Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Μεγάλος Απόλογος


Ο ήλιος του θανάτου

Από μικρό παιδί απεχθάνομαι τη ζέστη και την αντηλιά. Πέρασα την εφηβεία μου χαμένος σε όνειρα με μουντό χαμηλό ουρανό και χιονόπτωση. Έλπιζα να καταλήξω κάπου όπου το καλοκαίρι θα είναι λαμπρό και δροσερό, όπως το καλοκαίρι του '97 στο Λονδίνο, οι βροχές συχνές και η βλάστηση ακατανίκητη και πανταχού παρούσα. Ονειρευόμουν αναζωογονητικό κρύο και μυρωμένη άνοιξη.

Είπα άλλωστε:
Είμαι εν μέρει φτιαγμένος από κρύο, εν μέρει φτιαγμένος για το κρύο. Στο κρύο περπατάω πιο ανάλαφρα, σκέφτομαι πιο μακριά, μεριμνώ ελαφρύτερα, ξέρω περισσότερα, βλέπω πιο μακριά, μιλάω λιγότερο και λέω πιο πολλά, αντέχω και λαγνεύομαι υπόκωφα, χωρίς εξάρσεις. Δώσε μου φως και κρύο. Όχι ήλιο. Όχι αυτό το κυκλοδίωκτο στοιχειό που καίει τα χρώματα και που κάνει τα χώματα τα σώματα να ιδρώνουν, που καίει μυαλά και μάτια. Που στεγνώνει κάθε ζωή. Δεν έχω ανάγκη τον πούστη τον ήλιο, τον ψεύτη τον ήλιο, καίω από μόνος μου όταν πρέπει. Καίω. Μπορώ να ζεστάνω εγώ. Τοπική θέρμη, όπως τοπικό χρώμα. Ιδιωτικό. Αποκλειστικό. Για λίγο ή για πάντα. Δεν τον θέλω τον ήλιο σας. Αφήστε μου λοξό φως. Αφήστε μου τοπικό χρώμα: αυτό που κάνει το θέναρ σάρκα και το ρόδο άνθος, αυτό που διακρίνει βλέμμα από βλέμμα και ίσκιο από σκιά. Αφήστε μου το φως που γνωρίζω από τις κουρτίνες που το κρύβουν και τα σύννεφα που το σκορπίζουν απλόχερα. Μπορώ κι εγώ να φωτίσω, αχνά και για λίγο, αλλά μπορώ. Κι ας είναι ωχροπράσινο το δέρμα μου το χειμώνα, κι ας είναι, λεν, η όψη μου φτιαγμένη για τα καλοκαίρια που ανάξιοι και περιδεείς προσκυνάτε, σαν τρεμάμενοι θρησκόληπτοι, κυνηγώντας τα για δυο βδομάδες και πέντε μέρες στις ξέρες και στη σκόνη. Μακριά η σκόνη, θα έχω όση σκόνη θέλω μέσα στο στόμα, μέσα στο κρανίο, ανάμεσα στα δυνατά μου πόδια όταν πεθάνω. Τώρα δώσε μου κρύο. Θα καίει το κορμί μου, δεν πειράζει, όσο είναι ζωντανό. Θα πυρώνει η σκέψη και η επιθυμία και η βούληση και η συμπόνοια, όσο ζει και νήπτει ο νους. Όσο ζω θα καίω.

Κρύψτε τον ήλιο. Είναι ωραία η νύχτα. Η νύχτα δεν είναι μαύρη, είναι βαθιά γαλάζια. Η νύχτα μας αγκαλιάζει και μας σκεπάζει, μας κοιτάζει ακροπατώντας ή ανεπαίσθητα γυρνώντας πλευρό. Μας μυρίζει.
Και είπα επίσης:
Νοσταλγώ εκείνους τους τόπους όπου κάνει αρκετό κρύο για αρκετό καιρό. Κρύο όμως. Κρύο ξηρό, ει δυνατόν. Με το κρύο μένω σε εγρήγορση και δουλεύει η σκέψη, με το κρύο νιώθω θαρραλέος κι έτοιμος να μετακινηθώ από αυτόν που νομίζω ότι είμαι, ταυτόχρονα να σταθώ εκεί όπου είμαι και να πάω παραπέρα, με το κρύο μπορώ να κρύβομαι κάτω από σκεπάσματα το πρωί περιμένοντας να ξυπνήσω αργά ενώ επανασυνδέομαι με την προηγούμενη μέρα και την προηγούμενη ζωή.
Εδώ που ζω τόσα χρόνια βλαστημάω τον ήλιο. Λέω "ψόφα, τέρας" και δεν είναι ούτε σχήμα λόγου, ούτε θεατρική επίκληση: βρίζω και ξεχέζω τον ήλιο κάθε φορά που μπαίνει μέσα στα μάτια μου, κάθε φορά που με κάνει να ασφυκτιώ από τη ζέστη ή που σηκώνει κουφόβραση. Κάθε φορά που έχω αυτή τη μαυρίλα πάνω στο μάτι μου να καίει τα πάντα και να τα μετατρέπει σε σκόνη. Μισώ τη ζέστη, μισώ τη σκόνη, μισώ τον εγκλεισμό μέσα στα κλιματισμένα πρίσματα στον οποίο με εξαναγκάζει. Απεχθάνομαι και βδελύσσομαι το επουράνιο τέρας που στεγνώνει τον κόσμο μου και με ζαλίζει αφού με τυφλώσει, τον απόλυτο δίσκο που προσκυνάτε περιδεείς και τη βασιλεία του οποίου καρτερείτε κάθε χρόνο. Κι εδώ που είμαι δεν υπάρχει τίποτε άλλο, μόνον ήλιος, σκόνη, ξηρασία και ξεραΐλα και κάτι δέντρα θνησιγενή και σαστισμένα, φυτεμένα εύτακτα μα αλλοπρόσαλλα που τολμούν να τα ονομάζουνε δάσος.

Δεν είναι ζήτημα καιρικών συνθηκών και κλίματος, πρόκειται για ολόκληρη τη ζωή που διψάει και στεγνώνει και θρύπτεται εδώ πάνω, ένας ξερός τόπος κάτω από την ακτινοβολία και φάτσα στην αντηλιά. Είναι η σκέψη μέσα στη χλιαρή νύχτα ότι θα πυρώσει ο ήδη στεγνός και κατάξερος τόπος κι όλα όσα έχουνε στηθεί πάνω του με τον ερχομό της ημέρας.

Μικρό χωριό

Όσοι εδώ δεν είναι ήδη συγγενείς μεταξύ τους, προσπαθούνε να γίνουν κουμπαριάζοντας. Η κοινωνία είναι μικρή και σφιχτοδεμένη με δεσμούς κουμπαριάς κι αλληλοϋποχρεώσεων, δικτυωμένη με γνωριμίες σε τραπέζια και ταβέρνες. Όσοι δεν εντάσσονται απλώς μένουν απ' έξω.

Όπως σε κάθε επαρχία βεβαίως υπάρχει χώρος για τους απ' έξω: μπαρ αντεξουσιαστών, γυμναστήρια λεσβιακής διαπίστευσης, μαγαζί με τηλεσκόπια, λέσχη μηχανόβιων πατριωτών, γκέι σκηνή, μία τρανς γυναίκα (ίσως δύο), αγγλόφωνοι κύκλοι ποίησης, φίλοι της γιόγκα, θεατρόκοσμος πολυπληθής που κάνει τον γύρο όλων των παραστάσεων κάθε σαιζόν, ένα κλαν για τις γκαλερί και τα εγκαίνια, ένας μικρός κύκλος βίγκαν που μαγειρεύει σε φεστιβάλ, κλαμπ για διαζευγμένες σαραντάρες, αιμοδότες, ποδηλατικές λέσχες, φίλοι της παλαιορόκ με 2-3 σκηνές δικές τους για τα λατρευτικά τους καθήκοντα, ένας κύκλος ποιητών και συγγραφέων ελληνόφωνων. Και πάει έτσι. Κάθε κλαμπ κλειστό με διαθέσεις και προδιαγραφές συντεχνίας.

Η ζωή εκτός αυτών ή όποιων άλλων κλαμπ είναι συμμαζεμένη και καθορισμένη. Σχέση νωρίς, γάμος νωρίς, παιδιά δύο μέχρι τρία. Τις Κυριακές απαρεκκλίτως στη γιαγιά για φαγητό. Παρασκευή ή Σάββατο ταβέρνα ή εστιατόριο ή ίσως κάποιο μπαρ εκεί μέχρι γύρω στα μεσάνυχτα. Στρατός 26 μήνες για τους άντρες με τάπερ της μαμάς και άφθονη φούντα -- πολλοί πάνε για κυνήγι τις Τετάρτες. Ελληνισμός κάργα και Ορθοδοξία ως μπίζνα και ως "ταυτότητα". Ελληνικότητα που διαλαλείται μέχρι παρεξηγήσεως. Μεταποικιακές διαθέσεις και νοοτροπίες. Κουτσή αγγλοφωνία, στοιχείο περηφάνιας. Εορτές και Πάσχα ψήνουμε "σούβλα" (κοντοσούβλι δίχως αξιοσημείωτα καρυκεύματα), καθημερινές σουβλάκια ή φαγητό έτοιμο από τον φούρνο. Πολιτιστικές εκδηλώσεις, με κίνητρο να αγοράσεις κάτι. Νοσοκομεία ανύπαρκτα και του θανάτου: αποστολή ασθενών σε Ισραήλ κι Ελλάδα. Αμάξια πολλά και μεγάλα, μερσεντές ει δυνατόν, άλλωστε οι συγκοινωνίες είναι δυσεύρετες και σπάνιες ενώ τα ταξί κοστίζουνε. Σπίτια μεγάλα σε μεγάλα σκονισμένα οικόπεδα και με πολλά δωμάτια· κατά προτίμηση με κίονες στην πρόσοψη και με δύο κουζίνες: μία επιδείξεως και μία για την παραδουλεύτρα και τις ανάγκες του σπιτιού. Έγκλημα μηδέν, εκτός από κάτι διαρρήξεις. Παιδιά παρκαρισμένα σε κλειστούς παιδότοπους και σε παππούδες, αλλά το κέντρο του κόσμου: όλα για τα παιδιά. Το όνειρο της σαμπέρμπιας, κάτι σαν τα περίχωρα του Φοίνιξ, μεταφερμένο στην άκρη της γεωγραφικής Ασίας και της πολιτισμικής Ευρώπης.

Τα άλλοτε ανθηρά καμπαρέ και τα κωλόμπαρα μαράζωσαν πια: τα τσάκισε η νομοθεσία κατά της δουλεμπορίας και η απαγόρευση του καπνίσματος σε κλειστούς χώρους. Η πορνεία και ο τζόγος παραμένουν παράνομοι και αμφιβάλλω αν ασχολούνται με κάτι άλλο τα αρσενικά μεταξύ 35 και 85. Παραλίες αλωμένες με ξενοδοχεία Κόστα ντελ Σολ, στο έλεος του τρωκτικού που λέγεται βρετανός τουρίστας και του παχύδερμου γνωστού ως βρετανός εξωχώριος συνταξιούχος.

Ασχήμια οριακά αδιανόητη στο αστικό τοπίο. Ασχήμια επίτηδες, θα νόμιζε κανείς. Στις πόλεις δεν έχει πλατείες: μόνο ράουντ αμπάουτ, σημεία όπου ανοίγει κάπως ο δρόμος, ή πολύ φαρδιές διασταυρώσεις. Όταν περπατάς στους δρόμους των περισσότερων πόλεων, ιδίως στους μεγάλους δρόμους και αν είσαι και λίγο μύωπας, περιβάλλεσαι από επιφάνειες που δημιουργούν οι λίγο-πολύ ενιαίες όψεις των κτιρίων. Εδώ περιβάλλεσαι από διεσπαρμένα πρίσματα, πολυκατοικίες και μέγαρα που στέκονται πανταχόθεν ελεύθερα και αναδεικνύουν σχεδόν κυβιστικά τουλάχιστον δύο όψεις τους ταυτόχρονα με φόντο τον ενιαίο κι αδιάσπαστο, ανέφελο συνήθως, ουρανό. Εκτός από εσένα περπατούν μόνο μετανάστες, σαν εσένα δηλαδή, πού και πού καμμιά βιετναμέζα ή κανας νοτιοασιατης με ποδήλατο. Οι πόλεις εδώ ποτέ δεν σου δημιουργούν ψευδαισθήσεις απεραντοσύνης, κι ας είναι πραγματικά απλωμένες: είναι πόλεις φτιαγμένες για αμάξια και για μεγάλα σπίτια, πόλεις ταϊσμένες με προσφυγιά και εργολαβίες, χτισμένες γρήγορα και με φτενά υλικά.

Ειδήσεις για το εθνικό θέμα και για τις πενήντα οικογένειες που κυβερνούν. Ένα εθνικό θέμα που όλοι θεωρούν διευθετημένο αλλά κανείς δεν κοτάει να το παραδεχτεί. Σήριαλ. Αμηχανία μεταφρασμένη σε χωριάτικο τσαμπουκά κι ακίνδυνη ελευθεροστομία. Επίδοξοι τραγουδιστές κι ελπιδοφόρες τραγουδίστριες. Ξέρουμε ποιος είσαι και ξέρουμε τι κάνεις -- ή τουλάχιστον το φανταζόμαστε και το ίδιο μας κάνει. Η Ιστορία είναι αυτή που θέλουμε να είναι κι ας αποτελεί το μοναδικό σοβαρό εξαγώγιμο προϊόν μας, κι ας ζουν ακόμη άνθρωποι που ξέρουνε καλά πως λέμε ψέματα. Καλαμαράδες ψωνισμένοι που είτε θαρρούν πως τους ανήκει ο τόπος, νεοαποικιοκράτες της πλάκας, είτε συμφωνούν πως εδώ είναι παράεισος, πως βρήκαν την ποιότητα ζωής που έψαχναν. 

GatheRate

1 σχόλιο:

  1. Καπου εξω απο τις πολεις υπαρχει ενας λοφος αποτελουμενος ΜΟΝΟ απο blog posts αγανακτισμενων Ελληνων εξωχωριων :)


    ΑπάντησηΔιαγραφή