλη με την κοπέλα μου. Έπαθα απολυτότερη πλάκα. Ωστόσο, μου είχε φανεί σαν Γκρήναγουεη, ένα ρηχό εστέτ-εικαστικό πράμα, εναλλαγή υπέροχων (κυρίως μπλε) κάδρων, πολλών με τη Μπινός, την οποία δυστυχώς δεν κατάφερα να παντρευτώ. Μου άφησε ανεξίτηλες εντυπώσεις και μια δυο σκηνές που θα ήθελα να ήμουν σκηνοθέτης και να είχα γυρίσει. Ξηλώθηκα και πήρα το σάουντρακ εισαγωγής, σε βινύλιο. Πίστευα ωστόσο ότι δεν έχει στόρυ η ταινία, ότι η συσχέτιση με την Ελευθερία ήταν μπουρμπούτσαλο. Ήμουνα βλήτο. Την ξαναείδα πολλά χρόνια ύστερα, με τη συμβία, αφού μου είπε τρεις κουβέντες: κατάλαβα ότι η ταινία έχει αμέτρητο βάθος, ότι πραγματικά μιλάει για την πιο δύσκολη ελευθερία και τη διαδικασία απελευθέρωσης από την ενοχή και το πένθος. Πήγα και την αγόρασα. Σε ντιβιντί.

Zoolander. την έχω δει 7-8 φορές, την ξέρω απ' έξω. Η πιο αστεία κωμωδία.

GatheRate

Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

Αθήνα



Εικόνες εδώ. Τα παρακάτω αποσπάσματα από εδώ:
Προσπαθούσα να καταλάβω την πόλη, να μάθω τις οδούς, τις γειτονιές και τις συνοικίες. Κάθε περιοχή με το δικό της φως, το δικό της χρώμα, τις δικές της μυρωδιές. Το ωχρό Γαλάτσι, η ήρεμη Λαμπρινή, τα φωτεινά Πατήσια, τα γκρίζα Εξάρχεια, η θαλπωρή της Πλάκας, η γλύκα του Πειραιά, η καμαρίλα των βορείων προαστίων, η σύγχυση των δυτικών κλπ.

[...]

Κι η αλήθεια είναι πως οι άνθρωποι στην Αθήνα (οι γηγενείς) μου μοιάζανε λίγο διαφορετικοί. Περισσότερο “υποψιασμένοι”, πιο ήπιοι, προσηνείς, με ευρύτερη σκέψη, με λιγότερη έπαρση και λιγότερη αλαζονεία από μας τα βλαχαδερά [...]. Άλλαξα πολλά σπίτια όλα αυτά τα χρόνια. Όπου κι αν έμενα αυτοί που συνήθως δημιουργούσαν προβλήματα στην πολυκατοικία, στην γειτονιά, ήταν κάτι επαρχιώτες καρτσαπλιάδες, σαν την αφεντιά μου, χωρίς κοινωνική συνείδηση που επιζητούσαν να κάνουν υποφερτή την ανυπαρξία τους με φωνές και φασαρίες.

Και την αγάπησα πολύ την Αθήνα. Με τις ομορφιές και τις ασχήμιες της. Με τις αντιφάσεις και τα στραβά της…

Καταλαβαίνω σε ένα βαθμό τους ανθρώπους που “παίρνουν τα βουνά”. Μπορεί το lifestyle κίνημα “επιστροφή στις ρίζες” ή όπως αλλιώς το λένε, που θέλει την αναπαλαίωση εγκαταλελειμμένων σπιτιών σε χωριά και ραχούλες (συνήθως από μεγαλοαστούς με λυμένο το οικονομικό), να με βρίσκει αισθητικά αντίθετο, αλλά δεν παραγνωρίζω ότι μπορεί έστω και κατ’ ελάχιστο να είναι επωφελές για την Αθήνα (αν και συνήθως στο τέλος αυτά τα σπίτια δεν καταλήγουν να είναι η κύρια κατοικία αλλά απλά ένα ακόμη εξοχικό). Απ’ την άλλη οι επαρχιώτες που δεν μπόρεσαν να αφομοιωθούν και πάντα διατηρούσαν την σπίθα της επιστροφής πολύ καλά κάνουν και επιστρέφουν στις πόλεις και τα χωριά τους (όσοι επιστρέφουν). Η περιφέρεια πρέπει να “γεμίσει” ξανά. Η ζωή πρέπει να επιστρέψει εκεί όπου η αστυφιλία των προηγούμενων δεκαετιών την στράγγιξε.

Δεν δικαιολογώ όμως κανέναν που κατηγορεί την Αθήνα. Δεν αντιλέγω πως σίγουρα υπάρχουν πόλεις στο εξωτερικό που σου προσφέρουν πολύ καλύτερες συνθήκες διαβίωσης όμως κακά τα ψέματα. Αυτά που σε δένουν με ένα μέρος υπερβαίνουν τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Και βλέπεις πόσο ευλογημένος είναι αυτός ο τόπος όταν παρά το ότι έχουν ασελγήσει ασύστολα πάνω του για δεκαετίες ολόκληρες κυβερνήσεις, εργολάβοι, βιομήχανοι και εφοπλιστές (είναι οι ίδιοι που σήμερα το παίζουν οικολόγοι και κάνουν καμπάνιες από τα κανάλια τους για δεντροφυτεύσεις, καθαρισμούς ακτών κλπ.) σου προσφέρει ακόμα και σήμερα απλόχερα τα δώρα του: το εξαιρετικό κλίμα, το μοναδικό φως, τα προϊόντα της γης, το όμορφο φυσικό τοπίο (όπου δεν έχει κυριαρχήσει το τσιμέντο) κλπ.

Οι αναφορές μου στα άυλα (φως, κλίμα) δεν είναι ούτε ποιητικές ούτε μεταφυσικές. Δεν θα ‘ταν του χαρακτήρος μου άλλωστε (εξάλλου άλλες είναι οι “ερωτικές” κατά τα άλλα πόλεις με την αποπνικτική υγρασία και το διαπεραστικό κρύο). Έχουν απλά να κάνουν με την τοποθεσία και το ανάγλυφο. [...]

GatheRate

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

The wasted life of Brian

"Βγήκε ταινία για τον Γρηγορόπουλο", είπε η συμβία. Πήγα να τη δω. Πήρα και τον έρμο τον Βυτίο, τον καλό νέο, μαζί μου.

Η ταινία Wasted Life έχει τόση σχέση με τη χαμένη ζωή του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου όση σχεση έχει το Life of Brian με τη ζωή του Χριστού. Πολύ μεγάλη, δηλαδή, αν είσαι από την Τούβα, τη Δυτική Νέα Γουινέα, ή την Εσωτερική Μογγολία. Αν αφήσει κανείς στην άκρη την εξαιρετική ερμηνεία και τον πολύ ενδιαφέροντα χαρακτήρα του βασανισμένου και δυστυχισμένου μπάτσου (που τελικά δεν ξέρουμε τι μας κόφτει η ζωή του, αφού το χαζοτσογλανάκι που βρίσκεται in loco ΑΓ το σκοτώνει ένας άλλος, αυτός που βλέπει τσόντες στο iPhone εν ώρα υπηρεσίας ντε, χωρίς ακριβώς να καταλάβουμε γιατί).

Αυτά. Μην τη δείτε. Αν είστε γνωστός ή συγγενής του Γρηγορόπουλου, αποφύγετε την ταινία σαν τον διάολο: είναι επιεικώς υβριστικό που αυτό το χάλι λανσαρίστηκε σεμνότυφα ως μια ταινία όχι εμπνευσμένη από τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Αν σας αρέσει το σινεμά, αποφύγετε την ταινία σαν τον διάολο: παλιό κακό ελληνικό σινεμά με ολίγο εικαστικό πασάλειμμα από Σπιρτόκουτο (και γκεστ σταρ τον ίδιο τον Γιάννη τον Οικονομίδη!).

Είμαι επιεικής με τον ολντμπόι γιατί έχει και παιδί.

GatheRate

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

εκ Δυτικής Λιβύης



Αυτή τη φορά οι επιδρομές έχουν νομιμοποίηση, όχι όπως στην περίπτωση της Σερβίας, όταν το ΝΑΤΟ υποκατέστησε το Συμβούλιο Ασφαλείας. Οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Ιταλία δίστασαν να επέμβουν γιατί κόπιασαν τόσο να πιάσουν φιλίες με τον σκηνίτη αρχικαθήκη δολοφόνο.

Διάβασα λοιπόν αυτό το σχόλιο του Δύτη.
α) Όλο και περισσότερο σχηματίζω την εντύπωση ότι στη Λιβύη δεν έχουμε χαρακτηριστικά τόσο εξέγερσης τυνησιακού ή αιγυπτιακού στυλ, όσο φυλετικού εμφυλίου.
β) Δεν νομίζω ότι οι νίκες του Καντάφι μέχρι τώρα βασίστηκαν στην αεροπορία του. Ως εκ τούτου, ζώνη απαγόρευσης πτήσεων είναι ίσως μια τρύπα στο νερό όσον αφορά τον αγώνα για την τελική επικράτηση στη Βεγγάζη.
γ) Ο πόλεμος στη Σερβία (και, επίσης, στο Ιράκ) έδειξε ότι ο μόνος τρόπος να νικήσεις έναν πόλεμο από αέρος είναι να ισοπεδώσεις τις υποδομές της χώρας. Ως εκ τούτου, η δυτική επέμβαση ή θα πρέπει να βομβαρδίσει δικαίους και αδίκους ή να συμπληρωθεί με χερσαίες επιχειρήσεις.
Ιδίως το α) με ξένισε. Όλες οι επαναστάσεις (Γαλλική, Οκτωβριανή κτλ) και όλοι οι εμφύλιοι (αγγλικός, ελληνικός επί επαναστάσεως, ο πόλεμος που οδήγησε στη διάλυση της Μεγάλης Κολομβίας, ισπανικός, ελληνικός '46-'49, λιβανέζικος, όλοι οι αφρικανικοί κτλ) έχουν εντονότατα τοπικά και "φυλετικά" χαρακτηριστικά. Αυτό είναι συνέπεια και του ότι τα εθνικά κράτη είναι ιστορικά ατυχήματα και (γεω)πολιτικά κατασκευάσματα που στιβάζουν μαζί τόσες διαφορετικές ομάδες (εθνοτικές, θρησκευτικές κτλ κτλ κτλ). Άλλωστε, απ' όσα λίγα μάθαμε, και στην Τριπολίτιδα υπήρχαν εξεγερμένοι.

Το να επικαλούμαστε "τις φυλές" και να μιλάμε για "φυλετικό εμφύλιο" (τι παράδοξος όρος!) στην περίπτωση της Λιβύης ενδεχομένως μαρτυρεί ότι βλέπουμε τους Λίβυους ως γραφικά ημιάγρια γιάχαλλα-μπάχαλα, που δεν μπορεί να έχουνε πολιτικές επιδιώξεις, έστω και αν είναι απλούστατες: να διώξουν τον στυγερό δικτάτορα. Οριενταλισμός όζει, θαμμένος βεβαίως βαθιά στο ασυνείδητο στην περίπτωση του Δύτη (θα ήτανε γελοίο να προσάψει κανείς έστω και υποσυνείδητο οριενταλισμό στον Δύτη).

Τέλος, ο Καντάφι αποκαλείται κάπου "ημιπαράφρων". Δεν ξέρω τι χρειάζεται για να αποκαλέσουμε κάποιον 100% παράφρονα αν ο Μουαμάρ είναι στο ντεμί.

Γενικά, με ενοχλεί βαθιά η υπόγεια συμπάθεια σε αυτόν το υπερτσαουσέσκου, μεγαλουκασένκο, κιμτζονγκιλικό φρανκόσκυλο. Ιδίως η σύγκριση με τον σκατόψυχο είναι ενδιαφέρουσα: δε δίστασε να στρέψει ξένους μισθοφόρους εναντίον αμάχων που έβγαιναν από προσευχή. Όπως και ο Caudillo, σφάζει μέχρι την υστάτη. Υποψιάζομαι ότι η πηγή της ένοχης, και πια ενοχοποιημένης, συμπάθειας στον Ηγέτη της Πράσινης Επανάστασης είναι η εξής: στην Ελλάδα οι πολιτικές ιδεολογίες έχουνε μικρή σημασία, τουλάχιστον μικρότερη από την έννοια της αντιαμερικανικής συμπαράταξης. Έτσι, στην Ελλάδα υποστηρίξαμε, καλωσορίσαμε και ασπαστήκαμε διάφορους δικτάτορες και τυράννους , προσχηματικά σοσιαλιστές αλλά και καθόλου σοσιαλιστές, με γνώμονα όχι μόνον το συμφέρον της χώρας μας (όπως όλοι, στο κάτω κάτω,) αλλά κυρίως με γνώμονα το αν ενοχλούνε τους αμερικάνους -- για οποιονδήποτε λόγο κι αν ενοχλούσαν τους αμερικάνους, εξισώνοντάς τους με λαϊκούς ηγέτες. Έτσι, δίπλα στο λαϊκό κίνημα τον Σαντινίστας, λατρεύουμε τον ύστερο Κάστρο, δίπλα στον λαοπρόβλητο και γενναίο Μοράλες των φτωχών γηγενών, βάζουμε μετάνοια στον διαστροφέα της (έτσι κι αλλιώς άρρωστης στη Βενεζουέλα) δημοκρατίας Τσάβες. Πιο κοντά δεν πλησιάζω -- γνωστά πράγματα.

GatheRate

Ανάμνηση



(με ευχαριστίες στον κύριο Φώλιο, που με έκανε να την ανασύρω)


Καλά παιδιά οι ρηγάδες, μου άρεσαν. Εγώ ήμουνα μικρός τότε.

Ωστόσο, με τραβολογούσε ο πατέρας μου σε φεστιβάλ πολιτικών νεολαιών όταν ήμουν μικρός "για να σχηματίσω άποψη". Εκεί μεταξύ 9 και 13 ετών. Τα φεστιβάλ και οι προφεστιβαλικές εκδηλώσεις της ΚΝΕ με ψυχοπλάκωναν, του Ρήγα ήταν ωραία τα φεστιβάλ, ενώ της ΟΝΝΕΔ ήταν αηδία (οι γονείς μου κορόιδευαν: "αντιγράφουν την ΚΝΕ", έλεγαν).

Θυμάμαι που είχε πάρει η μάνα μου κάτι πορσελάνινα περιστέρια από παλαιστίνιους φοιτητές (μάλλον υπότροφους του αστικού ελληνικού κράτους -- άσχετο) από ένα φεστιβάλ της ΚΝΕ κι εξ αφορμής είχε μια έντονη συζήτηση με τον πατέρα μου διότι ο πατέρας μου (ΚΚΕ εσ. τότε) δεν ήθελε να δώσει λεφτά στο ΚΚΕ. Η μάνα μου έλεγε ότι τα λεφτά θα τα πάρουν οι Παλαιστίνιοι που αγωνίζονται. Δεν πείστηκε ο πατέρας μου. Τοτε η μάνα μου είπε ότι είναι κρίμα τα καημένα τα παιδακια που τα πουλάνε. Ε, στο τέλος είπε ότι θα τα πάρει γιατί τα θέλει. Πρέπει να τα έχουν ακόμα στο σαλόνι, εκτός κι αν τα κατάπιαν τίποτε ανήψια μου.

GatheRate

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Στραγάλια



Πάει κι ο Ρασούλης. Μεγαλείο ο σχωρεμένος: πώς γίνεται να γράφεις τραγούδια που απηχούν σε ερωτόληπτο κουλτουριάρη έφηβο, σε εράσμια φοιτήτρια ψαγμένη, σε μπουζουκονταγλάν κυρία εξηντάρα, σε σαραντάρη γκομενιάρη (αλλά με μεγάλη καρδιά), σε βαριά κι ασήκωτα διανοούμενο -- και πάει λέγοντας. Πώς γίνεται να καλύψεις τόσο διαφορετικούς ανθρώπους;

Τεμπέληδες κειμενοκόποι, σκέφτεστε καθόλου προτού γράψετε; Όταν πεθαίνουμε δε φεύγουμε. Δεν πάμε πουθενά. Παραμένουμε κοκκαλωμένοι και ακίνητοι, ολοκληρωτικά πλέον στο έλεος των άλλων, των ζωντανών. Δεν πάμε ταξίδι, γαμώ τη στραβομάρα σας και τις ωραίες εκθέσεις που γράφατε στο Λύκειο. "Καλό ταξίδι" για πού; "Για τη γειτονιά των αγγέλων"; Όπου θα παίζουν άρπα, λύρα και κιθαρίτσα (άντε, τζουρά ο Ρασούλης) πάνω στα σύννεφα στους αιώνας των αιώνων; Αν δεν κοιμόσασταν στα Θρησκευτικά, θα ξέρατε ότι ψοφάμε και παραμένουμε πεθαμένοι "επ' ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου". Αλλά μάλλον κάποιο ωραίο κοσμητικό σχήμα ψάχνετε, χεστήκατε για τα δόγματα της Εκκλησίας. Γιατί λοιπόν όχι κάτι σαν "καλό κουτρουβάλημα στον Κάτω Κόσμο"; "είθε οι τσέπες σου να είναι γεμάτες ναύλα για τον Χάροντα"; "καλή αντάμωση στα Ηλύσια Πεδία"; Αλλά τι λέω, μιλάμε για τους ίδιους γραφιάδες που αποκαλούν τις πόρνες "ιερόδουλες" και που προσπαθούν να επιβάλουν το χυδαίο ψέμα "άνθρωποι με ειδικές ικανότητες" για τους ανθρώπους με ειδικές ανάγκες.

Ας πούμε ότι αυτό το διάγραμμα είναι ακριβές. Περιγράφει τι πάθαμε στην Ελλάδα με την κρίση. Χρειαζόμασταν λεφτά. Από πού θα τα βρίσκαμε, κόβοντας την αριστερή στήλη ή τη δεξιά; Κόψαμε την αριστερή, άλλωστε αυτό είναι το ντάρμα του ΔΝΤ. Μα, θα μου πείτε, έχουμε δεξιά στήλη, φοροαπαλλαγές για τους πλουσίους, στην Ελλάδα; Όχι. Έχουμε φοροδιαφυγή, διαφθορά και εξοπλιστικά. τα οποία δεν πρόκειται να θιγούν, ακόμα και οι συμπαθείς Φ. Γεωργελές και Π. Δούκας πρέπει να το έχουνε καταλάβει αυτό. Άσε που τα έσοδα του κράτους μειώνονται έτσι κι αλλιώς.

Και, λυπάμαι που θα το πω, αλλά έχουμε πάθει σκλήρυνση, με τη βιβλική έννοια: γκρεμίζεται, καίγεται και πνίγεται η Ιαπωνία και εμάς μας απασχολεί αν θα ανακάμψει η ιαπωνική οικονομία: τα δελτία ειδήσεων μέχρι πρόσφατα έβλεπαν όλον τον κόσμο χρωματισμένο από την εθνικιστική ιδεολογία, πλέον τα γυαλιά που φοράμε έχουνε το χρώμα του χρήματος. Επίσης ο καθηγητής Βαρουφάκης μάς εξηγεί στη ΝΕΤ ότι με τις καταστροφές αυξάνεται το ΑΕΠ. Το είχε πει κάποτε ο Τσόμσκυ στο Τορόντο και γελούσα, έλεγα ότι ο ζαμπόνηρος αναρχόγερος θέλει να κάνει όλους τους νεοφιλελεύθερους να μοιάζουνε με σκουληκαντέρες τύπου Άυν Ραντ: είπε ότι οι λακκούβες στους δρόμους αυξάνουν το ΑΕΠ γιατί μετά δουλεύει η οδική βοήθεια, ο φαναρτζής, το συνεργείο κτλ. Αλλά το είπε κι η μάνα μου: ό,τι κοροϊδεύεις το λούζεσαι.

Στο μεταξύ ο αιμοσταγής καραγκιόζης ούτε ξεκουμπίζεται, ούτε ψοφάει. Κι ο διαλλακτικός Βασιλεύς του Μπαχρέιν εκμεταλλεύεται την αναμπουμπούλα για να φέρει στρατό κατοχής από το καθηκέστερο κράτος της Μέσης Ανατολής (όχι το Ισραήλ βρε, το Ισραήλ έχει κοινοβούλιο, εκλογές και ανεξιθρησκία· το άλλο, το μοναδικό κράτος στον κόσμο που ονοματίστηκε από τον φύλαρχο που το κυβερνούσε και που κατάργησε τη δουλεία το 1962).

GatheRate

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Ωστόσο, μέσα μου χαμογελάω

Νίκη (ναι, έστω: του αυτονόητου και της στοιχειώδους ανθρωπιάς).

Πάντως, δεν ξέρω για την εργατική τάξη, για να το πω ευγενικά κι εκτός αν 'η εργατική τάξη' είναι μια αφαίρεση όπως 'το έθνος', αλλά πιο περήφανοι πρέπει να είναι οι λιγοστοί "αλληλέγγυοι" κουλτουριάρηδες, μερικοί "ακτιβιστές του διαδικτυακού καναπέ', εφτά σαμουράι-δημοσιογράφοι, και κυρίως όσοι άνθρωποι (υπο)στήριξαν αυτούς τους ανθρώπους.

Και για να μη χαλαρώνουμε, παίδες:



GatheRate

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

On repart à zéro



Και φυσικά η Επανάσταση ήρθε, ένα νέο 1989 των λαών (ή 1848; δεν ξέρω). Όχι όμως στην Ευρώπη, που μάλλον τον έχει πιει στο ουζοπότηρο πανταχόθεν, αλλά στο Τούνεζι, στη Μπαρμπαριά (μέσω Μισιριού), στο άγνωστο πετρελαιοφόρο κρατίδιο του Μπαχρέιν, στην άγρια Υεμένη. Εξού και κανείς μας δεν τη συμπαθεί πραγματικά: αντί για εράσμιες Ουκρανές και καπάτσες Ουγγροπολωνέζες, έχεις πισώβαρες Αράβισσες (κάποιοι φυσσικά δεν τις έβλεπαν καθόλου), αντί για τη Βατσλάβσκα Ναμέστι, τον σταθμό της Φρίντριχστράσε, τους μεσευρωπαϊκούς καθεδρικούς του Κούντερα και τις χαύνες και άτεγκτα ευθείες λεωφόρους του Βουκουρεστίου (που τόσο είχε θαυμάσει η Έλλη Αλεξίου στο ταξιδιωτικό της για τη Ρουμανία που διαβάζαμε μικροί), έχεις σκόνη, μεταλικούς ουρανούς και τον βορειοαφρικανικό μπρουταλισμό του μπετού. Αντί για λαούς με τσαλαπατημένη αξιοπρέπεια, την οποία εξ ορισμού έχουμε οι Ευρωπαίοι και η οποία τελειώνει εκεί που δένουν τα βαπόρια του Βοσπόρου, έχεις κάτι χαχόλους, λαούς-παιδιά, που δεν ψέλνουν πατριωτικά άσματα χαϋντνικά, να δακρύσεις κι εσύ, παρά κάτι γηπεδικά συνθήματα στην όλο πνίγες γλώσσα τους. Κι έχουνε και πετρέλαια.

Κι εγώ αισθάνομαι πολύ κουρασμένος. Η κατάσταση στην Ελλάδα δε μου δημιουργεί πια φρίκη, μου μοιάζει πια εφιαλτική. Μου έρχεται να παρακαλέσω όποιον με παίρνει τηλέφωνο να μου λέει μόνο κουτσομπολιά, γκομενικά κουτσομπολιά. Άντε, να μου πούνε για ταινίες και βιβλία. Και τίποτε άλλο. Δεν έχει κάποιο βαθύ νόημα αυτό που λέω, είναι το ζωώδες μουγκρητό κάποιου που βασανίζουν και θέλει να πει "σταματήστε, δεν αντέχω", αλλά δεν μπορεί πια να μιλήσει γιατί είναι πρησμένος μέσα κι έξω. Εδώ κανονικά θα απαριθμούσα, με τον προσφιλή μου τρόπο της λίστας σε ασύνδετο σχήμα, τα στοιχεία του εφιάλτη: αυτό, αυτό, αυτό και άλλα πολλά. Αλλά κι αυτό είναι ακκισμός πια. Τι κουβέντες να πεις πια. Το πολιτικό πρόβλημα υπήρχε και παραμένει (μία λέξη, συμβολική: Πάγκαλος), το επιδεινώνει ότι στα πράγματα είναι όχι πια οι απλώς πανηλίθιοι και κυνικοί, παρά λαμπροί ιδεολόγοι, πλην όμως "πραγματιστές" και άρα ανενδοίαστοι· το κοινωνικό-πνευματικό-ηθικό πρόβλημά μας διογκώθηκε εκθετικά, αφού λ.χ. πια η δημόσια επίδειξη αναλγησίας και απροκάλυπτης απανθρωπιάς απέναντι σε κολασμένους απεργούς πείνας, για τους ομοίους των οποίων φυσικά κάποτε δακρύζαμε τζάμπα, αποτελεί μέτρο πολιτικής υπευθυνότητας -- εκτός φυσικά και αν ανήκεις στους πεφωτισμένους που φρονούν ότι πρέπει να θεριστούν οι μπάτσοι (λες και ωρίμασαν ποτέ). Όλα όσα έκαναν την κοινωνία μας, "πρωτοπόρα και προοδευτική", ωραία σαν Έλληνα, ήταν απλώς καιροσκοπικά φτιασίδια ή περασμένα μεγαλεία στην καλύτερη περίπτωση. On repart à zéro.

Έτσι, τι να γράψει και τι να διαγνώσει κανείς και τι να σαρκάσει κανείς πια. Πόσα λόγια πια. Μένει μόνο η κούραση και η αρχή της απελπισίας.

Να ευχηθώ "Καλή Σαρακοστή" θα ήταν μάλλον ανεπίτρεπτος σαρκασμός.

GatheRate

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Παρενθέσεις από μια κηδεία



Προσπαθώ να γράψω αυτό το σημείωμα από χτες. Αν αποτύχω, θα είναι γιατί απέτυχα, όχι γιατί δε μ' ένιαξε.

Χτες κηδέψαμε έναν γλυκό και χαρούμενο άνθρωπο, μια συνάδερφο εξαιρετική στη δουλειά της. Νέα από τις περισσότερες απόψεις. Ας πούμε ότι πέθανε από μαράζι. Εντάξει, δεν είναι ιατρικώς ορθή η αιτιολογία, αλλά ας πούμε ότι το βλέπω έτσι. Ο Σραόσα είμαι, ό,τι θέλω γράφω.

Στην κηδεία τη σκεφτόμουν, σκεφτόμουν τους δικούς της. Όταν ήμουνα μικρός, φοβόμουν μην πεθάνουν όσοι μ' αγαπάνε, μετά έτρεμα μην πεθάνω εγώ, τώρα διώχνω με φρίκη τη σκέψη ότι θα πεθάνουν όσοι αγαπώ. Από την πένθιμη διάθεση για την εκλιπούσα (θα πω "αδικοχαμένη", αν και δε θεωρείται δόκιμος ο όρος όταν ο φυσικός αυτουργός είναι ο καρκίνος που όλοι φοβόμαστε ή τα καρδιακά, από τα οποία έχουμε ακόμα περισσότερες πιθανότητες να καταλήξουμε) με έβγαζε πότε ο θλιβερός ψάλτης με τη σοβαρή διαταραχή ομιλίας (τι διασυρμός των νεκρών αυτοί οι ψαλτάδες στις κηδείες, πάντα οι τελευταίοι), πότε το εκνευριστικά ιουδαΐζον-στωικίστικο κείμενο της νεκρώσιμης ακολουθίας (Ανάσταση; ποια Ανάσταση;). Μετά ξανακαταλάγιαζα στην ενατένιση δύο φαρμακωμένων ανθρώπων στα στασίδια φάτσα στο φέρετρο ή των θλιμμένων προσώπων μας. Κάποιου τα δάκρυα στα δεξιά μου έσταζαν στο πάτωμα σα λασκαρισμένη βρύση, χωρίς να κυλήσουν καθόλου στο πρόσωπό του. Η μέρα έξω είχε λοξό και άτρωτο φως, βαρύ ουρανό και υπέρλαμπρα ανοιξιάτικα λιβάδια, κίτρινα και πράσινα, αλλά κυρίως κίτρινα.

Μετά, καθώς έβγαζα το κουστούμι, τα παπούτσια (πασπαλισμένα με χώμα), τη μαύρη γραβάτα που είχα αγοράσει για μια άλλη κηδεία πάρα πολύ μακριά αλλά ποτέ δεν είχα φορέσει, ένιωσα περίεργα. Πένθος αλλά όχι μελαγχολία, οργή αλλά όχι θυμό, πίκρα αλλά όχι θλίψη. Σκεφτόμουν ότι ένας άνθρωπος γεμάτος αγάπη και κέφι και μπρίο για τη δουλειά (ακόμα κι όταν την είδα διασωληνωμένη για τελευταία φορά στο νοσοκομείο), πέθανε με πίκρα και με την αίσθηση ότι αδικήθηκε. Αυτό με βάρυνε περισσότερο απ' όλα. Πολύ. Η αγάπη που δίνουμε δεν μπορεί να μας σώσει, σκέφτηκα. Αφοριστικά και μελοδραματικά ίσως, αλλά το σκέφτηκα. Και όταν λέμε να μας σώσει, δε μιλάμε για τον Θεό και τον Γιο Του, μιλάμε να μπορέσεις να φύγεις ήσυχα χωρίς να πονάς για τις αδικίες που υπέστης. Η αγάπη δεν μπορεί να μας λυτρώσει, δεν μπορεί καν να μας γιάνει.

Αργότερα, μιλώντας με έναν φίλο για να ξεπλύνω από τη σκέψη μου τη στιφάδα και τη γλυφή διάθεση, του το είπα: η αγάπη δε θα σε σώσει, αλλά θα σώσει τους γύρω σου που θα την δεχτούν από σένα.

GatheRate

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011

Ο φίλος μας ο Καντάφι


(αφιερωμένο σε όσους την έχουνε μικρή τη μνήμη)

Μουαμάρ Καντάφι:

Ο φίλος του Μεγάλου Ανδρέα, χάρη στον οποίο τα βρήκε με τον άλλο φίλο Μιτεράν στην Ελούντα, σε μια κίνηση μυστικής διπλωματίας, η οποία απαγορεύεται από το ελληνικό Σύνταγμα και στην οποία ειδικευόμαστε, όπως μάθαμε τη μία φορά που τα κάναμε μούσκεμα, χάρη στους φιλόκουρδους παύλους μελάδες (χαρχ) και την υπόθεση Οτσαλάν. Στο μεταξύ αγοράστηκαν κάτι Μιράζ 2000.

Ο άνθρωπος που θαύμαζαν οι πασοκάνθρωποι του '81-'89, που θα έφτιαχνε τεχνητό ποτάμι για να αρδεύσει τη Σαχάρα, που τράβαγε γραμμές θανάτου, γραμμές Αουζού στο Τσαντ και μετά μαζευόταν καρπαζωμένος από τους αδίστακτους (αυτό χωρίς ίχνος ειρωνείας) ιμπεριαλιστές.

Ο άνθρωπος που διέταξε να ανατιναχτεί επιβατικό αεροπλάνο για παραδειγματισμό, στη λαμπρή παράδοση της κατάρριψης του κορεατικού τζάμπο.

Ο άνθρωπος που ελέω πετρελαίου έγινε εσχάτως φίλος και της Ιταλίας και της Βρετανίας αλλά και της Ελλάδας, πατρονάροντας τον πρωθυπουργό χώρας της ΕΕ σαν να ήταν ιταλίδα γκομενίτσα που της χάρισε τζάμπα Κοράνι.

Ο καραγκιόζης μπερλουσκονικών προδιαγραφών, ο κομπλέ περιφερόμενος θίασος: με τέντα και ένοπλες μοντέλες.

Ο αναγκαίος δικτάτορας που χρειάζονται οι χαχόλοι. Αντίθετα από τον αμερικανόδουλο Μουμπάρακ, αυτός πιο αναγκαίος, γιατί θα άνοιγε τον δρόμο στον σοσιαλισμό. Ο πολιτικός άνδρας που θαύμαζε 0 Μανώλης Γλέζος γιατί κατάργησε τα κόμματα κι εφάρμοσε την άμεση δημοκρατία.

Ο αιμοσταγής τύραννος, που διέπραξε ό,τι μόνον οι Βρετανοί (βετεράνοι αυτοί) τόλμησαν να κάνουν το '72 στην Bloody Sunday: να ρίξουνε στρατό πάνω σε αμάχους. Και οι ευθύνες της μικρής αδύναμης και πάντα ριγμένης Ελλάδας. Της πάντα γελαστής και γελασμένης, που θέλουμε να λέμε.

GatheRate

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

Fire in Cairo



Γύριζα από την τράπεζα σήμερα, όπου μόλις είχα μάθει ότι ο κυπριακός Τειρεσίας λέγεται Άρτεμις (γιατί; επειδή είναι παρθένα; ή επειδή είναι κυνηγός;) κι άκουσα το παρακάτω πετακαταπληκτικό άσμα:
Κάιρο
Στίχοι: Πήγασος
Μουσική: Πήγασος
Πρώτη εκτέλεση: Σάκης Ρουβάς

Θες να το ξεχάσω
και να το προσπεράσω
δεν ήταν, λες, λάθος σοβαρό.
Αν θες να γυρίσεις
πρέπει ν' ακολουθήσεις
εξαγνισμού τελετουργικό.

Θέλω στο Κάιρο να πας
για να μετανοήσεις
στης πυραμίδας τα σκαλιά
συγνώμη να ζητήσεις.
Θέλω χιλιόμετρα εκατό
γυμνή να περπατήσεις
μες στην καυτή την έρημο
και τότε ας γυρίσεις.

Για να σε κρατήσω
και να σε συγχωρήσω
άκου αυτό τώρα που θα πω.
Για την απιστία
υπάρχει θεραπεία
εξαγνισμού τελετουργικό.

Θέλω στο Κάιρο να πας...

Κι αν δε κάνεις όλα αυτά
με ένοχη καρδιά
δε θέλω πίσω πια να γυρίσεις.
Με τις τύψεις σου να ζεις
που πια δε θα μπορείς
τα μάτια μου ξανά ν' αντικρίσεις.

Θέλω στο Κάιρο να πας...
Εγώ δεν έχω να πω τίποτα. Τα λέει όλα η ποίηση, πάντοτε πολυδιάστατη και, σε αυτή την περίπτωση, επίκαιρη.

GatheRate

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Σύγχρονες μορφές μαντείας



Το γκάλοπ έκλεισε. Τα αποτελέσματα τα βλέπετε δίπλα: στο πνεύμα της εποχής, νικήτρια είναι η αποχή και ανάμεσα στους ψηφίσαντες η ψήφος διαμαρτυρίας (δε μας χε, ρε σρα) με 55%.

Αυτό μου θύμισε ένα σημείωμα που ήθελα να γράψω για σύγχρονες μορφές μαντείας. Διότι, βεβαίως, ο τεχνικός πολιτισμός προχωρεί και μας παρέχει περισσότερους διαύλους μέσα από τους οποίους θα πείσουμε τους εαυτούς μας ότι κυλάει στάγδην το μεταφυσικό για να ποτίσει τις καθημερινότητές μας. Παράλληλα, ο πνευματικός πολιτισμός βρίσκεται κάπου εκεί στον 19ο, ή και πιο πίσω, οπότε η ανάγκη να βρούμε μαντικούς διαύλους παραμένει.

Προτείνω λοιπόν τα εξής δοκιμασμένα:

PINομαντεία: σου στέλνει η τράπεζα PIN. Εφαρμόζεις όλες τις αριθμομαντικές και λεξαριθμικές μεθόδους που ξέρεις. Επειδή ο PIN είναι (ψευδο)τυχαίος, σίγουρα κάποια "ανώτερη δύναμη" θα μιλάει μέσα από αυτόν. Εγγυημένα πράματα.

Ραδιομαντεία / Κλιπομαντεία: Διαλογίζεσαι πάνω στο ερώτημά σου, λ.χ. "θα απολυθώ;" Ανοίγεις κανάλι μόνο με βίντεο κλιπ ή το ράδιο. Το επόμενο τραγούδι, προφητικώ και αλληγορικώ τω τρόπω, περιέχει την απάντηση. Προσοχή στην επιλογή καναλιού ή σταθμού, αν έχει το πλέιλιστ του μπαρμπα-Γιάννη Σπόνσορα, τα αποτελέσματα δεν είναι εγγυημένα. Πάντως, αν πέσει το "πάγωσε η τζιμινιέρα" (δεδομένων και των ασυμπτωτικά μηδενικών πιθανοτήτων να πέσει το "πάγωσε η τζιμινιέρα"), τυπώστε βιογραφικά και αναζητήστε σουπερμάρκετ στο οποίο θα επενδύσετε την (υποθετική) αποζημίωση.

iPodομαντεία: Διαλογίζεσαι πάνω στο ερώτημά σου, λ.χ. "Είναι προβληματικός/-ή ή φέρεται έτσι επίτηδες;". Προχωράς στο iPod ένα τραγούδι μπροστά (έχοντας πρώτα επιλέξει shuffle). Το επόμενο τραγούδι, προφητικώ και αλληγορικώ τω τρόπω, περιέχει την απάντηση. Η iPodομαντεία έχει το πλεονέκτημα ότι τα τραγούδια μέσα από τα οποία θα επιλεγεί μαντικώς η απάντηση έχουν πρώτα επιλεγεί από εσένα, άρα λένε κάτι για τη ζωή σου και μάλιστα με τρόπο που τον καταλαβαίνεις. Για παράδειγμα,: αν είσαι της κλασικής, άμα σου πέσει η Σονάτα του Κρώυτσερ, η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι: "είσαι υπογαμημένος, ασχολήσου με τα φιλοτήσια έργα και πιες ένα κρασί"· άμα σου πέσει το κοντσέρτο του Μέντελσον για βιολί, η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι: "όχι μόνο το κάνει επίτηδες, αλλά σε έξι μήνες θα είσαι αλκοόλας" -- αν είσαι των ελληνικών, του ροκ, των κλαρίνων, της ελεχτρόνικα, της μπαλάντας, αντιστοίχως. Προσοχή όμως: άμα η λίστα αναπαραγωγής περιέχει λιγότερα από 150 τραγούδια, η αξιοπιστία της μεθόδου είναι περιορισμένη: καλύτερα λοιπόν απευθυνθείτε σε κάποιον με κληρονομικό χάρισμα. Επίσης: αν πέσει Πλιάτσικας η απάντηση είναι "πόνα" ή "ψόφα" (ανεξαιρέτως ερώτησης). Για τους Tool, τους Tindersticks, τον Τερλέγκα και την Τσανακλίδου οι απαντήσεις περιέχονται στο σχετικό συνδρομητικό σάιτ που θα φτιάξω σύντομα.

GatheRate

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Επιλογές από τον ημερήσιο τύπο



Κερατέα, όπως Ραμάλλα -- αφήστε τη Γάζα ήσυχη, ούτε που τη διανοούμαστε τη Γάζα. (Για να το βρίσκω στο μέλλον.)

Η προέλευση της Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη: το όριο της φωτιάς.

Πόθος και αφοσίωση. Ή ο πόθος ως φάρμακο της μοναξιάς, αλλά μάλλον, τελικά, η άρνηση της μοναξιάς ως πόθος.

Και πάνω που πήγα να πατήσω το 'δημοσίευση', σκέφτηκα: "να οι εμμονές σου". Εκτός από τη μουσική και τα βιβλία.

GatheRate

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Μεταξύ δύο αιώνων



Το 1997, τον καιρό του IRC, ενώ άλλοι έκαναν τσατ για σάιμπερ και για να βρούνε γκόμενους και γκόμενες, εγώ έψαχνα κόσμο να μιλήσω. Το 2005, όταν ξεκίνησα το μπλογκ, ομοίως. Αυτά δεν τα λέω με τον παραμικρότερο υπαινιγμό ότι, π.χ., είμαι αγνός διαδικτυακός πατριώτης ανάμεσα στους υστερόβουλους ή τέτοιες ανοησίες. Με τίποτα, άλλωστε είμαι από τους τελευταίους (;) ονειροπόλους υπερασπιστές της λίμπιντο, και της δημόσιας έκφρασής της. Θέλω απλώς να πω ότι... αλλά ας το πω καλύτερα.

Το 1997 γνώρισα στο IRC έναν αμερικανό φοιτητή του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Ώστιν (UT Austin). Επειδή έμπαινε στο ίντερνετ μαύρη νύχτα δική του, βόλευαν οι ώρες για να μιλάμε. Αφού τότε δεν είχαμε καλά καλά σαρωτές και κάμερες (άσε δε ψηφιακές φωτογραφίες), δεν ξέρω τίποτε γι' αυτόν πέρα από όσα μου έλεγε. Η φάση με το τσατ ήτανε για μένα σαν εκτροχιασμένη αναβίωση της εποχής των πένπαλ κι εκείνης της φιλανδικής εταιρείας που σου τους έβρισκε με αμοιβή δύο διεθνή ταχυδρομικά κουπόνια (κάτι που στο Γυμνάσιο μάς φαινόταν σχεδόν ανυπέρβλητα δυσεύρετο).

Ο Τόμας ήτανε σίγουρα νερντ, ευφυής νότιος βαπτιστής. Έφτιαχνε τεχνητές γλώσσες (κάτι που φρονώ ότι θα έπρεπε να εκλείψει με τον θάνατο του Τόλκιν) και σπούδαζε πέντε πράματα μαζί. Τον κορόιδευα τότε, του έλεγα για τα αμερικάνικα πανεπιστήμια σούπερ μάρκετ, βάλε κι απ' αυτό να έχουμε. Αλλά, φυσικά, ό,τι κοροϊδεύεις θα το λουστείς κάποια στιγμή. Το major του πάντως ήτανε Σύγχρονες Γλώσσες. Νομίζω.

Ο Τόμας μού είχε πει μια σοφή κουβέντα, που την κατάλαβα πέρσι (έγραψα για το θέμα αλλά δε βάζω λινκ γιατί προσβάλλω τις ευαισθησίες αναγνωστών που δικαιολογημένα ζοχαδιάζονται με τόση αυτοαναφορικότητα). Είπε λοιπόν ότι η Αμερική φαντάζει τόσο μπανάλ και πανηλίθια στους Ευρωπαίους αλλά και στους ανθρώπους των "πόλεων" (όρα Βοστώνη-Νέα Υόρκη-Λος Άντζελες-Σαν Φρανσίσκο) επειδή είναι πολιτισμικά πλουραλιστική χώρα, "a cultural democracy", έτσι το έθεσε. Ακολούθησαν εβδομάδες συζητήσεων: αυτά έχουνε τα νιάτα και η επικοινωνία σε πραγματικό χρόνο μέσω πληκτρολογίου.

Τι εννοούσε, εν ολίγοις: κάτι που πια μας είναι σχεδόν ξεκάθαρο. Όταν η παραγωγή πολιτιστικού προϊόντος (τραγουδιού, χορού, αθλημάτων, διαγωνισμών, ζωγραφικής, θρησκείας, κειμένων, αρχιτεκτονικής κτλ.) φεύγει από τα χέρια των μορφωμένων (και επιδοτούμενων ή φραγκωμένων) ελίτ, τότε βρίσκει χώρο έκφρασης και το κιτς. Μου έφερνε για παράδειγμα τους αγώνες monster truck.

Βεβαίως, τότε, τον περασμένο αιώνα, παιδί καθώς ήμουν της κουρλής (που λέμε στην Κεφαλονιά) παιδείας μας, μόνον τα monster trucks, τη ρώσικη ποπ -- η οποία εκπαραθύρωσε τη γενικευμένη καταβύθιση στην κλασσική μουσική που επικρατούσε στη Σοβιετική Ένωση -- και τέτοια έβλεπα. Τώρα ξέρω ότι η γενίκευση της δυνατότητας για πολιτιστική παραγωγή, είτε λόγω του ότι έχει περισσότερα λεφτά η πλέμπα, είτε λόγω του ότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, μας έδωσε και τα μπλουζ, και την προσφυγική λαϊκή αρχιτεκτονική (που μελέτησε ο Άρης Κωνσταντινίδης), την πόβερα κουζίνα και τους λαϊκούς θρησκευτικούς ύμνος της Νότιας Ιταλίας και τόσα άλλα. Και τα μπλογκ. Κι όλα.

GatheRate

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2011

Another journey by train



Απόσπασμα από το μυθιστόρημα, που δεν πρόκειται να εκδοθεί. Το τελείωσα το 2003, διαδραματίζεται το 2012. Υπέθετα τότε ότι η ανάπτυξη των σιδηροδρόμων στην Ελλάδα ήταν εφικτή και μάλλον αναμενόμενη. Τα υπόλοιπα, δικά σας
Εδώ. Εκεί. Αυτό δεν είναι το τραίνο της Γλασκώβης, που ευτυχώς δεν πήρα, είναι η αμαξοστοιχία 626 για Παλαιοφάρσαλο-Πλατύ-Θεσσαλονίκη-Αλεξανδρούπολη-Πύθιο(-Κωνσταντινούπολη). Τώρα που δεν έχει πια, εδώ και χρόνια, μουτζούρηδες (τις αμαξοστοιχίες υπ’ αριθ. δεκαπέντε-κάτι) και ‘απλά’ (υπ’ αριθ. πεντακόσια-κάτι), αυτή είναι η τελευταία ταχεία: το πιο αργό τραίνο δηλαδή, που θα μού δώσει καιρό να νιώσω την αλλαγή τοπίου, κατάστασης, κόσμου, ζωής – αντίθετα με τις λαχανιασμένες τέσσερις ώρες του αεροπλάνου. Είναι και το πιο φτηνό μέσο για Κομοτηνή – αντίθετα με την αλυσιτελή πολυτέλεια των Ιντερσίτυ. Επιπλέον, η 626, και όχι κάποιο διαστημικό Ιντερσίτυ made in Germany, συνδέει απευθείας Αθήνα και Πόλη, αποτελώντας διακριτικό δείγμα υπεροψίας μας και σχετικής υποβάθμισης της φιλίας και υποστήριξής μας προς την ακίνδυνη πλέον Τουρκία. Και ας μη θέλει ακόμα κανείς να το παραδεχτεί αυτό το τελευταίο. Άλλωστε η Πόλη είναι δική μας κατά βάθος. Όπως το Λονδινο είναι των Νορμανδών, κατά το ίδιο βάθος των πεντακοσίων τόσων ετών, δεν ξέρω από χρονολογίες. Αυτά για την αμαξοστοιχία 626 και τα αντεθνικά μου σχολιάκια. Γύρισα μια κυνική γενιτσαρίνα από την Εσπερία.

Είμαι κάπου στη Βοιωτία κι αυτό αριστερά μάλλον είναι ο Παρνασσός. Η Μεγάλη Χαμουτζία.
Αλλά το να μιλάς για μυθιστορήματα που δεν μπορεί να διαβάσει ο άλλος είναι βαρετό. Όπως είπε και ο σοφός Κουκουζέλης κάποτε: "το πιο βαρετό σεξ είναι αυτό που δεν κάνεις". Έτσι, το πιο βαρετό μυθιστόρημα είναι αυτό που δε διαβάζεις.

Από όλα τα μέσα συγκοινωνίας μου αρέσουν όσα έχουν σιδηροτροχιές: τραμ, μετρό, τρένα. Ακόμα και το τελεφερίκ του Λυκαβηττού ή τα φινικυλαίρ που ανεβαίνουν τις ανηφόρες της Λισσαβόνας. Κόβετε τα τρένα, μου κόβετε τη χαρά, μου κόβετε το ταξίδι. Και πολλά άλλα, πολύ σημαντικότερα.

Τα τραίνα (δεν έχω αποφασίσει πώς γράφεται) δεν είναι για να τα βλέπεις να περνούν. Ποτέ δεν κατάλαβα το trainspotting και πάντα λυπόμουν τον καημένο αλλά ηρωικό σταθμαρχούλη, τον άνθρωπο που έβλεπε τα τρένα να περνούν (ακούστε ωραία μετάφραση τίτλου: ακούγεται σαν τρένο που περνάει, μπλουζάρει μετρικά). Τα τρένα είναι να τα παίρνεις και να σε πηγαίνουν, έστω κι αν χρειάζονται 8μιση ώρες για Σαλονίκη, όπως ο ματρακάς που έμεινε δις εκείνο το μοιραίο φθινόπωρο του '97.

Βεβαίως αυτά δεν τα γράφει κάποιος ρεαλιστής που αντιλαμβάνεται την αναπόδραστη ιστορική πραγματικότητα που υπαγορεύει η ελέυθερη κι απαραβίαστη αγορά: να ξηλωθούν οι σιδηροδρομικές γραμμές και να γεμίσουμε από δρόμους με διόδια, δρόμους λαμπρούς όπως το τμήμα Κόρινθος-Ρίο της ΠΑΘΕτικ. Όλα αυτά τα γράφει ένας στον κόσμο του, κάποιος που μικρός αντιπαθούσε τη Λιλιπούπολη με τις τσιριχτές φωνές, τα αχώνευτα τραγούδια, τις αλλόκοτες ιστορίες και τα παράξενα ονόματα. Κουτός και ταπεινός όπως ήταν, μόλις άκουγε τη σάλπιγγα της Λιλιπούπολης, αμέσως γύριζε τη βελόνα του ραδιοφώνου ΙΤΤ στον Τσουφτσούφη και το Τραινάκι. Δεύτερο Πρόγραμμα, νομίζω.

Μια και μιιλάμε για τρένα. Εδώ και βδομάδες με ενοχλεί αυτή η ανόητη διαφήμιση.



Θα μου πεις, διαφήμιση είναι, τι περιμένεις; Ε, ναι, γι'αυτό λέω "ενοχλεί", όπως μας ενοχλεί μια μύγα το καλοκαίρι ή μια χαραμάδα που μπάζει τον χειμώνα.

Ξεκινάει λοιπόν με χαζά κλισέ για τη γενιά αγγλακίων που θα πληρώνουν τη μάνα και τον πατέρα τους σε δίδακτρα: αφήνουμε την πρώτη γκόμενα, πάμε ταξίδι στη ζούγκλα για να δεθούμε με τους φίλους, αφήνουμε τη μανατζεροθέση που θα μας έκανε πλούσιους και γινόμαστε σκηνοθέτες, ενώ βρίσκουμε και μια αδελφή ψυχή με την οποία κάνουμε ένα κουτσούβελο, ή περισσότερα. Και μετά η δυσβάσταχτη κοινοτοπία:

"Πιστεύω ότι κάθε τρένο που παίρνω είναι το σωστό."

Αυτή η στάση στα αγγλικά λέγεται smugness, συνταίριασμα υπερβολικής αυτοπεποίθησης, υπεροψίας και ψυχαναγκαστικά κουλ διάθεσης. Στα ελληνικά λέγεται "είμαι παρτσακλός και δεν το ξέρω (αφού πιστεύω ότι κάθε επιλογή που κάνω είναι και η σωστή)".

Ας εξηγήσει κάποιος στον ουισκάτο γκόμενο με την ολοστρόγγυλη εκφορά που παριστάνει τον Κρίστοφερ Νόλαν (μεγάλη η χάρη του σχεδόν συμφοιτητή) μασουλώντας το καταπίστευμα των γονιών του ότι το τρένο που παίρνεις είναι συνήθως το τρένο που θα περάσει -- αν περάσει στην ώρα του, δηλαδή.

GatheRate

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Άσυλο



Πηγαίνω στη δουλειά με τα πόδια όσο πιο τακτικά μπορώ, δεν είναι πολύ μακριά. Η διαδρομή δεν είναι ούτε ιδιαίτερα ευχάριστη ούτε αξιοσημείωτα δυσάρεστη. Έχει όμως έναν κόμπο, περίπου στα δύο τρίτα της από το σπίτι.

Εκεί βρίσκεται ένα ίδρυμα από αυτά που δεν έχουν όνομα, πολλοί τα λένε "κλινικές", άλλοι άλλα πράγματα, πιο περιφραστικά. Όταν κάνει πολύ κρύο ή πολλή ζέστη δεν μπορείς να καταλάβεις καν ότι πέρασες απ' έξω του: το καλοκαίρι είναι όλοι οι τρόφιμοί του κλεισμένοι μέσα κάτω από τον κλιματισμό, το χειμώνα μέσα και δίπλα στη θέρμανση.

Στις σύντομες ενδιάμεσες εποχές οι τρόφιμοί του κάθονται έξω, σε μια βεράντα που από το στενό πεζοδρόμιο χωρίζει μια διάτρητη πρασιά. Ακόμα κι όταν περπατώ αφηρημένος και απορροφημένος στα δικά μου, συνήθως δηλαδή, με ειδοποιεί η μυρωδιά του ιδρύματος ότι πλησιάζω: μυρίζει έντονα χλωρίνη σφουγγαρίσματος και ανθρωπίλα, τη διάχυτη μυρωδιά των ανθρώπων που μπαγιατεύουν. Είναι η μυρωδιά του ασύλου, η βάρβαρη αλλά λειψή καθαριότητα των κλινικών της επαρχίας, των μικρών γηροκομείων, της κόπωσης που δεν έχει ελπίδα.

Ανεξαιρέτως σηκώνω το κεφάλι. Οι τρόφιμοι μοιάζουν να είναι διαφόρων αιτιολογιών: ψυχικά ασθενείς, νοητικά ασθενείς, (απ)εξαρτημένοι, κινητικά ασθενείς, γέροντες. Υποψιάζομαι ότι δύο-τρεις από αυτούς, που τους αφήνουν να βολτάρουν στο πεζοδρόμιο, εκτός της περίφραξης, για τσιγάρο, είναι απλώς άστεγοι. Ίσως κάποιος φιλάνθρωπος πληρώνει τη φιλοξενία τους εκεί. Ποιος ξέρει.

Δεν έχω να καταγγείλω τίποτε, άλλωστε ξερω μόνον όσα έχει σαρώσει η ματιά ενός βιαστικού περαστικού τρεις-τέσσερις ντουζίνες φορές. Πάντως οι άνθρωποι που φροντίζουν τους τροφίμους φαίνονται ζεστοί, κεφάτοι, χαλαροί -- άλλωστε ή έτσι γίνεσαι σε αυτές τις ιερές αλλά ψυχοφθόρα μπανάλ δουλειές, ή τύραννος. Ή συντρίβεσαι. Αντιλαμβάνομαι ότι οι υπερήλικες και οι ψυχικά ασθενείς, όσοι έχουν ανίατες αρρώστειες και οι ανάπηροι δε θα 'πρεπε ίσως να συνυπάρχουν ανάκατα. Δεν ξέρω από αυτά τα πράγματα. Αισθάνομαι τη γνωστή κι αναμενόμενη θλίψη όταν περνάω μπροστά από αυτό το άσυλο, δεν έχω χρόνο και διάθεση να κρίνω. Περνάς από μια βεράντα με ήλιο και βλέπεις το μέλλον σου, το μέλλον δικών σου, το εναλλακτικό παρόν σου, το ακυρωμένο μέλλον άρρωστων παιδιών.

Σήμερα έπιασε το μάτι μου έναν σκούφο πίσω από την καγκελόπορτα του ιδρύματος, γύρισα προς το μέρος του. Ο σκούφος, κατεβασμένος χαμηλά έκρυβε ένα φθαρμένο πρόσωπο με ένα βαθύ βαθούλωμα πάνω αριστερά. Του χαμογέλασα. Μάλλον δεν το πρόσεξε, θα έχει συνηθίσει να τον κοιτάζουνε με φρίκη και κάποια αηδία. Κι αυτό ανθρώπινο είναι. Άλλες φορές το βλέμμα μου διασταυρώνεται με κάποιου που μοιάζει με τον Παπαδιαμάντη: είναι ένας από αυτούς που είτε είναι απλώς άστεγος, είτε τον κατέστρεψε το αλκοόλ (το νόμιμο ναρκωτικό μας). Μάλλον του φαίνομαι αστείος, με κοιτάει με θυμηδία, ίσως του φαίνεται αλλόκοτος ο χοροπηδηχτός διασκελισμός μου και η βιασύνη στο βάδισμά μου, τα γκροτέσκα ακουστικά στα αυτιά μου. Δεν ξέρω.

GatheRate

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

Άσυλο



Η σχέση μου με το ελληνικό πανεπιστήμιο είναι σχεδόν ανύπαρκτη από τον καιρό που πήρα πτυχίο και ξεκουμπίστηκα. Η γνώμη μου για τα ελληνικά πανεπιστήμια δεν είναι πολύ καλή. Βεβαίως, όπως εγραψε κάπου ο Τάλως, τα πανεπιστήμιά μας είναι αυτά που θέλει η ελληνική κοινωνία, γι' αυτό είναι έτσι: βρώμικα, υποεξοπλισμένα, σκόρπια, σκορπισμένα σε πολίσματα, κωμοπόλεις και επίνεια. Τα πανεπιστήμιά μας όντως κλυδωνίζονται μεταξύ στυγνής καθηγητοκρατίας και της άθλιας αυθαιρεσίας τσανακογλειφτών και χαβαλέδων· για τις νεολαίες μιλάω: κομματόδουλα κωλόπαιδα και αριβίστες που προσδοκούν την κομματική ή πελατειακή εξαργύρωση της συμβολής τους στη συμπόρευση του ελληνικού πανεπιστημίου με τις αθλιότερες και πιο ατελέσφορες και αντιπαραγωγικές υπηρεσίες (ναι, "υπηρεσίες") του ελληνικού κράτους.

Ωστόσο, τα ελληνικά πανεπιστήμια δεν παύουν να είναι πανεπιστήμια. Παρά τις βδέλλες-νεολαίες και τα καθήκια-καθηγητές και το αμήχανο (όταν δεν αποφασίζει να δράσει καταστροφικά) κράτος, υπάρχουν σοβαρά τμήματα, σοβαρές σχολές και σοβαρά πανεπιστήμια (το ΕΜΠ είναι λ.χ. ένα από αυτά). Κι ενώ η ελληνική κοινωνία έχει εν πολλοίς καταφέρει να φτιάξει τα πανεπιστήμια που θέλει, δηλαδή ιδρύματα που παράγουν πτυχιούχους προς απασχόληση χωρίς όμως να ζορίζουν τα καημένα τα παιδιά, επιμένω, δεν παύουν να είναι πανεπιστήμια. Ένα από τα πράγματα που διακρίνει τα πανεπιστήμια από άλλα ιδρύματα, ακαδημαϊκά μπουζουξίδικα και μπουτίκ πτυχίων (σαν αυτά που ονειρεύονται πολλοί) είναι και η ακαδημαϊκή ελευθερία και η προάσπισή της. Το άσυλο προστατεύει την ακαδημαϊκή ελευθερία από την κρατική εξουσία, τον βασικό εχθρό της. Ένας άλλος εχθρός της είναι η Πανσπουδαστική και τα συναφή της -- θυμάστε λ.χ. την υπόθεση "σωστή σκέψη"; Αυτά όμως είναι ενδοπανεπιστημιακές υποθέσεις, και οι απόπειρές τους να φιμώσουν την ελεύθερη έκφραση εμπίπτουν στις αρμοδιότητες των πειθαρχικών συμβουλίων (χάχαχαχαχα).

Το άσυλο λοιπόν προστατεύει την ακαδημαϊκή ελευθερία από την κρατική εξουσία. Και πάει για κατάργηση. Γιατί; Γιατί, λέει, έχει γίνει αντικείμενο κατάχρησης. Ενδιαφέρον επιχείρημα, ας το δεχτούμε: όντως, με το που μπήκαν οι μαύροι βρωμιάρηδες στη Νομική (αντί, λ.χ., για τα ξεχαρβαλωμένα αμφιθέατρα του Παντείου, το αλωμένο κτίριο της Φιλοσοφικής του ΑΠΘ, τα ΤΕΙ ανά την επικράτεια) ξάφνου αντιληφθήκαμε ότι το άσυλο έγινε αντικείμενο κατάχρησης. Όμως αν καταργούσαμε ό,τι έχει γίνει αντικείμενο κατάχρησης ή αυθαιρεσίας στον δημόσιο βίο, -- την Αστυνομία, το σωφρονιστικό σύστημα, τις αναθέσεις έργων του Δημοσίου, τις προμήθειες του Στρατού κτλ. -- τι θα γινόταν; Δε θέλω να το σκέφτομαι.

Θα ήταν τιμιότερο όσοι επιδιώκουν και (δεδομένης της Παλινόρθωσης του Αυταρχισμού στην Ελλάδα) θα καταφέρουν να καταργηθεί το άσυλο, να πουν ευθαρσώς: είμαστε εχθροί της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Όπως, π.χ., θα ζητήσουν μαζικές απελάσεις μεταναστών (δυστυχως ατελέσφορες εδώ και 20 χρόνια που έχουμε μετανάστες) και την επαναφορά της θανατικής ποινής όταν κάποιος πεινασμένος σφάξει αποτροπιαστικά κάποια εξαθλιωμένη γριούλα συνταξιούχο.

Και βέβαια, όπως είπε ο Κύριος, του υιού του ανθρώπου του μέλλεται να παραδοθεί, πλην όμως αλίμονο σε αυτόν που θα τον παραδώσει. Αλίμονο στις πανεπιστημιακές αρχές που δεν θέλησαν να ενοχλήσουν κανένα παιδί και καμμία παράταξη και δεν κίνησαν πειθαρχικά κατά βανδάλων και τέτοιων. Αλίμονο στις νεολαίες που απαξίωσαν το άσυλο, το ευτέλισαν ή το υπονόμευσαν. Όλοι αυτοί παρέλαβαν πανεπιστήμια, έστω κουτσά, και θα παραδώσουν ανθυποκολλέγια. Μέχρι να έρθουν επιτέλους τα κανονικά κολλέγια, με ορθομαρμαρώσεις άθικτες, τουαλέτες καθαρές, βιβλιοθήκες σπονσοραρισμένες από την ιδιωτική πρωτοβουλία και τις ανάγκες της, αμφιθέατρα όπου τα συνθήματα θα τιμωρούνται με χρηματικά πρόστιμα.

GatheRate