Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Η θεολογία της ομορφιάς


ἡ ἀγάπη ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι, καὶ πᾶς ὁ ἀγαπῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται καὶ γινώσκει τὸν Θεόν. ὁ μὴ ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τὸν Θεόν, ὅτι ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν (Α' Επιστολή Ιωάννου 4: 7-8)

Αναρωτιόμουν τις προάλλες πώς θα ήταν ο κόσμος μας αν ο ένας Θεός του μονοθεϊσμού δεν ήταν ο αρχικά Ζηλότυπος (όταν υπήρχαν ανταγωνιστές στον θεολογικό κήπο που λέγεται Μέση Ανατολή), μετά Παντοδύναμος και στο τέλος Πανάγαθος και (ενίοτε) Φιλεύσπλαγχνος. Αν εκτός από Πάνσοφος και Δίκαιος και Δημιουργός ήταν και Πανέμορφος. Ενδεχομένως αντί για Πατέρας και Παντοκράτορας.

Φανταστείτε να σας μάθαιναν στα σχολεία ότι ο Θεός, εκτός από άπειρος, άκτιστος, απερινόητος, αΐδιος -- και όλα τα άλλα τα απαραίτητα μιας σούπερ υπερβατικής θεολογίας -- ήταν και άπειρης ομορφιάς, ας πούμε. Η θρησκεία του θα αναγκαζόταν να κρατάει διαρκώς αγκαζέ και την τέχνη (τέχνη τύπου μπαρόκ, το δίχως άλλο, καθεστωτική και προπαγανδιστική) όπως στον πραγματικό κόσμο κρατάει αγκαζέ την εξουσία ("μα γιατί οι δεσποτάδες είναι ντυμένοι σα βασιλιάδες;" -- χαζό παιδί).

Ο εκφυλισμένος θεός των ταραγμένων μυαλών κάθε θρησκόληπτου δε θα είχε ένθρονο έναν τιμωρό, σαδιστή πατέρα, πανίσχυρο μονάρχη, ηθική αυθεντία (αν και αμφιβόλου ηθικής ο ίδιος). Θα είχε έναν εστέτ φιλόκαλο νάρκισσο πάνω σε ένα ανάκλιντρο μάλλον, έναν δημιουργό που λάμπει από κάλλος και αστράφτει όλος ομορφιά και ακκίζεται θεώμενος τον εαυτό του. Ποιος ξέρει πόσο διαφορετικά θα ήτανε τα σκοτεινά φαντάσματα μέσα στο ασυνείδητο των κάθε δόγματος καλβινιστών αν ο Θεός ήταν Κάλλος. Ίσως οι αδύναμες και ταλαιπωρημένες ψυχές να μην ένιωθαν να συντρίβονται από τη Δύναμη, την Αρχή, την Αυθεντία αλλά από την Ομορφιά: θα ένιωθαν όχι βρώμικες, ανάξιες και ένοχες αλλά άσχημες, ατσούμπαλες και άγαρμπες. Τι Κίρκεγκωρ και Ντοστογιέφσκι θα έβγαζε η θρησκεία του Ενός Πανέμορφου Θεού;

Δέστε το και ιστορικά: σκεφτείτε όλους αυτούς τους ελέω Θεού ηγεμόνες των φεουδαρχιών, προϊόντα της Αγροτικής Επανάστασης, η οποία μαζί με τις πόλεις, την οργανωμένη δικαιοσύνη και την αποθήκευση τροφής μας έδωσε επίσης την κλεπτοκρατία, τα ιερατεία, τις τάξεις. Για να δείχνουνε προς τα έξω ότι υπηρετούν τον Θεό, θα ξεπατώνονταν στο μαικηνιλίκι, θα κυκλοφορούσαν στολισμένοι σαν παγώνια, αντί να το παίζουν δικαστές (κατά το "δίκαιος τιμωρός") και πολεμιστές (σκιά του "παντοδύναμος"), θα παρίσταναν τους καλλιτέχνες.

Ποιος ξέρει τι άγνωστές μας κατάρες θα έφερνε μαζί της η μονοθεϊστική θεολογία του Πανέμορφου Θεού. Πώς θα ήταν άραγε η τυραννία της ομορφιάς να μην είναι συνομίλικη με τη φωτογραφία μόδας, παρά 20 αιώνων; Ίσως η μάστιγα των ψυχισμών να μην ήταν η ενοχή αλλά η ανορεξία. Οι παπάδες και οι ιμάμηδες και οι ραββίνοι θα μας παρότρυναν να γίνουμε όμορφοι. Για αιώνες ατέλειωτους.

Για τη θέση του έρωτα δεν έχω καμμία απολύτως ψευδαίσθηση. Οπως λέει κι ο Κιουρεΐσι: "Ο πόθος χλευάζει κάθε σοβαρό ανθρώπινο εγχείρημα και χλευάζοντάς το του δίνει αξία. Ο πόθος είναι ο πρώτος και ο μόνος γνήσιος αναρχικός. Είναι μυστικός πράκτορας — δεν είναι να απορεί κανείς που η πλειοψηφία επιτάσσει να τον συλλάβουν και να τον κλείσουν σε ασφαλές μέρος, ώστε να μην μπορεί ποτέ να δραπετεύσει".

Όλη αυτή την μάλλον μισοψημένη και ακατανόητη ονειροπόληση περιστρέφεται γύρω από το βασικό ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει χαρούμενη μονοθεϊστική θρησκεία. Ή ακόμα, βλέποντας τα χάλια του βουδισμού, τον εκφυλισμό του ταοϊσμού σε μαγιλίκια, την άτεγκτη ακαμψία και τυραννικότητα του ινδουισμού, το πόσο η θρησκεία εξευτελίζει και καταστρέφει μυαλά, ψυχές, συνειδήσεις, ζωές, πολιτισμούς: πότε θα βάλουμε τη θρησκεία στη θέση της;

Η φωτογραφία είναι του Thami Benkirane.

GatheRate

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Μέσα σε εννιά χρόνια

Ι.
Αρνιόμουνα πεισματικά να διαβάσω δοκίμια Παπανούτσου και Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου κατά την προετοιμασία για τις Πανελλαδικές, κάτι το οποίο πλήρωσα με τον βαθμό στην Έκθεση. Είχα ήδη διαβάσει το μυθιστόρημα του Ι.Μ. "Εφτά κοιμισμένα παιδιά", το οποίο σε ένα επίπεδο περιγράφει μυθοπλαστικά τι (πρέπει να) έπαθαν οι χριστιανοί όταν, μετά από 250 χρόνια καυτού λαδιού, βασανιστηρίων, αποκεφαλισμών και άγριων διωγμών, ο χριστιανισμός άρχισε να γίνεται μόδα, αργότερα κατεστημένο και στο τέλος εξουσία: ξαφνικά όλοι πήγαιναν εκκλησία, φόραγαν σταυρούς και συζητούσαν αν ο Άρειος έχει δίκιο ή οχι και την έπεφταν στους Έλληνες και λοιπούς εθνικούς. Είναι μεγάλη πρόκληση τα ιδανικά σου να γίνονται μέινστριμ, ή τουλάχιστον οι εξωτερικοί τους τύποι. Αποπροσανατολίζεσαι εσύ που τα πρεσβεύεις και τα τιμάς, γίνονται κι αυτά (ή, έστω, οι εξωτερικοί τους τύποι) μέρος του πολτού που μας περιβάλλει και καμμιά φορά λέμε 'ιδεολογία'.

ΙΙ.
Τέσσερα χρόνια πριν τις Πανελλαδικές άκουγα σε μια χριστιανική οργάνωση μαθητών έναν νευρώδη ξερακιανό να μιλάει για την κρίση του δυτικού κόσμου. Η αίθουσα ήτανε τίγκα, τα μεγαλύτερα από μένα χριστιανόπουλα τον πήγαιναν πολύ τον SB γιατί, αντίθετα από κάτι στωικούς, καλοκάγαθους μα ανελέητους παπάδες κι ιεροκήρυκες, αυτός ήταν ανελέητος αλλά έλεγε, λέει, τα πράγματα με το όνομά τους. Ο SB είχε τη φήμη αναρχικού. Εγώ τότε από αναρχικούς ήξερα μόνον τις αφίσσες-εφημερίδες τοίχου που διάβαζα πηγαίνοντας στην ξαδέρφη μου στα Εξάρχεια, η οποία έμενε απέναντι από ένα ξενοδοχείο Όνειρο. Και τα συνθήματα στους τοίχους εκεί γύρω, κάτι οσκαρουαϊλντικά του στυλ "η ιεραρχία της εκπαίδευσης είναι η εκπαίδευση της ιεραρχίας". Άκουσα λοιπόν τον SB, που μας είπε για την αλαζονεία του υλικοτεχνικού πολιτισμού, για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση του χρήματος και της αθεΐας, για τους εξοπλισμούς, λεφτά των φτωχών πεταμένα σε "διαολομηχανές που σκοτώνουν", που όμως είναι αναγκαίοι. Μετά κάτι για το ότι το κράτος δε γίνεται να στεγάζει την Πίστη και την Εκκλησία: εκεί γύρω στις εποχές Τρίτση συνέβαιναν αυτά, μέχρι και ο Αυγουστίνος Καντιώτης εβγαζε ιαχές "στα όπλα".

Πολιτική συγκρότηση δεν είχα, ακόμα δεν έχω. Αλλά όσα άκουσα δε μου φάνηκαν αναρχικά, ούτε καν με την 'κακή' έννοια που ήξερα τότε: "Εξέγερση και Χάος, εγώ δεν είμαι πράος" κτλ. Δε μου φάνηκαν τίποτα. Αργότερα, όταν θα μάθαινα τις φασιστικές εκλεκτικές συγγένειες των οργανώσεων, θα τα έβλεπα ως αυτό που ήταν: ως μια λοξή ρητορική απαξίωσης της δημοκρατίας από τη μεριά του ολοκληρωτισμού, με κάποια ρητορικά σχήματα που πείθουν ως αναρχικη κριτική όσο πείθει αυτό για τζαζ.

ΙΙΙ.
Στη Σχολή μου μάλλον δεν υπήρχανε τότε αναρχικοί, παρά δαπίτες πολλοί και αρκετοί μαλάκες. Μετά το πτυχίο γνώρισα τον Κ. Ο Κ δεν είχε τη μοίρα Σεϊσίδη και Μαρίνου (και άλλων) αλλά διώχθηκε αρκετά και απηνώς. Είχαμε μια κοινή γνωστή, κοπέλα μου, και τότε, στην τρυφερή ηλικία των 23 έμαθα, κοτζάμ γάιδαρος, για την καταστολή, τους χαφιέδες, για το ξύλο, τις χαλκευμένες κατηγορίες, τη φυλακή, τα αλλεπάλληλα δικαστήρια για να του σπάσουνε το ηθικό και τα νεύρα. Οι συζητήσεις μαζί του ήτανε χρυσωρυχείο, καλλιεργημένος και πολιτικός άνθρωπος. Πέραν του ότι με έστειλε για διάβασμα (και λίγοι άνθρωποι με στέλνουνε για διάβασμα, συνήθως αφού με κερδίσουνε πρώτα) κι έμαθα κι εγώ πέντε πολιτικά κολυβογράμματα, πέραν του ήθους και της ευγένειας του ανθρώπου, πέρα από την πλήρη του έλλειψη αφέλειας και αυταπατών, ηταν ο Κ ένας άνθρωπος, ο δεύτερος που εγώ γνώριζα, που αγωνιζόταν για την ελευθερία των άλλων.

Λίγα ανθρώπινα πράγματα είναι ευγενέστερα.

GatheRate

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

the passion and sorrow and mystery of life

Με ρωτάνε τι νέα έχω. Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να γελάσω ούτε με τον Μπογδάνο πια. Δεν άνοιξα καν τη μηχανή που φτιάχνει ποιήματα σαν τα δικά του. Δεν μπορώ πια να ασχοληθώ με τις αλλόκοτα ιεραρχημένες προτεραιότητες όσων γράφουν και μιλάνε. Ξαναθυμάμαι με ένταση κι αλγεινή απορία, όπως όταν το πρωτοδιάβασα, το λογοτεχνικό εκείνο αλμανάκ για το οποίο έγραφα τις προάλλες με κείμενα Κόντογλου και άλλων για την επικαιρότητα του 1942: για το αν ορθώς δενδροφυτεύτηκαν η Ακρόπολη κι ο Φιλόπαππος με πεύκα αντί για ελιές αττικές, για τη νοοτροπία του Έλληνα και για το πώς με σύνεση και ομοψυχία "θα περάσουμε την παρούσα δύσκολη συγκυρία".

Δεν έχω άλλο περίσσευμα οργής για κανάλια κι εφημερίδες και δημοσιογράφους και πνευματικούς ανθρώπους -- ισχνά αποθέματα θυμού καταναλώνω, ίσα ίσα για να μην εφησυχάσω. Λέει ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός στον επικήδειο του φίλου του Βασιλείου (του γνωστού): γιατί με άφησες πίσω, φίλε, για να εκφωνώ επικηδείους για έναν-ένα σας που πεθαίνετε; Αναρωτιέμαι κι εγώ γιατί να βλέπω ειδήσεις, για να απαριθμώ αθλιότητες ανά εβδομάδα; Σκουριές, ρητορείες, εξαθλίωση, σοφιστείες; Διαπομπεύσεις, ψέματα, αναλγησία, ξύλο; Ματ και γιουροβίζιον;

Με ρώταγε φίλος προχτές γιατί μου παραγγέλνουν φάρμακα από την Ελλάδα. Γιατί δεν υπάρχουνε φάρμακα στην Ελλάδα; άλλωστε "άλλο είναι ακριβά, άλλο δεν υπάρχουνε καθόλου". Δεν ξέρω τι να απαντήσω, αν και θυμάμαι ότι ήξερα την απάντηση. Κάτι με τις φαρμακοβιομηχανίες και τα φαρμακεία και το κράτος.

Το ρίχνω σε κοάν δικής μου εμπνεύσεως. Για παράδειγμα, περπάταγα στο σπίτι από τη δουλειά και θυμήθηκα τη συζήτηση για τον Μπογδάνο, πώς του την έπεσαν, ορθώς ή μη, τον εξισωτικό ικουανιμισμό και ικουοβοκαλισμό του κυρίου Δημοκίδη κτλ. Σκέφτηκα: Βλαχομπογδανία, η Μολδοβλαχία στα ελληνικά του 18ου αιώνα, στα ελληνικά του Διαφωτισμού. Μετά έπιασα να απαριθμώ από μνήμης στα τούρκικα τα οθωμανικά βιλαέτια της Ευρώπης, όμως μετά τα Buğdan, Eflak, Erdil, Karadağ και Girit κόλλησα. Κοίταγα λοιπόν τους οδηγούς, φαίνονται να βρίσκονται σε μόνιμη παραζάλη σε αυτόν τον τόπο, δεν ξέρω γιατί. Παρακολουθούσαν την κίνηση μπροστά από το παρμπρίζ τους σαν παιδιά που χαζεύουνε τον κόσμο πίσω από παράθυρο. Μια συνάδερφος έλεγε ότι οδηγούν με το βλέμμα προσηλωμένο στην πινακίδα του μπροστινού. Ποιος ξέρει.

Στο σπίτι προσπαθώ να δουλέψω, κάνω ότι δε σκέφτομαι τις προθεσμίες που πλησιάζουνε. Τρώω ένα μπολ νούγιες στιγμιαίες, όπως στην Αγγλία κάποτε. Θα μείνω 23 για πάντα, άντε 26. Βλέπω λίγο στο φέισμπουκ, τίποτε διαφορετικό από αυτό που ξέρουμε. Χτυπάει το τηλέφωνο από την Ελλάδα και ξέρω ότι θα μου πούνε κάτι λυγρό, κάποιο άθλιο νέο, χαμηλόφωνα και λίγο μασημένα, λίγο γρήγορα, όπως μου ανακοίνωναν παλιά διαζύγια και θανάτους κοντινών μας ανθρώπων.

Τελικά ξαναδιαβάζω, μετά από 8-9 χρόνια, τις ερωτικές επιστολές του Τζέιμς Τζόυς προς τη Νόρα του. Μαγική εικοσαετία του '20-'30, του Τζόυς και της Αναΐς Νιν, με το Down and Out in Paris and London, με τη τζαζ και τα χασίσια και τα οπιούχα, του εξπρεσιονισμού και του αντιφασισμού, του Καρυωτάκη και όλων των άλλων μικρών θεών, όταν ο κόσμος ήξερε να λέει "φως μου" και "μάτια μου" κι "αγάπη μου χρυσή" αλλά και για το πώς και πόσο θέλει να γαμήσει και να γαμηθεί, για το πώς αναπολεί κλανιές και κυλότες κι όλα τα καλά που δίνει στον καθένα η ζωή κατά τα γούστα του. Τι διάολο, μέχρι κι ο Σεφέρης έγραφε στη Μαρώ ότι είναι ελεεινά καυλωμένος, ότι αναπολεί τα μαλλιά της πάνω στην κοιλιά του (παύση για σόδα εδώ).

Τουλάχιστον ήξεραν τότε τι είναι φασισμός και ποιος τον καλλιεργεί και έπεσαν (έτσι ή αλλιώς) πολεμώντας τον. Διαβάστε λ.χ. τον Κύκλωπα στον Οδυσσέα του Τζόυς και πείτε μου αν έχετε δει τόσο καταιγιστικό και σαρκοβόρο λίβελλο κατά αντισημίτη, όταν ο αντισημιτισμός ήτανε μόδα και μια εποχή πολύ προ φασιστικού αντισημιτισμού. Εμείς πάλι σοκαριζόμαστε που διαβάζουμε "goodnight, my little cuntie I am going to lie down and pull at myself until I come. Write more and dirtier, darling. Tickle your little cockey while you write to make you say worse and worse. Write the dirty words big and underline them and kiss them and hold them for a moment to your sweet hot cunt, darling, and also pull up your dress a moment and hold them under your dear little farting bum" αλλά όχι τις βρωμιές, τα ψευδοεπιχειρήματα και τις απλοειδείς ηλιθιότητες που πλημμυρίζουνε τη ζωή μας σα βόθρος που ξανά και ξανά ξεχειλίζει.

Μα basta! Basta per Dio!

Άλλο κοάν. Χωρίς λόγια. Αρκετά με τα λόγια. Κοιτάζω ό,τι μου δίνει χαρά. Κλείνω τα μάτια και βλέπω ό,τι με πότισε χαρά που δε στεγνώνει όσος καιρός κι αν διαβεί. Μένω εκεί.

GatheRate

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

Καθώς πέφτουμε

Η πασίγνωστη αφήγηση προλογίζει την ταινία La Haine ('Το Μίσος') του Κασοβίτς: "Είναι που λες κάποιος και πέφτει από ένα πενηνταόροφο κτίριο. Ο τύπος όσην ώρα πέφτει λέει ξανά και ξανά για να παρηγορηθεί: 'μέχρι εδώ όλα καλά, μέχρι εδώ όλα καλά, μέχρι εδώ όλα καλά'. Όμως αυτό που μετράει δεν είναι η πτώση, είναι η πρόσκρουση."

Δεν έγιναν τώρα τελευταία οι δημοσιογράφοι γνώμης πιο θρασείς κι υπερόπτες ή πιο καζουιστές. Δε στέγνωσαν πρόπερσι από γνήσια ενσυναίσθηση (γιατί από υποκριτική διαθέτουν να περάσουν πολλούς χειμώνες ακόμη). Έτσι τους θυμάμαι από καταβολής ιδιωτικής τηλεόρασης και από τον καιρό που τα εκδοτικά συγκροτήματα σφιχταγκαλιάστηκαν φανερά με τα όποια συμφέροντα: να ευαγγελίζονται είτε μπλαζεδοψύχραιμη είτε γκλαμουρολαϊκιά χρηστομάθεια και να νουθετούν. Να σιωπούν για τα καίρια και να ρητορεύουν αυτάρεσκα για τα ανώδυνα, δηλαδή να κάνουν δημόσιες σχέσεις αντί για δημοσιογραφία. Όπως τώρα.

Δεν έγιναν πρόσφατα οι συγγραφείς, διανοούμενοι και λοιποί πνευματικοί άνθρωποι τιμητές και λυκειάρχες. Πάντοτε φύσει διαφορετικοί από τους χαζούς αστούς, ως ευφυέστεροι, αλλά και από τον κάφρο Ελληνάρα, ως πιο καλλιεργημένοι. Σταθερά κι αμείωτα ερωτευμένοι: άλλοι με την εύτακτη ή με την χημικά ολοζώντανη (αναλόγως) φούσκα στις σχετικές γειτονιές του Παρισιού, του Βερολίνου, του Λονδίνου, της Νέα Υόρκης και του Ελ-Έι, άλλοι με νεορθόδοξα οράματα κοινοτήτων σφιχταγκαλιασμένων -- για να φτάνει πιο εύκολα ο ένας το λαρύγγι του άλλου, ποτέ δεν ξέρεις.

Αυτό που όμως άλλαξε είναι ότι πέφτουμε πια. Είτε γιατί έλιωσε και έσπασε ο σαθρός πρόβολος πάνω στον οποίο στεκόμασταν, όπως ισχυρίζονται δημοσιογράφοι, διανοούμενοι και οι πολιτικοί του business as usual, είτε και γιατί μας έσπρωξαν στο κενό.

Όσοι επαναλαμβάνουν ψιθυριστά την παραμυθία ή την παραμύθα του 'μέχρι εδώ όλα καλά', όσοι πιστεύουν ότι στο τέλος όλα θα πάνε καλά, ξέρουν ωστόσο πως πέφτουμε: το αντιλαμβάνονται και από την αίσθηση έλλειψης βάρους. Όλα μοιάζουν να αιωρούνται, όλα λέγονται, όλα παίζονται, όλα είναι στον αέρα. Οι ζωές που χάνονται (δε σταμάτησαν οι αυτοκτονίες), η Υγεία και η Παιδεία που περνούν οριστικά στα χέρια ιδιωτών και των πελατών τους, οι συνθήκες διαβίωσης που εξαχνώνονται, οι ελευθερίες, τα δικαιώματα, οι ίδιοι οι θεσμοί που συνθλίβονται: όλα είναι αβάσταχτα ελαφριές υποθέσεις. Όλα τα γεγονότα μπορούν να γυρίσουν το μέσα-έξω, με ολίγη από κακοχυμένη αποδόμηση, που ευδοκιμεί πια σε έναν τόπο ο οποίος εχθρεύεται παλαιόθεν την κριτική (γιατί τη θεωρεί απαξίωση) και την κριτική σκέψη.

Κάποιοι από όσους πέφτουμε θυμόμαστε από το σχολείο ότι η πτώση είναι επιταχυνόμενη κίνηση. Και οι υπόλοιποι το ζούμε βεβαίως, αφού πια δεν προλαβαίνουμε τις εξελίξεις: λάθρα εκποιήσεις εθνικού πλούτου, γενικευμένη αστυνομική κτηνωδία προς σωφρονισμό, δολοφόνοι με ασυλία, έφηβοι γηγενείς χωρίς ιθαγένεια, λαϊκά δικαστήρια όπου δικάζονται γονείς ενηλίκων γιατί δεν ανάθρεψαν τα παιδιά τους σωστά (το σχολείο κατηγορήστε: αυτό μας μαθαίνει ότι η πατρίδα μας λευτερώθηκε από άνομους πλιατσικολόγους κλεφταρματολούς που έπαιζαν κρυφτούλι με τις οθωμανικές αρχές). Και ποιος ξέρει τι άλλο, μέχρι να έρθει το Σάββατο και να τυπωθούν αυτές οι αράδες. Αράδες που κανονικά θα έπρεπε να είναι ουρλιαχτό: αυτό μας αρμόζει καθώς πέφτουμε.

Αλλά ας μην κλείσω με ουρλιαχτά. Ας κλείσω νηφάλια, αξιοποιώντας την τεχνική του μοντάζ.

Όταν ήμουν φοιτητής έπεσε στα χέρια μου ένα λογοτεχνικό αλμανάκ από τη συλλογή του παππού. Της Ένωσης Συντακτών, νομίζω. Πολλά γνωστά ονόματα των γραμμάτων μας, που αναγνωρίζουμε από ανθολογίες και σχολικά βιβλία, έγραφαν εκεί για την επικαιρότητα. Για το αν ορθώς δενδροφυτεύτηκαν η Ακρόπολη κι ο Φιλόπαππος με πεύκα αντί για ελιές αττικές. Για τη νοοτροπία του Έλληνα. Για το πώς με σύνεση και ομοψυχία "θα περάσουμε την παρούσα δύσκολη συγκυρία". Στο εξώφυλλο υπήρχαν ευχές για ευτυχές το 1943.

Για τη στήλη 'Blogs in print' της Ελευθεροτυπίας της 16.II.2013

GatheRate

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

Άστρο


Τη νύχτα, όπως πλησιάζεις την πόλη, πρώτα εμφανίζεται ένα μοναχό άστρο μέσα στο σκοτάδι, εκεί όπου ξέρεις ότι είναι το βουνό. Σε λίγο και μια ημισέληνος. Μετά τα πλαισιώνει ένα παραλληλόγραμμο, έχεις τώρα το περίγραμμα της ay yildiz. Στο τέλος προστίθενται και τα περιγράμματα δύο οριζόντιων ταινιών πάνω και κάτω από την ημισέληνο και τ' άστρο. Το περίγραμμα της σημαίας του Βορρά. Η σημαία σβήνει και σε λίγο επανεμφανίζεται το αστερι.

Εδώ, λέει, ο ερωτοχτυπημένος Φραγκοκύπριος περιγράφει το οικόσημό του:

Διά σημάδιν έχω λιόντα
στην ώχραν όπου 'ν γοιόν άστρον,
πράσινον δεντρόν σαν κάστρον
πάντα στέκεται θωρώντα,
μ' όρεξην παντές βιγλώντα
του δεντρού τους κλώνους χάσκει,
να πηδήση πάνω πάσκει
και γι' αυτόν στέκει στεκόντα.
 
Από άστρο σε άστρο, ένα άχαρο, σκονισμένο και αποψιλωμένο νησί περιμένει τον χειμώνα να πρασινίσει και να ανθίσει, όταν δεν κάνει λειψυδρία. Το ξεχασμένο φετίχ του νεοέλληνα, που δεν είναι -- λέει -- τρέλα εθνική που επιστρέφει, ούτε οικόπεδο που το καταπατούνε, είναι κάτι χειρότερο: τρανή απόδειξη ότι η εξουσία και η τυραννία δε χρειάζεται να είναι μεγάλες, πολυεθνικές και απρόσωπες για να συνθλίψουν τη ζωή σου ή "απλώς" την αξιοπρέπειά σου. Η στυγνή, κυνική κι απάνθρωπη εξουσία μπορεί να έχουν την όψη ορθοδόξου αρχιεπισκόπου ή υποψηφίου προέδρου ή δυναμικού επιχειρηματία σε έναν τόπο μικρότερο σε πληθυσμό από τον Δήμο Αθηναίων. Πολλές φορές έχουν απλώς την όψη πατέρα ή μάνας, εδώ που τα λέμε.

Και ναι, καλά το θυμόμουν, έχω ξανασχοληθεί με το πόσο θανατερή είναι η μικρή και σπιτικιά εξουσία, π.χ. εδώ.

GatheRate

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Ακόμα ένα déjà vu


Πριν ακριβώς έξι χρόνια, έγινε αυτή η συζήτηση. Παραπέμπω σε αυτή κυρίως για τον διάλογο στα σχόλια: ό,τι ζούμε σήμερα ήδη υπάρχει δυνάμει και εκεί. Επίσης, μου φαίνεται πια να είναι διάλογος που έγινε σε έναν παράλληλο κόσμο, σε ένα επινοημένο σύμπαν, και όχι στο πρόσφατο παρελθόν.

Μόνον ένα σχόλιο: όταν έλεγα "απεχθάνομαι τη βία", την εννοούσα ως προερχόμενη από την εξουσία ή από ίσο προς ίσο. Δεν μπορούσα να διανοηθώ τότε πώς θα ήτανε δυνατόν σοφιστικά κινούμενος κάποιος να μιλήσει για "βία" των αδυνάτων προς τον καταπιεστή ("απ' όπου κι αν προέρχεται", λέει). Τέλος πάντων. Καλά να πάθω, να μάθω να ακριβολογώ, να μάθω να είμαι πιο διορατικός και λιγότερο το χαϊβάνι της καλοπιστίας. Εν πάση περιπτώσει, διαβάστε αυτό και θα σας λυθούν πάρα πολλές απορίες.

GatheRate

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

The Chauffeur

ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς
κατά Ματθαίον 7, 16

Είναι συναρπαστικό να παρακολουθείς το ξύπνημα μιας καινούργιας ανθρώπινης ζωής, ενός νέου νου που φυτρώνει και ανθίζει. Από τα λίγα θεάματα που προκαλούν γνήσιο θαυμασμό. Από τις λίγες φορές που αληθινά εύχεσαι για Ανάσταση νεκρών: να διασωθεί κάθε ένα από αυτά τα λαμπρά άνθη.

Κι αναρωτιέσαι όσο παρακολουθείς αυτούς τους παιδικούς νόες να στυλώνουν το μπουμπούκι τους για ν' ανθίσει, για να βγάλει λαμπρά χαμόγελα χαράς, εύγλωττα συναισθήματα, σφρίγος κάθε είδους, βαθιά βλέμματα πνευματικά και ίσως ποιητικά, για να γίνουν ίσως εικοσάχρονα που θα ντροπιάσουν έναν κόσμο αγκυλωμένο μπροστά στη θέα του χαμού και του θανάτου. Αναρωτιέσαι τι θα είναι οι πρώτες παραστάσεις τους, οι παραστάσεις που θα συνθέσουν την άβυσσο του ασυνειδήτου τους. Ακόμα πιο έντονα, κι ίσως με αγωνία, αναρωτιέσαι ποιες θα είναι οι παραστάσεις και τα λόγια πάνω στα οποία θα αρθρωθεί η συνείδησή τους, η λαχτάρα τους για ελευθερία και για έρωτα και για να φτιάξουνε και να χαρούν και να γλεντήσουν, ή άλλες δυνάμεις, σκοτεινές. Τα αναρωτιέσαι αυτά γιατί είσαι κρυπτομπιχεβιοριστής και αφελής ψυχολογιστής, γιατί νομίζεις πως, αν είναι αρκετά και κάπως μεγάλα τα κομμάτια που θα καταφέρεις να ενώσεις, θα μπορέσεις όχι απλώς να νιώσεις αλλά και να ερμηνεύσεις τον άλλο, να τον εξηγήσεις, να δεις την άβυσσο του ασυνειδήτου και τα μινωικά παλάτια της συνείδησής του διαμπερώς και πάμφωτα. Αλλά όχι. Απατάσαι. Απατάσαι τρελά. Ένα παιχνίδι είναι κι αυτό με τις "παραστάσεις που μας διαμορφώνουνε", μια κουβέντα για πρωτιές, η ανάγκη να αναγνωρίσεις στο κομμάτι κάποιου αρχικού πατρόν το τωρινό αδιανόητο υφαντό δισεκατομμυρίων κόμπων και μοναδικής ιστορίας που είναι ο καθένας μας.

Μια κουβέντα για πρωτιές. Πήγα με τον φίλο μου τον Π. στον φίλο μου τον Φ., που είχε βίντεο, να δούμε την κασέτα με τα βίντεο κλιπ των Ντουράν Ντουράν. Περασμένος αιώνας. Η μαμά του Φ μάς έφερε τοστ να φάμε και είδαμε την κασέτα. Αυτό το (εντελώς ανυπόφορο πια) βίντεο ήταν το πρώτο ερωτικό ερέθισμά μου.


Τα προφανή στοιχεία πρώτα: οι μυθικές στολές του φετίχ, οι γυναίκες που ντύνονται αλλά μένουν γυμνές, τα ηδονοβλεπτικά, η πόλη (που χρόνια μετά θα αναγνώριζα και έτσι και αλλιώς). Αλλά και το κάπως στοιχειωτικό θέμα οστινάτο (τέσσερις νότες, σαν αυτό), οι γέφυρες και οι αυτοκινητόδρομοι και τα ψηλά μπλόκα να αστράφτουν στο ηλιοβασίλεμα, ο φω-κιτς υπαινιγμός στον "Θυρωρό της νύχτας" (δεν τον ήξερα τότε), ο σύνθι αυλός του Πανός προς το τέλος, η απορία του λεσβιακού έρωτα.

Ποιο είναι το συμπέρασμα; Κανένα. Νους ορά και νους ακούει: αυτό το σπάνιο και εύθραυστο θνητό λουλούδι. Ό,τι προσλάβει από έξω θα το πάρει, θα το φωτοσυνθέσει, θα το κάνει δικό του, κι αν μεγαλώσει θα έχει και μίσχο ξυλώδη. Με αγκάθια ή για καρπούς.

GatheRate

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Η μάνα, η μπάνκα

Από το τάβλι μέχρι τη μονόπολη, όποιος κρατάει την μπάνκα ή τη μάνα, κρατάει το παιχνίδι.

Σε παιχνίδια με ασυγκρίτως πιο βαθειές και μακροχρόνιες συνέπειες, όπως η πολιτική, όποιος ορίζει την ατζέντα και τη θεματολογία του δημόσιου διαλόγου κρατάει γερά και το πλεονέκτημα στο παιχνίδι και τις τύχες εκατομμυρίων ανθρώπων.

Η Αριστερά υποτίθεται ότι ανέκαθεν προσελκύει καλλιεργημένους ή έστω ευφυείς ανθρώπους ή τουλάχιστον ευφραδείς και με ευγλωττία. Η Αριστερά υποτίθεται ότι φωτίζεται από το γενικό πρόταγμα της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης, του αδιαπραγμάτευτου δικαιώματος για ελευθερία και αυτοπροσδιορισμό. Η Αριστερά υποτίθεται ότι μεριμνά και αγωνίζεται για την ευημερία των πολλών και όχι για τον πλουτισμό των λίγων.

Αναλογιστείτε τώρα πόσο κούφια σας ακούστηκε η προηγούμενη παράγραφος. Παραδεχτείτε ότι η όποια διανοητική, μορφωτική και ηθική ανωτερότητα της Αριστεράς απλούστατα δεν έχει κανένα αντίκρυσμα στην πολιτική κωμωδία που ζούμε από τον Ιούνιο και μετά. Στη μετεκλογική αυτή κωμωδία, οι απαξιωμένοι συγκυβερνούν μαζί με τους βαθιά διεφθαρμένους, σε ένα σχήμα που θα ήτανε γελοίο αν δε διάβρωνε ταχύτατα κάθε (μα κάθε) πολιτική και κοινωνική κατάκτηση των τελευταίων 40 ετών. Και το χειρότερο: αν γίνονταν την Κυριακή εκλογές, πάλι ένα παρόμοιο κυβερνητικό σχήμα θα προέκυπτε, απέναντι σε ένα βολικά χειραφετημένο 10% νεοναζιστών.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Δεν είμαι πολιτικός αναλυτής και οπωσδήποτε βλέπω τα πράγματα αποσπασματικά. Βλέπω όμως καθαρά ότι την μπάνκα, τη μάνα, την κρατάνε γερά στα χέρια τους οι δύο Ηρακλείς που στηρίζουν το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας: το άτυπο ιερατείο της εμφυλιοπολεμικής Δεξιάς και οι θεολόγοι της νεοφιλελεύθερης ουτοπίας των ολίγων.

Όλη η ρητορική και όλη η θεματολογία κάθε δημόσιου διαλόγου ξεκινάει από αυτούς τους δύο Ηρακλείς. Η Αριστερά απλώς παίζει άμυνα: απαντάει στις ερωτήσεις τους, αναιρεί τους παραλογισμούς τους, προβαίνει σε αποδόμηση των σοφισμάτων τους, επισημαίνει τα αυτονόητα, ψελλίζει για το ενδεχόμενο σκευωριών και κινήσεων αποπροσανατολισμού, επαναλαμβάνει ασθμαίνοντας 'απεταξάμην' στις απανωτές ερωτήσεις εξορκισμών νομιμοφροσύνης. Και δεν την ακούνε τελικά παρά μόνον οι ίδιοι πιστοί της Αριστεράς, κάποιοι προσήλυτοί της και, ίσως, κάποιοι κατηχούμενοι.

Αν πρέπει να γίνει κάποια ρήξη εκ μέρους της Αριστεράς, αυτή πρέπει να είναι ρήξη στον πολιτικό διάλογο. Δε γίνεται να σύρονται οι εκπρόσωποί της στα κανάλια για να δώσουν προφορικές εξετάσεις, για να αποκρούουν σουτάκια. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αξιωματική αντιπολίτευση (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό στο τρέχον φαλιμέντο των θεσμών) και οφείλει επιτέλους να ορίσει τη δική του ατζέντα: να (ξαν)ανοίξει τη συζήτηση για το Μνημόνιο, για την αποσυναρμολόγηση των θεσμών, για την κατάρρευση της δημόσιας Υγείας και της Παιδείας, για τον εκβαρβαρισμό της αγοράς εργασίας, για τον προϊόντα γενικευμένο εκφασισμό της ελληνικής κοινωνίας. Η Αριστερά σε αυτή τη φάση, τώρα, πρέπει να γίνει η μάνα του παιχνιδιού, να πάρει την μπάνκα στα χέρια της.

Για τα Ενθέματα της Αυγής της 3.ΙΙ.2013.

GatheRate

Από το θέατρο σκιών


Ο μέσος Έλληνας δεν υπάρχει. Το εδώ και τρία χρόνια κλωτσοσκούφι της επιχειρηματολογίας των οργανικών διανοούμενων είναι επινοημένο. Πρόκειται για έναν μέσο όρο, έναν τάχα τυπικό εκπρόσωπο, που συνοψίζει τις ιδιότητες και τα ελαττώματα του Καραγκιόζη, όπως στο σχεδόν αρχετυπικό κείμενο του Νίκου Δήμου. Και τέλος πάντων, όσοι βλέπουνε στον τύπο αυτό του μέσου Έλληνα τον Καραγκιόζη λησμονούν ότι ο Καραγκιόζης είναι δημιούργημα της ίδιας κοινωνίας που παράγει Χατζηαβάτες. Χατζηαβάτες που καρτερικά ανέχονται την επί τριετία καταστρατήγηση των θεσμών και την καταστολή των ελευθεριών, που υποκαθιστούν την αντίσταση με τη ρητορική της αγανάκτησης και με την απολιτίκ εκτονωτική μούντζα. Ή που δε λένε τίποτα και περιμένουν να περάσει η μπόρα.

Απέναντι στους Καραγκιόζηδες και στους Χατζηαβάτες, οι οργανικοί διανοούμενοι ορθώνουν περήφανα το όποιο ανάστημά τους και αρθρώνουν έναν άλλο λόγο εδώ και τρία-τέσσερα χρόνια. Όπως επισημαίνουν η Ε. Γιαννοπούλου και ο Θ. Τραμπούλης στο Unfollow Ιανουαρίου, διεκδίκησαν και κατοχύρωσαν προνομιακή θέση στον δημόσιο λόγο και σήμερα μιλούν από την αναγνωρίσιμη θέση του συγγραφέα -- αλλά και του δημοσιογράφου γνώμης. Οι οργανικοί διανοούμενοί μας είναι αυτοδημιούργητοι, δηλαδή εν πολλοίς αυτοδίδακτοι, οψιμαθείς ή και τα δύο, και ανδρώθηκαν στρατηγικά τοποθετημένοι στις σωστές παρέες. Παραμένουνε διανοητικά απείθαρχοι αλλά πομπώδεις και στριφνοί και φιγουρατζήδες στις σωστές αναλογίες. Σε αυτό το τελευταίο είναι πάντως πιο Ελληνάρες από τους Έλληνες, βρίσκονται πιο κοντά στον Καραγκιόζη παρά ο "άπλυτος αριστερός", ο "αιθεροβάμονας" ή ο "μπαρμπα-Μήτσος".

Αυτή η εκλεκτικιστικώς φιλοευρωπαϊκή γενιά, τα απόπαιδα του Διαφωτισμού και οι ανορθόγραφοι του Ορθολογισμού, μας λένε ότι για "εδώ που φτάσαμε" φταίει ο Καραγκιόζης (ο Χατζηαβάτης πάλι, όχι και τόσο πολύ). Για όλα. Φταίει η ιστορία του, φταίει κι η γεωγραφία του, φταίει η Ορθοδοξία ή η Δύση ή και οι δυο μαζί. Φταίει το δημοσιονομικά υπερτροφικό Κράτος (που παρατάιζε, λέει, τον Καραγκιόζη) και το πολιτικά ισχνό Κράτος (που δεν τον καρπαζώνει όσο πρέπει όταν ανομεί). Πάνω απ' όλους φταίει η μπανάλ Αριστερά, που παραχαϊδεύει τον Καραγκιόζη και δεν τον αφήνει να βάλει καμπούρα να βγούμε από την κρίση. Τέλος, φταίει ο φτωχός που δεν έμεινε όπου κι η μοίρα του.

Μιλώντας για τους φτωχούς, αφού οι φτωχοί δε μιλάνε συνήθως, ίσως μια μέρα βρεθεί κάποιος να γράψει την ιστορία του ελληνικού λαού, σαν αυτή που έγραψε ο Χάουαρντ Ζινν για το λαό των ΗΠΑ: από τη σκοπιά των φτωχών. Άραγε πώς θα φαίνονταν τα πράγματα από τη σκοπιά του φτωχού χωρικού που εξαρτάται από τα ρουσφέτια ή που μετανάστευσε για να μη λιμοκτονήσει, του φτωχού που παγιδεύτηκε σε πόλεμο, διχασμό και καταστροφή μεταξύ 1912 και 1922, αυτού που τον περιέλαβε η κατοχή και ο Εμφύλιος, που είτε μετανάστευσε είτε έζησε στην τραχειά Ελλάδα του '50 και του '60 σε συνθήκες σαν αυτές που ζουν οι ξένοι στην Ελλάδα σήμερα; Τι θα μαθαίναμε για τη βουβή ευμεγέθη μειοψηφία που έκανε δύο δουλειές για να επιβιώσει -- κι όχι για να "χτίσει εξοχικό", μια μειοψηφία αόρατη μεταξύ 1974 με 2010, αφού χάλαγε τη μόστρα του ευρωπαίου Καραμανλή, του σοσιαλιστικού ΠΑΣΟΚ, του απενοχοποιητικού Κλικ, του εκσυγχρονιστή Σημίτη, της Ισχυρής Ελλάδας; Ίσως αντί για αντικατοπτρισμούς μαζικής διαφθοράς, τεμπελιάς, ρεμούλας κτλ. να ακούγαμε τότε όσους δε μίλαγαν ποτέ, όσους δεν ακούγονταν ποτέ, παρά μόνο για να γίνουν αντικείμενα εκμετάλλευσης.

Ο μέσος Έλληνας δεν υπάρχει, είναι απλώς το είδωλο μιας κάστας και μιας ελίτ που ήθελε να αναρριχηθεί κι αναρριχήθηκε. Εν πολλοίς με κρατικά λεφτά, έστω και εμμέσως. Και τώρα που αναρριχήθηκε, κουνάει το δάχτυλο στους από κάτω, γιατί της μοιάζουνε Χατζηάβατες και Καραγκιόζηδες. Στην πραγματικότητα, όταν κοιτάζει κάτω, η ελίτ αυτή απλώς αντικρύζει το καθρέφτισμα της, αυτό του Ναρκίσσου.

Για τη στήλη 'Blogs in print' της Ελευθεροτυπίας της 2.II.2013

Η φωτογραφία (μόνον εδώ) είναι της murplejane.

GatheRate

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Καμμιά αθωότητα

(στον Πειρασμό της Αθωότητας, τον διάβασα το θρυλικό '96, ο Πασκάλ Μπρυκνέρ εξηγεί ότι, τελικά, η αθωότητα είναι ένα ψέμα που λέμε είτε στον εαυτό μας είτε στους άλλους.)

Τι έγινε σήμερα; Ρωτάω γιατί δεν βλέπω καθόλου τηλεόραση, μόνον καμμιά σειρά, καμμιά ταινία.

Κάθε μέρα ρωτάω, συνήθως τον εαυτό μου: τι έγινε σήμερα;

Κάποια στιγμή μέσα στη μέρα μαθαίνω τι έγινε σήμερα. Κάθε μέρα και κάτι. Κάθε μέρα αθλιότητες. Τα ίδια και τα ίδια, είπα να τα γράψω με άνω τελείες, όμως τα δίνω σε μορφή λίστας:
  • εξαθλίωση αδιανόητη,
  • αυτοκτονίες (δε δίνουμε πια σημασία),
  • καταστολή σε καθημερινή βάση και ολοένα και πιο στυγερή (για να επικαλείται μετά ως λόγο ύπαρξής της τις αντιδράσεις που προκαλεί),
  • επίσημα ψέματα, χαλκεύσεις και γκαιμπελισμοί,
  • ο θρίαμβος της σοφιστείας,
  • λαϊκός φασισμός κοινής αποδοχής,
  • βλακώδεις βλακείες από λεγόμενους αριστερούς,
  • χοντροκομμένοι φανατισμοί,
  • πολιτικοί στο business as usual: δεν είναι ερασιτέχνες, ξέρουνε καλά τι κάνουν.
Θα έγραφα λ.χ. τι έγινε σήμερα, Πέμπτη 31.Ι.2013, αλλά δυστυχώς δεν είναι χειρότερο από τα αυριανά ή καλύτερο από τα χτεσινά, δεν είναι χειρότερο από τα χτεσινά ή καλύτερο από τα αυριανά.

Τι έγινε σήμερα; Δεν έχει σημασία, ξέρω ότι όλοι έχουν ήδη κάνει τη βουτιά, εδώθε με τους αδερφούς, εκείθε με τον Χάρο. Στην υπηρεσία του Χάρου, να μην παρεξηγηθώ. Ξέρω ότι σχεδόν κανείς πια δεν είναι ιδεολόγος ή αφελής ή ονειροπόλος: είτε αποσκοπεί στο να φθείρει τον ΣΥΡΙΖΑ με κάθε μέσο, είτε προσβλέπει στα ξεσκλίδια εξουσίας που θα διανείμει ο ΣΥΡΙΖΑ. Αθώοι και χαζοί και στόκοι τέλος.

Οι νεοφιλελέδες, οι κάθε σκουληκόψυχοι φασιστόφιλοι, οι μεγαλοδημοσιογράφοι, οι όψιμοι διαφωτιστές (αλίμονο στον Διαφωτισμό!), οι καθεστωτικοί καλλιτέχνες και ποιητές αγκαλιάζουνε το τώρα και ζούνε για αυτό. Στο μεταξύ συναινούν στο να σκοτώνεται ό,τι έχει μείνει, με μπρίο, σε wine bar και μέγαρα και ταβέρνες, οχυρωμένοι μέσα σε προνόμια κι ασυλίες.

Οι νεοαριστεροί νεοδιανοούμενοι, οι πασοκοφυγάδες, οι σαλονάτοι ελαφρομαρξιστές, οι αιώνιοι παράγοντες, οι νεοεστέτ της φω αναρχικής αισθητικής και της αντιεξουσιαστικής διακόσμησης αγκαλιάζουνε το εγγύς μέλλον και ζούνε γι' αυτό, προσδοκώντας μια πασοκανάσταση παραγοντισμού: καρτερούν οι Ιζνογκούντ να αναδιανείμουν ό,τι μείνει από το Χαλιφάτο, ο καθένας ανάλογα με τις φιλοδοξίες του, στον καθένα σύμφωνα με τις άκρες του.

Δεν υπάρχουν αθώοι. Υπάρχει πια μόνο μια χούφτα τίμιοι άνθρωποι: ένας (ίσως) συντηρητικός που δεν καταλαβαίνει πώς γυρίσε η δεξιά παράταξη απότομα στο 1949, δυο-τρεις κεντρώοι άστεγοι και βουβοί, τέσσερις-πέντε αριστεροί σοβαροί και τίμιοι και που θα έμεναν έτσι κι αλλιώς στην απ' έξω αφού "η θέση τους είναι στον αγώνα και στη διαφώτιση" (ή κάτι τέτοιο). Υπάρχουνε και τέσσερις-πέντε αναρχικοί που θα θυσιάζονται πέφτοντας από κρεβάτια και κρεμασμένοι από σεντόνια στα κελιά, δαρμένοι και σακατεμένοι: θυσιαστική προσφορά για να επιστρέψει η ανάπηρη δημοκρατία μας πού; στη σαράβαλη προ 2010 λειτουργία της. Αν δε μας προλάβουν οι μπαταριές νεκροταφείου, τα μαχαίρια και οι ναζί νταβάδες. Που δεν έχει σημασία, κιόλας: αυτοί που μας κυβερνούνε τελικά μόνο το όνομα δεν έχουν.

Η μόνη μου ελπίδα είναι να μη σωπάσουμε. Και στον δρόμο.

GatheRate

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Η ρωγμή του χρόνου

We have met before

Διάβαζα τις προάλλες παλιότερα ποστάκια, εκεί μεταξύ 2006 και 2009. Όταν πρωτοανοίξαμε τα μπλόγκια και μας ρώταγαν τι είναι, απαντούσαμε "ονλάιν ημερολόγια". Καμμία σχέση. Διάβαζα παλιότερα ποστάκια και θαύμαζα πώς γεγονότα που τώρα πια με βεβαιότητα γνωρίζω πως με καθορίζουν περνούν εντελώς αμάρτυρα εδώ, ακόμα και ως διαθέσεις. Το βρήκα σχεδόν διασκεδαστικό. Δε φαίνεται τίποτε. Πολύ περισσότερο, φυσικά, δε φαίνεται το μέλλον σε αυτά που γράφονται εδώ, ούτε καν ως προθέσεις.

Mt Bures

Ήμουν γύρω στα 15 όταν ανακάλυψα τον "Τυφλό με τον λύχνο" του Τάσου Λειβαδίτη. Με αυτά τα ποιήματα είχα αισθανθεί όπως αισθάνθηκα λίγα χρόνια μετά, όταν φίλησα την ΠΜ. Δεν πρόκειται για μπανάλ παραλληλισμό: είχα νιώσει την ίδια γλυκειά ταραχή, κάποια ζάλη, μια καλοδεχούμενη -- για να μην την πω ευφρόσυνη -- αίσθηση αναπόφευκτου· και, βεβαίως, σχεδόν μεταρσίωση, μια αίσθηση που ονειρεύτηκα σαν καθαρή αίσθηση, σκέτη, όχι συνδεδεμένη με κάτι, λίγο πριν ξυπνήσω το πρωί. Η πραγματική μεταρσίωση δε θα αργούσε, αλλά θα ξαναρχότανε λίγες φορές και αδιανόητα πολύτιμες. Πάντως κυκλοφορούσα, όταν είχα το σακίδιο μαζί μου, έχοντας πάνω μου τον "Τυφλό με τον λύχνο", όπου έβρισκα ευκαιρία τον άνοιγα και τον διάβαζα λίγο. Το βιβλίο το αναζήτησα στο πατρικό μου πρόσφατα. Άφαντο. Νομίζω ότι μάλλον το χάρισα στον πρώτο μου έρωτα. Ειλικρινά δε θυμάμαι.

Lightfall

Σε δυο-τρεις δύσκολες περιόδους της ζωής μου αρκούμουν στο να σκέφτομαι τις αμαρκάριστες και άχρωμες και σχεδόν ανυπόφορα κενές εβδομάδες και να βλέπω ότι κάτι μικρό, ένα μικρό βήμα, μια πρόοδος ανεπαίσθητη είχε επιτευχθεί (όχι, δεν την είχα επιτύχει εγώ, είχε επιτευχθεί). Κι έτσι αναδύθηκα σιγά σιγά στην επιφάνεια για να πάρω μια βαθειά ανάσα. Κάθε φορά. Ποιος; εγώ. Ο θιασώτης των ριζικών διευθετήσεων και των χειρουργικών λύσεων. Ο άνθρωπος του αμετανόητου ναι με τα αμετακίνητα όχι μου. Αλλά τα έχει πει και ο Σαίξπηρ αυτά, αθύρματα είμαστε της ζωής, της τύχης τζουτζέδες. Και η ομορφιά και η χαρά και το πλήρωμα της ζωής έρχονται ακριβώς όταν η ζωή μάς ξεπερνάει καγχάζοντας και μας επιβάλλει την πραγματικότητά της, ιδίως όταν δεν μπορούμε να την εξηγήσουμε ή να την ερμηνεύσουμε. Κι όταν κατανοήσουμε ότι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε, αρχίζουμε να ζούμε. Σβήνουν οι ερμηνείες κι αρχίζει η ζωή.

Feet in the air

Μπορεί κανείς να αισθάνεται τύψεις και να πάσχει από ενός είδους ενοχή του επιζήσαντος. Μπορεί να το φέρει βαρέως που γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια χώρα που δεν ήταν (ακόμα) τριτοκοσμική, που δεν ήτανε (πρόδηλα) το πεδίο βολής αποικιοκρατών ή (ακόμα) αλάνα για δοκιμές του οπλικού συστήματος που λέγεται καπιταλισμός. Μπορεί να παραμένει θλιμμένος και παραλύτος από ενοχικό βάρος γιατί δε βρίσκεται ανάμεσα σε αυτούς που σκοτώθηκαν στον δρόμο προς την όποια ευημερία κι έμειναν άθαφτοι κι άκλαφτοι . Ή μπορεί να κάνει κάτι. Ή, τουλάχιστον, να μη σιωπά. Δεν έχουμε πια δικαίωμα να σιωπούμε. Η χυδαία πολυτέλεια δεν είναι ούτε η ενέργεια που καταναλώνουμε, ούτε τα αέρια θερμοκηπίου που παράγουμε, ούτε ότι ζήσαμε με την απαίτηση να πάρουμε σύνταξη όταν δε θα μας βαστούν τα πόδια κι όλα τ' άλλα μας. Η χυδαία πολυτέλεια είναι η σιωπή και η ανοχή, η πειθήνια συμμόρφωση και η πρόστυχη παραίτηση του "και να μιλήσω τι θα γίνει". Αυτή είναι η βρωμιά κι η ανηθικότητα της εποχής μας, η φονική προστυχιά της. Όσο δε μας φιμώνουν, θα μιλάμε. Και θα φωνάζουμε. Να αντιλαλούν οι πόλεις μας, που πάνε να μας τις υφαρπάσουν. Οι πόλεις που αγαπήσαμε και όπου αγαπήσαμε.

Paradise on the Green

Σπουδαίο τραγούδι η "Ρωγμή του χρόνου".


GatheRate

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

Φωνές των άλλων: ένα χρονολόγιο

Οι νέοι ζούνε με ελπίδες, οι γέροντες με αναμνήσεις κι όσοι είναι ενδιάμεσα αλί και τρισανάθεμα κι ανακατεμένος ο ερχόμενος
 (Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια -- παράφραση και διασκευή)

c. 1978
"Δεν μπορώ να σου εξηγήσω τι σημαίνει 'αναλόγως'. Να σου δώσω ένα παράδειγμα όμως."

c. 1979
"Εγώ τους φίλους μου τους εκμεταλλεύομαι."
"Δεν είναι ωραίο αυτό που λες."
"Εννοώ ότι μαθαίνω από αυτούς ό,τι μπορώ."

1981
"Αφού ο μπαμπάς σου δε θέλει να μιλάμε για πολιτικά, τότε πες μου τη γνώμη σου για τον Γιαρουζέλσκι στην Πολωνία."

1982
"Πρέπει να μάθει να μην επιμένει, ακόμα κι αν έχει δίκιο."

1983
"Όμως να διαβάζει και λογοτεχνία, όχι μόνον άτλαντες κι εγκυκλοπαίδειες κι εφημερίδες. Θα του δώσω εγώ τα 'Γενέθλια' και το 'Καπλάνι της βιτρίνας'."

1985
"Με λένε Σοφία."

1985
"Φανταστείτε λοιπόν ότι είστε στρατιώτης στον Τρωικό Πόλεμο, όχι ήρωας, και περιγράψτε τη μάχη."

1985
"Αρχίστε να κρατάτε ημερολόγιο."

1987
"Ο Μπετόβεν δεν έχει ούτε μία νότα λάθος. Δούλευε τα έργα του ξανά και ξανά, δεν τα ξεπέταγε σαν τον Μότσαρτ. Η 'Δεκάτη' δεν έχει νόημα."

1987
[Το θέμα του πρώτου μέρους της Παθητικής Σονάτας, παιγμένο πολύ αργά κι επώδυνα.]

1989
"Κι εμείς που πιστέψαμε στον Τσαουσέσκου, γιατί τα έβαλε με το ΚΚΣΕ. Θα τον σκοτώσουνε στο τέλος."

1989
"Ο δίσκος λέγεται 'Το περιβόλι του τρελλού'."

1989
"The looting of Greece."

1990
"Τώρα τελευταία έχεις αρχίσει να βρίζεις πολύ."

1990
"Οι ωραίες αποφάσεις είναι οι δύσκολες αποφάσεις."

1990
"Δεν μπορώ. Θα με συντρίψεις."

1991
"Δεκαπέντε στην 'Εκθεση, καλά να πάθεις [Σαρούσογλου]!"

1992
"Όχι έτσι απαλά, πιο δυνατά."

1992
"Blue moon, you saw me standing alone / without a dream in my heart / without a love of my own." [τραγουδισμένο μεγαλοφώνως]

1995
"Comment dit-on en grec, 'Let's go to your room'?"

1995
"Πρέπει να μιλήσουμε."

1995
"Έχω κάτι να σου πω."

1996
"Ξέρω πόσο σου αρέσουν οι γαρίδες."

1996
"Συγγνώμη, τι έγινε εκεί μέσα;"

1996
"I realise that you were the best where you used to be. However you haven't given any signs of that here, not as yet."

1997
"People went like: 'Morrissey, Morrissey, Morrissey!', and he said 'I know who I am'."

1997
"I am pleasantly surprised."

1997
"Gas Station Number Nine. Hm. Dire."

1997
"Χύσε, αγόρι μου, χύσε."

1998
"Πρέπει να τελειώνουμε με αυτό το χάλι."
"Ναι."

1999
"You need to realise that governments are not moral agents."

2000
"I appreciated the élan of it all."

2001
The Curse of Millhaven. Λάιβ.

2002
"Δε θα χρειαστείς θέρμανση."

2004
"Μα δε θέλετε να σας βάλουμε στη liaison committee μεταξύ ΔΟΕ και Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής;"

2005
"Να ανοίξουμε μπλογκ μαζί;"

2005
"Καλά να πάθεις, κορόιδο."
"Α γαμήσου ρε μαλάκα."

2006
"I am a New Yorker, baby, born and raised. Happy New Year!"

2007
"I am calling with some good news."

2007
"There were more things that went wrong, not just that."

2007
"Δύσκολα τα πράγματα, κύριε [Σραόσα]. Πολύ δύσκολα."

2008
"Ωραίο δαχτυλίδι!"

2008
"Άντε λοιπόν, πάμε."

2009
"Θα μπορούσα να ζήσω εδώ. Άνετα. Άνετα όμως."

2010
"Καλησπέρα."

2010
"Τι έγινε ρε συ; αλήθεια λένε;"

2010
"Θέλει να βγει βόλτα μάλλον."

2011
"Με άλφα κεφαλαίο."

2011
"Έπρεπε να το είχα κάνει πριν πάρα πολύ καιρό."

2012
"Ε λοιπόν πρέπει να το συνειδητοποιήσεις ότι δεν είσαι σαν τα άλλα παιδάκια, δεν το ξέρεις;"

2012
"Σταμάτα να γκρινιάζεις."

2012
"Είσαι άξιος λύπησης."

2013
"Δεν πειράζει, όμως. Δεν πειράζει."

GatheRate

Σημεία φυγής

1.

'Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες' του Μούζιλ διαδραματίζεται το 1913. Είναι τεράστιο βιβλίο σε μέγεθος αλλά είναι σελίδα και απόλαυση. Απόλαυση όμως. Ξεκίνησα να το διαβάζω, δανεισμένο από δημοτική δανειστική βιβλιοθήκη, το 2001. Έφτασα μέχρι το κεφάλαιο ογδόντα κάτι, μετά ήρθε η ώρα να μετοικήσω και επέστρεψα το βιβλίο. Για χρόνια κυκλοφορούσα με το χαρτάκι που είχα σημειωμένο το κεφάλαιο στο οποίο σταμάτησα μέσα στο πορτοφόλι μου. Κάποια στιγμή απελπίστηκα (γενικά, σχετικά εύκολα απελπίζομαι) και πέταξα το χαρτάκι. Πριν βδομάδες, στη βιβλιοθήκη ενός γνωστού, βρήκα ένα αντίτυπο του Μούζιλ, ίδια ακριβώς έκδοση, κι αυτό από δανειστική βιβλιοθήκη με την ετικέτα ακόμα πάνω στην πρώτη λευκή σελίδα. Το δανείστηκα. Το ξαναδιαβάζω. Από την αρχή.

2.

Το 1995 ταξίδεψα για πρώτη φορά εκτός Ελλάδος, στη Γαλλία. Πιο πριν δεν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα. Μας μάζεψε το Συμβούλιο της Ευρώπης, μας πλήρωσε και τα έξοδα, πέντε φοιτητές από κάθε χώρα των Βαλκανίων, για να παρακολουθήσουμε μαθήματα για τον εθνικισμό, τις πολιτικές επιστήμες, τα Βαλκάνια, τις μειονότητες, την Ιστορία, τον εθνικισμό, πώς αποδομούμε πρακτικά τις ιδεολογίες κτλ. Κάποια μαθήματα ήταν εξαιρετικά: θυμάμαι ακόμα τη διάλεξη του Fethi Benslama, ένα μάθημα για τον ανταγωνισμό καισαρισμού και κοινοβουλευτισμού στη Γαλλία, μαθήματα ευρωπαϊκής ιστορίας.

Θυμάμαι βεβαίως και την αμηχανία των Γάλλων, είχανε μαζευτεί διάφοροι ιντελλεκτυέλ να δούνε τους εκπροσώπους του βαλκανικού τσίρκου, κάτι για το οποίο οι Έλληνες δυσανασχετούσαμε, ενώ οι Σλοβένοι επέμεναν ότι δεν είναι Βαλκάνιοι, κτλ. Είχε πλάκα ότι οι Γάλλοι ήθελαν να μιλάνε μόνο μαζί μας, τους Έλληνες, κάτι που δημιουργούσε αμηχανία.

Θυμάμαι και τη γενικευμένη ασχετοσύνη των διαφόρων ειδικών επί βαλκανικών θεμάτων: όσο ήμουν εκεί υπογράφτηκε η ενδιάμεση συμφωνία Ελλάδας και Δ. της Μακεδονίας, ενώ η πολιορκία του Σεράγιεβο τελείωνε, και να έχω δημοσιογράφο της Monde να λέει ότι αρχικά υποστήριζαν τους Σέρβους γιατί αυτούς ήξεραν αυτούς εμπιστεύονταν ή τη Ghislaine Glasson Deschaumes να επιμένει ότι υπάρχει ενδεχόμενο ένοπλης σύρραξης στην Τήνο και στη Σύρο (κάτι που προκαλούσε τρελή θυμηδία στην καθολική Τηνιακή της ελληνικής αποστολής) και άλλα πολλά.

Πιο πολύ θυμάμαι όμως τους ανθρώπους: τους κοντινούς μας Τούρκους και Μακεδόνες (είχαμε κολλήσει μεταξύ μας και κοροϊδεύαμε τους υπόλοιπους) να κάνουμε γλέντια μαζί, τους Αλβανούς (από πλούσια σόγια) κι ότι φαίνονταν πως μέχρι πριν τέσσερα χρόνια ζούσανε στο διάστημα ("en Albanie, nous avons maintenant du gouvernment local" -- κι εμείς χασκογελάγαμε), τους σιωπηλούς και μονόχνωτους Βούλγαρους και Ρουμάνους, τους χαβαλέδες γαμίκουλες Σέρβους και τους ψυχοπαθείς Κροάτες (τουλάχιστον οι Σέρβες κι οι Κροάτισσες ήτανε μια χαρά), τους γκάου Σλοβένους και τις τέσσερις Βόσνιες -- για τις οποίες δε θα πω τίποτα, γιατί τόση οδύνη σε τόσο νέους ανθρώπους ξαναείδα πάρα πολλά χρόνια μετά, στα πρόσωπα προσφύγων. Η γνωριμία με αυτούς τους ανθρώπους ήταν η πραγματικά μορφωτική εμπειρία.

3.

Το επόμενο καλοκαίρι, το τελευταίο πριν τη μετανάστευσή μου, ήρθε στην Ελλάδα ο Σλοβένος δημοσιογράφος από το τημ των Σλοβένων, συνοδευόμενος από μία λεπτεπίλεπτη κι εύθραυστη κοπελίτσα. Ήταν από αυτές τις αδύνατες αιθέριες εφηβικές υπάρξεις με ίσιο αχυρένιο μαλλί μέχρι τους ώμους, που δε με συγκινούν ιδιαιτέρως σα γυναίκες, ήτανε και μικρό. Πήγαμε για καφέ στα Εξάρχεια, ο δημοσιογράφος θαύμαζε την Αθήνα ("wow, man, it's so Balkan, so fucking Balkan, it's so cool, so relaxed" -- "fuck you, fucking Austrian peasant", του απαντούσα: ωραίες εποχές). Κι ενώ μυούνταν στον φραπέ, με ρωτάει η μικρή αιθέρια ύπαρξη, που φορούσε ένα σορτσάκι που δεν πέρασε απαρατήρητο, σκύβοντας δίπλα μου "πού μπορώ να παίξω σκάκι;"

Διότι το μικρό στάσου-μύγδαλα ήταν International Master στο σκάκι. Όχι Grand Master, μου είπε, International: μια σκάλα κάτω. Την πάω στο Πανελλήνιο. Μαζεύονται όλοι οι -ηντάρηδες εκεί γύρω μου "τι είναι αυτή;", "τι θέλει;", κοίταγαν την αρχή των ευφρόσυνων καμπυλών της κλεφτά κι αλλήθωρα και δίπλα από τους φακούς πρεσβυωπίας. Πάει να την παίξει μια παρτίδα ο ένας, τον κατατροπώνει σε μιάμιση ντουζίνα κινήσεις. Παραγγέλνω έναν καφέ και κάθομαι, ο δημοσιογράφος πάει να βρει τηλέφωνο να υπαγορεύσει το ρεπορτάζ του. Μέσα σε μία ωρίτσα έχει φάει λάχανο άλλους τρεις. Οι -ηντάρηδες με κοιτάνε με μίσος, νομίζουν ότι είναι γκόμενά μου και δεν έχω λόγο να τους διαψεύσω. Έρχεται ο μάστορας, παραγγέλνω σόδα, "πού τη βρήκες", μου λέει, του λέω, "ξέρει καλό", μου λέει, "International Master", του λέω, "μα είναι πολύ μικρή", μου λέει, "Δεκαεννιά", του λέω, "από πού είναι;", "Σλοβενία", "α, εκεί μαθαίνουνε μικροί". Μετά άρχισε να τους παίζει δύο-δύο τους -ηντάρηδες, τους ξεφτίλισε, αραίωνε η κίνηση στο μαγαζί. "Πάμε να βρούμε τον φίλο μας", της είπα. Της κέρασαν την πορτοκαλάδα και φύγαμε.

4.

Το 2005 ήρθε ένας συνάδερφος από την Αγγλία να συνεργαστούμε. Το βράδυ βγήκαμε για ποτά. "Τι πίνεις;", με ρώτησε. Μέχρι τότε έπινα κυρίως βότκα, τζιν τόνικ και single malt, αλλιώς κρασιά. Με ρώτησε αν μου αρέσει το μαρτίνι. Του απάντησα ότι δεν τρελαίνομαι για βερμούτ. Μου εξήγησε τι είναι και πώς φτιάχνεται. Εκείνο το βράδυ ήπια τέσσερα απανωτά. Σύντομα, η Ζ. μού πήρε σετ και ποτήρια για να φτιάχνω στο σπίτι. Μου έδωσε κι ο thas οδηγίες και τιπ, ξέρει αυτός. Έκτοτε, άμα πάω σε καλό, υποτίθεται, μπαρ έτσι το γραδάρω, από το μαρτίνι του. Που σημαίνει, φυσικά, ότι έχω πιει πολλές αηδίες στο μεταξύ. Και μπόμπες. Θυμάμαι την επική βραδιά που, μετά από τρία μαρτίνι-μπόμπα σε γνωστό μπαρ της Αθήνας κατεβαίνω σε τουαλέτα άλλου μπαρ, που δεν είναι πια μαζί μας, και ξερνάω ανελέητα. Δεν ξέρω πόση ώρα ήμουν εκεί κάτω και έβλεπα θολά τα πλακάκια να περιστρέφονται γύρω μου (η μόνη φορά που όντως ο κόσμος περιστρεφόταν γύρω μου, κι ας ήταν απλώς ειδικό εφέ), πάντως οι υπόλοιποι τρεις της παρέας πέρασαν ο καθένας με τη σειρά του και με απαλό χτύπημα στην πόρτα με ρώταγαν αν είμαι καλά. "Ναι, ναι, ναι", απαντούσα μεταξύ εμετών. Στο ταξί για το σπίτι επέδειξα τρανή αυτοκυριαρχία (από τις λίγες φορές που με ωφέλησε), κοιτώντας ποιητικά και μετέωρα τον δρόμο. Ακόμα, νομίζω, με κοροϊδεύουνε για εκείνη τη βραδιά.

5.

Όχι, παιδιά, ο έρωτας δεν είναι φυγή: είναι η βάση πάνω στην οποία εφαπτόμαστε στον κόσμο. Με τις όποιες συνέπειες.

GatheRate

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Νεφελοκοκκυγίες

Στον μικροαστικό μικρόκοσμο στον οποίο μεγάλωσα, και ο οποίος αποτελεί το αντικείμενο χλεύης σοβαρών αριστερών και σοβαρότερων αστών, υπήρχανε πολλές ρετσινιές να προσάψεις. Μία από αυτές ήταν του ιδεολόγου. Ο ιδεολόγος αυτός ήταν προϊόν συμφυρμού διαφορετικών τύπων: κομμουνιστής, συνοδοιπόρος, με τον Κύρκο, υπαρξιστής ή απλώς διανοούμενος (το 'κουλτουριάρης' μάλλον ήρθε λίγο πιο μετά) -- κάτι τέτοιο και όλα αυτά μαζί, εν πάση περιπτώσει. Ο ιδεολόγος έβλεπε τα πράγματα πολύ σύνθετα, περισσότερο πολύπλοκα από όσο χρειαζόταν και αναλωνόταν σε αναλύσεις, ερμηνείες και θεωρίες. Ο ιδεολόγος -- άντρας βεβαίως -- μάλλον ήτανε μπερμπάντης και στάνταρ ξετσίπωτος, ίσως και λίγο χασικλής. Ο ιδεολόγος έβλεπε τις ταινίες που προλόγιζε ο Μπακογιαννόπουλος.

Όμως το σημαντικό εδώ δεν είναι να ξανασκιαγραφηθεί μια εποχή και τα χούγια της. Το σημαντικό είναι να ξαναθυμηθούμε ότι για τους μικροαστούς (που τώρα τους λέμε νοικοκυραίους, όχι απαραίτητα επειδή έγιναν νοικοκυραίοι, παρά γιατί έτσι τους βλέπουμε πια) ο αριστερός ή αριστεροειδής 'ιδεολόγος' βεβαίως περπάταγε στα σύννεφα, βρισκόταν εκτός τόπου και χρόνου. Ο ιδεολόγος προσδοκούσε επαναστάσεις και μεγάλες αλλαγές κι ότι θα αλλάξουνε τα πράγματα. Ο ιδεολόγος ευαγγελιζόταν ουτοπίες.

Η ουτοπία των ιδεολόγων της παιδικής ηλικίας μου ήτανε μια χαρωπή χιλιαστική Εδέμ που απευθυνότανε σε όλους: στις μάζες, στον λαουτζίκο. Όλα θα κύλαγαν ρολόι, όπως ακριβώς γινότανε στον εκάστοτε παράδεισο καθε 'ιδεολόγου': Σοβιετική Ένωση, Κίνα, τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία των φαρδιών λεωφόρων, το σοσιαλιστικό μέλλον. Ωστόσο όλοι οι υπόλοιποι γνώριζαν καλά ότι ο κόσμος, λέει, δεν αλλάζει με τίποτε και ποτέ· ο ιδεολόγος ωστόσο δεν ήτανε ρεαλιστής κι αδυνατούσε να δει τον κόσμο όπως πραγματικά ήταν: ο άτιμος κι άκαρδος κι άτρωτος ντουνιάς των αφεντικών και των μελό ελληνικών ταινιών, στον οποίο ο φτωχός μπορούσε να ελπίζει το πολύ να επιβιώσει, άντε και να βολευτεί.

Πάνω στο οικόπεδο αυτής της τάχα ρεαλιστικής παραδοχής, ότι δεν αλλάζει ο άτιμος κι άκαρδος κι άτρωτος ντουνιάς των αφεντικών και των μελό ελληνικών ταινιών, οικοδομήθηκε η πολύ διαφορετική ουτοπία της ύστερης νεότητάς μου και της πρώτης ωριμότητάς μου. Αυτή η ουτοπία από τη μεριά της αποτελούσε μια σουρεαλιστικά ενισχυμένη εκδοχή αυτού που, επίσης στον μικροαστικό μικρόκοσμο όπου μεγάλωσα, ονομαζόταν κάπως ακυρολεκτικά 'θατσερισμός': ο μαξιμαλισμός του εγωισμού, η θεολογία του πλουτισμού.

Αυτή ήτανε μια ουτοπία σαφώς πιο θριντί, σαφώς πιο ντόλμπυ σαράουντ, της οποίας ο φορέας, πάντοτε άντρας, είχε "φράγκα, γκομενες, παλάτια, άντε και καλά κρεβάτια", κατά τας γραφάς. Μια ουτοπία για λίγους, πάρα πολύ λίγους, φωτισμένη από την άρνηση της μιζέριας, από μια ατομική και (παραδόξως) εθνική παραίσθηση μεγαλείου και έκπαγλης μοναδικότητας, με καύσιμο την κόκα και μπόμπες στολίσναγια, φορώντας τα κατάλληλα ρούχα, στα σωστά μαγαζιά, μέσα στο σωστό αμάξι. Απολιτίκ τζάνκι του so hot right now. Με ταξίδια για ψώνια. Με σεξ ονομαστικής αξίας, ανταλλακτικό, και -- έτσι κι αλλιώς -- κυρίως στο επίπεδο του οφθαλμόλουτρου, της ατελέσφορης πρόκλησης, άντε της άτσαλης αρπαχτής.

Αυτή η ουτοπία ήταν κινητή, χωρίς σπιτικό, γειτονιές, φίλους παλιούς κι αρχαία στέκια, ήτανε μια γκλαμ κοινωνική σκηνοπηγία: από τα ΒΠ στην παραλιακή, από την παραλιακή στο εκάστοτε σωστό νησί με το σωστό crowd, μετά πάλι πίσω στον θύλακα του κέντρου και στα ΒΠ. Ένα Beverly Hills για λίγους ή, μάλλον, μια μετάλλαξη της ελληνικής κωμόπολης, όπου όλοι έτρεχαν στο νέο μαγαζί που άνοιγε, το δόξαζαν για όσο φτούραγε και μετά έτρεχαν στο επόμενο μαγαζί που θα άνοιγε.

Όμως το σημαντικό εδώ δεν είναι να ξανασκιαγραφηθεί μια εποχή και τα χούγια της, και δη ένα λαϊφστάιλ που οι περισσότεροι πια σπεύδουν, εκόντες άκοντες, να καταδικάσουν και να χλευάσουν. Το σημαντικό είναι να δούμε ότι την γκλαμουριά την προσκυνήσαμε ως μια πολύ ρεαλιστική, αναπτυξιακή, ανανεωτική και δε θυμάμαι τι άλλο προοπτική. Ελάχιστοι την περιέγραψαν τότε ως μια ακόμα ουτοπία, και δη για λίγους. Άλλωστε, στο μεταξύ οι ιδεολόγοι είχανε πεθάνει και ενταφιαστεί ιδεολογικά, συνοδεία ποπ μπουζουκιών και λαουντζάτων ήχων. Κι έτσι οι μικροαστοί δεν κορόιδευαν πια, ήθελαν κι αυτοί να τους πάρουνε στη νέα γκλαμ ουτοπία της ισχυρής Ελλάδας που γαμεί, πλερώνει και δέρνει. Η Λάρισα, το Μπουρνάζι, η Παραλία της Σαλονίκης διαμορφώθηκαν κατάλληλα για να φιλοξενήσουν πιο τοπικές, πιο εύκολες, κάπως λιγότερο δαπανηρές εκδοχές της.

Υπάρχουνε πάντως πολλοί που ακόμα θεωρούν ότι η ουτοπία των μεν ήτανε νεφελοκοκκυγία, ενώ των δε ο χαμένος παράδεισος, που θα τον ξανακερδίσουν οι λίγοι κι εκλεκτοί με αντίτιμο το αίμα (κυριολεκτικά) των φτωχών και των συνταξιούχων, των μεταναστών και των άνεργων νέων. Μόλις σταθούν οι τράπεζες στα πόδια τους και ξαναρίξουνε χρήμα στην αγορά.

GatheRate

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

... το λεγόμενο Καταβύθιση

Εδώ και χρόνια έχω την αδιάσειστη αίσθηση ότι ανήκω σε μια γενιά που, ελλιπώς και όχι πάντοτε διορατικά, καταγράφουμε την καταβύθιση της ελληνικής κοινωνίας σε κάτι κολλώδες, ζοφερό και δυσοίωνο. Η καταβύθιση αυτή μοιάζει σαν να ξεκίνησε στο Καστελλόριζο: εκ των υστέρων, φαίνεται ότι τότε ο σοσιαλιστής και οραματιστής πρωθυπουργός μας έδωσε το σύνθημα για την επέλαση των δυνάμεων της αποπτώχευσης, του εξανδραποδισμού και του αυταρχισμού. Εκ των υστέρων φαίνεται ότι τότε ξεκίνησε η εποχή της αχαλίνωτης νόμιμης βίας και της άμετρης κατασταλτικής μανίας· ότι τότε χειραφετήθηκε η τάχα ορθολογική και υποκριτικά νομιμόφρων χρηστομάθεια, η εμπορία νομιμότητας, σωφροσύνης και δημοκρατικότητας -- και μάλιστα εκ μέρους όσων θα έπρεπε τουλάχιστον να σιωπούν, αναλογιζόμενοι είτε τα προνόμια και τη θέση τους, είτε τις αντιφάσεις μεταξύ του δημόσιου λόγου τους και της δημόσιας πορείας τους.

Η καταβύθιση ενδεχομένως να ξεκίνησε το 2010. Η βάρκα όμως έμπαζε από πολύ πιο πριν. Δεν αναφέρομαι εδώ στο γνωστό αφήγημα περί 'πάρτυ', 'ασυδοσίας', 'ζωής πέρα από τις δυνάμεις μας', της ασιανής ευωχίας (κάποιων) της οποίας τώρα τον λογαριασμό πληρώνουμε (κάποιοι άλλοι, που δε συμμετείχαμε σε αυτήν). Αναφέρομαι στην βοθροπλημμυρίδα αυταρχισμού και, να το πω ευθαρσώς, ολοκληρωτικής βίας που μας πνίγουν πια. Βρισκόμαστε πράγματι μαγκωμένοι μεταξύ δύο άκρων μιας τανάλιας: από τη μια η κατασταλτική βία και η αχαλίνωτη νομιμοφανής αυθαιρεσία του κράτους, από την άλλη η παλιά κακή βία των μαχαιριών, του τραμπουκισμού και της βδελλυρής ρητορικής του μίσους: οι ναζί.

Η βάρκα έμπαζε από πολύ παλιότερα. Το ελληνικό κράτος πάντοτε υπήρξε βίαιο και αυταρχικό ή, τουλάχιστον, ανεκτικό στην ωμή και κυνική βία κατά των εκάστοτε εχθρών του. Θυμηθείτε κάποια ονόματα: Κουμής, Κανελλοπούλου, Βασιλακοπούλου, Καλτέζας, Τεμπονέρας -- ποιος ξέρει και πόσοι άλλοι. Θυμηθείτε όμως και τις αντιδράσεις του Τύπου και της "κοινής γνώμης" απέναντι σε αυτούς τους φόνους, αντιδράσεις που συνοψίζονταν σε γνωμικά για πίτουρα και κότες.

Οι φασίστες του σήμερα είναι ιδεολογικοί απόγονοι του δοσίλογου, του ταγματασφαλίτη, του χίτη, του χουντικού και δεν αναπτύχθηκαν με παρθενογένεση: ήταν πάντοτε μαζί μας, απλώς φιλοξενούνταν στα δύο μεγάλα κόμματα. Τα δύο μεγάλα κόμματα φιλοξενούσαν τους φασίστες παρέχοντάς τους μάλιστα και πολλές σχετικές ανέσεις: ιδεολογικοποιημένη ελληνορθοδοξία, διακριτικό ρατσισμό στην πράξη (αν όχι και στη ρητορική), άκρατο εθνικισμό του 'ναι μεν αλλά' και την πάλαι αποτελεσματικότατη τουρκοφοβία. Θυμηθείτε για παράδειγμα τις πολεμικές ιαχές Χριστόδουλου και Μαλβίνας για τα Ίμια, το μάντρωμα της Μειονότητας στη Θράκη, τις κραυγές για συνωμοσίες των Τούρκων (άραγε το ελληνικό κράτος δε βυσσοδομεί; υπομένει καρτερικά αίρον τας αμαρτίας του κόσμου; η απάντηση είναι γνωστή), τον αδιάλειπτο και γενικευμένο αντισημιτισμό μας, τη στήριξή μας άνευ όρων στους Σέρβους επί Γιουγκοσλαβίας, την ιλαροτραγική οπερέτα του Χ.Ο. στις ταυτότητες, την αλβανοφαγία της δεκαετίας του '90, την ανιστόρητη και πλήρη άρνησης σάχλα του Μακεδονικού, το τυχαίο μοχθηρό βλέμμα του επιβάτη τρόλλεϋ που καρφώνει τον κατάκοπο αφρικανό σουβλατζή ή την ασιάτισσα οικιακή βοηθό. Μίσος ρατσιστικό, μισαλλόδοξο, ξενόφοβο, αυταρχικό -- μίσος που δεν αποχωριστήκαμε ποτέ.

Να πάψουμε λοιπόν να πέφτουμε από τα σύννεφα. Μπορεί τα ΜΜΕ των εφοπλιστών και των εργολάβων καθώς και οι αυλοκόλακές τους να έχουνε πάθει παράκρουση τα τελευταία δύο-τρία χρόνια, και δικαιολογημένα, καταπώς φαίνεται. Μπορεί να αποκαλύπτεται πια περίτρανα ότι οι πολιτικοί μας δεν ήταν απλώς ανίκανοι, γραφικοί κι αβέλτεροι. Μπορεί να ξέρουμε πια ότι, όπου βλέπεις αβελτηρία και ανικανότητα, πρέπει να διαβάζεις διαφθορά και συναλλαγή: πώς αλλιώς θα είχε καταφέρει να αναδειχθεί σε αξιώματα ο αβέλτερος κι ο ανίκανος; Ωστόσο, καθόλου καινούργιο δεν είναι το αμόκ κατασταλτικής βίας, με την αγαστή συνεργασία χαφιέδων και κάθε λογής εγκάθετων -- όλα όσα για χρόνια κατήγγελλε ο αναρχικός κι αντιεξουσιαστικός χώρος μα αντιμετωπίζονταν ως μυθεύματα και φαντασιώσεις ταραξιών που έψαχναν εχθρό. Όχι, το κατασταλτικό αμόκ δεν είναι καθόλου καινούργιο, απλώς τον τελευταίο καιρό χιλιάδες περισσότεροι υπέστησαν την τυφλή, χυδαία και φονική βία του ελληνικού κράτους στα χέρια μιας αστυνομίας φτιαγμένης να δέρνει και όχι να κυνηγάει το έγκλημα (όταν δεν το καλλιεργεί). Τέλος, καθόλου καινούργιος δεν είναι ούτε ο φασισμός: ο φασισμός δε μας εγκατέλειψε ποτέ και πάντοτε έχαιρε προστασίας ή έστω ανοχής. Απλώς τώρα έχει όνομα, έχει αίμα και τιμή.

Για τη στήλη 'Blogs in print' της Ελευθεροτυπίας της 19.I.2013

GatheRate

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Ειρωνεία

Σχετικά με την ειρωνεία.

Αντιγράφω από κάτι παλιές μου σημειώσεις (πολύ παλιές), που κράτησα από αυτό, ελαφρώς διασκευασμένες.

Ο αριστοτελικός (και πολύ επίμονος) ορισμός της ειρωνείας είναι ότι 'εννοούμε το αντίθετο από αυτό που λέμε'. Άρα όταν περνάμε μέσα από ένα ρημαγμένο και παρατημένο γκέτο και λέμε ειρωνικά "εδώ η Θάτσερ έκανε το θαύμα της" εννοούμε ότι "εδώ η Θάτσερ δεν έκανε το θαύμα της"; Όχι βέβαια.

Κατά τη Θεωρία της Συνάφειας (Relevance Theory) των Dan Sperber και Deirdre Wilson, η ειρωνεία είναι κάτι άλλο. Σύμφωνα με τη Θεωρία της Συνάφειας, κατ' αρχήν επιδιώκουμε ή έστω επιθυμούμε τα εκφωνήματά μας, όσα λέμε ή γράφουμε, να μοιάζουν με τις σκέψεις μας. Όταν τα εκφωνήματά μας μοιάζουν με τις σκέψεις των άλλων, τότε λέμε ότι χρησιμοποιούμε τη γλώσσα απηχητικά (echoically): απηχούμε σκέψεις άλλων. Παράδειγμα απηχητικής χρήσης της γλώσσας:
Α: "Πήρες τηλέφωνο τη Νίνα ρε;"
Β: "Είμαι ένα αδιάφορο καθήκι"
Το "είμαι ένα αδιάφορο καθήκι" δεν απηχεί μάλλον τις σκέψεις του ομιλητή, παρά τι θεωρεί ο ομιλητής Β ότι θα σκεφτεί η Νίνα, και αυτό απηχεί.

Βεβαίως, στην απηχητική χρήση της γλώσσας μπορεί να απηχούμε δικές μας σκέψεις από το παρελθόν, π.χ.
Α: "Γιατί ψήφισες Καμίνη;"
Β: "Σοβαρός άνθρωπος, καμμία σχέση με τον άλλο"
Πιθανότατα το εκφώνημα του Β δε μοιάζει πια καθόλου με τις σκέψεις του τη στιγμή της εκφώνησης, παρά απηχεί παλιότερες σκέψεις του, π.χ. πριν τις τελευταίες δημοτικές εκλογές.

Σύμφωνα με τη Θεωρία της Συνάφειας, ειρωνεία έχουμε όταν με το εκφώνημά μας απηχούμε τις σκέψεις άλλων με υπονοούμενη διάθεση απόρριψης. Το κλειδί βεβαίως βρίσκεται στο 'υπονοούμενη' (implicated). Παράδειγμα: Ο Α ενθαρρύνει τη Β που ετοιμάζεται να δώσει ένα δύσκολο μάθημα και της λέει "Θα σκίσεις". Η Β παραδίδει λευκή κόλλα. Αν η Β μετά το μάθημα πει στον Α "έσκισα", αυτό είναι ειρωνεία. Αν η Β πει στον Α "μαλακίες έλεγες ότι θα έσκιζα", αυτό δεν είναι ειρωνεία.

Γενικά, για να δουλέψει η ειρωνεία πρέπει ο ακροατής/αναγνώστης
α. Να καταλάβει ότι η ομιλήτρια απηχεί σκέψεις άλλων, ότι χρησιμοποιεί απηχητικά τη γλώσσα, ότι δε μοιάζει το εκφώνημά της με τις δικές της σκέψεις,
β. Να καταλάβει ότι η ομιλήτρια χρησιμοποιεί τη γλώσσα απηχητικά με απορριπτική ή απαξιωτική διάθεση. Κι αυτό γιατί η ειρωνεία βασίζεται στο υπονόημα (implicature).

Επίσης, για να δουλέψει η ειρωνεία, προϋποτίθεται ενός είδους συμπαιγνία, συνεννόηση ή έστω συναντίληψη μεταξύ ομιλήτριας και ακροατή, να έχουνε κοινά συμφραζόμενα και παραδοχές. Γι' αυτό ακριβώς και πολύ συχνά η ειρωνεία δεν είναι επιτυχής.

Αυτά για τον old boy και το χτεσινό μπουχαχά.

GatheRate

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

... flânerie, flânerie chérie



στον Γ. και στον Σ., βεβαίως

Μεταξύ 12 και 17 ένα από τα χόμπι μου ήτανε να περπατάω. Το 'και 17' είναι κάπως παραπειστικό: ακόμα αγαπώ το περπάτημα, ιδίως με παρέα. Απλώς στα 17 ανακάλυψα τη ζωντανή μουσική, αγάπησα τον καφέ και άρχισα να ανέχομαι τη γεύση της μπύρας. Η μπύρα ήτανε φτηνή, γι' αυτό την πίναμε, αλλά, με εξαίρεση τη stout, τις βέλγικες και τις τσέχικες, δεν τη συμπάθησα ποτέ. Έτσι όταν έπιασα δουλειά, ως φοιτητής, άρχισα τα οινοπνεύματα. Το κρασί το έμαθα στην Αγγλία, πίνοντας ανακούρκουδα πίσω από την μπάρα τα σώσματα που άφηναν στα μπουκάλια οι κυριλέ πελάτες του μπιστρό στο οποίο δούλεψα για λίγο.

Με παρέα μπορώ να περπατήσω πολύ. Υπάρχει η θρυλική βόλτα με τον φίλο μου τον Γιώργο (τον ur-Γιώργο, μετά η μεγάλη πλειοψηφία φίλων που ακολούθησε επίσης λέγονται 'Γιώργος'): φύγαμε από το Μαρούσι, εκεί όπου σήμερα είναι η Νερατζιώτισσα και το υπερ-αυθαίρετο, το Μωλ, και περπατήσαμε μέχρι τον Πειραιά, όπου χαθήκαμε στην Πειραϊκή και στο τέλος μας γλύτωσε το 040. Το 040 των φτωχών, που σε πάει σχεδόν σπίτι σου. Είχαμε να το λέμε χρόνια. Επειδή ο Γιώργος θα γινόταν αρχιτέκτονας, πηγαίναμε στο Ψυχικό, στην Πολιτεία, στο Κεφαλάρι, στην Πεύκη, στο πίσω μέρος του Μαρουσιού (μέσα από μια Μεσογείων, όχι τη λεωφόρο, προς μια άχαρη περιοχή που λεγόταν Μελίσσια), στο Χαλάνδρι (που βαριόμουν) και χαζεύαμε σπίτια: μας κοίταζαν οι κάτοικοι με θυμηδία.

Και βεβαίως, ατέλειωτοι περίπατοι στην Αθήνα. Στην Αθήνα περπατούσα κυρίως μόνος και πάντα με κάποιον προορισμό, πολλές φορές εικονικό. Θυμάμαι την έκπληξη όταν αντίκρυσα το τέρμα Πατησίων, νόμισα ότι ήμουνα σε ξένη χώρα. Πόσο καθωσπρέπει μού φαινόταν το Παγκράτι. Να χάνομαι στα Πατήσια. Πόσο εξωτική και μουντή μού φαινόταν η Αχαρνών. Τα σπίτια της Φυλής, με κόσμο να μπαινοβγαίνει αδιάκοπα. Η Ευριπίδου τότε. Η Κυψέλη (και του Βακαλόπουλου, που τότε διάβαζα αδιαλείπτως). Η Σωκράτους και η Αθηνάς της σαββατιάτικης βόλτας για σουβλάκια, η αποφορά φρεσκοσφαγμένων πτωμάτων στην Αγορά (για να φτάσεις στο μαγειρείο). Ο μεσευρωπαϊκός αρχιτεκτονικά Νέος Κόσμος (Οβρένοβιτς, Κριναγόρου, Τσιγάντε!). Κάτι αξιοζήλευτες γωνιές στους Αμπελοκήπους, τα αλλόκοτα μαγαζιά (κουμπιά, βαφτιστικά, καλλυντικά μόνο χονδρική) του άρτι ανακηρυχθέντος 'ιστορικού τριγώνου' και η Πλάκα που δε χόρταινα, μέχρι τα εξωπραγματικά Αναφιώτικα. Έγραφε ο Τσαγκαρουσιάνος στο 01 για την Αθήνα, έπιανα κι έκοβα τα άρθρα και τα φύλαγα.

Στο Πανεπιστήμιο έκανα έναν ακριβώς φίλο: τον Σ. Ο Σ. δεν ήταν Αθηναίος και δεν ξέρω πόσες φορές θα είχαμε παίξει ξύλο για τη χλεύη που έτρωγε από μένα γι' αυτόν τον λόγο, αν δεν ήτανε ζεν. Γιατί είναι ζεν. Φίλοι γίναμε γιατί είχαμε παρομοίως παγετικό χιούμορ. Κι ακούγαμε παρόμοιες μουσικές. Κι εγώ ήμουν συνέχεια τσαντισμένος και ερωτευμένος και μελαγχολικός και υπερενθουσιώδης και γέλαγα σαν κλάξον νταλίκας -- ενώ αυτός ήτανε ζεν. Και είναι ζεν. Επειδή δεν ήταν από Αθήνα, ζούσε μόνος του, αντίθετα μ' εμένα που δεν κατάλαβα φοιτητιλίκι γιατί έμενα στο πατρικό μου. Θυμάμαι που πήγαινα σπίτι του να διαβάζουμε για την εξεταστική και καταλήγαμε να μιλάμε για Ντοστογιέφσκι και γυναίκες, τις εξής δύο, μέχρι τις πέντε το πρωί. Καμμιά φορά αυτοσαρκαζόμασταν (έτσι λεγότανε το αυτοτρολάρισμα τότες) και λέγαμε ότι είμαστε χάλια, ότι είμαστε σα φοιτητές που βγήκαν από την Αργώ και την Αστροφεγγιά. Ναι, για τέτοια χάλια μιλάμε.

Ο Σ. πήρε την εκδίκησή του για όλη την κοροϊδία που είχε υποστεί επειδή δεν ήταν Αθηναίος. Με πηγαίνει μια μέρα στην οδό Τσόχα 39, πίσω από το γήπεδο της Λεωφόρου, περί τα 1000 μέτρα από το πατρικό μου, όπως πετάει το σαρκοβόρο αθηναϊκό περιστέρι που τσιμπολογάει κομματάκια γύρο. Είχα περάσει από εκεί γύρω αμέτρητες φορές, αμέτρητες. Αυτό που είχε στο 39, βυθισμένο κάμποσα μέτρα κάτω από το επίπεδο του δρόμου δεν το ήξερα. Ήταν όμορφα κι αλλόκοτα. Σαν κάποιος να είχε φέρει ένα κομμάτι του Μοναστηριού της Καισαριανής και να το είχε μπήξει μέσα στον αστικό ιστό. Ο Σ. δεν είπε τίποτα εκτός από ένα "να, ρε μαλλάκα Αθηναίε, να κάτι που δεν ήξερες". Παραδέχτηκα την ήττα μου (κι αισθάνθηκα πολύ άσχημα που υπήρξα τόσο μαλλάκας απέναντί του, αλλά -- είπαμε -- η ενοχή είναι ευτελής). Καθήσαμε λοιπόν εκεί. Εκείνος θα έφευγε για Βιέννη (ναι, είναι τόσο ζεν, που επιβίωσε στη Βιέννη), εγώ για Αγγλία, αν θα κατάφερνα να πάρω την υποτροφία, έψαχνα κάποια δουλίτσα. Μου είπε ότι η Αθήνα είναι πολύ καινούργια πόλη και ότι εκεί, σε μια εκκλησία του 11ου αιώνα χτισμένη πάνω σε έναν ναό της Αφροδίτης, είχαμε την ευκαιρία να καθήσουμε όπου είχαν καθήσει βυζαντινοί Αθηναίοι. Λάθος έκανε τελικά: απόψε έμαθα ότι το εκκλησάκι των Αγίων Πάντων είχε αναστηλωθεί μόλις το 1957.

Συνεχίζω να αγαπώ το περπάτημα. Όταν το '97 μετακόμισα στην αγγλική επαρχία κι εγκλωβίστηκα σε αυτήν, προσπάθησα να το υποκαταστήσω με το ποδήλατο. Στη Λευκωσία επίσης το έριξα στο περπάτημα, καταλήγοντας να μάθω την παλιά πόλη σαν ντόπιος και καλύτερα. Όμως γρήγορα το έκοψα το σπορ αφού
"η πόλη είναι ασφυκτικά ζωσμένη από το κυκλικό τείχος της και, επιπρόσθετα, αφύσικα φραγμένη από την πράσινη γραμμή: ένα τυπογραφημένο Θ, στα δύο μάτια του οποίου χάνεσαι, στριμώχνεσαι και απ’ όπου τελικά εκδιώκεσαι, αφού κάθε ‘παράλληλος’ δρόμος μέσα στην πόλη αποτελεί χορδή του κύκλου που το τείχος ορίζει.
Καμμιά φορά, αν βρεθώ σε καμμιά ξένη πόλη, αφήνομαι να χαθώ περπατώντας. Στο κάτω κάτω, υπάρχει πια και το τζι-πι-ές. Η χαρά της πόλης είναι στους δρόμους της και στο να έχεις κάπου μέσα και ήσυχα να πας μετά, να σταθείς πίσω από το τζάμι και να αναλογιστείς τις βασικές διαδρομές της ζωής σου, τις όμορφες παρακάμψεις (εικόνα των οποίων και σύμβολο θα είναι πάντοτε το Begijnhof, ένας μικρόκοσμος πίσω από μια χαμηλή πόρτα, για όσους έχουνε πάει στο Άμστερνταμ), τις πορείες που δεν άφησες ίχνος αλλά σου άφησαν ίχνος, τα μικρά πήγαιν'-έλα, κάτι ασήμαντα, λες: δρόμους και παγκάκια και πεζούλια και μονοπάτια του Στρέφη και του Λυκαβηττού και του Καρέα, σημεία στο Φάληρο και καφετέριες στην Πετρούπολη, στη Δραπετσώνα, στο κέντρο και στις συνοικίες. Κι όλες τις πόλεις, ορατές τε και αόρατες, που κατοίκησες για λίγο, σε ξενοδοχεία και δωμάτια και σπίτια και εστίες. Και κοιτάς πέρα από το μπαλκόνι σου, προς τις ζωές των άλλων, τα μέσα και τα ήσυχα των άλλων, κοιτάς και τον δρόμο ξανά.

Η εικονογράφηση μια ιδέα της murplejane από την ταινία Un homme qui dort.

GatheRate

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Ὁ ποιητὴς κύριοι περισσεύει | Του George Le Nonce

Χρόνια έχω να αναδημοσιεύσω κάτι αυτούσιο, αλλά το παρόν κείμενο το καλεί, και με το παραπάνω:

Τὶς τελευταῖες ἑβδομάδες, ἐνῶ ἡ συγκυβέρνηση τοῦ ἐξανδραποδισμοῦ μας κατεδάφιζε καὶ χλεύαζε καὶ τοὺς τελευταίους θεσμοὺς τῆς ἀστικῆς δημοκρατίας τὴν ὁποία παριστάνει ὅτι ὑπηρετεῖ, παρατήρησα ὅτι συχνά, ἀντὶ νὰ συζητῶ γιὰ τὴν περιρρέουσα πολιτικὴ καὶ ἠθικὴ σήψη καὶ νὰ ἐξανίσταμαι καὶ νὰ καταγγέλλω, ἀποσυρόμουν σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ σπιτιοῦ, τὴν ἴδια πάντα, καὶ διάβαζα ποιήματα. Ντρεπόμουν μάλιστα γιὰ αὐτή μου τὴν ἐσωστρέφεια, γιὰ αὐτὴν τὴν παραίτηση. Ὅσο καὶ ἂν τὴν δικαιολογοῦσα ἐν μέρει ὡς στρατηγικὴ ἐπιβίωσης, μοῦ ἔρχονταν μοιραῖα εἰκόνες τοῦ Νέρωνα νὰ παίζει τὸ βιολί του ὅπως στὰ κόμικς ἐνῶ ὁ κόσμος καίγεται, ἤ, στὴν καλύτερη περίπτωση, τοῦ Ἰάσωνος Κλεάνδρου νὰ προστρέχει στὴν τέχνη τῆς ποιήσεως ὄχι βέβαια, ἐν προκειμένῳ, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ δεδομένο γῆρας τοῦ σώματος καὶ τῆς μορφῆς του, ἀλλὰ γιὰ νὰ βρεῖ μιὰ κάποια παραμυθία ἐνώπιον τῆς καταστροφῆς.

Σὲ τέτοιες στιγμὲς ἡ ποίηση μοιάζει μὲ ἰδιόρρυθμη, κάπως παληομοδίτικη μάλιστα, πολυτέλεια. Εἶναι, ὁπωσδήποτε, δύσκολο νὰ φαντασθεῖ κανείς, γιὰ παράδειγμα, ἕναν διαδηλωτὴ ποὺ μόλις ἔχει ἐπιστρέψει ἀπὸ τὰ δακρυγόνα, ἢ ἕναν ἐργαζόμενο ποὺ μόλις ἔχει ἀπολυθεῖ ἀπὸ τὴν ἔτσι ἢ ἀλλιῶς ἄθλια ἐργασία του, νὰ ἐπιστρέφει στὸ σπίτι του, νὰ διαβάζει ποιήματα καὶ νὰ ἀγαλλιᾶ. Ἡ ἀνάγνωση, ὅμως, τῆς ποίησης σὲ αὐτὲς ἀκριβῶς τὶς συνθῆκες (ἐπεμβαίνει πάντα τὸ αὐτοσυντηρητικὸ ἄλλοθι) εἶναι, ἐπιμένω, ὑγιέστερη ἐνασχόληση ἀπὸ τὴν παρακολούθηση, αἴφνης, εἰδήσεων ἢ πολιτικῶν συζητήσεων στὴν τηλεόραση, ὅπου καθημερινὰ ἀκκίζονται μὲ χυδαιότητα οἱ ἐπαγγελματίες τῆς πολιτικῆς καθὼς τοὺς θωπεύουν οἱ στρατευμένοι τους δημοσιογράφοι. Βλέποντας καὶ ἀκούγοντας, λόγου χάριν, κανεὶς τὸν Κυριάκο Μητσοτάκη νὰ χαμογελᾶ εἰρωνικὰ καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνει αὐτάρεσκα τὰ γνωστὰ φληναφήματα περὶ τῆς «κοινῆς γνώμης» ποὺ θέλει εὐρὼ πάσῃ θυσίᾳ, τὸν Χρυσοχοϊδη νὰ μηρυκάζει κουραστικὲς κοινοτοπίες περὶ τοῦ κοσμάκη ποὺ ὑποφέρει ἀλλὰ ὑπεύθυνα ἀντιλαμβάνεται πὼς δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύση, τὸν Δένδια νὰ ἐπιχαίρει ὅτι ὥσπου νὰ ἀποφανθοῦν τὰ δικαστήρια γιὰ τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῶν τελευταίων χυδαιοτήτων τῆς συγκυβέρνησης μὴν τὸν εἴδατε τὸν Παναή, δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἀναγνωρίσει μιὰν ἐπικίνδυνη νοσηρότητα, ἂν βέβαια δὲν ἔχει ἠδη προσβληθεῖ ἀπὸ αὐτήν.

Ἴσως λοιπόν, σκέφτηκα (μὲ αὐτοπαρηγορητική, καὶ πάλι, πρόθεση), πράγματι ἡ ποίηση νὰ εἶναι ἕνα κάποιο ἀντίδοτο. Στὸ κάτω κάτω ἡ ποίηση δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει στὸν χῶρο αὐτό, στὸν χῶρο τοῦ ἐξανδραποδισμοῦ, τῆς λυσιτέλειας, τῆς χυδαιότητας. Ἑπομένως, ὅταν ψάχνει κανεὶς κάπου νὰ καταφύγει πρόσκαιρα καὶ νὰ βρεῖ δύναμη γιὰ τὴ συνέχεια, λογικὸ εἶναι νὰ προστρέχει στὴν ποίηση.

Καὶ θυμήθηκα (διότι ἐπέμενε ἡ μᾶλλον ὄχι καὶ τόσο ἀσύνειδη ἐπιθυμία μου νὰ δικαιώσω κάπως τὴν ἐπιλογὴ μου νὰ διαβάζω ποίηση σὲ τέτοιες στιγμές) μιὰ συζήτηση στὸ δεύτερο συμπόσιο ποίησης στὸ πανεπιστήμιο τῆς Πάτρας, ὅπου ὁ Θ.Δ. Φραγκόπουλος εἶχε ἀναρωτηθεῖ πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ νεοελληνικὴ ποίηση νὰ μὴν ἔχει νὰ παρουσιάσει οὔτε ἕνα ἀντικομμουνιστικὸ ποίημα, πῶς εἶναι δυνατὸν ἀκόμη καὶ ποιητὲς ποὺ δὲν εἶναι ἐνταγμένοι στὴν ἀριστερὰ νὰ μὴν ἔχουν δημοσιεύσει ἔστω καὶ ἕνα ἀντικομμουνιστικὸ ποίημα. Τοῦ ἀπάντησε ἐξοργισμένη (καὶ ὄχι ἀδικαιολόγητα, πιστεύω) ἡ Μαντὼ Ἀραβαντινοῦ: Ναί, δὲν ὑπάρχει ἀντικομμουνιστικὴ ποίηση στὴν ἑλληνικὴ γραμματεία. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Φραγκόπουλος θὰ ἤθελε νὰ πεῖ ὅτι ἡ ἐπιθυμία γιὰ τὴν ἐλευθερία, ποὺ δὲν ἀρθρώθηκε ποτὲ ἀρκετὰ αὐτὴ ἡ λέξη ἐλευθερία στὸν τόπο μας, εἶναι αὐτὸ ποὺ ὁδηγεῖ τοὺς ποιητὲς στὸ συμπέρασμα: «δὲν συμφωνῶ, συρρικνώνω τὴν ἐλευθερία ἂν συμφωνήσω». Τίποτε ἄλλο, εὐχαριστῶ πάρα πολύ.

Ἔτσι εἶναι: δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει τέτοια ποίηση, θὰ ἀποτελοῦσε ἀντίφαση ἀνεπίτρεπτη μιὰ ποίηση λυσιτελῶς στρατευμένη - ἡ ποίηση ἢ θὰ εἶναι ἐλεύθερη ἢ δὲν θὰ εἶναι ποίηση, καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύεται κατὰ τὴ γνώμη μου ἐξίσου ἀπὸ τὰ ἄθλια “κομμουνιστικὰ” ποιήματα τοῦ Ρίτσου ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν ἀνικανότητα τῶν ποιητῶν νὰ ὑπηρετήσουν μὲ τὴν ποίησή τους τὸν ἀντικομμουνισμὸ τοῦ φρικτοῦ Φραγκόπουλου.

Ἡ μοναδικὴ δυνατὴ στράτευση γιὰ τὴν ποίηση παραμένει ἡ στράτευση στὸ στρατόπεδο τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας, ὅπως ὁ ἄλλος μεγάλος μας ποιητής (ὄχι ὲπαναστάτης, ὄχι κομμουνιστής, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε ποιητής), ὁ Νίκος Φωκάς, ἔγραφε τὸ 1979 στὸ συγκλονιστικό του κείμενο γιὰ τὴν ποίηση τῆς Γώγου Ἡ ἀφόρητη ἔνταση τῆς πολιτικῆς ποίησης. Ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια, μὲ τὰ λόγια τοῦ Φωκᾶ, ἡ ἀδιαπραγμάτευτη ἐλευθερία, μὲ τὰ λόγια τῆς Ἀραβαντινοῦ, εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ ποὺ ὑπηρετεῖ ἡ ποίηση. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ προστρέχουμε σὲ αὐτήν.

Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ὁ ἄλλος σπουδαῖος μας ποιητής, ὁ Νίκος Καροῦζος, ἀπὸ τὸν ὁποῖο δανείστηκα τὸν τίτλο αὐτοῦ τοῦ κειμένου, ἔχει δίκηο: ὁ ποιητὴς πράγματι περισσεύει, διότι ἡ ποίηση δὲν μπορεῖ νὰ ἐνταχθεῖ στὴ συναλλακτικὴ δομὴ ποὺ ὑπηρετοῦν οἱ ἐπαγγελματίες τῆς πολιτικῆς καὶ τὰ ἀνδράποδα τῆς κίβδηλης δημοσιογραφίας. Ὁ ποιητὴς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ὀργανικός, εἴτε τῆς μιᾶς εἴτε τῆς ἄλλης πλευρᾶς, ἐφόσον τὸ ἀντικείμενό του εἶναι ἡ ποίηση, ἕνα ἀντικείμενο ποὺ ἀκυρώνεται τὴ στιγμὴ ποὺ ἐπιχειρεῖς νὰ τὸ ἐντάξεις σὲ τέτοιες δομές.

Γι᾽ αὐτὸ μπορεῖ ἀκόμη νὰ προστρέχει στὴν ποίηση κανεὶς ὅταν ὅλα γύρω καταστρέφονται: ἐπειδὴ ἡ θέση τῆς ποίησης εἶναι στὸ στρατόπεδο τῆς ἐλευθερίας. Ἡ ποίηση εἶναι ἀναγκαία ὄχι μολονότι περισσεύει, ἀλλὰ ἐπειδὴ περισσεύει.

Του George Le Nonce

GatheRate

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Λάρισα

Λένε ότι η Λάρισα συναγωνίζεται το Ηράκλειο για τον τίτλο της πιο άσχημης πόλης στην Ελλάδα. Από το Ηράκλειο του 1993, τη μόνη μου φορά εκεί, θυμάμαι την Ντάπια του Μαρτινέγκου, κάτι άθλια γύψινα αγάλματα σε νεοπλουτίστικα διώροφα, τα Λιοντάρια, τη Λότζια, κυκλοφοριακό χάος, τον Άγιο Τίτο, οδούς με ονόματα αριθμούς (χρονολογίες, όχι νιουγιόρκ), τον Μασταμπά. Τη δεύτερη μέρα μου, στον δρόμο για την Κνωσσό, με έπιασε γερή διάρροια. Έμεινα στο κρεβάτι παραληρώντας με πυρετό, αφυδατωμένος και με ρίγη για τις επόμενες τρεις ή τέσσερις μέρες, μέχρι που πήρα το βαπόρι για τον Πειραιά.

Τη Λάρισα την ξέρω κάπως καλύτερα. Πήγαινα κι έμενα για βδομάδες τα καλοκαίρια με τους θείους μου, πρώην Gastarbeiter  που είχαν επιστρέψει στην πατρίδα. Μου άρεσε πολύ να κάνω παρέα με τους ξαδέρφους μου: μιλάγαμε για Φυσική, για Αστρονομία (μέγα πάθος έκτοτε), για Χημεία, για Βιολογία, πώς χαϊδεύεις τα κορίτσια πίσω από το αυτί και κάνουνε σα γατούλες. Ακούγαμε μουσική που δεν είχαμε στο σπίτι μου (οι δικοί μου διέθεταν κλασσική, χατζιδακοθεοδωράκηδες και 'πραγματικά λαϊκά': Μπιθικώτση, Διονυσίου, Χιώτη...). Πηγαίναμε βόλτες με τα πόδια, μέχρι τον Πηνειό, το πρώτο πραγματικό ποτάμι που αντίκρυσα. Τρώγαμε τα φαγητά της θείας μου, που ήτανε νόστιμα και σε πελώριες μερίδες. Τις πατάτες τις τηγάνιζε σε μια φριτέζα που είχε φέρει από τη Γερμανία (μου τρέχουνε τα σάλια).

Ο αδερφός της μάνας μου είχε αγοράσει χονδρική το στοκ κάποιου δισκάδικου που είχε κλείσει χρόνια πριν. Για χρόνια το είχε στιβαγμένο σε κούτες στο ισόγειο του σπιτιού του, εκεί όπου είχε μια μικρή βιοτεχνία βρεφικών και παιδικών ρούχων. Όταν πήγαινα να μείνω μαζί τους για βδομάδες τα καλοκαίρια, βοηθούσα κι εγώ στη βιοτεχνία: πέρναγα ετικέτες στα ρουχαλάκια με το πιστολάκι, δίπλωνα 'σωστά' και συσκεύαζα τα ρούχα. Κάναμε και ταξίδια για δουλειές, γυρνάγαμε την Κεντρική Μακεδονία και δειγματίζαμε σε διάφορα μαγαζιά. Έτσι έφτασα στην Κρύα Βρύση και στη Βέροια· έξω από την Κρύα Βρύση καταλήξαμε σε αρδευτικό χαντάκι σε αργή κίνηση: τα φρένα του αμαξιού έπιασαν (το αμάξι ζει ακόμα, γιατί είναι γερμανικό) αλλά η πρόσφυση στο οδόστρωμα ήταν παγοδρομίου. Μας ρυμούλκησε ένα τρακτέρ, δειγματίσαμε σε μαγαζιά της Κρύας Βρύσης, μετά φάγαμε σαν αγάδες σε ένα ποντιακό σπίτι. Στη διαδρομή οι θείοι κουτσομπόλευαν (μάλλον) στα γερμανικά, εγώ στο πίσω κάθισμα με τον ένα ξάδερφο προσπαθούσαμε να πιάσουμε λέξεις. Μία θυμάμαι: zwanzig. Σε ένα άλλο ταξίδι πρωτοαντίκρυσα τη μαγική και μακρινή Θεσσαλονίκη, μου φάνηκε σκονισμένη και πολύβουη -- κι ας μεγάλωσα στην Αθήνα.

Οι δουλειές μάλλον πήγαιναν καλά και ο θείος αποφάσισε να ξεφορτωθεί το στοκ από το δισκάδικο, που συστεγαζόταν με κοπτικές, ραπτομηχανές, ύφασμα και σχεδόν έφραζε τον δρόμο προς την τουαλέτα. Το στοκ μάλλον δεν πουλιότανε με τίποτα και ανοίξαμε τις κούτες. Μου είπανε να διαλέξω ό,τι θέλω. Σχεδόν δεν πίστευα στην τύχη μου: τζάμπα δίσκοι! Ήμουν γύρω στα 12 τότε και οι δίσκοι ήτανε για τα πλούσια παιδιά, εμείς βολευόμασταν με γραμμένες κασέτες, καμμιά φορά από το ράδιο (267, 344). Προς μεγάλη μου απογοήτευση, όλοι οι δίσκοι ήταν εντελώς άγνωστα σ' εμένα κι εμπορικότατα ελληνικά και μόνον της δεκαετίας του '70. Δεν υπήρχανε καθόλου έντεχνα και καθόλου μα καθόλου ξένα. Θυμάμαι να κοιτάζω με μίσος έναν δίσκο που λεγόταν "Ω, τι κόσμος, μπαμπά!". Απογοήτευση. Από κι εγώ δε θυμάμαι πόσες και πόσες κούτες πήρα 3-4 δίσκους, ένας από αυτούς ήτανε κάτι χρυσές επιτυχίες του '73, εκεί.

Τον δίσκο με τις χρυσές επιτυχίες τον πρωτοάκουσα όταν γύρισα στην Αθήνα. Δύο τραγούδια μού έμειναν από εκεί μέσα. Το ένα ήτανε το 'ο Χάρος βγήκε παγανιά': με ξένιζε αυτή η περίεργη κιθάρα στην εισαγωγή (ναι, μεγάλωσα σε σπίτι χωρίς ροκενρόλ) και η λέξη 'ανεμοζάλη'. Το τραγούδι όμως που μού κόλλησε από εκεί μέσα και το άκουγα ξανά και ξανά ήτανε το 'ιστορία μου αμαρτία μου'. Στιχουργικά δε μου άρεσε, αλλά με τράβαγαν ανεξήγητα και πολύ δυνατά η φωνή κι η ερμηνεία. Το έγραψα και σε κασέτα, το μόνο από όλον τον δίσκο, και βεβαίως ήταν άσχετο με τα υπόλοιπα τραγούδια της κασέτας. Εκείνη την εποχή, ή λίγο μετά, βγήκε και 'ο κοντός με τη γραβάτα', αργότερα 'οι σαραντάρες ίσον με δύο εικοσάρες' και το Μέγαρο με τον παίδαρο.

Για μένα η ερμηνεία του 'ιστορία μου αμαρτία μου' είναι εκεί ψηλα μαζί με το 'σε βλέπω στο ποτήρι μου', το 'αν είναι η αγάπη αμαρτία' και το 'πρώτη φορά' (και το 'θέλω κοντά σου να μείνω', αλλά αυτό το ντρέπομαι).

Ο θείος πέθανε πολύ πρόωρα το '92. 

GatheRate

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012

Καθώς διαβρώνεται η ψευδωνυμία

και η σχεδόν δημόσια δοκιμή και πλάνη

Η ψευδωνυμία στα σοσιαλμήντια, όπως λέει εδώ, "παρέχει μια ελευθερία έκφρασης πέρα από ταμπού, καθωσπρεπισμούς και στρογγυλεμένες πολιτικές θέσεις. Συγχρόνως όμως, ως ιστογράφος, είσαι έκθετος και η ψευδωνυμία είναι το παλτό σου. Δεν είσαι συγγραφέας να σε προστατεύει η αίγλη ενός αντίτυπου με αντίτιμο στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Δεν είσαι φτασμένος διανοούμενος ή καλλιτέχνης να σε προστατεύει η ισχύς της δημόσιας περσόνας σου. Δεν είσαι αρθρογράφος να θεωρείται καθήκον σου η κριτική στα κακώς κείμενα. Είσαι ένας ερασιτέχνης της γραφής, ένας ανώνυμος πολίτης".

Η ψευδωνυμία όμως διαβρώνεται σταδιακά, ιδίως όσο αυξάνεται η έκθεση του ψευδώνυμου γραφιά. Όσο περισσότερο γράφει κανείς, τόσο πιο πολυ διαβρώνεται η ψευδωνυμία του, τόσο πιο εκτενώς γνωστή γίνεται η κατά κόσμον ταυτότητά του. Κάτι η εντροπία, κάτι οι δυναμικές των κοινωνικών δικτύων -- αναμενόμενο είναι. Το παλτό που λέγαμε τρίβεται και λιώνει και σε κάποια σημεία φεγγίζει. Από μια στιγμή και ύστερα, η ψευδωνυμία σε προστατεύει μόνον από τον περιστασιακό αναγνώστη που δε θα μπει στον κόπο να γκουγκλάρει ή να ψάξει αλλιώς το πραγματικό όνομα του Σραόσα, λόγου χάρη.

Αυτή η σταδιακή διάβρωση έχει οδηγήσει πολλούς να εγκαταλείψουν τη γραφή, αφού πλέον τους διαβάζουνε σύζυγοι, γονείς, παιδιά, ξαδέρφια, φίλοι, συνάδερφοι κτλ. και δεν μπορούνε να μιλήσουνε για όσα πραγματικά θέλουν. Άλλους τους οδηγεί στην αυτολογοκρισία και στο να γίνουνε γριφώδεις μέχρι πλήξης. Για κάποιους άλλους η διάβρωση της ψευδωνυμίας αποτελεί ένα καλό πρόσχημα για να εγκαταλείψουν το κοπιώδες και απαιτητικό άθλημα της κατ' επανάληψη έκθεσης σε, ενίοτε κακοπροαίρετους, άγνωστους αναγνώστες.

Ωστόσο η ψευδωνυμία δεν είναι μόνο παλτό, δεν είναι μόνον η στολή του Μπάτμαν που προστατεύει τους αθώους από γνώση που δε χρειάζονται (...) και η μάσκα του που προφυλάσσει τον ίδιο και την όποια προσωπική ζωή του. Είναι και μία περσόνα: κάθε περσόνα μιλάει για διαφορετικά θέματα. Πολύ πριν να ασχοληθώ με τις διαδικτυακές κουβέντες είχα διαβάσει για τον Iain Banks, ο οποίος με αυτό το όνομα υπογράφει τα 'κανονικά' μυθιστορήματά του, ενώ με το Iain M. Banks υπογράφει τα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας που γράφει. Η ταύτιση προφανής και αυτόματη, οι περσόνες όμως διακριτές.

Προσωπικά, με το πραγματικό μου όνομα υπογράφω μόνον ό,τι έχει να κάνει με τη δουλειά μου, προς το παρόν. Πάντως έχω αρνηθεί να υπογράψω επωνύμως πολιτικό σχόλιο, ως μάλλον αναρμόδιος ή -- καλύτερα -- ως κάποιος που δε δικαιούταν να χρησιμοποιήσει όνομα κι επάγγελμα για να προσδώσει στο σχόλιό του (επίπλαστη ή, έστω, απλώς ονομαστική) βαρύτητα: στο κάτω κάτω, αν το σχόλιο είναι ουσίας, θα παραμείνει ουσίας ακόμα και αν το υπογράφει ο, ξέρω γω, menoussis_92.

Ως Sraosha όμως, υπογράφω όλα όσα γράφω εδώ, και ενίοτε κι αλλού, με θεματολογία που εκτείνεται επί παντός του επιστητού (όπως μάλλον ανακριβώς με έψεξε Φίλος πρόσφατα), αφοριστικά, με πολυπραγμοσύνη και κομπορρημοσύνη (που εγώ θα έλεγα élan). Γιατί και γι' αυτό τα έχουμε τα ψευδώνυμα, και για να λέμε στον αναγνώστη "κοίτα: μπορεί αυτό που θα διαβάσεις να είναι πολύ προσωπικό, πολύ σπουδαίο, μια σάχλα της στιγμής, ημιτελές, ευτελές ή και άστοχο -- πάντως είναι κάτι που με απασχολεί αρκετά ώστε να καθήσω να γράψω γι' αυτό". Για επαναλαμβανόμενες ασκήσεις δοκιμής και πλάνης πρόκειται, σχεδόν δημοσία και απέναντι σε ένα κοινό που ολοένα συρρικνώνεται (γιατί φούσκα υπήρξαν τα μπλογκ: τα διάβαζαν και αναγνώστες που τελικά ήθελαν να διαβάζουνε τουί, φωτό, o altra cosa).

Από την άλλη, όσο περισσότερο διαβρώνεται η ψευδωνυμία μου, τόσο περισσότερο πεισμώνω και πείθω τον εαυτό μου να γράψει ελεύθερα, πιο ελεύθερα, με πιο ρωμαλέα παρρησία. Από πείσμα. Όμως πάντα, μα πάντα, θυμάμαι πρώτον ότι δεν πρέπει να παίρνουμε τον εαυτό μας πολύ στα σοβαρά, πολλώ δε μάλλον την περσόνα, και δεύτερον αυτό που κάποτε μου είπε ο Rakasha: "να καταλάβει ο κόσμος ότι γράφουμε ποστ, όχι ποστ ντοκ".

GatheRate

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Στον Παρθενώνα

Πήγα στην παράσταση 'Παρθενώνας' χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα για το τι θα δω. Τελευταία προτιμώ να μην ξέρω τίποτα εκ των προτέρων, να μου έρχονται όλα καινούργια και, εάν γίνεται, σαν έκπληξη.

Το θέαμα ήτανε μια εμπειρία πυκνής ομορφιάς -- και πολύ πικρής ομορφιάς σε κάποια σημεία. Ο Παρθενώνας ως θέαμα και ακρόαμα βρίσκεται σε διαρκή ασταθή ισορροπία, πότε ταλαντώνεται, στιγμιαία ηρεμεί, ξανά φεύγει προς τα εδώ ή προς τα εκεί, προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Έχει πάντα ένα 'παίζω', όπως λέμε για το ούπα που παραμένει λάσκα.

Ναι, αλλά τι είναι; Δεν είναι θεατρικό αναλόγιο αλλά δεν περαίνει ό,τι βραδυφλεγές κι απροσδιόριστο δρώντων. Δεν είναι χορόδραμα αν και ενίοτε μοιάζει με σκοτεινό κι υπόκωφο μιούζικαλ. Δεν είναι χάπενινγκ αλλά θα χρειαστεί μερικές στιγμές να μαζέψεις τα πόδια αν κάθεσαι στην πρώτη σειρά.

Βγαίνοντας στην επιφάνεια της Κυψέλης, ρώτησα ποιος έγραψε το συγκλονιστικό κείμενο της παράστασης: ήλπιζα να το βρω και να το ξαναδιαβάσω. Έμαθα ότι ήταν συρραφή κειμένων. Γι' αυτό και μόνο θα άξιζε να πάει κανείς.

Και, βεβαίως, ο Παρθενώνας είναι μόνο η αφορμή.

GatheRate

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2012

Καλικαντζαριώτικα

*
Προσωπικότητες που δεσπόζουνε την ημέρα των Χριστουγέννων: ο πάπας, ο πατριάρχης, αρχιεπίσκοποι, επίσκοποι· βασιλείς· πρόεδροι και πρωθυπουργοί σε ρόλο ευχετών. Τα Χριστούγεννα είναι η μέρα των αυθεντιών και της κάθε λογής εξουσίας: και της οικογένειας, βεβαίως, ως εξουσίας. Γκροτέσκας πολλές φορές και ασυνάρτητης, αλλά εξουσίας.

*
Διάβαζα ένα κείμενο κριτικής κατά της χριστουγεννιάτικης φιλανθρωπίας. Για την άθλια υποκρισία όσων ταΐζουν και ανακουφίζουν εκείνους που έσπρωξαν στη φτώχεια με έργα, με λόγια, με απραξία, με στρατηγική σιωπή.

*
Ποτέ δεν κατάλαβα τα χριστουγεννιάτικα ρεβεγιόν. Ίσως φταίει ότι έχω πάει σε μόλις δύο. Την Πρωτοχρονιά το ρεβεγιόν έχει νόημα: περνάς το συμβολικό σύνορο του ημερολογιακού έτους, με το σκοτάδι και τους ασπασμούς και την Καΐρ των παιδικών μας χρόνων να σκάει μέσα στα πρώτα λεπτά του νέου (χα!) χρόνου. Ακόμα και το Πάσχα υπάρχει μια αφήγηση και η ανακοίνωση της Ανάστασης. Αλλά τα Χριστούγεννα; Τι; Περιμένεις να πάει μεσάνυχτα και ένα της 25ης για να γιορτάσεις τι; Κάποιον μεσονυκτικό τοκετό; Την υποστατική ένωση της Θεότητας με έναν άνθρωπο; Αν είσαι πια τόσο πιστός, από λάθος τραπέζι τρως. Αν δεν είσαι, ποια είναι τέλος πάντων η ακμή, η κόψη, το ορόσημο του χριστουγεννιάτικου ρεβεγιόν, και μάλιστα σε έναν κόσμο μέχρι πρόσφατα ονομαστικά χορτάτο; Η άφιξη στο τραπέζι του μεταμεσονύκτιου χοιρινού ή γαλόπουλου; Να βγαίνει επιτέλους ο δημοφιλής αοιδός με την τελευταία επιτυχία του μετά από 3-4 ουίσκια και 2-3 τσικό τραγουδιάρικα;

*
Στο πρώτο επεισόδιο του Σάουθ Παρκ όπου εμφανίζεται ο Τίμμυ, ο παραπληγικός χαρακτήρας γίνεται τραγουδιστής σε γκρουπ θρας μέταλ (η γενιά μου δε λέει 'μπάντα': 'μπάντα' είναι κάτι που παίζει σε λιτανείες και εθνικές εορτές, όχι οι Accept, οι Saxon, οι Metallica και οι Motorhead). Το γκρουπ λέγεται 'Timmy and the Lords of the Underworld'. Στο ομώνυμο χιτ, ο Τίμμυ τραγουδάει "Timmy... Living a lie". Δε θυμάμαι αν πρόκειται για το ίδιο επεισόδιο με την ανάπηρη γαλοπούλα, κατοικίδιο του Τίμμυ, που γλυτώνει τη χριστουγεννιάτικη σφαγή: τον θυμήθηκα τον Τίμμυ και το 'Living a lie' γιατί μόλις πέρυσι έμαθα ότι τα κόκκινα-άσπρα του Άη Βασίλη τα χρωστάμε στην κόκα κόλα, ενώ παλιότερα ο Άη Βασίλης φόραγε άλλα, πιο αγιωτικά και γήινα χρώματα.

*
Ένα σήριαλ που μου άρεσε πολύ όταν ήμουν στο σχολείο ήταν το Υποβρύχιο (Das Boot). Το Υποβρύχιο μού έμαθε ότι ο πόλεμος και το να βυθίζεις πλοία με μη μάχιμους είναι δουλειά, όπως είναι δουλειά να είσαι ξυλοκόπος, νοσηλεύτρια, αργυραμοιβός, μοδίστρα, παθολόγος κ.ο.κ. Επίσης για μένα λειτουργούσε όπως οι ταινίες τρόμου και φρίκης για πολλούς: η σκέψη να είσαι κλεισμένος σε ένα μικροσκοπικό κονσερβοκούτι (όλοι περπάταγαν σκυφτοί), ένα κονσερβοκούτι που μπάζει και το σείουν βόμβες βυθού, 100 μέτρα κάτω από την επιφάνεια με μαντράχαλους που ζέχνουν... Στο χριστουγεννιάτικο επεισόδιο, ο πλοίαρχος του Boot αράζει να καπνίσει και μονολογεί "Α! Χριστούγεννα! Το πανηγύρι του έρωτα!". Στην αρχή νόμισα ότι ήτανε λάθος του υποτιτλιστή, ότι μετέφρασε 'έρωτα' αντί για 'αγάπης' -- τέτοιο χαϊβανάκι ήμουν κι εγώ, μεγαλωμένο με ρητορικές χριστουγεννιάτικης αγάπης, με εικόνες νοσηλευομένων που θα τη σκαπουλάρουν και γι' αυτό τους επισκέπτονται της γης οι φιλάνθρωποι. Συνεχίζει όμως ο πλοίαρχος: "δεν ξέρεις τι ωραία είναι να κάνεις έρωτα το απόγευμα των Χριστουγέννων". Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα ότι τα Χριστούγεννα θα μπορούσαν να είναι γιορτή τρυφής κάτω από τα σκεπάσματα σε ένα μάλλον κρύο δωμάτιο έξω στο οποίο δε θες να βγεις.

*
Και η σημερινή περικοπή από τον Γιώργο Γιαννόπουλο:
Ο νεοφιλελευθερισμός είναι η υστερόβουλη, υπολογιστική και εργαστηριακά κατασκευασμένη -- προς εκμετάλλευση του zeitgeist -- συνιστώσα του αντιδιαφωτισμού, ο οποίος διαπέρασε μεταπολεμικά πολλά συστήματα σκέψης εν όψει της φρίκης του πολέμου, αλλά και της συνειδητοποίησης της ανεπάρκειας του θετικισμού ακόμα και στα πιο "σκληρά" επιστημονικά πεδία. Απ' όλη την κληρονομιά του διαφωτισμού έχει στόχο την δημοκρατία και σκοπό την παλινορθωση της ετερόνομης-θεοκρατικής αντίληψης για το νόμο, την εξουσία και την τάξη των πραγμάτων.
*
Και τι σημαίνουν όλα αυτά. Ότι θα κάνουμε σθεναρή αντίσταση στα Χριστούγεννα όπως οι άθεοι στο τουίτερ; Δε χρειάζεται. Η κουλτούρα είναι αυτή που είναι και είναι προϊόν της ιστορίας, όπως κι όλοι μας εν μέρει. Οι τραγικοί των οποίων το έργο επέζησε είναι αυτοί που πήρανε τους παλιούς μύθους, που λίγοι σώφρονες Αθηναίοι έπαιρναν τοις μετρητοίς, και τους άλλαξαν τον αδόξαστο, μετατρέποντάς τους σε πανανθρώπινα αφηγήματα, σε σημεία στήριξης, έλκυσης κι αναφοράς. Ο Τιμόθεος (που μέχρι κι ο Σωκράτης κορόιδευε), που είχε βαλθεί να πείσει τους πάντες ότι οι μύθοι είναι παπαριές και ψέματα κι ότι οι συμπολίτες του είναι κάργα μέσα στο 'living a lie'... τι εννοείτε ότι δεν ξέρετε τον ποιητή Τιμόθεο; Και μη μου πείτε ότι τον χαντάκωσε το ιερατείο, εδώ δεν χαντάκωσε τον Δημόκριτο και τους φυσιοκράτες (εντελώς). Γυρνάω στο Das Boot και στην ήσυχη ανατροπή των γερμανικών Χριστουγέννων των αγορών, των χορωδιών, των ελάτων, των καλάντων, του Glühwein και της χιτλερικής καθαριότητος κι ευταξίας για να υπενθυμίσω το Kippur του Άμος Γκιτάι. Την Ημέρα του Ιλασμού, Yom Kippur, την ιερότερη και σεμνότερη μέρα πένθους του ιουδαϊκού ημερολογίου για τις αμαρτίες του περιούσιου λαού, ο ήρωας της ταινίας λαγνουργεί με μια κοπέλα με πόρτες, πατζούρια, παράθυρα κλειστά, καθώς κυλιούνται μέσα σε χρώματα, σύνεργα το δίχως άλλο με τα οποία ο ήρωας παραβιάζει την τέταρτη εντολή.

*
Χτες πρόλαβα στην ΕΤ1 τα τελευταία 20 λεπτά μιας αγαπημένης ταινίας, των 'Γεφυρών πάνω από τον Βόσπορο' του Φατίχ Ακίν. Τι έπαιζαν άλλα κανάλια εκείνη την ώρα, δεν ξέρω, αλλά μετά τις 7, που έπαιζε μόνη της μια τηλεόραση αναμμένη, μέχρι τις 9 παρά (οπότε φρόντισα να σβήσει), είχανε βαλθεί να βυθίσουν τους τηλεθεατές σε κατάθλιψη και άπρακτο ανία βαθύτερες απ' ό,τι συνήθως, μελαγχολικά όργανα της πιο απάνθρωπης προπαγάνδας, που πασχίζει να γδάρει και να ξεφλουδίσει στιγμές που σου επιβάλλουν να είναι ξεχωριστές όχι μέσω της κριτικής και της απορίας, παρά δια του μπουχτίσματος και επιτείνοντας αυτό που η εξουσία έχει ανάγκη: την αίσθηση ανημπόριας όλων μας.

*
Κι αν είναι τα Χριστούγεννα κάποια αφορμή για ευχές και για να βγούμε λίγο από τον εαυτό μας, ευλογημένα να είναι. Και αν τις ευχές δε θα τις εκπληρώσει κανένας αηβασίλης, δεν παύουν να είναι επιθυμίες για λογαριασμό των άλλων, για τη χαρά των άλλων. Από αυτή την άποψη οι ευχές είναι ανθρώπινες και μας κάνουν και λίγο περισσότερο ανθρώπους. Ευχές, λοιπόν.

GatheRate

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Ο Γωγ, ο Μαγώγ. Η Κατερίνα Γώγου.

για τον radio_sociale

Τρείς ενότητες για τη συντέλεια:

1. Αρχικά απορούσα κι ενοχλούμουν.
[Α]νοίγεις το Discovery Channel και το Science Channel και βλέπεις αποκλειστικά ταινίες καταστροφής (μασκαρεμένες σε ντοκυμαντέρια). Και να σκεφτείς ότι γελούσαμε που στα τέλη της δεκαετίας του '90 το BBC (ή το ITV; δε θυμάμαι) είχε δείξει κάτι αντίστοιχα στο Horizon και λέγαμε "κοίτα τους μαλάκες τους χιλιαστές, περιμένουν το τέλος του κόσμου".

[...] [Τ]ο να δείχνεις το Ντητρόιτ και να λες "Να, να, να: έτσι θα σας κάνει τις πόλεις ο καπιταλισμός! Σκατάααα!" είναι σαν κάτι ταινιούλες εκπαιδευτικές της δεκαετίας του '50 που σου έδειχναν συφιλιδικά έλκη, φλύκταινες, ουλές, τρελοκομεία και παρκινσονιανούς τρόμους και σου έλεγαν "Να, να, να: έτσι θα σας κάνει το σεξ!".

Όσο για το τέλος του κόσμου, όλοι προσπαθούνε να μας πείσουν ότι έρχεται μεθαύριο και βίαια, cito et velociter: έτσι διευκολύνονται όλοι όσοι θέλουν να μας σωφρονίσουν. Είμαστε τόσο περιχαρακωμένοι μέσα στην απάθεια που μόνον αν μας απειλήσει με χρεωκοπία, πείνα, κατάρρευση, μαζική μετανάστευση, ασφυξία, πλημμύρες, σεισμούς, λιμούς, λοιμούς και καταποντισμούς μπορεί να ελπίζει κανείς ότι θα ξεκουνηθούμε. Πιο ξεκάθαρα: το τέλος του κόσμου το επικαλούνται οι εξουσίες για να μας σωφρονίσουν και οι ακτιβιστές για να μας αφυπνίσουν. Μόνο βόμβες θα μας βγάλουν από τα μωλ· σαν να λέμε: μόνον άμα σκάσει η μπουκάλα του γκαζιού ξυπνάω το πρωί.
2. Ωστόσο, είχε προηγηθεί μια απόπειρα να καταλάβω:
Κοιτούσα τις αφίσες για το 2012. Έχω δει δύο μίνι τρέιλερ. Ανεξάρτητα από την αντιπάθειά μου για τις ταινίες μαζικής καταστροφής και τη γενικότερη αναπηρία μου να τις απολαύσω, η ταινία πρέπει να είναι μαλακία, κάτι σαν ξαναμασημένο Deep Impact αλλά με μπόλικο Day after Tomorrow φαίνεται. Κοιτούσα τις αφίσες τώρα. Θυμήθηκα πως όταν ήμουνα παιδί, στον ηλεκτρικό και στα λεωφορεία και στις γιγαντοαφίσσες έβλεπες διάφορες ημίγυμνες να διαφημίζουν τζην, αρώματα, στερεοφωνικά, τσιγάρα κτλ.

Πώς φτάσαμε να μπανίζουμε δημοσία παλιρροϊκά κύματα και πλημμυρίδες μετεωρικής φωτιάς από εκεί που μπανίζαμε μπούτια και μαλλιά με μπόλικη λακ και ατημέλητα καλυμμένα στήθη; Σίγουρα φταίει η αλλαγή της χιλιετίας με τους χιλιασμούς της. Πιο πριν είχανε προετοιμάσει το έδαφος κάποιοι αμερικανοί χριστιανώμαλοι που έψαχναν το Θηρίο της Αποκάλυψης στην 'Υπερκυβέρνηση' (χάχαχαχαχααααα) της ΕΟΚ και τον Άψινθο στο Τσέρνομπιλ -- παίρνοντας γραμμή από την τριλογία του Αντιχρίστου που εγκαινίασε η ταινία 'η Προφητεία' το 1977: η δυσπιστία της αμερικανικής δεξιάς των Νότιων Βαπτιστών απέναντι στο Δημοκρατικό Κόμμα σε όλο το αποκαλυπτικό της μεγαλείο. Εδώ στην Ελλάδα μπολιάστηκαν αυτά στον κόσμο από γεροντάδες που κυκλοφορούσανε κασέτες με κηρύγματα, μετά την απογοήτευση του μέσου Έλληνα από τη δεύτερη τετραετία του Παπανδρέου του Β' του Δημαγωγού. Μετά ήρθε και το AIDS και μπήκε ο έρως στο ψυγείο κι αρχίσαμε τα περί αλληλοσεβασμού και αλληλοπεριχώρησης και μονογαμίας κτλ.

Στα 2009 οι άντρες φοβούνται τις γυναίκες, οι γυναίκες ψάχνουνε τους άντρες, οι γκέι δυσπιστούν απέναντι στο σεξ και οι λεσβίες κατηγορούν η μία την άλλη για μαγκώματα. Και πάμε στο σινεμά όχι για να δούμε το Νιώθω Μπλε / Νιώθω Κίτρινη ή τα Μυστήρια του Οργα(νι)σμού ή το Σουήτ Μούβι, αλλά τον Τιτανικό, τον Αρμαγεδδώνα, τον Πόλεμο των Κόσμων, το Happening, το 2012, κι άλλα τέτοια. Κοινώς, δώστε μας μαζική καταστροφή κι αφανισμό κι αφήστε τα γαμήσια: λερώνουν τα εσώρουχα. Ενώ η φωτιά και το νερό όλα τα εξαγνίζουν -- το είπε κι ο Δάντης.

Είναι πάντως χαρακτηριστικό το εξής: το genre 'τέλος του κόσμου' της εποχής μας ασχολείται με το γενικό και το αόριστο, όπου ανώνυμοι και πλήθη πνίγονται και αποτεφρώνονται θεαματικά μεν αλλά με τον τρόπο που πετιούνται οι συσκευασίες και τα περιτυλίγματα που ρυπαίνουν τον κόσμο μας. Αντίθετα, η σοφτ-κουλτουρέ τσόντα της δεκαετίας του '70 ασχολούνταν με το συμβάν, το καθέκαστο, το ειδικό (κι ας είναι το ίδιο το σεξ ίσως ό,τι πιο γενικό και γενικευτικό υπάρχει).

Οι ταινίες 'τέλος του κόσμου' ασχολούνται κι αυτές με το καθέκαστο και το ειδικό, αλλά μόνον όσων είναι προνοητικοί, γενναίοι ή τυχεροί να επιβιώσουν. Αυτοί μας ενδιαφέρουν: οι επιζήσαντες και (περισσότερο) οι επιβιωτές. Οι άλλοι να καούνε από τον αστεροειδή, να τους φάει ο γκοτζίλας, να τους ρουφήξει η ρουφήχτρα, να τους πνίξουν τα τσουνάμια, να τους φάνε τα χταπόδια του Άρη. Ενώ πάλι, τη δεκαετία του '70 στις κουλτουροπορνό ταινίες βλέπαμε ότι άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου (καθώς και άλλες κοιλότητες κι εσοχές) κι ότι το πιο βαρετό σεξ είναι το σεξ που κάνουν άλλοι -- εκτός κι αν είναι επί της οθόνης. Αυτό το τελευταίο μου φαίνεται διαχρονικό.
3.  Σήμερα στο αμάξι σκεφτόμουν το εξής:

Η νοσηρή εμμονή μας με τη συντέλεια, με τον πόλεμο της συντέλειας, με τη Δευτέρα Παρουσία και με κάθε λογής σενάρια αφανισμού καταστροφής και εκζομπισμού συμβαδίζουνε με την αντίληψη της οικονομικής κρίσης, της παλινόρθωσης του ολοκληρωτισμού στην πολιτική αλλά και του οικολογικού ολοκαυτώματος σαν να είναι φυσικές καταστροφές. Παλιότερα, η συντέλεια ήτανε κάλεσμα να αφήσουμε το γαμήσι (στο Αμέρικα ακόμα είναι: ο τυφώνας Κατρίνα ήταν η σοδομιαία φωτιά που τιμώρησε την 'ανοχή' των αμερικανών στην ομοφυλοφιλία) και να πιάσουμε το κομποσχοίνι (η εικόνα είναι αναπόφευκτα προστυχούτσικη, αν το σκεφτεί κανείς).

Σήμερα η επίκληση του CGI εξωγήινου Γωγ και του σέπια τρομοκράτη Μαγώγ, οι θεαματικές εικονογραφήσεις ολικών καταστροφών βγαλμένων μέσα από την Αποκάλυψη του Ιωάννη, οι σκηνές νεοϋορκέζων να γίνονται ζόμπι, στάχτη ή να τους παίρνουνε τα κύματα, οι ντοκουμενταρίστικες εικόνες αθηναϊκών βιτρίνων να κατεβαίνουν σαν φέτες παγόβουνα ενώ φλεγόμενοι κάδοι τσουλάνε στην ξηλωμένη Πανεπιστημίου -- όλα έχουνε το ίδιο μήνυμα: τα πάντα είναι φυσική καταστροφή, act of god, ανωτέρα βία· συμμορφωθείτε, κλειστείτε στο καβούκι σας, δεν μπορείτε να κάνετε κάτι άλλο, δε φταίει η απληστία των λίγων κι η αφροσύνη τους, παρά όλοι (άρα: κανείς). Έτσι κι αλλιώς σε λίγο όλα θα είναι στάχτες, καλύτερα να μην κάνετε τίποτα λοιπόν. Η εσχατολογία ως όπιο των μαζών.

Επίσης, η εσχατολογία λειτουργεί και σαν φυγή από την πραγματικότητα: όχι πια προς τον (λιγότερο ή περισσότερο) πριβέ παράδεισο του έρωτα, των 'ουσιών', του ροκ εν ρολ -- που ταυτόχρονα αφήνουν άπλετο χώρο για κοινωνική συνειδητοποίηση και για κοινωνική δραστηριοποίηση -- αλλά προς μια παιδική φαντασίωση, προς ένα μεγάλο μπεμπεκίστικο πείσμα: "θα πεθάνω και θα κλαίτε, θα δείτε τι χάσατε", όπως όταν μας μάλωναν και φαντασιωνόμασταν την κηδεία μας για να εκδικηθούμε.

Τελικά λοιπόν, η ενασχόληση με τις συντέλειες είναι πολυτέλεια και κωλοπαιδισμός, πρόσχημα για αδράνεια. Άλλωστε, το 2012 ο κόσμος τελειώνει καθημερινά για χιλιάδες ανθρώπους, με δεκάδες τρόπους, διαφορετικούς για τον καθένα τους. Και όχι μόνον ο Τρίτος Κόσμος. Να μην τους επαναλάβω, να μην τους απαριθμήσω συμβάλλοντας στη μετατροπή του πόνου, της εξαθλίωσης, της καταπίεσης και του θανάτου σε θεαματάκι και εικόνα. Ταυτόχρονα, όπως γράφει ο Γιώργος Γιαννόπουλος, "οι άξεστοι αυτάρεσκοι νεοαστοί -- κατασκευάσματα της κοινωνίας των ιδιωτών -- σπεύδουν να επιβάλουν τις κουρελιάρικες αξίες τους: ησυχία, τάξη, ασφάλεια, πειθαρχία, υπακοή, μισανθρωπία, νευρωτική απάθεια, mainstream γούστο και η καθαριότης είναι η μισή αρχοντιά". Οι ίδιοι άξεστοι αυτάρεσκοι νεοαστοί  που έπειθαν τον κόσμο ότι η ποίηση και οι κραυγές της Κατερίνας Γώγου αφορούνε μόνο τα πρεζόνια, το περιθώριο, άντε και τους 'υπαρξιστάς' των Εξαρχείων. Κι όμως, οι πολλές μικρές συντέλειες, οι μικροί θάνατοι και οι μεγάλες απογνώσεις, οι πολλές καθημερινές ανείπωτες καταστροφές για τις οποίες έγραψε, απήγγειλε και (επαναλαμβανω) κραύγασε η Κατερίνα Γώγου, το σκαριμπικά και δυσνόητα τραγουδισμένο φαλιμέντο του κόσμου που τραγούδησε ο Άσιμος, όλα είναι πια εδώ και για τους πολλούς.

Το είπε κι ο ποιητής: not with a bang, but with a whimper. Καθημερινά, μέσα σε διαμερίσματα, δρόμους, ανάπηρα νοσοκομεία, πεζοδρόμια, χώρους εργασίας, θλιβερά σχολεία, σκυφτές κουζίνες, ιατρεία του ΙΚΑ (όπως θα τα λένε οι γέροντες, που δε θα ζήσουν για να συνηθίσουν το ΕΟΠΥΥ) και κρύες στάσεις λεωφορείων που δεν έρχονται πια.

GatheRate