Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

in the juvescence of the year

Η Πρωτοχρονιά είναι η αγαπημένη μου γιορτή. Καιρός τζάμπα ελπίδας, αναμέτρηση με ένα όριο, καιρός απολογισμού, ψευδαίσθηση ότι με τον παλιό τον χρόνο θα φύγει και ό,τι σκαιό έφερε εκείνος μαζί του. Μου αρέσει και γιατί από την Πρωτοχρονιά απουσιάζει κάθε υποψία ακυρωμένου πνευματικού νοήματος, κάθε αναπροσαρμοσμένος ή απονευρωμένος θρησκευτικός συμβολισμός (όπως κάτι φαιδρά του στυλ "γέννηση της ελπίδας" και "ανάσταση της φύσης"), κάθε πρόφαση ότι αποτελεί αφορμή να κάνουμε καλό ή να γίνουμε καλοί. Γιορτή για όλους, χωρίς σύντομες παρουσίες στην εκκλησία, χωρίς καμπάνες άνευ αντικρύσματος. Καθαρή γιορτή, ταπεινή και λαμπρή: οικογενειακή σύναξη και ηδονισμός, τζόγος και βασιλόπιτες, ατέλειωτο ξενύχτι. Ευχές και χαρά, μελαγχολία και μνήμη θανάτου.

Presenteat eas in lucem sanctam
Πήγα στο Παγκράτι να βρω έναν φίλο με τον οποίο είχα να μιλήσω έξι χρόνια. Είχα μάθει νωρίτερα εκείνη τη μέρα το μαντάτο για τη Λουκία Ρικάκη, με βάρυνε. Με βάρυνε πολύ. Δε θα συνοψίσω υπερφίαλα τη ζωή της ή τη γνωριμία μας σε μια κομψή γενίκευση ή με κάποιον αποφθεγματικό ακκισμό. Θα πω ότι ξεκίνησα από το σπίτι νωρίτερα και περιπλανήθηκα στο Μετς και στο Παγκράτι προτού καταλήξω στην Πλατεία Προσκόπων όπου θα συναντούσα τον φίλο μου. Θα πω ότι ανηφορίζοντας κάποιον δρόμο με αρχαίο όνομα συνειδητοποίησα -- και μόνον τότε -- ότι τριγύριζα κοντά στο σπίτι της ή στο στούντιό της (δε θυμάμαι πού ήτανε ποιο, στο δεύτερο είχαμε πάει με τη μηχανή από τον Λέντζο για να μου δείξει το αμοντάριστο "Τα παιδιά της χορωδίας"). Το τζι-πι-ές επιβεβαίωσε την υποψία μου. Θα πω επίσης ότι μακάρισα όσους δημιουργούν ομορφιά. Όχι γιατί όταν χάνονται χάνεται κάτι λιγότερο από ό,τι ανυπολόγιστο χάνεται με τον θάνατο κάθε ανθρώπου, παρά γιατί αφήνουν λαμπρά ίχνη πίσω τους σαν το σέλας. Στην περίπτωση της Λουκίας, εικαστικά απαράμιλλες ταινίες μυθοπλασίας και ντοκυμαντέρ μοναδικής ανθρωπιάς κι ευαισθησίας φτιαγμένα με ισορροπία και νηφαλιότητα -- για να αναφέρω μόνο δύο ίχνη που εγώ με τα φτωχά μου αισθητήρια αντιλήφθηκα. Και εν πάση περιπτώσει, πόσο πιο μουντή θα ήταν η ζωή μου αν δεν είχα αντικρύσει τα λαμπρά ίχνη, το σέλας, κάποιου Χ. Βακαλόπουλου, κάποιου Ν. Άσιμου, κάποιου Σ. Κολάρ. Και τ' αθάνατα ειν' αυτά, κι οι κοσμοπλάστες.

Φωτιές, ωραίες φωτιές
Δεν είμαι φίλος των πυροτεχνημάτων. Φέτος όμως, στο μπαλκόνι του πατρικού που βλέπει μισό Λυκαβηττό (το δικό μου βλέπει μισή Ακρόπολη -- οι περιορισμοί του ρίαλ εστέιτ) συγκινήθηκα. Κοίταξα κατά μήκος του δρόμου τον κόσμο που είχε βγει στα μπαλκόνια να τα χαζέψει. Η τελευταία φορά που μου είχε ξανασυμβεί αυτό ήταν την 1η 1ου 2000, όταν (πιστεύαμε ότι) ένας ωραίος νέος κόσμος γεννιόταν. Φέτος την Πρωτοχρονιά δεν είχαμε τέτοιες ψευδαισθήσεις, συναγμένη γύρω από τη φωτιά που άνθιζε προς τους ουρανούς μια ολόκληρη πόλη μετεωριζόταν μεταξύ ρεμβασμού και ανησυχίας, αγωνίας και μελαγχολίας. Με λιγότερα λεφτά και, μοιραία, με λιγότερο χρόνο και με λιγότερο κάτι να προσφέρεις στους άλλους. Μετά το γύρισμα οι δρόμοι ήταν άδειοι, πουθενά τα ασφυκτικά μποτιλιαρίσματα άλλων ετών. Οι ασκητικοί τύποι, ιδίως αυτοί που τον ασκητισμό και την πειθαρχία τα σπουδάζουνε στις πλάτες των άλλων, θα επιχαίρουν ακόμα, υποθέτω: αποθανέτω η ψυχή του οκνού δημοσίου υπαλλήλου μετά πολλών συνταξιούχων, ας καούν χιλιάδες χλωρά δωράκια παιδιών με κάθε ξερή καγιέν ασυδοσίας. Στο γύρισμα του χρόνου, οι ίδιες σκέψεις; Όχι ρε, δε θα μας κόψετε το πέταγμα. Κι ας είναι πιο σύντομο, κι ας είναι κάποτε λίγο πιο χαμηλά.

Η ώρα και ο καιρός
Τις Μεγάλες Παρασκευές έχω πάντα να τις θυμάμαι μουντές και κατασυννέφιασμενες, με τη διάθεση του παρακάτω σεφερικού:

Η χώρα του αχωρήτου

Πέφτουν ολοένα σήμερα νομίσματα πάνω στην πολιτεία
ανάμεσα σε κάθε κόμπο σα μια σταλαματιά στο χώμα
ανοίγει μια καινούργια χώρα: ήρθε η στιγμή, σηκώστε με.
Κάτι ραντεβού καλοκαιρινά έχω πάντα να τα θυμάμαι σε μέρες με αεράκι, μέσα σε δροσιά κι ευδία.

Και τα πρωτοχρονιάτικα μεσημέρια; Παραδόξως, πάντα στην Αθήνα. Με φως χαμηλό και λοξό, μέσα σε λαμπερή χειμωνιάτικη διαύγεια. Κάπως έτσι και έτσι.

2012
Μην περιμένετε τσουνάμια και μετεωρίτες για να τελειώσει ο κόσμος στη χοντρική. Ο κόσμος τελειώνει λιανικώς κι επανειλημμένα κάθε βράδυ που βήχει ένας άστεγος, κάθε φορά που κάποιος άνεργος εικοσάρης κάνει το ακριβό του τσιγάρο, όταν κάποια γιαγιά δεν τολμάει να πάει να εγχειριστεί, όσες φορές κάποια μητέρα αντιβάλλει τα δώρα των παιδιών της με το φαΐ τους και τα ρούχα τους.

Αυτό που είπα για τους πενθούντες το εννοώ ακόμα.

Η φωτογραφία είναι του Λευτέρη Πιταράκη.

GatheRate

1 σχόλιο:

  1. Λύπες και χαρές, δίκια κι αδικίες, κέρδη και απώλειες, όλα στο ζύγι μέρα μπαίνει-μέρα βγαίνει.

    Σου εύχομαι καλή χρονιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή