Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Χαμένα αγόρια

Αυτό το καλοκαίρι δεν περιείχε ένα ή δύο μεγάλα χιτ με καταλυτικά ριφ, ευρηματικές παραγωγές ή ουρανομήκη σολαρίσματα, δεν διέθετε αξιομνημόνευτες σκηνές και μεγάλα πλάνα, είχε γερή και αξιόπιστη διανομή αλλά καθόλου κενεθμπραναχικές ερμηνείες ή βλέμματα που τρυπούν τσιμέντο, το αναφλέγουν και το κάνουν να εξαχνώνεται μέσα σε καθαρό φως.

Δεν είχε τίποτε από αυτά. Κοιτάζοντας όμως πίσω με το όλο αυτοπεποίθηση βλέμμα του αφηγητή, το βλέπω τώρα κατάστικτο από μικρές ευδαιμονίες και φευγαλέες στιγμές ομορφιάς, ενώ τα βράδια του τα πότισαν παγωμένο ρακόμελο και άφθονο τζιν και ένα ρούμι μαγικό. Επίσης το καλοκαίρι που πέρασε εγκιβώτισε πολύπλοκη και σύνθετη δράση μέσα σε κρανία έσωθεν αχνοφωτισμένα από το σέλας των νευρώνων που αναβοσβήνουν, φωτάκια χριστουγεννιάτικα που κάπως είμαστε εμείς κι η ψυχή μας -- ενώ έξωθεν μόνον ακίνητα πλάνα σαν λιμνοθάλασσα και καθημερινή κωζερί εκτυλίσσονταν.

Μέσα σε αυτό το ταρκοφσκικής διάθεσης καλοκαίρι επανερχόταν ένα μοτίβο: το δεκατετράχρονο αγόρι που χτύπησε κατακούτελα το ψηλό κύμα της εφηβείας. Αλλά όχι με τα γνωστά σπυριά και την αυνανομανία, με τις μελαγχολίες ή με κομμάρες και παλαβομάρα: το αγόρι αυτό το έριξε στην άμμο και το ζάλισε.

Όσοι έχετε υπάρξει δεκάτετράχρονα αγόρια, ό,τι κι αν είστε τώρα κι όποιοι και αν νομίζετε πως είστε, θα συμφωνήσετε ότι δεν υπάρχει πιο ανελέητη και άχαρη ηλικία από την εφηβεία του άντρα: ξαφνικά μυρίζεις αλλιώς ενώ σε ενδιαφέρουν αίφνης τα κορίτσια, που όμως μοιάζουν με κανονικές γυναίκες και κοιτάζουν κάτι φαντάρους ή μαντράχαλους Λυκείου, και πλέον η όψη σου είναι ένα άχαρο πράμα που μοιάζει με είδωλο σε παραμορφωτικό καθρέφτη λούνα παρκ.

Αλλά το μοτίβο αυτού του καλοκαιριού δεν ήταν οι έφηβοι και τα ευτελή τους βάσανα -- ευτελή όπως τα βλέπουμε εμείς με την όλο αυτοπεποίθηση ματιά που κοιτάζει πίσω. Αυτό το καλοκαίρι εμφανίζονταν μπροστά μου αγόρια που το κύμα της εφηβείας έριξε κάτω: κλαράκια που δεν δένουν όσο τα άλλα ή δεν δένουν όπως τα άλλα.

Κάποια συνόδευαν τη μάνα τους στην παιδική χαρά από πριν το σούρουπο μέχρι και να σκοτεινιάσει καλά, όπου κάποιο μικρότερο αδερφάκι ξεθεωνόταν ώστε να κοιμηθεί στην ώρα του. Άχαρα ντυμένα, με τα γούστα της μαμάς κι όχι της παρέας ή του Mad TV. Κοιτούνε γύρω τους με συστολή, περιέργεια και σαστιμάρα. Κοιτάζουνε μετά το χώμα. Βαριούνται. Κοιτάνε μακριά και μετά παρακολουθούν την ψιλοκουβέντα της μάνας τους με τις άλλες μαμάδες. Πού και πού η μάνα τους κάνει κάποιο σχόλιο για το πόσο ο γιος τους εκτιμάει τη μαγερική τους ή για το πόσο καλά πάει στο γυμνάσιο. Έτσι περνάει η ώρα, ή μάλλον δεν περνάει. Ξέρουν ότι δεν είναι 100% εντάξει, το ξέρουνε και ντρέπονται και μάλλον τα ενοχλεί και τα ίδια τα δεκατετράχρονα αγόρια που δεν είναι κι εντελώς σόι που χαίρονται με τον ερχομό του παππού στις κούνιες ή που ο αδερφός της μάνας τους κάνει λες και δεν είναι εκεί.

Κάποια είναι παγιδευμένα στη γειτονιά μέσα στη θερινή αργία. Αν και είναι η γειτονιά που μεγάλωσαν και που έπαιζαν μέχρι να πάψουνε σιγά σιγά να τα παίζουνε, ντρέπονται κι αυτά, νιώθουνε χαμένα μέσα της. Μοιάζει πια η ίδια τους η γειτονιά ένας τόπος άδειος, μοιάζει με κάτι δρόμους άνοστους που βγάζουνε σε πλατείες όπου δεν έχεις να κάνεις τίποτε αν δεν καπνίζεις κι αν δεν ακούς μουσική από το κινητό κι αν δεν έχεις φιλαράκια να βλέπετε βιντεάκια μαζί και να λέτε ο ένας τον άλλο "μαλάκα", σαν να είστε τίποτε μεγάλοι, δεκαεφτά και δεκαοχτώ χρονών. Στέκονται λοιπόν στο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι ή μάλλον, όχι, λίγο πιο πέρα, να μην τα βλέπει η μάνα τους που στέκονται άπρακτα, χαμένα, σε αργία. Τα έστειλε έξω από το σπίτι η μαμά για να σφουγγαρίσει, με το παράγγελμα μιας προηγούμενης ηλικίας, να πάνε να παίξουν. Σχεδόν διωγμένα από το σπίτι φοράνε σαγιονάρες και σορτσάκι άντμιραλ και κοιτάζουνε την αντηλιά σκαρδαμύσσοντας πριν αποστρέψουν το βλέμμα προς το σκιερό μέρος του μισοάδειου δρόμου. Ένα τρολεϊ περνάει, κάποιοι πάνε κάπου, ίσως και να έγραφαν μια ιστορία αν τα έπαιρναν τα γράμματα.

Αυτά τα αγόρια θα μεγαλώσουν, όπως μεγαλώσαμε οι περισσότεροι. Θα τελειώσουν το σχολείο και μάθουν ίσως κάποια τέχνη, θα μάθουν επίσης να μη δείχνουν ότι είναι λιγάκι αλαφροκάνταρα -- να τα κοροϊδεύουν όσο γίνεται λιγότερα και τουλάχιστον όχι μπροστά τους. Θα καταλάβουν πώς να περπατάνε και πώς να στέκονται για να μην τα παίρνουν αμέσως χαμπάρι· θα βασίζονται στο μέρος της οικογένειας που βάζει τη στοργή ή το καθήκον πάνω από το τι λέει ο κόσμος και από το αν σχολιάζει, αλλά θα δείχνουνε πόση ανάγκη το έχουνε λίγο λιγότερο. Μπορεί να βρούνε και δουλειά.

Αλλά τώρα είναι ατσούμπαλα αγόρια, σχεδόν παλληκαράκια, που λένε, αλλά πάλι, όχι.

GatheRate

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου