Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2016

Αυτομέδων

Ο Αυτομέδων είχε το πιο κωμικό όνομα του κόσμου. Έτσι πίστευε, και κάθε τι γύρω του ενίσχυε την πεποίθησή του. Δεν ήξερε κανέναν άλλο να λέγεται έτσι. Επίσης, κυκλοφορούσε με ένα όνομα που κανείς δεν ξέρει να κλίνει: "αυτή είναι δουλειά του Αυτομέδων, όχι δική μου", έσκουζε η αδερφή του. "Θα βγούμε με τον Αυτομέδων". Οι γονείς του δεν θέλησαν με τίποτα να του δώσουν υποκοριστικό, π.χ. Μέδης, Άκης, Μέδοντας. Εκεί, ολόκληρο: Αυτομέδων. Μόνον οι φιλόλογοι στο σχολείο χαιρόντουσαν, αλλά να σε καμαρώνουν οι φιλόλογοι είναι χειρότερο από το να σε βλέπουν τα κορίτσια μόνον ως φίλο, που είναι καλύτερο από το να είσαι αλλού γι' αλλού και να νομίζουνε πως τα φλερτάρεις (είναι τριαντάρης ο Αυτομέδων, στο τσακ πρόλαβε την έκφραση, ο ίδιος θα έλεγε "πως τους την πέφτεις").

Ήτανε πάντως λιγάκι τυχερός -- ναι, μη με βάζετε να επαναλαμβάνω το όνομά του -- γιατί γεννήθηκε μια γενιά πριν τη γενιά που οι Έλληνες γονείς αποφάσισαν μαζικά να σταματήσουνε να δίνουν εύχρηστα και χρηστικά ονόματα στα παιδιά τους. Αυτή η επόμενη γενιά ήτανε πλασμένη με Αρχαία στο σχολείο, ένα μάθημα που τους άνοιξε την όρεξη για ελληνικούρα και παράδοση αλλά που παρέμενε παταγωδώς ανεπαρκές στο να τους δώσει τα φόντα να τις στηρίξουν ερμηνευτικά. Γλυτώσαμε από πολλούς Γιώργους, Γιάννηδες, Κωστάδες, Ελένες και Μαρίες· πράγματι. Ταυτόχρονα πήξαμε στους Ιωάννηδες και στους Κωνσταντίνους, αλλά μικρό το κακό. Από δίπλα όμως μας ήρθαν οι Μιχαήλ-Άγγελοι, μαζί κι οι Ιωάννηδες-Χρυσόστομοι, οι Παύλοι-Σοφοκλήδες, οι Μάριοι-Παναγιώτηδες, οι Θαλήδες-Φώτιοι, πολλοί Φοίβοι, οι Παρμενίωνες, Ανεμπόδιστοι κι Ελπιδοφόροι, οι Ιόλες κι οι Νεφέλες κι οι Διοτίμες και οι Αρτεμισίες. Και κάποιος Δίων, άκλιτος επίσης. Κι έτσι ο κολλητός μου δεν ήτανε πια μόνος.

Μεγάλωνε λοιπόν και έπιασε δουλειά γιατί δεν τα έπαιρνε τα γράμματα. Ναι, αφού μπορώ ακόμα να ελιχθώ, μη με βάζετε να πω το όνομά του. Το ότι δεν έπαιρνε τα γράμματα απογοήτευσε σύσσωμο το σόι του που, όπως πρέπε να έγινε αντιληπτό, ήταν υπερλόγιοι, λάτρεις της παράδοσης και ευρωκομμουνιστές που γλύστρησαν σταδιακά προς τον Στέφανο Μάνο. Ο ίδιος πάντως θεωρεί πως οι υπερλόγιοι φτιάχνουνε τον δικό τους κόσμο και πάνε και τον κατοικούν έχοντας την εντύπωση ότι είναι ανεβασμένοι σε κάποιον στύλο ώστε να βλέπουν τον πραγματικό κόσμο από την καλύτερη δυνατή γωνία: άνωθεν. Το μόνο που βλέπουν όμως είναι η πίσω αυλίτσα της κοσμάρας τους. Τον Αυτομέδοντα (δεν γλύτωσα τελικά) πάντοτε τον ενδιέφεραν τα απλά πράγματα: η απλή μουσική, οι απλές σχέσεις, τα απλά βιβλία (διαβάζει πολύ), οι απλές λύσεις και οι απλές μέθοδοι. Λογιστής έγινε.

Βεβαίως, όπως θα σας πει κάθε ψυχαναλυτής που σέβεται και τιμά την αμοιβή του, παύουμε να γινόμαστε κι αρχίζουμε να είμαστε τη στιγμή (ή την εποχή, θα σας γελάσω) που τοποθετούμε τους γονείς μας σε μια ωραία πρακτική θέση κάπου μέσα μας: ούτε σε βάθρο ή πάνω στο θυσιαστήριο, ούτε στην κοιλιά της αβύσσου, ούτε στις πίσω μας σελίδες. Έτσι λένε. Ο φίλος μου ο λογιστής όμως κυκλοφορούσε σφραγισμένος σαν μοσχάρι με ένα όνομα που δεν ήτανε πιο κωμικό από το "Αλέξανδρε-Βασίλειεεεεε" αλλά δεν έπαυε να είναι η γραφή των γονιών του πάνω του, μια γραφή που δεν μπορούσε να αθετήσει. 'Οταν έμαθε ότι υπάρχει οδός Αυτομέδοντος στο Παγκράτι, κάθετος στη Βασ. Κωνσταντίνου είναι, πήγε και την περπάτησε και την έβγαλε και φωτογραφίες. Αλλά και τότε ένιωσε να αγαναχτεί που τον έβγαλαν όπως τον έβγαλαν. Αν τον ονόμαζαν Στάλιν, θα μπορούσε τουλάχιστον να το κάνει Στέλιος.

Έγινε λοιπόν λογιστής γιατί του άρεσαν οι ισοσκελισμένοι ισολογισμοί, οι απλές λύσεις και οι απλές μέθοδοι. Ή τουλάχιστον έτσι έλεγε στον εαυτό του -- ναι ξέρω ότι θα σπεύσετε να συμπεράνετε πως αυτά που λέει στον εαυτό του σχετίζονται με το θεματάκι που υπαινίχθηκα, το άχτι αυτό που είχε ή έχει στους γονείς του. Μπορεί. Μπορεί και όχι. Γιατί μη φανταστείτε ότι ο ήρωάς μας με το άγαρμπο όνομα, ο Ανανιάδης, ο λογιστής των απλών πραγμάτων, έχει καμμιά μαύρη ζωή ή τίποτε χοντρά θέματα. Μια χαρά πέρναγε. Και ωραίος άντρας, εντάξει, όχι κανας γόης των σοσιαλμήντια, απλώς ωραίος· και λογιστής: στην Ελλάδα δεν θα πεθάνει ποτέ αυτή η δουλειά και εγώ, ο αφηγητής σας, τους λογιστές τους σέβομαι και τους τιμώ, όπως ο Καβάφης την Ελληνική Πολιτεία, δηλαδή από μακριά αλλά τους σέβομαι και τους τιμώ. Και έχει και φίλους, κανονικούς. Και μια χαρά όλα.

Αλλά ξέρω πως καραδοκείτε να ακούσετε το αλλά. Είμαστε εθισμένοι στο αλλά. Εντάξει, τι είναι ο αφηγητής παρά μεσάζοντας. Και τι τον θέλεις τον μεσάζοντα, την άκρη, παρά για να σου φέρει το πράμα που θες εκεί που το θες και όπως το θες. Έχουμε και λέμε λοιπόν:

Ο Αυτομέδων Ανανιάδης, λογιστής, είναι ωραίος άντρας, έχει και φίλους κι είναι μια χαρά άνθρωπος. Να μη σας πω ότι ψιλογυμνάζεται κιόλας κι ότι του αρέσει η βότκα (ακριβώς επειδή είναι απλό ποτό), αλλά το βασανο κι ο θρίαμβός του είναι ότι μυαλό και πούτσος βρίσκονται σε απευθείας σύνδεση κι αλληλεπίδραση. Αν δεν ανάψει το μυαλό δεν ανταποκρίνεται το σπογγώδες το όργανο. Αν η έδρα της νόησης εγκρίνει, ο φαλλός θα ακολουθήσει εργαζόμενος δουλικά και με συνέπεια. Και ούτω καθεξής: αν λαγνικώς πληρούται κι αν εκστασιάζεται, ο νους κι η κρίση θα ακολουθούν πιστά και με τάξη. Είπαμε: απλές μέθοδοι κι απλές λύσεις. Κι αυτή η απλή λύση κυβερνάει τη ζωή του κι έτσι πορεύεται ο Ανανιάδης μας κι έτσι έκανε σχέσεις· και έτσι πριν τα 34 χρόνια του, τα οποία κλείνει σήμερα, παντρεύτηκε και διαζεύχτηκε δις, κάτι που δεν περιμένεις από Έλληνα, παρά από κάτι ημιχίππηδες Αμερικάνους και μουρλές Αμερικάνες Κολλεγίου που έτρεξαν στο Βέγκας με ψυχαδερφή και soulmate τους ή με αγαπητικό βαρβάτο και διαβασμένο.

Του έστειλα χτες λοιπόν και του λέω τα εξής:

Μεγάλε, "Αυτομέδων" θα πει "κύριος του εαυτού μου". Είναι γαμάτο το ονοματάκι σου τελικά: κύριος κι αφέντης της αφεντιάς σου. Θα σε δω αύριο.

Γελάτε με το ύφος μου στην προσωπική μου αλληλογραφία, αλλά είμαι χαλαρός στις κατ' ιδίαν επικοινωνίες. Όντως όμως τον είδα στο πάρτυ του σήμερα, δηλαδή χτες, αφού τώρα πια είναι Σάββατο. Ήταν απασχολημένος όλη μέρα με τον ΕΝΦΙΑ και κουτούλαγε από την κούραση, οπότε εκεί πριν τα μεσάνυχτα το διαλύσαμε. Βέβαια στο κουτούλημα συνεισέφερε κι ότι ήπιαμε εφτά νοματαίοι μισό βυτίο Russki Standart παγωμένη. Με τηγανητά πελμένι. Στο μαγαζάκι της Νίνας στην Καλλιθέα. Ναι, τώρα σας γράφω μάλλον μεθυσμένος, αλλά τουλάχιστον γύρισα σπίτι με ταξί, οπότε ναι, μαλακίες δεν κάνω.

Φεύγοντας από της Νίνας, τον βάλαμε οι υπόλοιποι σε ένα ταξί. Δηλαδή όχι όλοι οι υπόλοιποι γιατί ο Τάσος είχε βγει νοκάουτ μισή ώρα νωρίτερα κι είπε να περπατήσει μέχρι τον Ηλεκτρικό. Η διεύθυνση που τον άκουσα να δίνει στον ταρίφα με ξένισε. Δεν πήγε σπίτι του. Πήγε στο σπίτι του μεγάλου του έρωτα, που τα είχαν μεταξύ των δύο γάμων ("Μεσοβασιλεία" την αποκαλώ, αντί για Βασιλική, κι ο φίλος μου τσαντίζεται). Άρα επαληθεύεται για ακόμη μια φορά ότι ο εραστής της απλότητας και των απλών λύσεων και λογιστής στα πρακτικά είναι πρακτικός αλλά στα υπόλοιπα είναι σκέτο όραμα, ελευθεριακός δεοντισμός κι αέρα πατέρα.

GatheRate

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου