Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Ονειρεύομαι πόλεις

αφιερωμένο με αγάπη στον αποψινό (και χτεσινό κι αυριανό) Contrabbando

Λοιπόν. Πρέπει να είναι μια πόλη. Δεν μπορεί να είναι κάτι μικρότερο ή λιγότερο δαιδαλώδες από μια πόλη. Η πόλη είναι κούφια ήδη από τον καιρό της Μοχέντζο Ντάρο και του Ακρωτηρίου. Η πόλη είναι ένας κόσμος. Ένας κόσμος που απόψε αλλού καίγεται και αλλού ησυχάζει, ένας κόσμος στον οποίο οι ιστοί που καίγονται συνδέονται και συνάπτονται με εκείνους που ησυχάζουν. Ένα πρωτόγονο μυαλό η πόλη, όπου ο καθένας μας συνδέεται με διαφορετικές συνάψεις με τόσους άλλους. Ένα μυαλό που γίνεται λιγότερο πρωτόγονο όταν συνυπολογίσεις τον τόπο και τη χωροταξία: δρόμους, πλατείες, στενά, περίβολους, αίθρια, αυλές, ακάλυπτους, περβόλια, πάρκα, παραλίες, ερείπια και χαλάσματα κλειδωμένα και ξεκλείδωτα. Λεωφόρους και στοές. Ένα μυαλό που γίνεται ελαφρώς πιο ιλιγγιώδες όταν συνυπολογίσεις τους τόπους τους ιδιωτικούς και τη χωροταξία την ιδιωτική: δωμάτια. Εκατοντάδες χιλιάδες δωμάτια.

Πρέπει να είναι μια πόλη. Απόψε περπατώντας στον δρόμο άκουσα από την απέναντι πολυκατοικία μια γυναίκα να μουγκρίζει και να κραυγάζει με οργή. Τις υλακές της σκέπαζε το πέρασμα των αυτοκινητών. Θυμήθηκα απέναντι από το σπίτι μου μια γειτόνισσα να βρίζει οργισμένη τον άντρα της, οι κραυγές της και οι φωνές της διακόπτονταν από κάτι σαν λυγμό, ακουγόταν σαν ν' αλυχτούσε. Εδώ (και εκεί) δεν έχεις δύο πλάνα ταινίας, δεν έχεις μια ωραία σύμπτωση, ένα μοντερνιστικό τέχνασμα για να κάνεις το αφηγηματικό πέρασμά σου: έχεις δύο ζωές ασύνδετες που όμως συνδέονται, έχεις δύο γυναίκες που μάλλον είναι εγκλεισμένες σε κουζίνες, οικιακά, φορώντας ρόμπες μέσα στο σπίτι όλη μέρα: οι εργαζόμενες γυναίκες, οι ελεύθεροι άνθρωποι δεν αλυχτούν παρά μόνο πάνω από φρεσκοσκαμμένους λάκκους: άμα τσακωθούν ή αν θυμώσουν απλώς πάνε μια βόλτα, είτε παίρνουνε και τ' αμάξι και βγαίνουνε τους δρόμους να ξαλλεγράρουν, είτε αποτραβιούνται και κλαίνε κάπου -- ιδιωτικά ή και δημόσια -- κατά μόνας και βουβά.

Το οριζόντιο και το κατακόρυφο, το πεποικιλμένο και το ιστορισμένο· το συνονθύλευμα, το μερικό και το σύνολο. Η πόλη. Στο σχολείο, όταν κάναμε πατριδογνωσία, στην τρίτη δημοτικού, μας έβαλαν να αγοράσουμε έναν χάρτη του λεκανοπεδίου. Ήταν ο μόνος τότε, από ένα μαγαζάκι στη στοά που είναι η Τράπεζα Πίστεως: δεν είχαμε πολυοδηγούς και χάρτες-οδηγούς και, γενικότερα, λεπτομερείς χάρτες στην Ελλάδα τότε. Η χαρτογράφηση ήτανε προνόμιο της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και δε θέλαμε πολύ λεπτομερείς χάρτες, για να μην ξέρει ο Τούρκος πού να ρίξει τις βόμβες. Τέλος πάντων. Ξετύλιξα στο πάτωμα εκείνον τον χάρτη, ήτανε τεράστιος, και ανέβηκα πάνω του: αχανείς κι ανεξερεύνητες χώρες σε ακτίνα 15 χιλιομέτρων από το σπίτι μου. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Οι γειτονιές που έβλεπα πέρα από το δυτικό άκρο της Αλεξάνδρας τις μέρες χωρίς νέφος υπήρχανε πράγματι, το έλεγε ο χάρτης, υπήρχανε και γειτονιές με συμμετρικούς δρόμους, με αστεία ονόματα: Δουργούτι, Ποδονίφτης, Βούθουλας, Χελιδονού, Γούβα, Μπογιάτι, Μπραχάμι. Οι μακρινές Κουκουβάουνες, όπου έμενε η κυρία Όλγα, υπήρχανε κι αυτές και ήτανε, λέει, πολύ κοντά στην Κηφισιά των κυριακάτικων μικροεκδρομών. Η Καλλιθέα φαινότανε σαν το Μανχάτταν στον χάρτη της BP που είχε φέρει μαζί του ο θειος μου μετά την άδοξη απόπειρά του να το πατήσει. Μια ολόκληρη ήπειρος σε ακτίνα 15 χιλιομέτρων.

Μετά ήρθαν οι μεγάλοι περίπατοι. Οι απροσδόκητες γωνιές, κάτι καλά κρυμμένοι δρόμοι. Επαρχιακές πόλεις δίπλα στην Αθήνα: Πετρούπολη, Νέα Ιωνία, Κορυδαλλός, Βριλήσσια, Μελίσσια, Ηλιούπολη. Στον ύπνο μου έβλεπα ότι πετάω και μπαίνω μέσα από παράθυρα υπνοδωματίων (σαν incubus έμαθα αργότερα, λόγω μέταλ) κι έπεφτα δίπλα στις γυναίκες, ανεξαιρέτως γυμνές με μακριά μαλλιά και πάντα πρόθυμες. Στον κόσμο της εγρήγορσης ακούγονταν ζωές και ομιλίες και κάποτε μουσικές από το ραδιόφωνο ή στοναχές να αναδύονται από την κρεβατοκάμαρα ημιυπογείων. Κάποτε περπατώντας έφτανα μέχρι μακρινά σπίτια με πραγματικούς κήπους που τα φύλαγαν σκυλιά με υπερβάλλοντα ζήλο.

Ζω εδώ και χρόνια σε μια πόλη νεόδμητη, στην οποία χάνομαι ακόμα. Όταν κοιμάμαι, πηγαίνω πίσω σε μια πόλη στην οποία συμφύρονται τόποι, στοιχεία, στιγμές από όσες πόλεις έχω περάσει. Μαγέματα από το Λονδίνο, μικρές απελπισίες στην Κολωνία, παράθυρα στο Παρίσι, μια ατέλειωτη καλοκαιρινή μέρα στο Άμστερνταμ, το παιχνίδι του τοπικού φωτός στο Ντόρντρεχτ πάνω σε κάτι δημόσια τριαντάφυλλα, πικρή μοναξιά στην Ουτρέχτη, η απόλυτη ευτυχία καρφιτσωμένη σε κλειστούς χώρους και υπαίθριους χώρους της Αθήνας, η ελευθερία στο Μανχάταν, ξημέρωμα στη Λευκωσία, το μεταμεσημβρινό σκοτάδι του σκωτσέζικου χειμώνα μέσα στις γκρίζες λαξευτές πέτρες, η μυρωδιά του φαγητού στις Βρυξέλλες, η ψηλαφητή φτώχεια του Πρέστον, η έκσταση κι η άγρια λευτεριά στο Βερολίνο, η γεύση του καφέ μηχανής στη Ρεν καθώς μυρίζει μια βροχή σκέτη φρεσκάδα, η μεγάλη παραμύθα της Βοστώνης, το ωραίο κρύο του Σικάγου με τους ουρανοξύστες του από μακριά, η σκόνη παντού στη σύντομη εξορία της Ρώμης, η περηφάνεια της Βαρκελώνης, οι γαρίδες και τα στενά της Λισαβώνας...

Είδα ένα όνειρο πριν λίγα χρόνια: ήμουνα λέει κάπου μεταξύ Βύρωνα και Καισαριανής, ή μάλλον στην αίσθηση μεταξύ Βύρωνα και Καισαριανής, έξω από ένα λαϊκό πολυκατάστημα σαν ένα που έκλεισε πρόσφατα στη Λευκωσία, το Sun Tower. Ήμουνα με μια γυναίκα που την έλεγαν Άγυια, κι αυτό το ήξερα κάπως όπως και την ορθογραφία του ονόματος, που ήτανε ξανθιά με κοντό μαλλί όμως με βεβαιότητα αναγνωρίσιμη κατά τ' άλλα. Χωρις συνεννόηση πιαστήκαμε χέρι-χέρι και περπατούσαμε μετά αγκαλιά: αίσθηση ξενοιασιάς. Σκεφτόμουνα μέσα στ' όνειρο "το χρειάζομαι". Από κάπου ακουγόταν "κι εσύ μ' ένα ποδήλατο": μόνον τα όνειρα κι οι ταινίες έχουνε σάουντρακ.

Ονειρεύομαι πόλεις και οι περισσότεροι από εμάς μόνο μέσα στις πόλεις ονειρευόμαστε. Στις πόλεις θα ζήσουμε, στις πόλεις θα χαθούμε και θα βρεθούμε μεταξύ μας και θα ξανασυναντηθούμε. Μέσα στις πόλεις μάς κυνηγάνε, μέσα στις πόλεις κρυβόμαστε. Κι ας λέμε ότι ζωή είναι τα σύντομα βολταρίσματά μας σε νησιά και σ' ερημιές και σ' εξοχές και σε βουνά, οι αποδράσεις σε κάτι όμορφους τόπους μα άδειους και δισδιάστατους -- γυρνάμε από κει και συνεχίζουμε να γινόμαστε αυτοί που είμαστε, διαλεκτικά, δυναμικά κι αδιάκοπα, μέσα στις πόλεις. Οι πόλεις φτιάχτηκαν από τυράννους και στολίστηκαν από βασιλιάδες, αλλά από τις πόλεις έρχεται η ελευθερία.

Η λέξη για τον κόσμο είναι 'πόλη'.

GatheRate

3 σχόλια:

  1. Πολύ ωραίο κείμενο! Και ταξιδιάρικο φουλ! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Είναι κρίμα που δε σε ειχα ανακαλυψει νωρίτερα. Γραφή,οπτική, συνειρμοί ολα ενδιαφέροντα, παρα τις διάφορες ενστάσεις. Κι ένα μπλογκ ακομα ζωντανό μέσα στη θάλασσα των Σαργασσών του λοιπού ελληνικου μπλογκοπλανήτη.
    Πολλές οι γραφές εδώ, αλλά φαίνεται να αξιζουν τον κόπο να διαβαστουν όλες.
    Καλη συνέχεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή